Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Άλλη μία «ομάδα»;



Ένας καλός φίλος από τα παλιά, με κάλεσε, μέσα από το f/b να γραφτώ σε μία ομάδαπου λέγεται Ομάδα «ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ»

Η περιγραφή του στόχου της Ομάδας είναι:

 «Η ομάδα αυτή θεωρεί επείγουσα την ανάγκη πραγματοποίησης Ιδρυτικού Συνεδρίου της Κεντροαριστεράς από μηδενική βάση, με στόχο τη συμφωνία για την υπέρβαση του Μνημονίου και την ανασυγκρότηση της χώρας».

Από όσα γνωρίζω, πρόκειται για μία ανοιχτή ομάδα του f/b στην οποία συμμετέχουν αρκετά, γνωστά από τη δημόσια παρουσία και λόγο τους, άτομα, μερικά από τα οποία με τιμούν με τη φιλία τους.

«Ιδρυτικό Συνέδριο της Κεντροαριστεράς» λοιπόν:

Ιδρυτικό, δηλαδή αυτό που θα σημάνει, θα ξεκινήσει, θα πραγματοποιήσει ένα Συνέδριο, δηλαδή μία διαδικασία, μια κίνηση, μία δραστηριότητα, για τη διατύπωση πολιτικών θέσεων, για τη σύνταξη προγράμματος, για την εκλογή οργάνων, και όλα αυτά θα έχουν σαν στόχο την  αναγέννηση (για άλλη μία φορά) της Κεντροαριστεράς.
.
Όλα αυτά τα, πράγματι, πολύ ωραία πράγματα θα γίνουν σε μία συγκεκριμένη χώρα με μία συγκεκριμένη κοινωνία, σε μία συγκεκριμένη συγκυρία.

Μία χώρα που βιώνει, από αιώνες, μία πολιτισμική στασιμότητα, έχοντας αγκιστρωθεί από την αντίληψη ότι ο κόσμος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που της οφείλουν και το γνωρίζουν και σε αυτούς που της οφείλουν και δεν το γνωρίζουν (και που, δυστυχώς, είναι και οι περισσότεροι).

Μία κοινωνία που τα μέλη της «αγαπούν να μισούν», που μπορούν να δρουν μόνον σαν οπαδοί, κι αυτό γιατί η ελευθερία τους φθάνει μέχρι του να επιλέγουν από ποιους θα εξαρτώνται, και που η φιλαυτία τους τους έχει ωθήσει στην επιλογή, η σχέση τους με το κράτος, το σύστημα, το δημόσιο, να είναι σαν τη σχέση του ραγιά με τον χαρατσάρη (φοροεισπράκτορα): να τον ξεγελάσουν για προσωπικό τους όφελος, κι ας έπαιρνε αυτός μετά από όποιον ήθελε το χαράτσι.

Μία συγκυρία που ο λαός είναι «χώμα»: η τερατώδης ανεργία, η δραστική μείωση των εισοδημάτων, η εξάχνωση του κοινωνικού κράτους, η οπισθοδρόμηση στην παιδεία και τον πολιτισμό, ο διωγμός του επιχειρείν, ο άκρατος κρατισμός και η αρνητική επιρροή των κοινωνικών αυτοματισμών στην κοινωνική συνοχή (που ποτέ δεν ήταν αρραγής), σε συνδυασμό με την κυβερνητική ιδεοληπτική υπεροψία, το αυξανόμενο έλλειμμα δημοκρατίας , την άθλια λειτουργία της βουλής συνδυασμένη με την χαμηλή ποιότητα των Κ.Ο. των κομμάτων, καθώς και οι λαμπρές επιδώσεις μας στο ρόλο του διεθνή καρπαζοεισπράκτορα, μας έχουν εξαλείψει κάθε ίχνος σθένους και εθνικής αξιοπρέπειας και μας έχουν μετατρέψει σε άβουλα μελλοντικά θύματα κάθε επίδοξου διεστραμμένου εθνικολαϊκιστή ηγέτη.

 Σε όποιον μου αντιτείνει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι (ή, κάπως έτσι, τέλος πάντων), θα ήθελα τη δική του αφήγηση για το πώς είναι, και σε όποιον μου επισημάνει ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες, αφού συμφωνήσω μαζί του θα τον προειδοποιήσω για τους κινδύνους που κρύβει η διολίσθηση ενός συνεδρίου επανίδρυσης, σε ένα συνέδριο κατανομής ευθυνών.

Σε αυτή λοιπόν τη χώρα, την κοινωνία και την συγκυρία ξεκινάει μία προσπάθεια με στόχο την υπέρβαση του μνημονίου και την ανασυγκρότηση της χώρας!


Παρ’ όλο που δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό στην περιγραφή, γνωρίζοντας τις απόψεις κάποιων από τους συμμετέχοντες, υποθέτω ότι το υποκείμενο υλοποίησης του στόχου θα είναι κάποια πολιτική κίνηση που θα προσπαθήσει να μετεξελιχθεί σε κόμμα της Νέας Κεντροαριστεράς (ας πούμε…).

