Οι φόροι και τα κόμματα φέραν αυτή την κρίση
που κάνανε τον άνθρωπο να μη μπορεί να ζήσει
Κι όλο τη φτώχια πολεμά για να την αδικήσει
να βγάλει το ψωμάκι του το σπίτι του να ζήσει
Αλλά κι αυτό αδύνατο για να τα κονομήσει
και κάθε μέρα βλαστημά την έρημη την κρίση
Όλος ο κόσμος τα 'χασε κι όλοι παραμιλούνε
και κάθε μέρα βλαστημούν την κρίση που περνούνε
"Άντε να ζήσεις φτώχια και να πεθάνεις παλιοκρίση.
Γεια σου Ογδοντάκη μου, παιδί μου, γεια σου"
Κώστας Ρούκουνας, Σαμιωτάκι
(παλιό λαϊκό άσμα)
Χώρα βουτηγμένη σε βαθειά κρίση. Την αποκαλούν οικονομική, γιατί, εξ αιτίας ακριβώς αυτής της κρίσης, ότι δεν μπορεί να μετρηθεί σε όρους χρήματος δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό. Την αποκαλούν οικονομική, γιατί το μόνο για το οποίο υπάρχει αγωνία είναι να εξοφλήσουμε τους πιστωτές μας ώστε να μπορέσουμε να ξαναδανειστούμε. Βεβαίως και πρέπει να μη χρωστάμε, αλλά πρέπει επίσης να δούμε πώς θα βγούμε από τη λογική αυτών που θέλουν να (τους) χρωστάμε για να θησαυρίζουν από τα χρέη μας. Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι, αντιλαμβανόμενοι την κρίση μόνον σαν οικονομική, φροντίζουμε να βγούμε από αυτή χωρίς να απαλείψουμε τα - μη οικονομικά - αίτια που την προκάλεσαν.
«Πολιτικές δυνάμεις» και «κοινωνικές συλλογικότητες» που έχουν αναγάγει τη ανευθυνότητα και την πρόκληση σε ιδεολογία και έχουν καταφύγει σε αυτές σε μία απελπισμένη τους προσπάθεια να κρατηθούν ζωντανές στο πολιτικό προσκήνιο, εκμεταλλεύονται τα, πραγματικά μεγάλα, προβλήματα των μεταναστών και των προσφύγων οι οποίοι έχουν κατακλύσει παράνομα τη χώρα, παρέχουν σε μία ομάδα από αυτούς οργανωτική στήριξη και "αγωνιστική συμπαράσταση" και κάνουν, από κοινού, κατάληψη χώρων του κεντρικού κτιρίου της Ν.Σ. του Ε.Κ.Π. Οι παράνομοι μετανάστες και πρόσφυγες, με «αγωνιστικό φρόνημα» που αποπνέει περισσότερο θράσος και προκλητικότητα, παρά αγωνία και αβεβαιότητα, παίζουν στην ουσία το παιχνίδι των πατρώνων τους, οι οποίοι όταν βλέπουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν ότι, λίγο, τους έχει απομείνει από τις κοινωνικές δυνάμεις που τους στήριζαν άλλοτε, καταπίνουν τα λόγια τους, βάζουν μπόλικο νερό στο κρασί τους και κρύβονται πίσω από τον ομιχλώδη, ρομαντικό και ανώδυνο, πλην πιασάρικο, τίτλο του «αλληλέγγυου». Το κακό όμως έχει γίνει, σε βάρος όλων των παρανόμων μεταναστών, με την άκρως αρνητική εικόνα που εξέπεμψε αυτή η καθοδηγούμενη μικρή ομάδα, και η άρση του πανεπιστημιακού ασύλου βρίσκεται πάλι ψηλά στην ατζέντα των συζητήσεων, με λάθος τρόπο, σε λάθος χρόνο, για λάθος λόγους.
Πρυτανικές αρχές (οι πραγματικοί «καταληψίες» του θεσμού και του ασύλου), που το μόνο που φαίνεται να τις ενδιαφέρει είναι η διατήρηση του τέλματος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, γιατί μόνο στη στασιμότητα των νερών και τις αναθυμιάσεις των βάλτων μπορούν να επιβιώνουν, να αναπαράγονται, να αυγαταίνουν και να ευδοκιμούν σε βάρος της παιδείας, της νεολαίας και του λαού. Οικογενειοκρατία , ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά κονδύλια, συναλλαγή με φοιτητικές ομάδες, από τις εκλογές πρυτανικών αρχών μέχρι τη διανομή σημειώσεων και τη λειτουργία κυλικείων, στημένες διαδικασίες επιλογών και προαγωγών επιστημονικού προσωπικού, μόνιμη συμπεριφορά Ποντίου Πιλάτου ή κότας στα θέματα του πανεπιστημιακού ασύλου, σιωπή τάφου σε όποιο θέμα αφορά στον τόπο- όσο κρίσιμο και να είναι- εφ όσον δεν αφορά στη συντεχνία τους, είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα της γενικής αφασίας που τις χαρακτηρίζει. (Παρεμπιπτόντως, η κόντρα με την υπουργό παιδείας για τη διοίκηση των Α.Ε.Ι., δημιουργεί την ανάγκη σύσφιξης των συμμαχιών των πρυτανικών αρχών με τις δυναμικές μειοψηφείες που ελέγχουν τις συμπεριφορές του φοιτητικού σώματος, εκμεταλλευόμενες τα συμφέροντα του, το φανατισμό του ή την αδιαφορία του. Ακόμη, επειδή δεν τις ενδιαφέρει να προσφέρουν στο θεσμό τον οποίο «υπηρετούν», αντίθετα, κέρδη να προσκομίσουν από αυτόν επιδιώκουν, είναι έτοιμες να συμμαχήσουν και με το διάβολο για να μη χάσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο του χώρου που έχουν, αναξιοκρατικά πολλοί από αυτούς, καταλάβει). Ευτυχώς που ο φόβος του εισαγγελέα και των πιθανών συνεπειών του νόμου υπερίσχυσαν του φόβου λήψης μιας ορθής απόφασης και έτσι ξεκινούν οι συζητήσεις με τους καταληψίες για τις τεχνικές λεπτομέρειες της αποχώρησης τους (δεν δέχομαι τον όρο «διαπραγματεύσεις» που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρο από τα θλιβερά και ανεπαρκή Μ.Μ.Ε. γιατί αλλοίμονο μας αν οι εισαγγελείς διαπραγματεύονται, με οποιονδήποτε, τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των νόμων).
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, διαχειρίζεται την κρίση όσο πιο καλά μπορεί, αν λάβει κανείς υπ’ όψη του τις γενικότερες και ειδικότερες συνθήκες που επικρατούν, τις διαστάσεις που θα μπορούσε να πάρει η προβοκάτσια των αλληλέγγυων και τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει στην κοινωνία. Βέβαια, δεν έχουν ακόμη αιτιολογηθεί επαρκώς οι λόγοι που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της κρίσης, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν υπάρχει δικαιολογία.
Τα Μ.Μ.Ε., για άλλη μια φορά, δείχνουν τον πλούτο της ανευθυνότητας τους και τη ένδεια της γλώσσας τους. Αναδεικνύουν το θέμα σε πρώτη (και μερικά σε μοναδική) είδηση, κατασκευάζουν, με απλουστευτικό τρόπο, «καλούς» και «κακούς», «θύτες» και «θύματα», «αλληλέγγυους» και «διώκτες» (και όλα αυτά με ένα λεξιλόγιο εκατό πολυφορεμένων λέξεων) μόνο και μόνο για τα νούμερα της τηλεθέασης στα μηχανάκια της AGB. Δυστυχώς, η εξέγερση στην Αίγυπτο μας γλύτωσε από τα χειρότερα.
Εμείς, οι υπόλοιποι, τι κάνουμε; Άναυδοι παρακολουθούμε το θέατρο του παραλόγου που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας (να δούμε τι έχουν να αντικρίσουν ακόμα αυτά τα μάτια) και τρομάζουμε στην ιδέα ότι κάποιοι, αντί να προσπαθούν να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία, επιδιώκουν να δημιουργήσουν κρίση για να βρούνε ρόλους και ευκαιρίες ανάδειξης τους μέσα από αυτήν, χωρίς να νοιάζονται για τις συνέπειες. (κατά τα άλλα, είναι αλληλέγγυοι, αλλά, αλήθεια, αλληλέγγυοι σε τι και προς ποιους;). Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι η μεγαλύτερη κρίση που περνάει η χώρα μας δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και ηθική. Και για αυτού του είδους τις κρίσεις δεν υπάρχει, δυστυχώς, ούτε Δ.Ν.Τ., ούτε τρόικα, ούτε καν αλληλέγγυοι, αλλά μόνον εμείς, οι υπόλοιποι. Λοιπόν, τι κάνουμε;
Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011
Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011
Άνοιξη στο καταχείμωνο
Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
μην πολυδιαβάζεις τ' άστρα
Ο καιρός είναι χρυσάφι
κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει
Μην πιστεύεις τον Τοξότη
τον αγέλαστο προδότη
μην κοιτάς να σε χαρώ
πέρα απ' τον Αιγόκερω
Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
μην πολυδιαβάζεις τ' άστρα
τη ζωή σου πάλι μέτρα
με το χώμα και την πέτρα
Μην αφήνεσαι στον Ταύρο
με το μέτωπο το μαύρο
και ποτέ απ' τους Ιχθείς
συμβουλή να μη δεχθείς.
Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
φύγε απ' του ουρανού τα κάστρα
κι ας τη μοίρα σου στη γη
μόνη της να σ' οδηγεί
Μη μου λες για την Παρθένα
που με γέλασε και μένα
και τον άστατο Ζυγό
μην τον έχεις για οδηγό.
Νίκος Γκάτσος
Τη λένε Κυριακή. Μένει στο διπλανό μας σπίτι, με τους γονείς της, τα δύο αδέρφια της και τη γιαγιά της. Είναι η αγαπημένη μου γειτονοπούλα και κάνουμε συχνά παρέα. Τη νοιώθω σαν να είναι το τρίτο μου εγγόνι.
Έντεκα χρόνων, πανέξυπνη, ευαίσθητη, ντροπαλή, με μία καρδούλα μάλαμα.
Αγαπάει τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και έχει τη σφραγίδα της δωρεάς στη ζωγραφική. Ζωγραφίζει συνεχώς και ζωγραφίζει όμορφα, πρωτότυπα, ανατρεπτικά. Η επιλογή των θεμάτων της ξεκινάει από πρόσωπα, συνεχίζει με αντικείμενα και τοπία και φτάνει μέχρι την απεικόνιση συναισθημάτων και εννοιών (έχει τύχει να ζωγραφίζει κάτι πού δεν έχει συγκεκριμένη μορφή και στην ερώτηση μου τι παριστάνει, η απάντηση της ήταν « το παραμύθι», ή, «το θύμωμα», ή, «η βρύση που τρέχει νερό όλο το χρόνο»). Η επιλογή των χρωμάτων της, των τόνων τους και των αποχρώσεων τους, είναι ένα ξέσπασμα παιδικής χαράς, ένα όργιο φαντασίας. Πέρα από τη ζωγραφική, τα μαθήματα και τη ζωή στο χωριό, που είναι τα θέματα για τα οποία πιάνουμε συνήθως κουβέντα, της αρέσει να της μιλάω για τα μέρη που έχω πάει και τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Εγώ, από τη μεριά μου, απολαμβάνω ότι και να μου λέει, κυρίως για τον τρόπο που τα λέει, αλλά και για την ωριμότητα, παρά τη μικρή της ηλικία, που έχουν μερικά από αυτά που λέει.
Την είδα χτες το πρωί, καθώς έβγαινα για να κατέβω στην πλατεία.
Καθόταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, στο κάτω-κάτω σκαλί. Γόνατα κολλημένα, πέλματα γυρισμένα προς τα μέσα, ώμοι κυρτοί, χέρια τυλιγμένα γύρω από τις γαμπούλες της να τις κρατάνε σφιχτά και το κεφάλι να ακουμπάει με το σαγόνι στα γόνατα. Λες και προσπαθούσε να μην πιάνει καθόλου τόπο, λες και προσπαθούσε να εξαφανιστεί. Τα ματάκια της λαμπύριζαν νοτισμένα και κοίταζαν μακριά, στο πουθενά.
«Τι χαμπάρια Κυριακούλα μου», τη ρώτησα, «τι έχεις και μου είσαι στενοχωρημένη, μήπως και πέσανε έξω τα καράβια σου; Πες μου και μένα που σ’ αγαπάω, να ξέρω».
Σήκωσε το κεφαλάκι της, με κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα και τα ματάκια της άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα. Ένα κλάμα χωρίς φωνές και αναφιλητά, μόνο στεναγμός και δάκρυ.
Έκατσα δίπλα της και προσπάθησα να την παρηγορήσω, χωρίς να ξέρω και την αιτία της πίκρας της. Με τα πολλά ηρέμησε και όταν της είπα ότι καλύτερα να ξεσπάμε παρά να ξεφυσάμε και καλύτερα να τα λέμε παρά να τα κλαίμε, άρχισε να μου μιλάει.
«Θυμόσαστε εκείνη τη ζωγραφική που είχα ξεκινήσει στην αρχή του καλοκαιριού και που ήθελα να ζωγραφίσω ολόκληρο το χωριό; Έφαγα πολύ καιρό , αλλά κατάφερα να την τελειώσω πριν αρχίσουν τα μαθήματα. Ήθελα να την έχω έτοιμη στην αρχή της σχολικής χρονιάς για να την χαρίσω στο δάσκαλο μας, που εκείνες τις μέρες ήταν και η γιορτή του. Μου έλεγε πάντα ότι του αρέσει η ζωγραφική μου και ότι θα ήθελε να ζωγραφίσω κάτι γι αυτόν. Τη μέρα της γιορτής του, πήρα τη ζωγραφική μου μαζί μου και στο πρώτο διάλειμμα πήγα στο γραφείο των δασκάλων να του τη δώσω. Τον βρήκα, του είπα ότι είχα ζωγραφίσει το χωριό μας και ότι του χάριζα τη ζωγραφική μου για τη γιορτή του. Του είπα και χρόνια πολλά. Αυτός μου είπε να την αφήσω στο τραπέζι που ήταν δίπλα του και να πάω στην αυλή με τα άλλα τα παιδιά. Πέρασε μία, πέρασαν δύο, πέρασαν τρείς μέρες και δεν μου είχε πει ούτε αν του άρεσε, ούτε ευχαριστώ, ούτε τίποτα. Τον ρώτησα λοιπόν εγώ αν του άρεσε και μου είπε ότι δεν την είχε δει ακόμα. Πέρασαν ακόμη μερικές μέρες, τον ξαναρώτησα και μου είπε ότι πρέπει να είχε μπερδευτεί κάπου μέσα στα χαρτιά του και δεν μπορούσε να την βρει, αλλά θα έψαχνε. Δεν τον ξαναρώτησα, αλλά ήμουνα πολύ στενοχωρημένη γιατί νόμιζα ότι δεν του άρεσε και δεν ήθελε να μου το πει για να μη με κακοκαρδίσει. Όμως, ο μεγάλος μου αδερφός, που πάει στην πρώτη γυμνασίου, μου είπε πως η κόρη του δάσκαλου, που είναι συμμαθήτρια του, είχε τη ζωγραφική μου, την έδειχνε εχθές στην τάξη και έλεγε πως είναι δικιά της. Κι εγώ δεν θέλω να πάω στο σχολείο, γιατί άμα πάω θα πρέπει να το πω στο δάσκαλο και θα τον κάνω να ντραπεί και ντρέπομαι και εγώ».
«Καλά βρε Κυριακούλα», της λέω, «γιατί να ντραπεί ο δάσκαλος και γιατί να ντραπείς κι εσύ;»
«Γιατί ο δάσκαλος», μου απάντησε, «δεν θυμόταν τι είχε κάνει τη ζωγραφική μου και γιατί η κόρη του έγινε ρεζίλι στην τάξη της. Όσο για μένα, ντρέπομαι γιατί φταίω που στενοχωρήθηκε ο δάσκαλος μου».
Άκουσα τον καημό της Κυριακούλας και φουρτούνιασα κι εγώ. Άσπλαχνη τύχη! Τι τρικυμία ήταν αυτή που σήκωσες στην ψυχούλα της; Γιατί της πήρες το γέλιο και τη συννέφιασες; Γιατί την έκανες να αμφιβάλλει για τους ανθρώπους και τις προθέσεις τους; Γιατί να πρέπει να πιστέψει, έστω και για λίγο, ότι ο δάσκαλος της την κορόιδεψε; Και πώς να πει κανείς σε ένα αθώο πλασματάκι, σαν κι αυτήν, ότι υπάρχουν και δάσκαλοι που κοροϊδεύουν, ότι υπάρχουν πολλοί που έγιναν διάσημοι κοροϊδεύοντας, ότι δεν φταίει αυτή για τα λάθη των άλλων, ότι υπάρχουν και χειρότερα, ότι ακόμη δεν έχει δει τίποτα; Επειδή, έτσι κι αλλιώς, όλα τα παραπάνω θα της τα μάθει η ζωή όταν έρθει η ώρα, προσπάθησα να την παρηγορήσω μιλώντας της για μεγάλους ζωγράφους, για μουσεία που είχα επισκεφθεί, για το ότι ίσως και αυτή, μία μέρα, να γινόταν μεγάλη ζωγράφος, με τα έργα της να καμαρώνουν σε εκθέσεις και πινακοθήκες. Όσο με άκουγε ημέρευε, το φως ξαναγύριζε στα μάτια της και το χαμόγελο στα χείλη της. Όταν σταμάτησα να μιλάω, ήταν πάλι η Κυριακούλα που ήξερα. Και τότε, μου είπε κάτι που με άφησε άφωνο και που το σκέφτομαι συνεχώς.
«Εγώ θα ζωγραφίζω σε όλη μου τη ζωή, αλλά θα ζωγραφίζω τα πράγματα όπως θέλω εγώ να είναι. Στη ζωγραφική που έκανα για το δάσκαλο, έκανα ωραία σπίτια, δρόμους χωρίς αυτοκίνητα και πολλά παιδιά, και ας μην έχει τίποτα από αυτά το χωριό μας. Και το σπίτι μας το έκανα πιο μεγάλο για να μην κοιμάμαι στο ίδιο δωμάτιο με τα αδέρφια μου. Το δικό σας το άφησα όπως είναι αλλά του μεγάλωσα το οικόπεδο για να έχει χώρο για τα δέντρα που μου λέτε ότι θέλετε να φυτέψετε. Έκανα και τη βρύση του χωριού να τρέχει πάλι».
«Και καλά βρε Κυριακή», τη ρώτησα, «πώς χωράνε όλα αυτά και φαίνονται σε ένα φύλλο του μπλοκ της ιχνογραφίας σου;» Η απάντηση ήταν καταπέλτης:
«Δεν φαίνονται και πολύ καλά, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι εκεί».
Πραγματικά, τη ζηλεύω την Κυριακούλα. Η φαντασία της προσπερνά την πραγματικότητα αγνοώντας την, τα αισθήματα της ανακαλούν τη λογική στη δική τους τάξη, οι επιθυμίες της αλλάζουν τη χωροταξία, τη γεωγραφία, τη δημογραφία. Όλος ο κόσμος είναι στα χέρια της και το ξέρει τόσο καλά, είναι τόσο σίγουρη για αυτό. Έτσι όμως είναι και η άνοιξη. Ότι και να κάνουμε εμείς για να της αλλάξουμε το δρόμο, αυτή, είτε σαν μπουμπούκι, είτε σαν χελιδόνι, είτε σαν Κυριακούλα, θα μας δηλώνει με κάθε τρόπο ότι η ζωή είναι πέρα από τη ζωή μας, ότι ο χρόνος είναι πέρα από το χρόνο μας και ότι, μέσα σε αυτή την έννοια της ζωής και του χρόνου, η παρουσία μας, ευτυχώς, δεν μπορεί να χαλάσει ότι υπήρξε πριν από εμάς και δεν μπορεί να καθορίσει τι θα υπάρξει μετά από εμάς. Το ξέρουμε άλλωστε, ότι η παρουσία μας στη γη θα είναι μία στιγμή στην ιστορία της και η μόνη ελπίδα μας να είναι αυτή η στιγμή ωραία, είναι τα μπουμπούκια, τα χελιδόνια και οι Κυριακούλες.
μην πολυδιαβάζεις τ' άστρα
Ο καιρός είναι χρυσάφι
κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει
Μην πιστεύεις τον Τοξότη
τον αγέλαστο προδότη
μην κοιτάς να σε χαρώ
πέρα απ' τον Αιγόκερω
Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
μην πολυδιαβάζεις τ' άστρα
τη ζωή σου πάλι μέτρα
με το χώμα και την πέτρα
Μην αφήνεσαι στον Ταύρο
με το μέτωπο το μαύρο
και ποτέ απ' τους Ιχθείς
συμβουλή να μη δεχθείς.
Κοριτσάκι μου με τ' άσπρα
φύγε απ' του ουρανού τα κάστρα
κι ας τη μοίρα σου στη γη
μόνη της να σ' οδηγεί
Μη μου λες για την Παρθένα
που με γέλασε και μένα
και τον άστατο Ζυγό
μην τον έχεις για οδηγό.
Νίκος Γκάτσος
Τη λένε Κυριακή. Μένει στο διπλανό μας σπίτι, με τους γονείς της, τα δύο αδέρφια της και τη γιαγιά της. Είναι η αγαπημένη μου γειτονοπούλα και κάνουμε συχνά παρέα. Τη νοιώθω σαν να είναι το τρίτο μου εγγόνι.
Έντεκα χρόνων, πανέξυπνη, ευαίσθητη, ντροπαλή, με μία καρδούλα μάλαμα.
Αγαπάει τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και έχει τη σφραγίδα της δωρεάς στη ζωγραφική. Ζωγραφίζει συνεχώς και ζωγραφίζει όμορφα, πρωτότυπα, ανατρεπτικά. Η επιλογή των θεμάτων της ξεκινάει από πρόσωπα, συνεχίζει με αντικείμενα και τοπία και φτάνει μέχρι την απεικόνιση συναισθημάτων και εννοιών (έχει τύχει να ζωγραφίζει κάτι πού δεν έχει συγκεκριμένη μορφή και στην ερώτηση μου τι παριστάνει, η απάντηση της ήταν « το παραμύθι», ή, «το θύμωμα», ή, «η βρύση που τρέχει νερό όλο το χρόνο»). Η επιλογή των χρωμάτων της, των τόνων τους και των αποχρώσεων τους, είναι ένα ξέσπασμα παιδικής χαράς, ένα όργιο φαντασίας. Πέρα από τη ζωγραφική, τα μαθήματα και τη ζωή στο χωριό, που είναι τα θέματα για τα οποία πιάνουμε συνήθως κουβέντα, της αρέσει να της μιλάω για τα μέρη που έχω πάει και τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Εγώ, από τη μεριά μου, απολαμβάνω ότι και να μου λέει, κυρίως για τον τρόπο που τα λέει, αλλά και για την ωριμότητα, παρά τη μικρή της ηλικία, που έχουν μερικά από αυτά που λέει.
Την είδα χτες το πρωί, καθώς έβγαινα για να κατέβω στην πλατεία.
Καθόταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, στο κάτω-κάτω σκαλί. Γόνατα κολλημένα, πέλματα γυρισμένα προς τα μέσα, ώμοι κυρτοί, χέρια τυλιγμένα γύρω από τις γαμπούλες της να τις κρατάνε σφιχτά και το κεφάλι να ακουμπάει με το σαγόνι στα γόνατα. Λες και προσπαθούσε να μην πιάνει καθόλου τόπο, λες και προσπαθούσε να εξαφανιστεί. Τα ματάκια της λαμπύριζαν νοτισμένα και κοίταζαν μακριά, στο πουθενά.
«Τι χαμπάρια Κυριακούλα μου», τη ρώτησα, «τι έχεις και μου είσαι στενοχωρημένη, μήπως και πέσανε έξω τα καράβια σου; Πες μου και μένα που σ’ αγαπάω, να ξέρω».
Σήκωσε το κεφαλάκι της, με κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα και τα ματάκια της άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα. Ένα κλάμα χωρίς φωνές και αναφιλητά, μόνο στεναγμός και δάκρυ.
Έκατσα δίπλα της και προσπάθησα να την παρηγορήσω, χωρίς να ξέρω και την αιτία της πίκρας της. Με τα πολλά ηρέμησε και όταν της είπα ότι καλύτερα να ξεσπάμε παρά να ξεφυσάμε και καλύτερα να τα λέμε παρά να τα κλαίμε, άρχισε να μου μιλάει.
«Θυμόσαστε εκείνη τη ζωγραφική που είχα ξεκινήσει στην αρχή του καλοκαιριού και που ήθελα να ζωγραφίσω ολόκληρο το χωριό; Έφαγα πολύ καιρό , αλλά κατάφερα να την τελειώσω πριν αρχίσουν τα μαθήματα. Ήθελα να την έχω έτοιμη στην αρχή της σχολικής χρονιάς για να την χαρίσω στο δάσκαλο μας, που εκείνες τις μέρες ήταν και η γιορτή του. Μου έλεγε πάντα ότι του αρέσει η ζωγραφική μου και ότι θα ήθελε να ζωγραφίσω κάτι γι αυτόν. Τη μέρα της γιορτής του, πήρα τη ζωγραφική μου μαζί μου και στο πρώτο διάλειμμα πήγα στο γραφείο των δασκάλων να του τη δώσω. Τον βρήκα, του είπα ότι είχα ζωγραφίσει το χωριό μας και ότι του χάριζα τη ζωγραφική μου για τη γιορτή του. Του είπα και χρόνια πολλά. Αυτός μου είπε να την αφήσω στο τραπέζι που ήταν δίπλα του και να πάω στην αυλή με τα άλλα τα παιδιά. Πέρασε μία, πέρασαν δύο, πέρασαν τρείς μέρες και δεν μου είχε πει ούτε αν του άρεσε, ούτε ευχαριστώ, ούτε τίποτα. Τον ρώτησα λοιπόν εγώ αν του άρεσε και μου είπε ότι δεν την είχε δει ακόμα. Πέρασαν ακόμη μερικές μέρες, τον ξαναρώτησα και μου είπε ότι πρέπει να είχε μπερδευτεί κάπου μέσα στα χαρτιά του και δεν μπορούσε να την βρει, αλλά θα έψαχνε. Δεν τον ξαναρώτησα, αλλά ήμουνα πολύ στενοχωρημένη γιατί νόμιζα ότι δεν του άρεσε και δεν ήθελε να μου το πει για να μη με κακοκαρδίσει. Όμως, ο μεγάλος μου αδερφός, που πάει στην πρώτη γυμνασίου, μου είπε πως η κόρη του δάσκαλου, που είναι συμμαθήτρια του, είχε τη ζωγραφική μου, την έδειχνε εχθές στην τάξη και έλεγε πως είναι δικιά της. Κι εγώ δεν θέλω να πάω στο σχολείο, γιατί άμα πάω θα πρέπει να το πω στο δάσκαλο και θα τον κάνω να ντραπεί και ντρέπομαι και εγώ».
«Καλά βρε Κυριακούλα», της λέω, «γιατί να ντραπεί ο δάσκαλος και γιατί να ντραπείς κι εσύ;»
«Γιατί ο δάσκαλος», μου απάντησε, «δεν θυμόταν τι είχε κάνει τη ζωγραφική μου και γιατί η κόρη του έγινε ρεζίλι στην τάξη της. Όσο για μένα, ντρέπομαι γιατί φταίω που στενοχωρήθηκε ο δάσκαλος μου».
Άκουσα τον καημό της Κυριακούλας και φουρτούνιασα κι εγώ. Άσπλαχνη τύχη! Τι τρικυμία ήταν αυτή που σήκωσες στην ψυχούλα της; Γιατί της πήρες το γέλιο και τη συννέφιασες; Γιατί την έκανες να αμφιβάλλει για τους ανθρώπους και τις προθέσεις τους; Γιατί να πρέπει να πιστέψει, έστω και για λίγο, ότι ο δάσκαλος της την κορόιδεψε; Και πώς να πει κανείς σε ένα αθώο πλασματάκι, σαν κι αυτήν, ότι υπάρχουν και δάσκαλοι που κοροϊδεύουν, ότι υπάρχουν πολλοί που έγιναν διάσημοι κοροϊδεύοντας, ότι δεν φταίει αυτή για τα λάθη των άλλων, ότι υπάρχουν και χειρότερα, ότι ακόμη δεν έχει δει τίποτα; Επειδή, έτσι κι αλλιώς, όλα τα παραπάνω θα της τα μάθει η ζωή όταν έρθει η ώρα, προσπάθησα να την παρηγορήσω μιλώντας της για μεγάλους ζωγράφους, για μουσεία που είχα επισκεφθεί, για το ότι ίσως και αυτή, μία μέρα, να γινόταν μεγάλη ζωγράφος, με τα έργα της να καμαρώνουν σε εκθέσεις και πινακοθήκες. Όσο με άκουγε ημέρευε, το φως ξαναγύριζε στα μάτια της και το χαμόγελο στα χείλη της. Όταν σταμάτησα να μιλάω, ήταν πάλι η Κυριακούλα που ήξερα. Και τότε, μου είπε κάτι που με άφησε άφωνο και που το σκέφτομαι συνεχώς.
«Εγώ θα ζωγραφίζω σε όλη μου τη ζωή, αλλά θα ζωγραφίζω τα πράγματα όπως θέλω εγώ να είναι. Στη ζωγραφική που έκανα για το δάσκαλο, έκανα ωραία σπίτια, δρόμους χωρίς αυτοκίνητα και πολλά παιδιά, και ας μην έχει τίποτα από αυτά το χωριό μας. Και το σπίτι μας το έκανα πιο μεγάλο για να μην κοιμάμαι στο ίδιο δωμάτιο με τα αδέρφια μου. Το δικό σας το άφησα όπως είναι αλλά του μεγάλωσα το οικόπεδο για να έχει χώρο για τα δέντρα που μου λέτε ότι θέλετε να φυτέψετε. Έκανα και τη βρύση του χωριού να τρέχει πάλι».
«Και καλά βρε Κυριακή», τη ρώτησα, «πώς χωράνε όλα αυτά και φαίνονται σε ένα φύλλο του μπλοκ της ιχνογραφίας σου;» Η απάντηση ήταν καταπέλτης:
«Δεν φαίνονται και πολύ καλά, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι εκεί».
Πραγματικά, τη ζηλεύω την Κυριακούλα. Η φαντασία της προσπερνά την πραγματικότητα αγνοώντας την, τα αισθήματα της ανακαλούν τη λογική στη δική τους τάξη, οι επιθυμίες της αλλάζουν τη χωροταξία, τη γεωγραφία, τη δημογραφία. Όλος ο κόσμος είναι στα χέρια της και το ξέρει τόσο καλά, είναι τόσο σίγουρη για αυτό. Έτσι όμως είναι και η άνοιξη. Ότι και να κάνουμε εμείς για να της αλλάξουμε το δρόμο, αυτή, είτε σαν μπουμπούκι, είτε σαν χελιδόνι, είτε σαν Κυριακούλα, θα μας δηλώνει με κάθε τρόπο ότι η ζωή είναι πέρα από τη ζωή μας, ότι ο χρόνος είναι πέρα από το χρόνο μας και ότι, μέσα σε αυτή την έννοια της ζωής και του χρόνου, η παρουσία μας, ευτυχώς, δεν μπορεί να χαλάσει ότι υπήρξε πριν από εμάς και δεν μπορεί να καθορίσει τι θα υπάρξει μετά από εμάς. Το ξέρουμε άλλωστε, ότι η παρουσία μας στη γη θα είναι μία στιγμή στην ιστορία της και η μόνη ελπίδα μας να είναι αυτή η στιγμή ωραία, είναι τα μπουμπούκια, τα χελιδόνια και οι Κυριακούλες.
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
ΖΗΤΕΙΤΑΙ(;) ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Τον εαυτό σου δικαστή αν θεωρείς
και δεν σου πάει να συγχωρείς των αλλονών τα λάθη
κατέβα λίγο χαμηλά μπας και τους δεις
πώς περπατάν, πώς περπατάν και πώς σκοντάφτουν οι παλιάτσοι
Στον ουρανό αν δεν μπορείς να κοιμηθείς
μα ούτε αντέχεις στον ιδρώτα και τη λάσπη
ανέβα ακόμα πιο ψηλά μπας και τους δεις
πώς ονειρεύονται, πώς ονειρεύονται στα σύννεφα οι παλιάτσοι
Αν καμαρώνεις απ’ το κέντρο της γιορτής
και σε ενοχλούν όσοι ξεβράστηκαν στην άκρη
είσαι για κλάματα ποτέ σου δεν θα δεις
πώς ζουν, πώς ζουν και πώς πεθαίνουν οι παλιάτσοι
Γιάννης Αγγελάκας
«Θέλω απάντηση γιατί κανένας δεν μπαίνει φυλακή. Δεν αντέχω άλλο να μην έχω απάντηση γιατί κάποιος δεν μπαίνει φυλακή. Μου το λένε παντού. Πάρτε μέτρα», φέρεται να είπε ο πρωθυπουργός, δίνοντας, μάλιστα, εντολή να δημευθούν οι περιουσίες των επίορκων πολιτικών.
(απόσπασμα από πρόσφατα δημοσιεύματα)
Το πρώτο πρόχειρο σχόλιο που μου έρχεται στο στόμα είναι: «τώρα, πλλλάκα με κάνεις;».
Επειδή όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου αστεία, ας σοβαρευτούμε, όσο γίνεται.
Κατ’ αρχή θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι σε μερικά αυτονόητα πράγματα, όπως:
• Κάθε αδίκημα θα πρέπει να τιμωρείται όπως ορίζει ο νόμος
• Η δικαιοσύνη θα πρέπει να απονέμεται σε συνθήκες ισονομίας, χωρίς
καθυστέρηση και ανεπηρέαστα από πιέσεις, σκοπιμότητες ή εξωθεσμικές
παρεμβάσεις.
• Τα αδικήματα που στρέφονται κατά, ή ζημιώνουν το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνία πρέπει να δικάζονται κατά προτεραιότητα, να μην παραγράφονται και, πέραν της προβλεπόμενης ποινής, να τιμωρούνται και με στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των ενόχων.
• Να υπάρχει στο διαδίκτυο μία, μόνιμα αναρτημένη, λίστα όλων όσοι καταδικάστηκαν αμετάκλητα για αδικήματα κατά του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνίας, η οποία θα ανανεώνεται με κάθε νέα καταδίκη ή με το θάνατο κάποιου από τους αναγραφόμενους.
(Ο κατάλογος των αυτονόητων πάνω στα οποία πρέπει να συμφωνήσουμε, παραμένει ανοικτός).
Ας δούμε τι από τα παραπάνω υπάρχει σήμερα:
• Δεν υπάρχει ισονομία, γιατί η πολιτεία, όπως αυτή εκπροσωπείται από τη βουλή και την εκάστοτε κυβέρνηση, με τους νόμους περί βουλευτικής ασυλίας και περί ευθύνης υπουργών, έχει μεθοδεύσει την ουσιαστική ατιμωρησία των βουλευτών και των μελών της κυβέρνησης για κάθε, σχεδόν, είδους αδίκημα.
• Τα αδικήματα κατά του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνίας όχι μόνο δεν δικάζονται κατά προτεραιότητα, αλλά, λόγω της γραφειοκρατικής λογικής των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και εν ονόματι κάποιας νεφελώδους αντίληψης περί ισονομίας, αλλά και λόγω της κάθε είδους δεινότητας των κάθε είδους συνηγόρων των κατηγορουμένων, δεν τελεσιδικούν πάντα, ενώ αρκετές φορές παραγράφονται. Και εδώ η ευθύνη είναι της πολιτείας , όπως αυτή εκπροσωπείται από τη βουλή και την εκάστοτε κυβέρνηση, γιατί ποτέ δεν όρισε το κοινωνικό αγαθό και το δημόσιο συμφέρον , ποτέ δεν ανέδειξε το δημόσιο συμφέρον σαν ύψιστο αγαθό και την προστασία του σαν ύψιστο καθήκον, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων απονομής της δικαιοσύνης.
• Η έλλειψη ισονομίας και ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης, μαζί με την παγιωμένη στο μυαλό του μέσου Έλληνα αντίληψη ότι «όποιος κλέβει το κράτος είναι μάγκας γιατί και το κράτος μας κλέβει» (πράγμα που, δυστυχώς, πολλές φορές αληθεύει), αποτελούν κίνητρα για συλλογική αδιαφορία και παραβατικότητα, με θύμα το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή την κοινωνία, δηλαδή τους πολίτες, μεταξύ των οποίων είναι και οι παραβάτες.
Πέρα όμως από τις αδυναμίες του πολιτικού συστήματος (κάποιοι ίσως να τις χαρακτήριζαν εγκλήματα, αλλά η διαφορά βρίσκεται στις λέξεις και όχι στην ουσία), η ίδια η ελληνική κοινωνία έχει μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
• Σαν λαός και σαν κοινωνία, ζούμε και πορευόμαστε ακουμπώντας πάνω στις «αιώνιες και ακατάλυτες αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μας και της ορθοδοξίας», αδιαμφισβήτητοι και μοναδικοί κληρονόμοι, ιδιοκτήτες και διαχειριστές του πρώτου και προνομιακοί απόστολοι, ερμηνευτές και χρήστες της δεύτερης. Αυτό μας βολεύει, γιατί λειτουργεί στη συνείδηση μας σαν χαρακτηριστικό «ονομασίας προελεύσεως», σαν πιστοποίηση «iso», σαν άλλοθι για αδράνεια, ακινησία, αφασία. Το ότι έχουμε πλήρη σχεδόν άγνοια της ιστορίας , καθώς και το ότι η πίστη μας συνοψίζεται στο «ότι μας απαγορεύει ο θεός μας το συγχωράει η παναγία»- μιας και κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν ενδιαφέρθηκε να μας διδάξει ιστορία και θρησκείες- μικρή σημασία έχει. Μας αρκεί το ότι , λόγω ιστορίας , όπως την ερμηνεύουμε, έχουμε μόνον απαιτήσεις και λόγω θρησκείας, πάλι όπως την ερμηνεύουμε, αμαρτωλοί είναι όλοι οι άλλοι, εκτός από εμάς.
• Η ανοχή μας στην παραβατικότητα των άλλων, όταν νομίζουμε ότι δεν θίγονται τα προσωπικά μας συμφέροντα, δεν είναι απόρροια χριστιανικής μεγαλοθυμίας, αλλά απόδειξη ύπαρξης αισθήματος συνενοχής. Η αποδιδόμενη στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης ρήση «όλοι μαζί τα φάγαμε» δεν είναι εντελώς ψέμα, αλλά είναι κάτι χειρότερο, είναι παραποίηση της αλήθειας, ώστε να ελαχιστοποιείται το μερίδιο ευθύνης των κυρίως υπεύθυνων. Η αλήθεια είναι ότι, σε μία ευνομούμενη πολιτεία, υπεύθυνη για τις δαπάνες και τα έσοδα του κράτους είναι η εκάστοτε κυβέρνηση. Για όσα χρήματα δαπανώνται, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη και χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη ωφέλεια για το δημόσιο και την κοινωνία, καθώς και για όσα χρήματα, οφειλόμενα στο δημόσιο, δεν εισπράττονται από τους οφειλέτες του, λόγω ανικανότητας ή φαυλότητας προσώπων, μηχανισμών ή θεσμών, υπεύθυνη και υπόλογος είναι πάλι η εκάστοτε κυβέρνηση. Από αυτή βέβαια την ανικανότητα ή φαυλότητα, επωφελείται (ή νομίζει ότι επωφελείται) πολύ μεγάλο μέρος , η πλειοψηφία θα έλεγα, των πολιτών. Αυτό το μικρότερο ή μεγαλύτερο όφελος που αποκομίζουμε ,ή νομίζουμε ότι αποκομίζουμε, από την ανεπάρκεια και τη φαυλότητα του πολιτικού συστήματος μας δημιουργεί το συναίσθημα συνενοχής και την επακόλουθη ανοχή σε κάθε είδους παραβατικότητα που δεν μας θίγει προσωπικά.
Όλα τα παραπάνω κάνουν να φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να μπει κάποιος φυλακή, για το σωστό λόγο, με το σωστό τρόπο, στο σωστό χρόνο.
Από το μέχρι σήμερα νομοθετικό έργο της κυβέρνησης, για θέματα εγκλημάτων κατά του δημοσίου συμφέροντος, διαφάνειας και προστασίας των αδυνάτων, δεν μπορεί κανείς να είναι ενθουσιασμένος. Βουλευτές και υπουργοί απολαμβάνουν της ίδιας, όπως και πριν, ασυλίας, το ποινικό οπλοστάσιο της δικαιοσύνης είναι το ίδιο, όπως και πριν, αδύναμο, και η αίσθηση των Ελλήνων ότι το κράτος τους αδικεί, είναι το ίδιο, όπως και πριν, ισχυρή. Οι όποιοι νόμοι έχουν ψηφιστεί δεν έχουν συνετίσει κανέναν από τους παρανομήσαντες αφού μάλλον τους ευνόησαν παρά τους τιμώρησαν. (βλ. νόμους για περαίωση, καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, επαναπατρισμό καταθέσεων, παραγραφές οφειλών κλπ).
Αλήθεια, τι θα πείραζε να ξεκινήσει από τώρα τις εργασίες της μία επιτροπή η οποία θα ετοίμαζε μία πρόταση αναθεώρησης των άρθρων του συντάγματος που αφοράν στην βουλευτική ασυλία και την παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων; Η συμβολική αλλά και η πρακτική σημασία της λειτουργίας μίας τέτοιας επιτροπής είναι πρόδηλη.
Αλήθεια, τι θα πείραζε να «κρεμαστούν στα μανταλάκια» τα ονόματα των φοροφυγάδων που κάθε τρεις και μία κραδαίνει ο υπουργός οικονομίας, χωρίς ποτέ να τα αποκαλύπτει;
Αλήθεια, τι θα πείραζε να ανακοινωθούν τα ονόματα των οφειλετών των εικοσιτεσσάρων δισεκατομμυρίων ευρώ που παρά λίγο να διαγραφούν «μονοκοντυλιά»;
Αλήθεια, τι θα πείραζε να αφαιρείται ισοβίως η άδεια άσκησης επαγγέλματος από όσους διαπράττουν εγκλήματα κατά του δημοσίου συμφέροντος, μετά από την πρώτη τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εις βάρος τους; Το επάγγελμα τους είναι το όπλο άσκησης του εγκλήματος τους, και, από ότι τουλάχιστον ξέρω, όταν αποφυλακίζεται κάποιος ληστής, δεν του επιστρέφουμε, μαζί με τα προσωπικά είδη που έφερε όταν φυλακίστηκε, το καλάζνικοφ ή το ούζι με το οποίο διέπραξε τη ληστεία.
Θα μπορούσαν να γραφτούν και άλλες, τέτοιου είδους, παραινέσεις ή υποδείξεις.
Αν η νέα Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού που δημιουργείται, και θα λειτουργήσει από την 1η του Φλεβάρη, είναι στελεχωμένη με άτομα που «είναι από αυτούς που έχουν τραβήξει το κάρο και όχι από αυτούς που εκ γενετής κάθονται πάνω στο κάρο», όπως λέει και ο φίλος μου ο Βασίλης, ή που «έχουν έχουν φάει στη μάπα το κράτος και τη φαυλότητα του και δεν ανήκουν στις μάπες του φαύλου κράτους», όπως λέει ο φίλος μου ο Σταύρος, θα έχει ενδοξότατο πεδίο δράσης μπροστά της.
Επειδή πιστεύω ότι η αγωνία και το άγχος του Πρωθυπουργού είναι αληθινά, του εύχομαι να βρει σύντομα τον τρόπο να τα μεταδώσει και σε όσους από τους συνεργάτες του δεν τα έχουν. Είναι άσχημο να βλέπει κανείς κυβερνητικά στελέχη να αποφεύγουν να στηρίξουν την πολιτική της κυβέρνησης, ακόμη και για θέματα του υπουργείου τους, όχι επειδή διαφωνούν αλλά επειδή φοβούνται το καταραμένο το πολιτικό κόστος. Νομίζω ότι ο φόβος του πολιτικού κόστους θα πρέπει να αποτελέσει κυρίαρχο κριτήριο αποπομπής στον επόμενο ανασχηματισμό. Αφού στο καθάρισμα της κόπρου του Αυγείου συμμετέχουν και μερικοί με ευαίσθητη μύτη, αυτούς τουλάχιστον ας μην τους βλέπουμε επικεφαλής των συνεργείων καθαρισμού, γιατί δεν τους αντέχουμε άλλο.
και δεν σου πάει να συγχωρείς των αλλονών τα λάθη
κατέβα λίγο χαμηλά μπας και τους δεις
πώς περπατάν, πώς περπατάν και πώς σκοντάφτουν οι παλιάτσοι
Στον ουρανό αν δεν μπορείς να κοιμηθείς
μα ούτε αντέχεις στον ιδρώτα και τη λάσπη
ανέβα ακόμα πιο ψηλά μπας και τους δεις
πώς ονειρεύονται, πώς ονειρεύονται στα σύννεφα οι παλιάτσοι
Αν καμαρώνεις απ’ το κέντρο της γιορτής
και σε ενοχλούν όσοι ξεβράστηκαν στην άκρη
είσαι για κλάματα ποτέ σου δεν θα δεις
πώς ζουν, πώς ζουν και πώς πεθαίνουν οι παλιάτσοι
Γιάννης Αγγελάκας
«Θέλω απάντηση γιατί κανένας δεν μπαίνει φυλακή. Δεν αντέχω άλλο να μην έχω απάντηση γιατί κάποιος δεν μπαίνει φυλακή. Μου το λένε παντού. Πάρτε μέτρα», φέρεται να είπε ο πρωθυπουργός, δίνοντας, μάλιστα, εντολή να δημευθούν οι περιουσίες των επίορκων πολιτικών.
(απόσπασμα από πρόσφατα δημοσιεύματα)
Το πρώτο πρόχειρο σχόλιο που μου έρχεται στο στόμα είναι: «τώρα, πλλλάκα με κάνεις;».
Επειδή όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου αστεία, ας σοβαρευτούμε, όσο γίνεται.
Κατ’ αρχή θα πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι σε μερικά αυτονόητα πράγματα, όπως:
• Κάθε αδίκημα θα πρέπει να τιμωρείται όπως ορίζει ο νόμος
• Η δικαιοσύνη θα πρέπει να απονέμεται σε συνθήκες ισονομίας, χωρίς
καθυστέρηση και ανεπηρέαστα από πιέσεις, σκοπιμότητες ή εξωθεσμικές
παρεμβάσεις.
• Τα αδικήματα που στρέφονται κατά, ή ζημιώνουν το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνία πρέπει να δικάζονται κατά προτεραιότητα, να μην παραγράφονται και, πέραν της προβλεπόμενης ποινής, να τιμωρούνται και με στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των ενόχων.
• Να υπάρχει στο διαδίκτυο μία, μόνιμα αναρτημένη, λίστα όλων όσοι καταδικάστηκαν αμετάκλητα για αδικήματα κατά του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνίας, η οποία θα ανανεώνεται με κάθε νέα καταδίκη ή με το θάνατο κάποιου από τους αναγραφόμενους.
(Ο κατάλογος των αυτονόητων πάνω στα οποία πρέπει να συμφωνήσουμε, παραμένει ανοικτός).
Ας δούμε τι από τα παραπάνω υπάρχει σήμερα:
• Δεν υπάρχει ισονομία, γιατί η πολιτεία, όπως αυτή εκπροσωπείται από τη βουλή και την εκάστοτε κυβέρνηση, με τους νόμους περί βουλευτικής ασυλίας και περί ευθύνης υπουργών, έχει μεθοδεύσει την ουσιαστική ατιμωρησία των βουλευτών και των μελών της κυβέρνησης για κάθε, σχεδόν, είδους αδίκημα.
• Τα αδικήματα κατά του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνίας όχι μόνο δεν δικάζονται κατά προτεραιότητα, αλλά, λόγω της γραφειοκρατικής λογικής των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και εν ονόματι κάποιας νεφελώδους αντίληψης περί ισονομίας, αλλά και λόγω της κάθε είδους δεινότητας των κάθε είδους συνηγόρων των κατηγορουμένων, δεν τελεσιδικούν πάντα, ενώ αρκετές φορές παραγράφονται. Και εδώ η ευθύνη είναι της πολιτείας , όπως αυτή εκπροσωπείται από τη βουλή και την εκάστοτε κυβέρνηση, γιατί ποτέ δεν όρισε το κοινωνικό αγαθό και το δημόσιο συμφέρον , ποτέ δεν ανέδειξε το δημόσιο συμφέρον σαν ύψιστο αγαθό και την προστασία του σαν ύψιστο καθήκον, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων απονομής της δικαιοσύνης.
• Η έλλειψη ισονομίας και ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης, μαζί με την παγιωμένη στο μυαλό του μέσου Έλληνα αντίληψη ότι «όποιος κλέβει το κράτος είναι μάγκας γιατί και το κράτος μας κλέβει» (πράγμα που, δυστυχώς, πολλές φορές αληθεύει), αποτελούν κίνητρα για συλλογική αδιαφορία και παραβατικότητα, με θύμα το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή την κοινωνία, δηλαδή τους πολίτες, μεταξύ των οποίων είναι και οι παραβάτες.
Πέρα όμως από τις αδυναμίες του πολιτικού συστήματος (κάποιοι ίσως να τις χαρακτήριζαν εγκλήματα, αλλά η διαφορά βρίσκεται στις λέξεις και όχι στην ουσία), η ίδια η ελληνική κοινωνία έχει μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
• Σαν λαός και σαν κοινωνία, ζούμε και πορευόμαστε ακουμπώντας πάνω στις «αιώνιες και ακατάλυτες αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού μας και της ορθοδοξίας», αδιαμφισβήτητοι και μοναδικοί κληρονόμοι, ιδιοκτήτες και διαχειριστές του πρώτου και προνομιακοί απόστολοι, ερμηνευτές και χρήστες της δεύτερης. Αυτό μας βολεύει, γιατί λειτουργεί στη συνείδηση μας σαν χαρακτηριστικό «ονομασίας προελεύσεως», σαν πιστοποίηση «iso», σαν άλλοθι για αδράνεια, ακινησία, αφασία. Το ότι έχουμε πλήρη σχεδόν άγνοια της ιστορίας , καθώς και το ότι η πίστη μας συνοψίζεται στο «ότι μας απαγορεύει ο θεός μας το συγχωράει η παναγία»- μιας και κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν ενδιαφέρθηκε να μας διδάξει ιστορία και θρησκείες- μικρή σημασία έχει. Μας αρκεί το ότι , λόγω ιστορίας , όπως την ερμηνεύουμε, έχουμε μόνον απαιτήσεις και λόγω θρησκείας, πάλι όπως την ερμηνεύουμε, αμαρτωλοί είναι όλοι οι άλλοι, εκτός από εμάς.
• Η ανοχή μας στην παραβατικότητα των άλλων, όταν νομίζουμε ότι δεν θίγονται τα προσωπικά μας συμφέροντα, δεν είναι απόρροια χριστιανικής μεγαλοθυμίας, αλλά απόδειξη ύπαρξης αισθήματος συνενοχής. Η αποδιδόμενη στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης ρήση «όλοι μαζί τα φάγαμε» δεν είναι εντελώς ψέμα, αλλά είναι κάτι χειρότερο, είναι παραποίηση της αλήθειας, ώστε να ελαχιστοποιείται το μερίδιο ευθύνης των κυρίως υπεύθυνων. Η αλήθεια είναι ότι, σε μία ευνομούμενη πολιτεία, υπεύθυνη για τις δαπάνες και τα έσοδα του κράτους είναι η εκάστοτε κυβέρνηση. Για όσα χρήματα δαπανώνται, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη και χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη ωφέλεια για το δημόσιο και την κοινωνία, καθώς και για όσα χρήματα, οφειλόμενα στο δημόσιο, δεν εισπράττονται από τους οφειλέτες του, λόγω ανικανότητας ή φαυλότητας προσώπων, μηχανισμών ή θεσμών, υπεύθυνη και υπόλογος είναι πάλι η εκάστοτε κυβέρνηση. Από αυτή βέβαια την ανικανότητα ή φαυλότητα, επωφελείται (ή νομίζει ότι επωφελείται) πολύ μεγάλο μέρος , η πλειοψηφία θα έλεγα, των πολιτών. Αυτό το μικρότερο ή μεγαλύτερο όφελος που αποκομίζουμε ,ή νομίζουμε ότι αποκομίζουμε, από την ανεπάρκεια και τη φαυλότητα του πολιτικού συστήματος μας δημιουργεί το συναίσθημα συνενοχής και την επακόλουθη ανοχή σε κάθε είδους παραβατικότητα που δεν μας θίγει προσωπικά.
Όλα τα παραπάνω κάνουν να φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να μπει κάποιος φυλακή, για το σωστό λόγο, με το σωστό τρόπο, στο σωστό χρόνο.
Από το μέχρι σήμερα νομοθετικό έργο της κυβέρνησης, για θέματα εγκλημάτων κατά του δημοσίου συμφέροντος, διαφάνειας και προστασίας των αδυνάτων, δεν μπορεί κανείς να είναι ενθουσιασμένος. Βουλευτές και υπουργοί απολαμβάνουν της ίδιας, όπως και πριν, ασυλίας, το ποινικό οπλοστάσιο της δικαιοσύνης είναι το ίδιο, όπως και πριν, αδύναμο, και η αίσθηση των Ελλήνων ότι το κράτος τους αδικεί, είναι το ίδιο, όπως και πριν, ισχυρή. Οι όποιοι νόμοι έχουν ψηφιστεί δεν έχουν συνετίσει κανέναν από τους παρανομήσαντες αφού μάλλον τους ευνόησαν παρά τους τιμώρησαν. (βλ. νόμους για περαίωση, καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, επαναπατρισμό καταθέσεων, παραγραφές οφειλών κλπ).
Αλήθεια, τι θα πείραζε να ξεκινήσει από τώρα τις εργασίες της μία επιτροπή η οποία θα ετοίμαζε μία πρόταση αναθεώρησης των άρθρων του συντάγματος που αφοράν στην βουλευτική ασυλία και την παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων; Η συμβολική αλλά και η πρακτική σημασία της λειτουργίας μίας τέτοιας επιτροπής είναι πρόδηλη.
Αλήθεια, τι θα πείραζε να «κρεμαστούν στα μανταλάκια» τα ονόματα των φοροφυγάδων που κάθε τρεις και μία κραδαίνει ο υπουργός οικονομίας, χωρίς ποτέ να τα αποκαλύπτει;
Αλήθεια, τι θα πείραζε να ανακοινωθούν τα ονόματα των οφειλετών των εικοσιτεσσάρων δισεκατομμυρίων ευρώ που παρά λίγο να διαγραφούν «μονοκοντυλιά»;
Αλήθεια, τι θα πείραζε να αφαιρείται ισοβίως η άδεια άσκησης επαγγέλματος από όσους διαπράττουν εγκλήματα κατά του δημοσίου συμφέροντος, μετά από την πρώτη τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εις βάρος τους; Το επάγγελμα τους είναι το όπλο άσκησης του εγκλήματος τους, και, από ότι τουλάχιστον ξέρω, όταν αποφυλακίζεται κάποιος ληστής, δεν του επιστρέφουμε, μαζί με τα προσωπικά είδη που έφερε όταν φυλακίστηκε, το καλάζνικοφ ή το ούζι με το οποίο διέπραξε τη ληστεία.
Θα μπορούσαν να γραφτούν και άλλες, τέτοιου είδους, παραινέσεις ή υποδείξεις.
Αν η νέα Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού που δημιουργείται, και θα λειτουργήσει από την 1η του Φλεβάρη, είναι στελεχωμένη με άτομα που «είναι από αυτούς που έχουν τραβήξει το κάρο και όχι από αυτούς που εκ γενετής κάθονται πάνω στο κάρο», όπως λέει και ο φίλος μου ο Βασίλης, ή που «έχουν έχουν φάει στη μάπα το κράτος και τη φαυλότητα του και δεν ανήκουν στις μάπες του φαύλου κράτους», όπως λέει ο φίλος μου ο Σταύρος, θα έχει ενδοξότατο πεδίο δράσης μπροστά της.
Επειδή πιστεύω ότι η αγωνία και το άγχος του Πρωθυπουργού είναι αληθινά, του εύχομαι να βρει σύντομα τον τρόπο να τα μεταδώσει και σε όσους από τους συνεργάτες του δεν τα έχουν. Είναι άσχημο να βλέπει κανείς κυβερνητικά στελέχη να αποφεύγουν να στηρίξουν την πολιτική της κυβέρνησης, ακόμη και για θέματα του υπουργείου τους, όχι επειδή διαφωνούν αλλά επειδή φοβούνται το καταραμένο το πολιτικό κόστος. Νομίζω ότι ο φόβος του πολιτικού κόστους θα πρέπει να αποτελέσει κυρίαρχο κριτήριο αποπομπής στον επόμενο ανασχηματισμό. Αφού στο καθάρισμα της κόπρου του Αυγείου συμμετέχουν και μερικοί με ευαίσθητη μύτη, αυτούς τουλάχιστον ας μην τους βλέπουμε επικεφαλής των συνεργείων καθαρισμού, γιατί δεν τους αντέχουμε άλλο.
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
ΔΡΟΜΟΙ (2)
«Ας διαλέξουμε λοιπόν το δρόμο μας, ας τον περπατήσουμε άφοβα, αλλά όχι αδιάφορα, και ας αφεθούμε στη χαρά του ταξιδιού. Είναι το μόνο που αξίζει».
Με αυτά τα λόγια τελείωνε η ανάρτηση μου με τίτλο «ΔΡΟΜΟΙ», της 25ης Δεκεμβρίου, του χρόνου που μόλις μας άφησε. Θα προσπαθήσω να προχωρήσω τις σκέψεις μου, λίγο παραπέρα.
Ο δρόμος που διαλέξαμε να βαδίσουμε, έχει σπίτια, έχει εργαστήρια, έχει άλση και αλάνες, έχει και μαγαζιά. Όλα τα μαγαζιά έχουν απ’ έξω ταμπέλες, άλλα μεγάλες, άλλα μικρές, άλλα φωτισμένες, άλλα σκοτεινές, άλλα πολύχρωμες, άλλα ασπρόμαυρες, όλες όμως γράφουν το ίδιο πράγμα. «ΕΥΤΥΧΙΑ»!!! Δεν αξίζει τον κόπο να μπει κανείς μέσα. Όχι μόνο δεν αξίζει τον κόπο, αλλά είναι και επικίνδυνο, γιατί είναι άκρως παραπλανητικό. Ο κάθε μαγαζάτορας επιδεικνύει καμαρώνοντας την πραμάτεια του, την παινεύει, την εκθειάζει, αναφέρει ένα-ένα τα καλά της, δεν της βρίσκει κανένα ψεγάδι και δείχνει, ίσως και να είναι, πολύ ευτυχισμένος. Αν την έχει φτιάξει μόνος του, θα παινευτεί γι αυτό. Αν την πήρε έτοιμη, δεν θα βγάλει λέξη.
Μακριά από αυτά τα μαγαζιά, αν δεν θέλουμε να χάσουμε το χρόνο μας. Αυτός που έχει εκεί την ευτυχία του και την επιδεικνύει, ούτε μας πήρε μέτρα πριν τη φτιάξει, ούτε ξέρει τι πραγματικά θέλουμε, ούτε τα όνειρα μας, τους πόθους μας, τις επιθυμίες, τους φόβους μας γνωρίζει. Και, το κυριότερο, τις περισσότερες φορές την ευτυχία που κατέχει, ή νομίζει ότι κατέχει, τη θέλει για αποκλειστική του χρήση. Μία ευτυχία στα μέτρα μας, στα γούστα μας και στις ανάγκες μας μόνο από μόνοι μας μπορούμε να την φτιάξουμε, αφού μάλιστα σβήσουμε πρώτα από το μυαλό μας ότι είδαμε στα μαγαζιά της ευτυχίας και αφού διαλέξουμε υλικά που αντέχουν, που μας πηγαίνουν, που μπορούμε να τα αποκτήσουμε.
Ο δρόμος που διαλέξαμε να βαδίσουμε, έχει και κινηματογράφους, χιλιάδες κινηματογράφους που όλοι παίζουν ένα έργο με τίτλο «Η ΖΩΗ ΜΟΥ» και από κάτω έχουν ένα όνομα, διαφορετικό σε κάθε κινηματογράφο. Σε κάθε τέτοιο έργο, παραγωγός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και πρωταγωνιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, αυτό που το όνομα του φιγουράρει κάτω από τον τίτλο .
Μακριά από αυτούς τους κινηματογράφους, αν δεν θέλουμε να στενοχωρηθούμε. Οι πιο πολλοί έχουν ανεβασμένο έργο τη ζωή κάποιου ανθρώπου που ξέρουμε. Αν μας αρέσει, έχει καλώς, αν δεν μας αρέσει, όσο πιο πολύ γνωστός μας είναι ο παραγωγός-σκηνοθέτης-σεναριογράφος-πρωταγωνιστής, τόσο πιο πολύ στεναχωριόμαστε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Τα πράγματα όμως μπορεί να γίνουν πραγματικά άσχημα αν μπούμε σε κινηματογράφο που παίζει για έργο τη ζωή αγαπημένου μας προσώπου, παραδείγματος χάρη παιδιού ή συζύγου. Στις περιπτώσεις αυτές βλέπουμε την αλήθεια γυμνή και αφτιασίδοτη. Αν δεν μας αρέσει αυτή η αλήθεια, η πρώτη μας αντίδραση είναι λύπη ή/και θυμός. Η δεύτερη είναι να σκεφτούμε πως μπορούμε να αλλάξουμε, τουλάχιστον, το σενάριο και, ίσως, και κάποια πρόσωπα. Όταν, πολύ γρήγορα, διαπιστώσουμε ότι ούτε αυτό γίνεται, το έργο ήδη προβάλλεται, ή εγκαταλείπουμε την αίθουσα (δηλαδή, τη ζωή ανθρώπων που αγαπάμε), ή συνερχόμαστε από το σοκ και σκεφτόμαστε ότι καλά θα ήταν να μας άρεσε το έργο του, αλλά, στο κάτω-κάτω, δικό του είναι, αυτός κόπιασε, αυτός ξοδεύτηκε, αν του αρέσει κι όλας, εμάς μας φτάνει. Άλλωστε, σε έναν από τους κινηματογράφους του δικού του δρόμου θα παίζεται και το δικό μας έργο. Ας ευχηθούμε να το δει και να του αρέσει.
Με αυτά τα λόγια τελείωνε η ανάρτηση μου με τίτλο «ΔΡΟΜΟΙ», της 25ης Δεκεμβρίου, του χρόνου που μόλις μας άφησε. Θα προσπαθήσω να προχωρήσω τις σκέψεις μου, λίγο παραπέρα.
Ο δρόμος που διαλέξαμε να βαδίσουμε, έχει σπίτια, έχει εργαστήρια, έχει άλση και αλάνες, έχει και μαγαζιά. Όλα τα μαγαζιά έχουν απ’ έξω ταμπέλες, άλλα μεγάλες, άλλα μικρές, άλλα φωτισμένες, άλλα σκοτεινές, άλλα πολύχρωμες, άλλα ασπρόμαυρες, όλες όμως γράφουν το ίδιο πράγμα. «ΕΥΤΥΧΙΑ»!!! Δεν αξίζει τον κόπο να μπει κανείς μέσα. Όχι μόνο δεν αξίζει τον κόπο, αλλά είναι και επικίνδυνο, γιατί είναι άκρως παραπλανητικό. Ο κάθε μαγαζάτορας επιδεικνύει καμαρώνοντας την πραμάτεια του, την παινεύει, την εκθειάζει, αναφέρει ένα-ένα τα καλά της, δεν της βρίσκει κανένα ψεγάδι και δείχνει, ίσως και να είναι, πολύ ευτυχισμένος. Αν την έχει φτιάξει μόνος του, θα παινευτεί γι αυτό. Αν την πήρε έτοιμη, δεν θα βγάλει λέξη.
Μακριά από αυτά τα μαγαζιά, αν δεν θέλουμε να χάσουμε το χρόνο μας. Αυτός που έχει εκεί την ευτυχία του και την επιδεικνύει, ούτε μας πήρε μέτρα πριν τη φτιάξει, ούτε ξέρει τι πραγματικά θέλουμε, ούτε τα όνειρα μας, τους πόθους μας, τις επιθυμίες, τους φόβους μας γνωρίζει. Και, το κυριότερο, τις περισσότερες φορές την ευτυχία που κατέχει, ή νομίζει ότι κατέχει, τη θέλει για αποκλειστική του χρήση. Μία ευτυχία στα μέτρα μας, στα γούστα μας και στις ανάγκες μας μόνο από μόνοι μας μπορούμε να την φτιάξουμε, αφού μάλιστα σβήσουμε πρώτα από το μυαλό μας ότι είδαμε στα μαγαζιά της ευτυχίας και αφού διαλέξουμε υλικά που αντέχουν, που μας πηγαίνουν, που μπορούμε να τα αποκτήσουμε.
Ο δρόμος που διαλέξαμε να βαδίσουμε, έχει και κινηματογράφους, χιλιάδες κινηματογράφους που όλοι παίζουν ένα έργο με τίτλο «Η ΖΩΗ ΜΟΥ» και από κάτω έχουν ένα όνομα, διαφορετικό σε κάθε κινηματογράφο. Σε κάθε τέτοιο έργο, παραγωγός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και πρωταγωνιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, αυτό που το όνομα του φιγουράρει κάτω από τον τίτλο .
Μακριά από αυτούς τους κινηματογράφους, αν δεν θέλουμε να στενοχωρηθούμε. Οι πιο πολλοί έχουν ανεβασμένο έργο τη ζωή κάποιου ανθρώπου που ξέρουμε. Αν μας αρέσει, έχει καλώς, αν δεν μας αρέσει, όσο πιο πολύ γνωστός μας είναι ο παραγωγός-σκηνοθέτης-σεναριογράφος-πρωταγωνιστής, τόσο πιο πολύ στεναχωριόμαστε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Τα πράγματα όμως μπορεί να γίνουν πραγματικά άσχημα αν μπούμε σε κινηματογράφο που παίζει για έργο τη ζωή αγαπημένου μας προσώπου, παραδείγματος χάρη παιδιού ή συζύγου. Στις περιπτώσεις αυτές βλέπουμε την αλήθεια γυμνή και αφτιασίδοτη. Αν δεν μας αρέσει αυτή η αλήθεια, η πρώτη μας αντίδραση είναι λύπη ή/και θυμός. Η δεύτερη είναι να σκεφτούμε πως μπορούμε να αλλάξουμε, τουλάχιστον, το σενάριο και, ίσως, και κάποια πρόσωπα. Όταν, πολύ γρήγορα, διαπιστώσουμε ότι ούτε αυτό γίνεται, το έργο ήδη προβάλλεται, ή εγκαταλείπουμε την αίθουσα (δηλαδή, τη ζωή ανθρώπων που αγαπάμε), ή συνερχόμαστε από το σοκ και σκεφτόμαστε ότι καλά θα ήταν να μας άρεσε το έργο του, αλλά, στο κάτω-κάτω, δικό του είναι, αυτός κόπιασε, αυτός ξοδεύτηκε, αν του αρέσει κι όλας, εμάς μας φτάνει. Άλλωστε, σε έναν από τους κινηματογράφους του δικού του δρόμου θα παίζεται και το δικό μας έργο. Ας ευχηθούμε να το δει και να του αρέσει.
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011
ΜΙΑ «ΑΠΑΝΤΑΧΟΥΣΑ»
Προ ημερών, κυκλοφόρησε από την Ιερά Σύνοδο μία εγκύκλιος «Προς το Λαό» η οποία σχολίαζε την επικαιρότητα και, λέγεται ότι, μοιράστηκε ή αναγνώσθηκε στις εκκλησίες.
Σχολιασμό και κριτική της επικαιρότητας δικαιούται να κάνει ο καθένας και διαφωνώ με αυτούς που υποστηρίζουν ότι άλλο είναι το έργο της εκκλησίας. Και εμάς, άλλο είναι το έργο μας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να σχολιάσουμε και να κρίνουμε τα της εκκλησίας, αλλοίμονο. Με ενοχλεί όμως η επιλεκτική αλήθεια, η επιλεκτική μνήμη και η υποκρισία, ιδιαίτερα από ένα σώμα όπως η Ιερά Σύνοδος η οποία δεν νομιμοποιείται από πουθενά και από κανένα να εκπροσωπεί τους Έλληνες πολίτες, όπως διατείνεται. Στη χώρα μας το Σύνταγμα και οι Νόμοι προβλέπουν με σαφήνεια τους εκπροσώπους του Λαού για όλες τις επίγειες υποθέσεις τους (για τις επουράνιες δεν μου πέφτει λόγος, αλλά και εκεί θα ήθελα να με εκπροσωπούν κάποιοι της επιλογής μου και όχι κάποιοι που, απλά, το συμφωνήσανε μεταξύ τους).
Οι επικεφαλής της εκκλησίας αντιλήφθησαν τώρα ότι «η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη άλλα να διοικείται επί της ουσίας από τους δανειστές μας» και ότι «δηλώνουμε δηλαδή ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυριάρχων – δανειστών μας». Αλλά κατοχή στη χώραμας είχε συμβεί με πιο εμφανή, βίαιο και αιματηρό τρόπο πριν από σαράντα τρία χρόνια, όμως, οι τότε επικεφαλής της εκκλησίας μας δεν κατάλαβαν τίποτε ,ίσως γιατί μελετούσαν (η επιλεκτική μνήμη, που λέγαμε).
Οι επικεφαλής της εκκλησίας, οι πνευματικοί μας πατέρες, όπως αυτοαποκαλούνται, μιλάνε σε κάποιο άλλο σημείο για αυτοκριτική και αναγνώριση των ευθυνών τους. «Ξέρουμε ότι κάποιες φορές σας πικράναμε, σας σκανδαλίσαμε ίσως. Δεν αντιδράσαμε άμεσα και καίρια σε συμπεριφορές πού σας πλήγωσαν. Οι έμποροι της κατεδάφισης της σχέσης του λαού με την ποιμαίνουσα Εκκλησία του, εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο και πραγματικά ή κατασκευασμένα σκάνδαλα και προσπάθησαν να διαρρήξουν την εμπιστοσύνη σας στην Εκκλησία». Δηλαδή, οι επικεφαλής της εκκλησίας δεν αντιδράσανε άμεσα και καίρια, αλλά έμμεσα και άνευρα και, ακόμη, η διάρρηξη της εμπιστοσύνης του λαού προς την εκκλησία, ήταν έργο των εμπόρων κατεδάφισης της σχέσης του λαού με την εκκλησία… κλπ, κλπ. (Η επιλεκτική αλήθεια, που λέγαμε).
Οι ίδιοι πάλι, σε κάποιο άλλο σημείο μας λένε ότι «Η ουσία της πνευματικής κρίσης είναι ότι η διαφθορά είναι ο μόνος δρόμος ζωής, διότι διαφορετικά, αν δεν είσαι διεφθαρμένος, είσαι ανόητος». Πολύ σωστά, αλλά υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο φοροδιαφυγής από τον άδικο και άνισο τρόπο που φορολογείται η εκκλησιαστική περιουσία; Υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο απόκρυψης εισοδήματος από τα «τυχερά» των ιερέων και των μητροπολιτών τα προερχόμενα από γάμους, βαφτίσεις, κηδείες, μνημόσυνα, αγιασμούς, ευχέλαια, παγκάρια και λοιπά μυστήρια; Υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο ευνοιοκρατίας, συναλλαγής και διαπλοκής από τον τρόπο τοποθέτησης ιερέων σε προνομιούχες ενορίες, μητροπόλεις, νεκροταφεία; (η υποκρισία, που λέγαμε).
Υποκριτική επίσης είναι και η «αγωνία» τους για τα θέματα της παιδείας. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε την αντίστοιχη παράγραφο. «Μας προβληματίζει η κατάσταση της Παιδείας μας, γιατί το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει το μαθητή όχι ως πρόσωπο αλλά σαν ηλεκτρονικό υπολογιστή και το μόνο πού κάνει είναι να «τον φορτώνει» με ύλη αδιαφορώντας για την όλη του προσωπικότητα και γι’ αυτό τα παιδιά μας δικαιολογημένα αντιδρούν. Γι’ αυτό αγωνιούμε για το νέο Λύκειο πού ετοιμάζεται. Πιστεύουμε ότι όντως τα σχολικά βιβλία γράφονται με την ευθύνη της Πολιτείας, αλλά το περιεχόμενό τους αφορά και στον τελευταίο Έλληνα πολίτη, πού περιμένει από την Εκκλησία του να μεταφέρει με δύναμη τη δική του ταπεινή φωνή». Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η διδασκαλία των θρησκευτικών γιατί, από τις εικαζόμενες ρυθμίσεις, φοβούνται ότι τα παιδιά μας θα απελευθερωθούν από τη μονοπωλιακή υποβολή και επιβολή της ορθοδοξίας και θα δούνε ότι έχουν και άλλες επιλογές πίστης. Προσωπικά, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποια πίστη είναι η καλύτερη, αλλά θα ήθελα να μπορώ να διαλέγω την πίστη μου ελεύθερα και «μετά λόγου γνώσεως».
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου πιστό, με τα κριτήρια της Ιεράς Συνόδου, σέβομαι όμως όσους πιστεύουν και, μερικές φορές, θα ήθελα και εγώ να βρίσκω κάπου την παραμυθία που βρίσκουν αυτοί στην πίστη τους . Σέβομαι επίσης κάθε ενάρετο ιερέα, όπως και κάθε άλλον ενάρετο άνθρωπο. Δεν δέχομαι όμως κανέναν για εκπρόσωπο μου, αν δεν είναι δική μου επιλογή και δεν αναγνωρίζω σε κανέναν ασυλία στην επιλεκτική μνήμη, στην επιλεκτική αλήθεια και στην υποκρισία, τουλάχιστον όχι μεγαλύτερη ασυλία από όση σε κάθε άλλον.
Σχολιασμό και κριτική της επικαιρότητας δικαιούται να κάνει ο καθένας και διαφωνώ με αυτούς που υποστηρίζουν ότι άλλο είναι το έργο της εκκλησίας. Και εμάς, άλλο είναι το έργο μας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να σχολιάσουμε και να κρίνουμε τα της εκκλησίας, αλλοίμονο. Με ενοχλεί όμως η επιλεκτική αλήθεια, η επιλεκτική μνήμη και η υποκρισία, ιδιαίτερα από ένα σώμα όπως η Ιερά Σύνοδος η οποία δεν νομιμοποιείται από πουθενά και από κανένα να εκπροσωπεί τους Έλληνες πολίτες, όπως διατείνεται. Στη χώρα μας το Σύνταγμα και οι Νόμοι προβλέπουν με σαφήνεια τους εκπροσώπους του Λαού για όλες τις επίγειες υποθέσεις τους (για τις επουράνιες δεν μου πέφτει λόγος, αλλά και εκεί θα ήθελα να με εκπροσωπούν κάποιοι της επιλογής μου και όχι κάποιοι που, απλά, το συμφωνήσανε μεταξύ τους).
Οι επικεφαλής της εκκλησίας αντιλήφθησαν τώρα ότι «η χώρα μας φαίνεται να μην είναι πλέον ελεύθερη άλλα να διοικείται επί της ουσίας από τους δανειστές μας» και ότι «δηλώνουμε δηλαδή ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυριάρχων – δανειστών μας». Αλλά κατοχή στη χώραμας είχε συμβεί με πιο εμφανή, βίαιο και αιματηρό τρόπο πριν από σαράντα τρία χρόνια, όμως, οι τότε επικεφαλής της εκκλησίας μας δεν κατάλαβαν τίποτε ,ίσως γιατί μελετούσαν (η επιλεκτική μνήμη, που λέγαμε).
Οι επικεφαλής της εκκλησίας, οι πνευματικοί μας πατέρες, όπως αυτοαποκαλούνται, μιλάνε σε κάποιο άλλο σημείο για αυτοκριτική και αναγνώριση των ευθυνών τους. «Ξέρουμε ότι κάποιες φορές σας πικράναμε, σας σκανδαλίσαμε ίσως. Δεν αντιδράσαμε άμεσα και καίρια σε συμπεριφορές πού σας πλήγωσαν. Οι έμποροι της κατεδάφισης της σχέσης του λαού με την ποιμαίνουσα Εκκλησία του, εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο και πραγματικά ή κατασκευασμένα σκάνδαλα και προσπάθησαν να διαρρήξουν την εμπιστοσύνη σας στην Εκκλησία». Δηλαδή, οι επικεφαλής της εκκλησίας δεν αντιδράσανε άμεσα και καίρια, αλλά έμμεσα και άνευρα και, ακόμη, η διάρρηξη της εμπιστοσύνης του λαού προς την εκκλησία, ήταν έργο των εμπόρων κατεδάφισης της σχέσης του λαού με την εκκλησία… κλπ, κλπ. (Η επιλεκτική αλήθεια, που λέγαμε).
Οι ίδιοι πάλι, σε κάποιο άλλο σημείο μας λένε ότι «Η ουσία της πνευματικής κρίσης είναι ότι η διαφθορά είναι ο μόνος δρόμος ζωής, διότι διαφορετικά, αν δεν είσαι διεφθαρμένος, είσαι ανόητος». Πολύ σωστά, αλλά υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο φοροδιαφυγής από τον άδικο και άνισο τρόπο που φορολογείται η εκκλησιαστική περιουσία; Υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο απόκρυψης εισοδήματος από τα «τυχερά» των ιερέων και των μητροπολιτών τα προερχόμενα από γάμους, βαφτίσεις, κηδείες, μνημόσυνα, αγιασμούς, ευχέλαια, παγκάρια και λοιπά μυστήρια; Υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο ευνοιοκρατίας, συναλλαγής και διαπλοκής από τον τρόπο τοποθέτησης ιερέων σε προνομιούχες ενορίες, μητροπόλεις, νεκροταφεία; (η υποκρισία, που λέγαμε).
Υποκριτική επίσης είναι και η «αγωνία» τους για τα θέματα της παιδείας. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε την αντίστοιχη παράγραφο. «Μας προβληματίζει η κατάσταση της Παιδείας μας, γιατί το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει το μαθητή όχι ως πρόσωπο αλλά σαν ηλεκτρονικό υπολογιστή και το μόνο πού κάνει είναι να «τον φορτώνει» με ύλη αδιαφορώντας για την όλη του προσωπικότητα και γι’ αυτό τα παιδιά μας δικαιολογημένα αντιδρούν. Γι’ αυτό αγωνιούμε για το νέο Λύκειο πού ετοιμάζεται. Πιστεύουμε ότι όντως τα σχολικά βιβλία γράφονται με την ευθύνη της Πολιτείας, αλλά το περιεχόμενό τους αφορά και στον τελευταίο Έλληνα πολίτη, πού περιμένει από την Εκκλησία του να μεταφέρει με δύναμη τη δική του ταπεινή φωνή». Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η διδασκαλία των θρησκευτικών γιατί, από τις εικαζόμενες ρυθμίσεις, φοβούνται ότι τα παιδιά μας θα απελευθερωθούν από τη μονοπωλιακή υποβολή και επιβολή της ορθοδοξίας και θα δούνε ότι έχουν και άλλες επιλογές πίστης. Προσωπικά, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποια πίστη είναι η καλύτερη, αλλά θα ήθελα να μπορώ να διαλέγω την πίστη μου ελεύθερα και «μετά λόγου γνώσεως».
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου πιστό, με τα κριτήρια της Ιεράς Συνόδου, σέβομαι όμως όσους πιστεύουν και, μερικές φορές, θα ήθελα και εγώ να βρίσκω κάπου την παραμυθία που βρίσκουν αυτοί στην πίστη τους . Σέβομαι επίσης κάθε ενάρετο ιερέα, όπως και κάθε άλλον ενάρετο άνθρωπο. Δεν δέχομαι όμως κανέναν για εκπρόσωπο μου, αν δεν είναι δική μου επιλογή και δεν αναγνωρίζω σε κανέναν ασυλία στην επιλεκτική μνήμη, στην επιλεκτική αλήθεια και στην υποκρισία, τουλάχιστον όχι μεγαλύτερη ασυλία από όση σε κάθε άλλον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)