Κρατήθηκε δύο χρόνια καθαρή, αλλά μέχρι εκεί ήταν. Γύρισε στην
κόλαση κι ένας χρόνος ήταν αρκετός για να την στείλει στον άλλο κόσμο, όχι
αυτόν που αναζητούσε, στον άλλον άλλο, αυτόν που όλοι θα πάμε, καθαροί και μη.
Ο σύντροφος της, πιο δυνατός, πιο τυχερός, ποιος ξέρει,
κρατάει ακόμα. Κάτι η οικογένεια που παραστέκει, κάτι το παιδί που κι αυτός καταλαβαίνει
ότι δεν χρωστάει τίποτα, κάτι κάνα δυο μεροκάματα τη βδομάδα που σταυρώνει, τον
κάνουν να νοιώθει ότι κάποιος τον χρειάζεται, κάτι μετράει κι αυτό τον
στυλώνει.
Το κοριτσάκι τους, τριών και κάτι χρόνων, ξέρει ότι «η
μανούλα έφυγε και δεν θα ξανάρθει», ξέρει ότι στον παππού και τη γιαγιά
ακουμπάει, είναι όμως κολλημένο στον πατέρα του κι όλο τον ρωτά αν είναι καλά,
αν θέλει κάτι, αν την αγαπάει.
Πέρσι, πριν πεθάνει η μητέρα της, της είχε πάρει δώρο για τη
γιορτή της μια ζακέτα που της ερχόταν μεγάλη, γι αυτό τη φύλαξαν για φέτος
που θα ήταν πιο ψηλή. Ήξερε ποιος της την είχε φέρει κι όταν την πήρε στα
χέρια ρώτησε τη γιαγιά της: «γιαγιά, εγώ σε ποιον θα πω τώρα ευχαριστώ
αφού είναι στον ουρανό;» και μιαν άλλη φορά, «γιαγιά, άμα το πω
στα πουλάκια που πετάνε ψηλά, θα της το πούνε;» και μια τρίτη, «γιαγιά τώρα που φοράω τη ζακέτα, με βλέπει;».
Θα πει κανείς, η μόνη είναι; Τέτοια και χειρότερα συμβαίνουν
κάθε μέρα.
Ναι, αλλά είναι διαφορετικό να ακούς την ιστορία από
συγγενικό πρόσωπο και είναι βαρύ να την ακούς την ώρα του φαγητού, να
λυπάσαι και να συνεχίζεις με το φρούτο.