Αυτό, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι η Νέα Κεντροαριστερά (Ν/Κ, για συντομία) θα πρέπει να είναι έτοιμη να συνομιλήσει, και να πείσει:

-Νέους που το καλύτερο που μπορούν να ελπίσουν για το μέλλον τους είναι, να μην είναι αυτό χειρότερο από το παρόν τους.
-Επιστήμονες που δεν ξέρουν γιατί σπούδασαν.
-Συνταξιούχους που δεν ξέρουν γιατί κόλλαγαν ένσημα.
-Επιχειρηματίες που δεν ξέρουν γιατί τους κυνηγάει η πατρίδα τους.
-Αγρότες που τους έμαθαν ότι παραγωγή σημαίνει «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά» και τώρα τους λένε «σκάσε και σκάβε».
-Επαγγελματίες που πιστεύουν ότι το μαύρο χρήμα, η φοροκλοπή και η φοροδιαφυγή είναι κεκτημένα δικαιώματα.

-Κι όλα αυτά σε μία κοινωνία που οι βουλευτές και οι υπουργοί έχουν το ακαταδίωκτο, οι δικαστικοί καθορίζουν μόνοι τους τις αποδοχές τους και τον κλήρο, σαν την ΕΡΤ, όλοι τον πληρώνουν, αλλά ελάχιστοι τον ακούνε.

Και εδώ, αυτά που αναφέρονται για τις παραπάνω κατηγορίες δεν ισχύουν βέβαια για όλους, ισχύουν όμως για τους περισσότερους και, κυρίως, λόγω της φιλαυτίας και των κοινωνικών αυτοματισμών που αναφέραμε παραπάνω, ο καθένας από εμάς πιστεύει ότι ισχύουν για όλους τους άλλους, εκτός από αυτόν.
 Ας το έχει κι αυτό υπ’ όψη της η Ν/Κ.

 Και κάτι ακόμη, το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου:

Η αποχή, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, έφτασε στο ποσοστό-ρεκόρ του 43,4%. Οι λόγοι ήταν πολλοί, αλλά μπορούν να συγχωνευτούν σε δύο κατηγορίες: Σε αυτούς που ίσχυαν μέχρι τις25 /1/2015 και σε αυτούς που ίσχυσαν μέχρι τις 20/9/2015. 

Η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος και της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού, στο σύνολο τους, η απαισιοδοξία για το μέλλον, η ματαίωση των περισσοτέρων προσδοκιών, η αίσθηση ταπείνωσης και η κόπωση, ενίσχυσαν τη διάθεση για απόσυρση από τα κοινά και περιορισμό στην ιδιώτευση και, τέλος, στην αποχή. Το πιθανότερο είναι, τα ποσοστά αποχής στις επόμενες εκλογές να είναι μεγαλύτερα, για προφανείς λόγους.

Η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος και της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού, και η κατ’ εξακολούθηση ματαίωση των προσδοκιών μετατρέπουν, για το σύνολο σχεδόν του εκλογικού σώματος, σε «κόκκινο πανί» τα πρόσωπα, τις ιδέες και τα σύμβολα που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν χρεωθεί τις αποτυχίες της τελευταίας δεκαπενταετίας. Και οι ψηφοφόροι, όντας πια κάτι μεταξύ απατημένου συζύγου, απελπισμένου ναυαγού και αποκαμωμένου δρομέα, δεν ψάχνουν πια για την ανάσταση του «παλιού». Κάποιοι περιμένουν το «νέο», χωρίς να ξέρουν, οι περισσότεροι, πώς να το αναγνωρίσουν, κάποιοι άλλοι περιμένουν να βρούνε τρόπο να πάρουν τη δόση τους και, τέλος, κάποιοι ακόμα ψάχνουν για "όπλο φονικό", για "να καθαρίσουν μια και καλή". Σε αυτή την τελευταία κατηγορία είναι σχετικά πιο εύκολο να περάσουν οι ψηφοφόροι που φλερτάρουν με την αποχή. 
Ας το έχει και αυτό υπόψη της η Ν/Κ.

Και, για να κλείσω αυτόν τον κύκλο των σκέψεων μου, θα ήθελα να δω στους προβληματισμούς του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Κεντροαριστεράς , να εντάσσονται θέματα όπως:

Πώς ορίζεται η Κεντροαριστερά στην σημερινή Ελλάδα
Πώς ορίζονται το «παλιό» και το «νέο»
Γράφονται νέες αφηγήσεις με παλιούς ήρωες, παλιά σύμβολα, παλιές ιδέες;
Θα είναι η πολιτεία του «νέου», προσφορά χωρίς αντάλλαγμα ή θα συνεχιστεί το πάρε-δώσε, όπως «παλιά»;

Απόψεις ιδέες και προτάσεις υπήρξαν και θα υπάρξουν, αλλά αν δεν υπάρξει η απαιτούμενη αυτογνωσία και αυτοπειθαρχία για τους ρόλους των «παλιών», (προσωπικού, ιδεών και συμβόλων) στο «νέο» εγχείρημα, το μόνο που θα προσφερθεί σε ένα κόσμο που αγωνιά ελπίζοντας, θα είναι άλλη μία απογοήτευση.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

ΑΝΤΙΟ ΞΑΔΕΡΦΕ


Δεν θα σε έλεγα και αδιάφορο για τον τρόπο του ντυσίματος σου, αλλά ούτε και φιγουρίνι, σήμερα όμως, πραγματικά, δεν παιζόσουν.

Πουκάμισο κολλαρισμένο, ο κόμπος της γραβάτας άψογος, σακάκι σωστά κουμπωμένο, παντελόνι ατσάκιστο, τα γυαλιά καθαρισμένα, μόνο το ποσέ σου έλλειπε!

Κι εκείνο το κρυφό χαμόγελο, που τίποτα όμως δεν μπορούσε να το κρύψει, τι να έλεγε, άραγε;

Άβολη η στάση μας, αφού είχαμε έρθει να σε αποχαιρετήσουμε χωρίς να περιμένουμε αντιχαιρετισμό. Μοιρασμένη και η λύπη μας ανάμεσα σε δύο σκέψεις, στο ότι σε χάνουμε και στο ότι αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ.

Την ώρα του καφέ της παρηγοριάς, λέγονται κι ακούγονται πολλά, άλλα για να μνημονεύσουν αυτόν που μόλις έφυγε, άλλα για να μετριάσουν τη θλίψη, άλλα για άσχετα θέματα, πρόσωπα ή αίτια. Το πιο κουφό ακούστηκε από έναν από εμάς, τα πρωτοξάδερφα σου. ( Είμαστε έξη πρώτα ξαδέρφια, τα τρία γεννηθήκαμε τον ίδιο χρόνο, 1941. Μας είχαν ονοματίσει, πριν μας βαφτίσουν, λόγω του πολέμου βέβαια, εσένα, τον πιο μεγάλο, Τσόρτσιλ, τον δεύτερο Ρούσβελτ κι εμένα, τον μικρότερο, Στάλιν).

Είπε λοιπόν ο άνθρωπος:

«Ρε παιδιά, ο μακαρίτης ήταν ο πιο άτυχος από όλους μας. Ορφάνεψε μικρός, μεγάλωσε σε συγγενείς, δεν σπούδασε, το πρώτο bypass στα 35 του, το δεύτερο στα 55 του, ζούσε πάντα με την αγωνία της αδύναμης καρδιάς του, η γυναίκα του έζησε τα τελευταία δέκα, και βάλε, χρόνια της ολικά παράλυτη, τι του έδωσε αυτή η ζωή, τι κατάλαβε που ζούσε;»

Τίποτα από αυτά δεν ήταν ψέμα ή υπερβολή.

 Γιατί όμως εγώ ρε ξάδερφε, αν ήσουν ο πιο άτυχος από όλους μας, σε θυμάμαι πάντα χαμογελαστό, κεφάτο, διαθέσιμο να βοηθήσεις, πρόθυμο να δώσεις, έτοιμο να συγχωρήσεις;

Πώς να ξεχάσω την τόλμη σου να παρατήσεις μια σίγουρη, αλλά βαρετή, δουλειά και, χωρίς ιδιαίτερα εφόδια, να τολμήσεις, να πάρεις το ρίσκο και να πετύχεις σε μίαν άλλη, πολύ πιο απαιτητική;

Πώς να ξεχάσω τη παιδιάστικη χαρά σου και τη λάμψη στα μάτια σου, όταν σκάρωνες καραβάκια ή έπιπλα, όταν μεταμόρφωνες παλιές γκαζιέρες σε πορτατίφ και παλιά κεραμίδια σε ανθοσυνθέσεις,  όταν φύτευες λουλούδια στις γλάστρες του μπαλκονιού σου, ράντιζες τα δένδρα στον κήπο του εξοχικού σου και μάζευες ντομάτες και ζαρζαβατικά από το μποστανάκι σου;

Πώς να θεωρήσω ασήμαντο το ότι ευτύχησες να ζήσεις τη ζωή σου πλάι σε μία τέλεια σύντροφο, να μεγαλώσεις μία κόρη που είχες κάθε λόγο να την καμαρώνεις, και να αποκτήσεις δυο εγγόνια  που μόνο χαρές σου χάρισαν;

Ναι λοιπόν, ήσουν άτυχος ξάδερφε, αλλά αυτό δεν σε εμπόδισε να γίνεις ευτυχισμένος, γιατί, αντί να κάνεις την ατυχία σου άλλοθι και να το ρίξεις στην κλάψα, προτίμησες να κυνηγήσεις εσύ τα όνειρα, πάρα να αφήσεις τους εφιάλτες να σε κυνηγήσουν, κι όλα αυτά, με το γέλιο, το τραγούδι, τον αγώνα.

Ξάδερφε, άτυχος-ξεάτυχος, ήσουν ο καλύτερος από όλους μας!

Καλήν αντάμωση στο πουθενά.