Αχ, μωρέ Μαρία!
Το ίδιο, κάθε καλοκαίρι, μαύρο φόρεμα, σαν να’ χεις –ή, σαν να σε προσμένουν- πολλά βάσανα
Το ίδιο, κάθε καλοκαίρι, κούρεμα και χτένισμα, σαν εθελόντρια του στρατού της σωτηρίας, ή σαν υπάλληλος σε σοφρωνιστικό κατάστημα γυναικών.
Το ίδιο, κάθε καλοκαίρι, περπάτημα, σαν να μην έχεις ανάρτηση, ή σαν να κυλάς πάνω σε καρούλια
Κι η μάνα σου να θέλει ακόμα να κάνει κουμάντο στο μαγαζί, να μην καταλαβαίνει τα φερσίματα σου (και ποιος τα καταλαβαίνει, αν δεν σε γνωρίζει), να’ ναι πάντα όλο νεύρα
Κι ο άντρας σου, υποταγμένα πρόθυμος και πρόθυμα υποταγμένος στο ρυθμό, στη λογική, στην αισθητική , στην άποψη σου.
Σου λέω, καμιά φορά, ότι όλοι έρχονται στο νησί μας για την Παναγία αλλά εγώ έρχομαι για σένα, και κοκκινίζεις
Σου λέω, καμιά φορά, ότι είσαι η αδελφή Τερέζα της εστίασης και καμαρώνεις.
Αχ, μωρέ Μαρία!
Τι να ήταν άραγε αυτό το μαγαζί πριν να γίνει καταφύγιο κάθε καλοφαγά, κακοφαγά, απλώς φαγά ,ή και ανόρεχτου;
Τι να είχαν άραγε κάποιες άλλες εποχές αυτές οι πανύψηλες βιτρίνες που τώρα είναι γεμάτες μπουκάλια με ποτό που ,όπως γράφουν οι πινακίδες, δεν είναι για πώληση, αλλά για διακόσμηση;
Πότε άραγε να κολλήθηκαν πάνω από τις βιτρίνες αυτές οι πολύχρωμες φωτογραφίες (αναρωτιέμαι αν σου τις έφερε κάποιος μετανάστης συμπατριώτης μας), νοτισμένες με ατμούς από άπειρες ψαρόσουπες και κρεατόσουπες και καπνισμένες από άπειρα τηγανητά και ψητά ψάρια, άπειρα τηγανιτά και ψητά κρέατα, άπειρα τσιγάρα;
Πώς τα καταφέρνεις να χωρούνε τόσοι πολλοί σε τόσο μικρό χώρο και, την ίδια στιγμή, να υπάρχει η βεβαιότητα ότι κι άλλοι τόσοι να κοπιάσουν κι αυτοί θα βολευτούν;
Πώς θυμάσαι όλους αυτούς που περάσανε και πώς θυμάσαι πάντα, και μόνο, τα καλά τους; Κανένας δεν σε στεναχώρησε, κανένας δεν σε πίκρανε, κανένας δεν σου διαμαρτυρήθηκε για κάτι, κανένας δεν σε φέσωσε;
Αχ, μωρέ Μαρία!
Τι σου έχουμε κάνει, τέλος πάντων και μας παιδεύεις έτσι;
Ένα φαγάκι ερχόμαστε να φάμε και μας το βγάζεις από τη μύτη
Πώς να αντέξουμε τέτοια ποιότητα; Πώς συμβαίνει να έχεις πάντα τα πιο νόστιμα κρέατα, τα πιο φρέσκα ψάρια, τα πιο δειλά χορταρικά, τα πιο διαλεχτά λαχανικά, τις πιο καλοτηγανισμένες πατάτες;
Πώς να καταναλώσουμε τέτοιες ποσότητες; Θυμάμαι, όταν πρωτοήρθαμε με τη γυναίκα μου στο μαγαζί σου, τρομάξαμε με τις μερίδες. Και τώρα, όποτε ερχόμαστε, από ντροπή παραγγέλλουμε από μία μερίδα ο καθένας ,από σύνεση τρώμε μόνο τη μισή, από ευχαρίστηση τρώμε και την άλλη μισή, από λαιμαργία παραγγέλλουμε λίγο ακόμη.
Κι η περιποίηση; Ερχόμαστε και νοιώθουμε σαν καλεσμένοι σε σπίτι φίλου. Φεύγουμε και θέλουμε να σε καλέσουμε για να σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία.
Και το τραταμέντο; Πάντα θα μας κεράσεις, μα φρούτο, μα γλυκό, μα γιαούρτι με μέλι, μα χαλβά, γλυκαμένους θα μας ξεβγάλεις. Και, σαν να μη φτάνει αυτό, συχνά – πυκνά μας φορτώνεις, έτσι, για κατευόδιο, λίγο κρασί ή λίγο μέλι. Στο θεό που πιστεύεις, είσαι με τα καλά σου;
Κι’ όλα αυτά, με τόσο λίγα χρήματα
Κι’ όλα αυτά, με τόση πολλή καρδούλα!!!
Αχ, μωρέ Μαρία!
Όταν έρχομαι στο μαγαζί σου, περνάω ωραία, νοιώθω ότι είμαι ανάμεσα σε φίλους, απολαμβάνω όλα τα καλά του Θεού και της Παναγίας και, το πιο σπουδαίο, φεύγω λίγο πιο άνθρωπος, και αυτά δεν πληρώνονται με τίποτα.
Να’ σαι καλά μωρέ Μαρία!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου