Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ-ΕΓΓΟΝΙΑ, ΙΔΙΑ ΒΑΣΑΝΑ (ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ…ΔΟΝΤΙΑ)

(όταν είμαστε μικρά και μας έφευγε κανένα δόντι το πετάγαμε
στα κεραμίδια και λέγαμε το παρακάτω τραγουδάκι)

Πάρε κουρούνα κόκκαλα
Και δώσ' μου σιδερένια
Να ροκανίζω κόκκαλα
Να τρώω παξιμάδια


Εδώ και αρκετό καιρό, η εγγονή μου κι’ εγώ έχουμε το ίδιο πρόβλημα: μας κουνιέται ένα δόντι, δηλαδή από ένα δόντι, δηλαδή ένα στο δικό της στόμα και ένα στο δικό μου.

Σπουδαίο το πράμα θα μου πείτε, προσπαθήστε όμως να πείσετε γι’ αυτό την εγγονή μου!

Γι’ αυτήν είναι, αυτόν τον καιρό, το σπουδαιότερο γεγονός της ζωής της. Περιμένει πως και πως την εξέλιξη, να πέσει το παλιό και να βγει το καινούργιο, ενώ ταυτόχρονα έχει αγωνία για το αν θα πονέσει, αν θα είναι άσχημη χωρίς δόντι, αν θα την κοροϊδεύουν οι συμμαθητές της, αν, αν,...

Καθόμαστε λοιπόν και κουβεντιάζουμε για τα δόντια μας που κουνιούνται.
-Παππού, γιατί κουνιέται το δόντι μου;
-Για θα φύγει και θα κάνει θέση σε ένα καινούργιο, πιο δυνατό.
-Γιατί τα δόντια μου πρέπει να είναι πιο δυνατά;
-Για να μασάς καλύτερα, να κόβεις τα φαγητά ευκολότερα, να σου κρατήσουν
περισσότερα χρόνια.
-Παππού, το δικό σου δόντι γιατί κουνιέται;
-Γιατί θα φύγει κι’ αυτό.
-Εσύ δεν θα βγάλεις άλλο, καινούργιο δόντι;
-Όχι.
-Γιατί;
-Γιατί δεν μου χρειάζεται.
-Γιατί δεν σου χρειάζεται;
-Γιατί τρώω πιο λίγα και πιο μαλακά φαγητά.

Λέμε κι’ άλλα ακόμη, ώσπου βαριόμαστε κι’ αλλάζουμε κουβέντα. Μας ενώνει όμως το κοινό μας πρόβλημα: το δόντι μας που κουνιέται και ετοιμάζεται να φύγει.

Μια άλλη μέρα, που κουβεντιάζαμε πάλι για τα κουνημένα δόντια μας, αποφασίσαμε να ετοιμάσουμε μία γιορτή, ένα πάρτι, για να τα αποχαιρετήσουμε. Θα αγοράζαμε, λέει, χυμούς, γλυκά και μεζεδάκια και θα καλούσαμε την αδελφή, τους φίλους και τους συμμαθητές της εγγονής μου, και θα λέγαμε σε όλους να έρθουν μαζί με τα δόντια τους για να αποχαιρετήσουν τα δόντια μας που θα πέφτανε. Για να έχουμε πιο πολύ καλαμπούρι, θα ντύναμε τα δόντια μασκαράδες. Θα τα βάζαμε να κάτσουν χωριστά τα πάνω δόντια από τα κάτω. Θα τους δίναμε και δώρα, οδοντογλυφίδες, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, τσίχλες. Θα καλούσαμε και ένα οδοντογιατρό. Θα είχε πολλή πλάκα.
Κρίμα όμως. Δεν προλάβαμε γιατί, μία μέρα, το δικό μου δόντι αποφάσισε να φύγει πιο γρήγορα από ότι περίμενα. Εκεί που έτρωγα μία ελιά, μάσησα το κουκούτσι της και το δόντι μου ξεκόλλησε.

Αλλά και το δοντάκι της εγγονούλας μου δεν πήγε πίσω. Την ίδια μέρα, ένας συμμαθητής της την χτύπησε, κατά λάθος με τον αγκώνα του και πάει και το δικό της δόντι. Ξεκόλλησε κι’ αυτό.

Σήμερα, τα δύο δόντια, της εγγονής μου και το δικό μου, βρίσκονται μαζί, δίπλα-δίπλα, μέσα σε ένα κουτάκι, στην τσέπη του παντελονιού μου.

Από όλη αυτή την περιπέτεια με τα δόντια, δύο πράγματα έμαθα: ότι ένας παππούς και μία εγγονή μπορούν να έχουν το ίδιο πρόβλημα και ότι ένας παππούς και μία εγγονή μπορούν να γελάνε το ίδιο καλά με τα αστεία τους, ακόμη και όταν έχουν ένα δόντι λιγότερο.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΩΝ ΟΚΤΩ

Κάθε ξεκίνημα μίας νέας τηλεοπτικής περιόδου σημαίνει δύο πράγματα:

-Τη λήξη των ατελείωτων επαναλήψεων παλαιών, παλαιοτέρων και παλαιοτάτων τηλεοπτικών επιτυχιών και (κυρίως) αποτυχιών που προβάλλονται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

-Την έναρξη νέων (αλλά και την επανάληψη παλαιών) επιτυχιών και (κυρίως) αποτυχιών.

-Την υπέρμετρη προβολή του, με κάθε έννοια, κακού, χαμηλού, κακόγουστου, κακόφωνου.

Την ανία όμως της ασημαντότητας των ψυχαγωγικών εκπομπών, έρχεται να ταράξει, όπως πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, η αθλιότητα των δελτίων ειδήσεων.

-Δελτία μονοθεματικά, άντε διθεματικά, με παράθυρα οριζόντια και κάθετα, με παραθυριστές αλλόφρονες, αλαλάζοντες και αλληλεπικαλυπτόμενους, με δημοσιογράφους-βεντέτες, άλλοτε στο ρόλο του εισαγγελέα, άλλοτε στο ρόλο του αβανταδόρου (αλλά πάντα στο ρόλο του υπαλλήλου του καναλάρχη), με άδικη κατανομή του χρόνου, με συνεχείς ερωτήσεις που διακόπτουν το λόγο «προς χάριν του διαλόγου», με μία απέραντη φτώχεια, στο ρεπορτάζ, στην είδηση, στην ανάλυση, στην αισθητική, στη γλώσσα, με μία πλήρη υποταγή στο τρίπτυχο, «αίμα, ψέμα, σπέρμα» και σε μία συντονισμένη προσπάθεια να προκαλέσουν σύγχυση, να συσκοτίσουν την αλήθεια, να ποδοσφαιροποιήσουν την είδηση.

Ας φρεσκάρουμε, κατ’ αρχή, τη μνήμη μας με τα «πρωτότυπα» κλισέ του δελτίου των οκτώ:

-Στα ύψη το πολιτικό θερμόμετρο ή, το πολιτικό θερμόμετρο άγγιξε κόκκινο (χρησιμοποιείται για να περιγράψει πολιτική ένταση, μικρή ή μεγάλη, πραγματική ή φανταστική).

-Πρωτοκλασάτα στελέχη (χρησιμοποιείται για να περιγράψει κυβερνητικούς κομματικούς, συνδικαλιστικούς κ.ά. μικρούς ή μεγάλους αξιωματούχους, σαν αυξητικό του βάρους ή της αξιοπιστίας μίας είδησης).

-Σαρωτικός ανασχηματισμός (είναι συνήθως μία ακόμη λεκτική υπερβολή και δεν χρησιμεύει μόνο για να δώσει βάρος σε μία επικείμενη αλλαγή της σύνθεσης του υπουργικού συμβουλίου, αλλά και σαν «χαλί» για το παραπολιτικό κους-κους των επομένων ημερών).

-Συντροφικά μαχαιρώματα (αναφέρεται σε μη φιλικές-κατά την άποψη του δημοσιογράφου- συμπεριφορές μεταξύ ατόμων που ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο και χρησιμοποιείται για δραματοποίηση της είδησης ή σαν προβοκάτσια).

-Σύμφωνα με δηλώσεις κύκλων (συνήθως, αν οι «κύκλοι» είναι υπαρκτοί «φωτογραφίζονται», ενώ αν είναι ανύπαρκτοι χρησιμεύουν για να προσδίδουν αληθοφάνεια σε κατασκευασμένες ειδήσεις).

-Μήνυμα με πολλούς αποδέκτες (ο δημοσιογράφος κρατάει για τον εαυτό του τον κατάλογο των αποδεκτών, γιατί είναι εχέμυθος!! και για να μεγαλώνει το σασπένς της είδησης, άσε που μπορεί να μην υπάρχουν καν αποδέκτες).

-Βόμβα πολλών μεγατόνων (πρόκειται για είδηση, γεγονός, ή φήμη μικρής σημασίας που, όμως, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη).

-Διασταύρωσαν τα ξίφη τους (κλισέ πολλαπλής σημασίας που στη διάλεκτο του κεντρικού δελτίου ειδήσεων μπορεί να σημαίνει συνομίλησαν, εξέφρασαν τις απόψεις των, διαφώνησαν, ή ξεκατινιάσθηκαν).

-Η αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό (είναι πια τόσο παράξενο, όταν άνθρωποι παρανομούν, να κυνηγάει ανθρώπους η αστυνομία;)

-Και όχι μόνο (όταν ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να φανταστεί μία είδηση, βάζει νέφτι στη φαντασία του τηλεθεατή)

-Έλαβε το δαχτυλίδι (άλλοτε σήμαινε τη διαδοχή σε ένα βασιλικό θρόνο από κληρονομικό δικαίωμα, στα σημερινά κεντρικά δελτία μπορεί να σημαίνει και την αλλαγή ενός προπονητή).

-Του δόθηκε το χρίσμα (άλλοτε σήμαινε απονομή τίτλου, σήμερα σημαίνει κομματική στήριξη στις δημοτικές εκλογές).

-Εφ’ όλης της ύλης (είναι ένας πρόχειρος τρόπος να καλύψει ο δημοσιογράφος την άγνοια του για το αντικείμενο μίας συζήτησης, συνάντησης, συνέντευξης).

Πολικό ψύχος καλύπτει τη χώρα (όταν ο δημοσιογράφος μπήκε στο αυτοκίνητο του, το τιμόνι ήταν πολύ κρύο)

-Σαχάρα η χώρα (όταν ο δημοσιογράφος μπήκε στο αυτοκίνητο του, το τιμόνι ήταν πολύ ζεστό).

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με την προβολή της κακής είδησης και την αποσιώπηση της καλής, με την επικράτηση της απαισιόδοξης άποψης πάνω στην αισιόδοξη, με το νηφάλιο λόγο να υποτάσσεται στην υπερβολή, με το κιτς και τη λεξιπενία να επιβάλλονται στην αισθητική και την καλλιέπεια, πορεύονται τα δελτία των οκτώ και μας στέλνουν στην επόμενη χαυνωτική εκπομπή, χαρούμενους, γιατί υπάρχουν και χειρότερα, ανήσυχους, γιατί μπορεί να μας συμβούν τα χειρότερα και προβληματισμένους, γιατί έχουμε μπερδέψει το καλύτερο με το χειρότερο.

Μα χριστιανέ μου, θα πει κάποιος, γιατί δεν αλλάζεις κανάλι, ή, γιατί δεν την κλείνεις όλως δι’ όλου τη ριμάδα; Η απάντηση είναι δυστυχώς απλή: στην πρώτη περίπτωση, όλα τα κανάλια, τουλάχιστον στο χρονικό διάστημα οκτώ με εννέα, είναι ίδια, στη δε δεύτερη, είναι ο άτιμος ο εθισμός που δεν σε αφήνει.

Μοναδική φωτεινή εξαίρεση αποτελούν τα κρατικά κανάλια και ένα ιδιωτικό. Εκεί υπάρχει ακόμη ο νηφάλιος λόγος, η ορθή χρήση της γλώσσας, η πολυθεματικότητα των ειδήσεων και η ευγενής συμπεριφορά των δημοσιογράφων προς τους καλεσμένους των.

Συγνώμη όμως, εδώ πρέπει να σταματήσω γιατί αρχίζει το δελτίο των οκτώ.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΝΕΤΑΙ; ΓΙΝΕΤΑΙ

Στα πρώτα μετά τη μεταπολίτευση χρόνια, παρατηρήθηκε μία άνθηση στη δημιουργία και ανάπτυξη κάθε μορφής συλλόγων, ενώσεων, συνδέσμων, σωματείων και άλλων μορφών συλλογικότητας. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες να οργανωθούν σε μαζικούς φορείς, συνδικαλιστικούς, επιστημονικούς, κοινωνικούς, εξωραϊστικούς, επιμορφωτικούς, πολιτιστικούς ή εκπολιτιστικούς κλπ.

Οι φορείς αυτοί, ανάλογα με το αντικείμενο τους, τη μαζικότητα τους, την τοπική ή κοινωνική ομάδα που εκπροσωπούσαν και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούσαν ανέπτυξαν μικρότερη ή μεγαλύτερη δράση και πέτυχαν, περισσότερα ή λιγότερα αποτελέσματα.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η επιθυμία για δράση μέσα από συλλογικούς φορείς μίκραινε και σε αυτό συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες. Για τον καθένα από αυτούς θα μπορούσε να γραφτεί ένα ξεχωριστό άρθρο, αλλά εδώ θα περιοριστούμε στην επιγραμματική αναφορά μερικών μόνο από αυτούς. Εκπλήρωση των στόχων ίδρυσης των φορέων αυτών, εκτροπή από τους καταστατικούς των στόχους, αποκάλυψη παρανόμων στόχων, «καπέλωμα» από κόμματα και πολιτικές παρατάξεις κλπ. Κυριότερος όμως παράγων για την απροθυμία συμμετοχής σε συλλογικές δραστηριότητες, ήταν η αλλαγή των αξιακών προτύπων της ελληνικής κοινωνίας.

Θέλω να σταθώ στη δράση των πολιτιστικών συλλόγων που έχουν σαν κύριο έργο τους τον πολιτισμό σε μία τοπική κοινωνία. (Στην έννοια «πολιτιστικός» είναι αυτονόητο ότι περιλαμβάνονται και οι έννοιες «εξωραϊστικός» , «μορφωτικός» και «εκπολιτιστικός»). Οι τοπικές κοινωνίες, οι κοινωνίες δηλαδή με συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια έχουν ιδιαιτερότητες οι οποίες οριοθετούν τις αδυναμίες, αλλά και τις δυνατότητες τους. Η μείωση αυτών των αδυναμιών και η αύξηση των αντιστοίχων δυνατοτήτων, είναι το ζητούμενο.

Πιστεύοντας ακράδαντα στις τεράστιες δυνατότητες προσφοράς σημαντικού έργου από τους συλλόγους που λειτουργούν αποτελεσματικά, θέλω να επισημάνω μερικές από τις προϋποθέσεις σωστής λειτουργίας τους.

Οι πολιτιστικοί σύλλογοι, όντας φορείς της συλλογικής δράσης και εκφραστές της συλλογικής συνείδησης των μελών τους, οφείλουν:

- Να υπερβαίνουν τις ανασφάλειες, τις φοβίες και τις προκαταλήψεις των τοπικών κοινωνιών . Αυτό σημαίνει ότι οι διοικήσεις και τα μέλη αυτών των συλλόγων θα πρέπει να εντοπίσουν τα αίτια που προκαλούν αυτές τις ανασφάλειες, φοβίες και προκαταλήψεις να τα αναλύσουν και να τα πολεμήσουν.

-Να μην πτοούνται από τις αδυναμίες, τις σκοπιμότητες και τη γραφειοκρατία του κράτους σε κάθε έκφρασή του (νομοθεσία, τοπική αυτοδιοίκηση, κεντρική κυβέρνηση). Αυτό σημαίνει ότι οι διοικήσεις και τα μέλη αυτών των συλλόγων θα πρέπει να είναι έτοιμα να απαιτήσουν αυτά που δικαιούνται, να ξεπεράσουν τις κάθε μορφής αδυναμίες, τις κάθε είδους σκοπιμότητες και την κάθε επιπέδου γραφειοκρατία, ακόμη κι’ αν αυτό σημαίνει σύγκρουση.

-Να έχουν τεκμηριωμένη, κατασταλαγμένη και ισχυρή άποψη για τα θέματα που επιλέγουν να χειριστούν. Αυτό σημαίνει ότι συλλογική άποψη δεν μπορεί να είναι ο μέσος όρος κάποιων ατομικών απόψεων και συλλογικό συμφέρον δεν μπορεί να είναι ο μέσος όρος κάποιων ατομικών συμφερόντων.

-Να βασίζουν τη δράση τους στη λογική της ομάδας. Αυτό σημαίνει ότι ανάμεσα στις διοικήσεις και τα μέλη αυτών των συλλόγων υπάρχει καταμερισμός αρμοδιοτήτων και έργου, ατομική και συλλογική υπευθυνότητα, ισότιμη μεταχείριση και μη αποκλεισμός και, τέλος, ανάπτυξη δραστηριοτήτων που να χτίζουν το ομαδικό πνεύμα και τη συναντίληψη ανάμεσα στα μέλη.

Σίγουρα, η αντίληψη ότι «ο σύλλογος είναι το Διοικητικό Συμβούλιό του» είναι λανθασμένη, αλλά υπάρχουν φορές που η αντίληψη αυτή καλλιεργείται από τα ίδια τα Δ.Σ. Δυστυχώς, οι συνθήκες της σύγχρονης ζωής αντικειμενικά αποτρέπουν τους πολίτες από τη συλλογική δράση και την ενασχόληση με τα κοινά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να πέφτουν πολλές ευθύνες στις πλάτες των Δ.Σ. και να εδραιώνεται ο συγκεντρωτισμός. Είναι λοιπόν χρέος της ηγεσίας των συλλόγων να ενεργοποιούν τα μέλη τους ώστε αυτά να συμμετέχουν ενεργά στις δραστηριότητες του συλλόγου γιατί η ενεργός συμμετοχή, εκτός των άλλων, προσφέρει πλούσιες εμπειρίες στην άσκηση άμεσης δημοκρατίας.

Ο πολιτισμός είναι κάτι πολύ ευρύτερο από την καλλιέργεια καλλιτεχνικών δεξιοτήτων, τη διάσωση παλαιών εθίμων και την προσπάθεια ανακάλυψης στοιχείων που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε σαν άτομα, σαν κοινότητα, σαν φυλή. Πολιτισμός είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όλα τα παραπάνω, αλλά και κάθε τι που βοηθά να μετατραπεί ο άνθρωπος από ιδιώτη σε πολίτη, στην κοινωνικοποίηση δηλαδή του ατόμου και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής της τοπικής κοινωνίας.

Από αυτή την προσέγγιση του πολιτισμού, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από το σπάσιμο του κοινωνικού ιστού στα αστικά κέντρα αλλά και στην περιφέρεια, προκύπτει η ανάγκη επανεξέτασης των πεδίων δράσης των συλλόγων. Έτσι, «ανακαλύπτουμε» σήμερα κομμάτια του πολιτισμού μας που δεν αφοράν μόνο στην καλλιέργεια, τη διάσωση και την ταυτοποίηση, αλλά στην επιβίωση και την πρόοδό μας σαν κοινωνία ενεργών πολιτών και όχι σαν άθροισμα άβουλων ατόμων.

Έννοιες όπως ανάπτυξη, περιβάλλον, διατροφή, οικολογία, πολυπολιτισμικότητα, μετανάστευση, εθελοντισμός κ.λ.π. είναι μερικά από τα νέα πολιτισμικά προτάγματα.

Κοινωνικές ομάδες όπως νέα γενιά, τρίτη ηλικία, άποροι, άτομα με ειδικές ανάγκες, οικονομικοί μετανάστες κ.λ.π. πρέπει να βρίσκουν πάντα ανοιχτή την πόρτα ενός πολιτιστικού συλλόγου.

Διαδικασίες όπως η διαβούλευση, η λογοδοσία, η διαφάνεια, οι ανοιχτές συνεδριάσεις, η δημοκρατία στην πράξη, πρέπει να σηματοδοτούν τη λειτουργία και τον τρόπο δράσης του.

Ερώτηση: Είναι όλα αυτά εύκολο να γίνουν; Είναι όλα αυτά απαραίτητα;

Απάντηση: Όλα, κατά καιρούς, έχουν ξαναγίνει. Όλα, κατά καιρούς, έχουν χρειαστεί.
Αξίζει λοιπόν μία δοκιμή, αξίζει μία προσπάθεια.
Ίσως να βοηθήσουν την προσπάθεια μας ο πρώτος και ο τελευταίος στοίχος από ένα γνωστό ποίημα του Σεφέρη:

Λίγο ακόμα
..........................
Να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΧ, ΜΩΡΕ ΜΑΡΙΑ !!!

Αχ, μωρέ Μαρία!

Το ίδιο, κάθε καλοκαίρι, μαύρο φόρεμα, σαν να’ χεις –ή, σαν να σε προσμένουν- πολλά βάσανα
Το ίδιο, κάθε καλοκαίρι, κούρεμα και χτένισμα, σαν εθελόντρια του στρατού της σωτηρίας, ή σαν υπάλληλος σε σοφρωνιστικό κατάστημα γυναικών.
Το ίδιο, κάθε καλοκαίρι, περπάτημα, σαν να μην έχεις ανάρτηση, ή σαν να κυλάς πάνω σε καρούλια
Κι η μάνα σου να θέλει ακόμα να κάνει κουμάντο στο μαγαζί, να μην καταλαβαίνει τα φερσίματα σου (και ποιος τα καταλαβαίνει, αν δεν σε γνωρίζει), να’ ναι πάντα όλο νεύρα
Κι ο άντρας σου, υποταγμένα πρόθυμος και πρόθυμα υποταγμένος στο ρυθμό, στη λογική, στην αισθητική , στην άποψη σου.
Σου λέω, καμιά φορά, ότι όλοι έρχονται στο νησί μας για την Παναγία αλλά εγώ έρχομαι για σένα, και κοκκινίζεις
Σου λέω, καμιά φορά, ότι είσαι η αδελφή Τερέζα της εστίασης και καμαρώνεις.

Αχ, μωρέ Μαρία!

Τι να ήταν άραγε αυτό το μαγαζί πριν να γίνει καταφύγιο κάθε καλοφαγά, κακοφαγά, απλώς φαγά ,ή και ανόρεχτου;
Τι να είχαν άραγε κάποιες άλλες εποχές αυτές οι πανύψηλες βιτρίνες που τώρα είναι γεμάτες μπουκάλια με ποτό που ,όπως γράφουν οι πινακίδες, δεν είναι για πώληση, αλλά για διακόσμηση;
Πότε άραγε να κολλήθηκαν πάνω από τις βιτρίνες αυτές οι πολύχρωμες φωτογραφίες (αναρωτιέμαι αν σου τις έφερε κάποιος μετανάστης συμπατριώτης μας), νοτισμένες με ατμούς από άπειρες ψαρόσουπες και κρεατόσουπες και καπνισμένες από άπειρα τηγανητά και ψητά ψάρια, άπειρα τηγανιτά και ψητά κρέατα, άπειρα τσιγάρα;
Πώς τα καταφέρνεις να χωρούνε τόσοι πολλοί σε τόσο μικρό χώρο και, την ίδια στιγμή, να υπάρχει η βεβαιότητα ότι κι άλλοι τόσοι να κοπιάσουν κι αυτοί θα βολευτούν;
Πώς θυμάσαι όλους αυτούς που περάσανε και πώς θυμάσαι πάντα, και μόνο, τα καλά τους; Κανένας δεν σε στεναχώρησε, κανένας δεν σε πίκρανε, κανένας δεν σου διαμαρτυρήθηκε για κάτι, κανένας δεν σε φέσωσε;

Αχ, μωρέ Μαρία!

Τι σου έχουμε κάνει, τέλος πάντων και μας παιδεύεις έτσι;
Ένα φαγάκι ερχόμαστε να φάμε και μας το βγάζεις από τη μύτη
Πώς να αντέξουμε τέτοια ποιότητα; Πώς συμβαίνει να έχεις πάντα τα πιο νόστιμα κρέατα, τα πιο φρέσκα ψάρια, τα πιο δειλά χορταρικά, τα πιο διαλεχτά λαχανικά, τις πιο καλοτηγανισμένες πατάτες;
Πώς να καταναλώσουμε τέτοιες ποσότητες; Θυμάμαι, όταν πρωτοήρθαμε με τη γυναίκα μου στο μαγαζί σου, τρομάξαμε με τις μερίδες. Και τώρα, όποτε ερχόμαστε, από ντροπή παραγγέλλουμε από μία μερίδα ο καθένας ,από σύνεση τρώμε μόνο τη μισή, από ευχαρίστηση τρώμε και την άλλη μισή, από λαιμαργία παραγγέλλουμε λίγο ακόμη.
Κι η περιποίηση; Ερχόμαστε και νοιώθουμε σαν καλεσμένοι σε σπίτι φίλου. Φεύγουμε και θέλουμε να σε καλέσουμε για να σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία.
Και το τραταμέντο; Πάντα θα μας κεράσεις, μα φρούτο, μα γλυκό, μα γιαούρτι με μέλι, μα χαλβά, γλυκαμένους θα μας ξεβγάλεις. Και, σαν να μη φτάνει αυτό, συχνά – πυκνά μας φορτώνεις, έτσι, για κατευόδιο, λίγο κρασί ή λίγο μέλι. Στο θεό που πιστεύεις, είσαι με τα καλά σου;
Κι’ όλα αυτά, με τόσο λίγα χρήματα
Κι’ όλα αυτά, με τόση πολλή καρδούλα!!!

Αχ, μωρέ Μαρία!

Όταν έρχομαι στο μαγαζί σου, περνάω ωραία, νοιώθω ότι είμαι ανάμεσα σε φίλους, απολαμβάνω όλα τα καλά του Θεού και της Παναγίας και, το πιο σπουδαίο, φεύγω λίγο πιο άνθρωπος, και αυτά δεν πληρώνονται με τίποτα.

Να’ σαι καλά μωρέ Μαρία!!!

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΙΟΙ (ΚΑΙ ΤΙ) ΕΙΜΑΣΤΕ;

Οι άνθρωποι που σκοτώνουν και σκοτώνονται σε τροχαία, που τραυματίζουν συνανθρώπους τους σε γήπεδα και διαδηλώσεις ,που δολοφονούν με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι άνθρωποι, γενικά, που δεν σέβονται τη ζωή τους και τις ζωές των άλλων, δείχνουν να είναι άτομα που δεν έχουν αυτογνωσία, δεν έχουν αυτοεκτίμηση, δεν αγαπάνε τον εαυτό τους, δεν αγαπάνε κανένα και τίποτα, είναι άνθρωποι χωρίς μυαλό, χωρίς αισθήματα, χωρίς καλλιέργεια (αν τώρα, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι πολλές φορές περηφανεύονται ότι είναι απόγονοι ενδόξων προγόνων, αυτών που θεμελίωσαν τον πολιτισμό, εγκαθίδρυσαν τη δημοκρατία, κ.λπ., είναι ένα άλλο ζήτημα ).

Αξιοπαρατήρητο επίσης είναι ότι, όλα αυτά που επιλέγουν αυτοί να κάνουν, να σκοτώνονται και να σκοτώνουν στα τροχαία, στα γήπεδα, στις διαδηλώσεις, στις δολοφονικές επιθέσεις κλπ, εμείς οι υπόλοιποι τα θεωρούμε, περίπου, φυσιολογικά και κανένας μας, περίπου, δεν ενδιαφέρεται.

Όλοι όμως αυτοί οι άνθρωποι για τους ποίους μιλάμε, έχουν περάσει από πέντε έως είκοσι χρόνια στα θρανία των ελληνικών σχολείων, πράγμα που σημαίνει ότι ο πολιτισμός τους, η αυτογνωσία τους, ο αυτοσεβασμός τους, έχουν, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφωθεί μέσα σε αυτά, από Έλληνες δασκάλους (εκπροσώπους των οποίων βλέπουμε συχνά στην τηλεόραση, ακούγοντας ταυτόχρονα και τις περί παιδείας απόψεις τους).

Ακόμη, αυτοί οι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει μέσα σε ελληνικά σπίτια, με Έλληνες γονείς και έχουν ποτιστεί με τα νάματα της ελληνορθόδοξης θρησκείας.

Εν κατακλείδι, το τετράπτυχο, πατρίδα, παιδεία, οικογένεια, θρησκεία, τους/μας έχει κάνει «μια χαρά πολίτες».

Εμείς οι υπόλοιποι, πόσο αμέτοχοι, πόσο μη υπεύθυνοι, πόσο μη ένοχοι είμαστε γι’ αυτό; Δεν είναι αυτοί οι άνθρωποι συντοπίτες μας, δεν είναι γείτονες μας, συνάδελφοι μας, συγγενείς μας; Τους έχουμε πλησιάσει, τους έχουμε αγκαλιάσει, τους έχουμε μιλήσει, τους έχουμε συμπαρασταθεί;

Κακά τα ψέματα.

Η ζωή είναι πια ένα στοίχημα με το διάβολο, που για να το κερδίσεις πρέπει να κερδίσεις μία σειρά άλλα στοιχήματα. Το στοίχημα της διατροφής με ακατάλληλη τροφή, της κατοικίας με ακατάλληλη οικία, της μεταφοράς με μέσα της συμφοράς, της εργασίας (με ισχνές αποδοχές και ανασφάλεια) σε εποχές ανεργίας, της μόρφωσης, όχι για τη γνώση αλλά για τα προσόντα, του γάμου, «για να μη σέρνεται κι’ αυτή η κατάσταση», της υλικής υπεροχής επί των πλησίον, γιατί «ποιοί είναι αυτοί στο κάτω – κάτω» κ.ά.

Κάποια στοιχήματα κερδίζονται, άλλα χάνονται, άλλοι δεν στοιχηματίζουν καν γιατί - τρέχα γύρευε γιατί- δεν τους χρειάζεται. Όλοι όμως τρώνε το χρόνο τους σε αυτόν τον απάνθρωπο τζόγο, και άμα μπλέξεις με τέτοιο τζόγο πού να βρεις καιρό να νοιαστείς για τους συντοπίτες, τους γείτονες, τους συναδέλφους, τους συγγενείς; Πότε να τους πλησιάσεις, να τους αγκαλιάσεις, να τους μιλήσεις, να τους συμπαρασταθείς; Μόνος εσύ, μόνοι κι’ αυτοί με μόνο ενωτικό κρίκο την αλληλεγγύη της συνενοχής σε ένα έγκλημα στην τέλεση του οποίου είμαστε θύτες και θύματα, και την απεριόριστη επιείκεια μας προς εαυτούς και αλλήλους, εξ αιτίας της ίδιας συνενοχής.

Δεν είναι λοιπόν «αυτοί» και «εμείς». Είμαστε όλοι εμείς, και για όλους εμάς προβάλλει για άλλη μία φορά η κρίσιμη επιλογή:

Θα ξεκολλήσουμε τη ρόδα του ήλιου μέσα από τη λάσπη για να τον σηκώσουμε πάνω από την Ελλάδα, όπως προτρέπει ο Α. Σικελιανός στο «Πνευματικό Εμβατήριο» του, ή θα καθίσουμε δειλοί μοιραίοι κι’ άβουλοι αντάμα προσμένοντας, ίσως, κάποιο θάμα, όπως λέει, τελειώνοντας στους «μοιραίους» του ο Κ. Βάρναλης;

Αν διαλέξουμε το πρώτο, μην περιμένουμε να ξεκινήσει κάποιος άλλος πρώτος για να ακολουθήσουμε, ούτε να κάνουμε ότι προσπαθούμε ενώ λουφάρουμε, ούτε να ζητήσουμε σύμβαση αορίστου χρόνου από τον Απόλλωνα.

Αν πάλι διαλέξουμε το δεύτερο, μόλις μπούμε μες’ την υπόγεια την ταβέρνα , ας κλειδώσουμε την πόρτα κι’ ας πετάξουμε το κλειδί για να είμαστε εμείς οι τελευταίοι.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΝΕΑ (ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ;) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ

Μία νέα σχολική χρονιά αρχίζει. Θα είναι μία δύσκολη χρονιά, όπως όλες, αλλά με διαφορετικές δυσκολίες. Τα προηγούμενα χρόνια οι δυσκολίες οφείλονταν, κατά κύριο λόγο, στους κάθε λογής βολεμένους. Φέτος, πολλοί ξεβολεύτηκαν και το σύνθημα «πρώτα ο μαθητής» πολλούς τρόμαξε. Ας είναι. Υπάρχει όμως και ένα ερώτημα: Θα είναι η νέα σχολική χρονιά, μία καινούργια χρονιά; Θα σημάνει πράγματι ένα νέο ξεκίνημα για την παιδεία;

Η παιδεία είναι μία σύνθετη έννοια. Συστατικά της στοιχεία είναι, αφενός η καλλιέργεια, δηλαδή η επαφή, γνωριμία και αποδοχή ενός συστήματος αξιών το οποίο μας βοηθά να επιλέξουμε προς τα πού θα πάμε και αφετέρου η εκπαίδευση, δηλαδή η επαφή, γνωριμία και κατάκτηση ενός συνόλου γνώσεων το οποίο μας βοηθά να ξέρουμε πώς θα πάμε εκεί που έχουμε επιλέξει. Η καλλιέργεια και η εκπαίδευση δεν παρέχονται μόνο στο σχολείο, παρ’ όλο που το σχολείο είναι ο κύριος χώρος παροχής των.

Το σχολείο για να πετύχει την αποστολή του, δύο πράγματα πρέπει να κατορθώσει: να μεταδώσει τις σωστές αξίες και να μεταβιβάσει την αγάπη για τη γνώση.

Αξίες της ζωής, σε μία πρώτη προσέγγιση, είναι εκείνα τα ποιοτικά στοιχεία της που την κάνουν να ξεπερνά τα όρια της επιβίωσης και της διαιώνισης του είδους, που μετατρέπουν ένα άτομο σε ενεργό πολίτη, ένα σύνολο ατόμων σε κοινωνία ευθύνης και αλληλεγγύης και, τελικά, μεταμορφώνουν τη ζωή σε ένα χρήσιμο, γόνιμο και συναρπαστικό ταξίδι, για τον κάθε ταξιδιώτη, αλλά και για τους γύρω του. Από την άλλη μεριά, όταν η γνώση που αποκτάται στηρίζεται πάνω σε αξίες, είναι ευλογία μοναδική.

Όσο πιο γρήγορα τρέχει το παρόν να συναντήσει το μέλλον, τόσο πιο πολλή γνώση σωρεύεται. Γι’ αυτό, η άκριτη αποστήθιση πληροφοριών δεν είναι, απλά, ματαιοπονία, είναι κουταμάρα. Το νέο αντικείμενο της εκπαίδευσης πρέπει να είναι η μετάδοση της αγάπης για μάθηση, η χρήση των νέων εργαλείων της μάθησης και η αρμονική συνύπαρξη όλων των μελών της κοινωνίας του σχολείου. Αν εξασφαλισθούν αυτά, η γνώση κατακτάται πολύ πιο εύκολα.

Η δημόσια παιδεία είναι δωρεάν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει κόστος, το οποίο καλύπτουν, με χαρά, αφού επενδύουν στο μέλλον των παιδιών τους και της χώρας τους, οι φορολογούμενοι πολίτες. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν ποτέ όσοι είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη της μεγιστοποίησης του οφέλους έναντι των αντιστοίχων δαπανών για την παιδεία.

Οι σημαντικότεροι πόροι για μία ολοκληρωμένη παιδεία, είναι το εκπαιδευτικό προσωπικό, οι υποδομές, τα προγράμματα και το περιβάλλον. Προβάλλουν λοιπόν σαν απαραίτητοι όροι εξασφάλισης των πόρων αυτών, οι παρακάτω:

Ένα σύστημα επιλογής, παραγωγής, δια βίου επιμόρφωσης, αξιολόγησης, εξέλιξης και αμοιβής των υπηρεσιών του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Ένα σύστημα δομής, οργάνωσης και λειτουργίας των σχολικών μονάδων, με πλήρεις και σύγχρονες κτιριακές, μαθησιακές και πολιτιστικές υποδομές, καθώς και σύγχρονες εκπαιδευτικές, διοικητικές και λειτουργικές διαδικασίες.

Ένα σύστημα εκπαιδευτικών προγραμμάτων (με λίγα κύρια μαθήματα και πολλά μαθήματα επιλογής),τα οποία θα καλύπτουν, όχι μόνο τις παραγωγικές ανάγκες της χώρας, αλλά και τις προσωπικές ανησυχίες και ευαισθησίες των μαθητών.

Ένα περιβάλλον, στο σπίτι, στο σχολείο, στην κοινωνία, που θα δημιουργεί θετικές προϋποθέσεις για την παροχή και αποδοχή παιδείας.

Τέλος, μία κρατική ραδιοτηλεόραση που θα καλύπτει τις ανάγκες των νέων ανθρώπων με εκπομπές και προγράμματα, που θα παράγονται από νέους, για νέους και φιλικά προς τους νέους, με την ελάχιστη δυνατή ανάμιξη γερασμένων μυαλών, νοοτροπιών και προτύπων.

Εμείς, που δεν είμαστε ούτε μαθητές, ούτε εκπαιδευτικοί, ούτε πολιτικό προσωπικό, αλλά αγωνιούμε για το μέλλον της παιδείας στον τόπο μας (ίσως επειδή γνωρίζουμε το παρελθόν της), πρέπει:
-Να στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στη βελτίωση της παιδείας και να αποτρέπουμε ότι την κρατάει δέσμια του κακού παρελθόντος της
-Να παραδεχτούμε ότι το χάσμα των γενεών είναι μία πραγματικότητα και να προσπαθήσουμε να το γεφυρώσουμε πλησιάζοντας τους νέους και όχι τραβώντας τους προς το μέρος μας
-Να ευχηθούμε σε όλα τα μέλη της κοινωνίας του σχολείου, καλή χρονιά και καλή δύναμη.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ ΦΙΛΟ

Μου λες ότι νοιώθεις ένοχος

Μην ενοχοποιείς τον εαυτό σου, προκειμένου να αθωώσεις άλλους.
Μη δικάζεις τον εαυτό σου αν δεν έχεις αυτοεκτίμηση. Θα τον αδικήσεις.
Άλλο το «κάνω κάτι κακό» και άλλο το «κάνω κάτι που δεν πρέπει»
Καλοί δεν είναι αυτοί που δεν κάνουν κακές πράξεις, αλλά αυτοί που δεν έχουν κακά κίνητρα στις πράξεις τους, που μετανοούν πραγματικά για τα σφάλματά τους και που δεν τα επαναλαμβάνουν.

Μου λες ότι δεν θέλεις πια να βγαίνεις έξω.

Άσε τον εαυτό σου να κυκλοφορεί ελεύθερος. Αν δεν το μπορείς στην πόλη που ζείς, άλλαξε πόλη. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να σου στερεί την ελευθερία σου, ούτε εσύ.Το να φυλακίσεις τον εαυτό σου είναι το χειρότερο από όλα, γιατί δεν έχεις ούτε καν την επιθυμία να δραπετεύσεις.

Μου λες ότι όλοι σου φταίνε

Όταν διαφωνείς με κάποιον, μη τον βγάζεις σκάρτο και μην του αποδίδεις κουσούρια ή προθέσεις. Οι διαφωνίες δεν προκύπτουν από ελαττώματα, αλλά από διαφορές. Και σε μία ελεύθερη κοινωνία, ο καθένας έχει δικαίωμα στη διαφωνία. Από τη στιγμή που θα το καταλάβεις, το θέμα εντοπίζεται στο αν θέλεις να αποδεχτείς κάτι στο πρόσωπο με το οποίο διαφωνείς. Την διαφορετικότητα του.
Όταν διαφωνείς με κάποιον ποτέ μη επιμένεις να περάσει το δικό σου, εκτός αν είναι θέμα αρχής. Κι’ αυτό γιατί:
-μπορεί να μην έχεις δίκιο.
-μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά το θέμα να μην είναι σημαντικό για σένα, τον άλλο ή, και για κανέναν από τους δύο σας.
-μπορεί το θέμα να είναι σημαντικό για τον άλλον.
Όταν δεν μπορείς να εξηγήσεις, γιατί κάποιος θύμωσε μαζί σου, σκέψου τι θα έκανες εσύ στη θέση του για το ίδιο θέμα. Βοηθάει.
Όταν ανυπομονείς για την ταχύτητα ανταπόκρισης κάποιου, σκέψου αν αυτός έχει λόγους να βιάζεται, όσο εσύ. Βοηθάει.

Μου λες πως σε πιάνει πανικός στη σκέψη ότι θα διαλυθεί η σχέση σας

Ο φόβος και ο πανικός που σε πιάνουν στην προοπτική της διάλυσης της σχέσης σας, οφείλεται:
-Στο ότι δεν θα μπορέσεις να δώσεις αυτά πού ήθελες;
-Στο ότι δεν θα μπορέσεις να πάρεις αυτά που ήθελες;
-Στο ότι δεν θα αντέξεις μόνος σου;
Από ένα πιθανό χωρισμό, ποιος από τους δύο σας έχει να χάσει περισσότερα; Κυρίως, για ποιόν από τους δύο νομίζεις ότι είναι η τελευταία ευκαιρία;
Άσε τον πανικό και το φόβο κατά μέρος και μάθε να αγαπάς.
-Αγαπάς την σύντροφό σου, όταν αγαπάς ακόμη και αυτά που οι άλλοι βλέπουν σαν ελαττώματά της, γιατί εσύ απλά, δεν τα βλέπεις. Με λίγα λόγια, «σ’ αγαπώ γιατί είμαι εγώ» και όχι «σ’ αγαπώ γιατί είσαι εσύ».
-Από την άλλη μεριά, πολλές φορές, όσοι αγαπούν, αγαπούν επειδή, μεταξύ άλλων, έχουν και κάποιες, περισσότερο ή λιγότερο, θεμιτές προσδοκίες από το πρόσωπο που αγαπούν. Αυτό δεν είναι κακό, απλά δεν είναι αγάπη.
- Το ρήμα αγαπάω είναι συνώνυμο με το ρήμα προσφέρω και η αγάπη συνώνυμη με την προσφορά.
- Όποιος αγαπάει ζητώντας, αγαπάει τον εαυτό του, ενώ όποιος αγαπάει προσφέροντας, αγαπάει την σύντροφό του.

Μου λες ότι η ζωή δεν έχει πια νόημα για σένα.

Η ζωή μοιάζει μερικές φορές να μην έχει νόημα όταν, στα προβλήματα που μας απασχολούν, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία λύση, ποτέ.
Όμως, πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημά σου:
-για εσένα;
-για τους γύρω σου;
-για αυτούς που σου το προξενούν;
Το πρόβλημα σου, αντικειμενικά, είναι τόσο σοβαρό, όσο σοβαρό το αντιλαμβάνονται αυτοί που σου το προξενούν. Αυτό σημαίνει, υπομονή ώσπου να καταλάβουν αυτοί πόσο σοβαρό το βλέπεις εσύ, ή ώσπου να καταλάβεις εσύ πόσο σοβαρό το βλέπουν αυτοί.


Αυτά, και:
«Μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει
κοντά σου θάρθει μια χαραυγή
λίγη αγάπη να σου ζητήσει
κάνε λιγάκι υπομονή…………..»

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Το χειμώνα που μας πέρασε, φυτεύτηκαν από το δήμο μερικά δεντράκια στα πεζοδρόμια του χωριού, ένα από αυτά απέναντι από το καφενείο που μαζευόμαστε για τον πρωινό μας καφέ. Την άνοιξη, το δεντράκι πέταξε τα πρώτα του φυλλαράκια κι’ εμείς το καμαρώναμε. Ένα πρωί το βρήκαμε βαριά τραυματισμένο, σχεδόν κομμένο σύρριζα. Κάποιος από εμάς που ξέρει από αυτά, το γιατροπόρεψε και το δεντράκι συνέχισε να μεγαλώνει. Δεν πέρασαν λίγες μέρες και το δεντράκι ξαναχτυπήθηκε, αυτή τη φορά θανάσιμα. Το κόψανε εντελώς με πριόνι .Η κακία φάνηκε, προς στιγμή να νικάει, αλλά το δεντράκι επιμένει. Πέταξε νέο βλαστάρι από ένα μάτι κοντά στη ρίζα του. Όμως,
γιατί τόση κακία;

Στο νεκροταφείο του χωριού, υπάρχει ένας τάφος που, στα πόδια του νεκρού που αναπαύεται εκεί, είναι φυτεμένος ένας πυράκανθος. Όταν τον φύτεψα οι γύρω τάφοι ήταν ακόμη άδειοι. Τον φρόντισα τον πρώτο χρόνο, πήρε τ’ απάνω του, μεγάλωνε και ήταν μια χαρά. Με τον καιρό, γέμισαν και άλλοι τάφοι -πεθαίνει, βλέπεις, ο κόσμος- και κάποιος από τους συγγενείς που τους περιποιούνται θεώρησε καλό να αδειάζει τα απόλαδα του καντηλιού που άναβε, στη ρίζα του πυράκανθου που είχα φυτέψει. Το αποτέλεσμα ήταν ότι έκλεισαν οι πόροι στις ρίζες του φυτού κι αυτό ξεράθηκε. Όμως, γιατί τόση ασέβεια;

Πριν από λίγο καιρό, ένας γείτονας καθάριζε τον κήπο του από τα ξερά χόρτα. Χάρηκα που τον είδα, γιατί είχε ήδη αργήσει. Κόντευε να τελειώσει ο Ιούνιος. Αυτό που ακολούθησε το κόψιμο των χόρτων με γέμισε λύπη και απογοήτευση. Ο καλός μου γείτονας έριχνε τα χορτάρια που έκοβε στο διπλανό από το δικό του οικόπεδο, που κι’ αυτό είναι γεμάτο με ξερά γιατί κανείς δεν τα κόβει ποτέ. Όμως, γιατί τόση ανευθυνότητα;

Ένα σωρό είναι οι ωραίες διαδρομές μέσα στα δάση της περιοχής μας. Βουνό, θάλασσα, δάση, να ευχαριστούν τις αισθήσεις και να ξαλαφρώνουν την ψυχή. Κι’ όμως: η μαγεία του τοπίου βεβηλώνεται, όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά, από τα μπάζα, τα παλιά έπιπλα και τα παλιά λάστιχα. Μικροί και μεγάλοι σωροί από κάθε είδους υλικά βρωμίζουν μόνιμα το δάσος και το μετατρέπουν από ευλογημένο τόπο, σε κρανίου τόπο. Όμως, γιατί τόση αδιαφορία;

Πολύ φοβάμαι ότι τα παραπάνω δεν είναι καθόλου καλά σημάδια. Δείχνουν επικίνδυνη ελάττωση της κοινωνικής μας συνείδησης, και αδυναμία μας να κατανοήσουμε ότι άνθρωπος και περιβάλλον αποτελούν ένα σύστημα και ότι θα ζήσουν μαζί ή θα πεθάνουν μαζί. Δείχνουν ότι το εγώ έχει κυριαρχήσει πάνω στο εμείς, το ατομικό πάνω στο συλλογικό. Δείχνουν, τέλος, ότι έχοντας εμπλακεί τόσο πολύ στη λογική του στενού συμφέροντος δεν συνειδητοποιούμε ότι, εκεί που σταματά η ζωή της φύσης αρχίζει ο δικός μας θάνατος.

Μήπως προλαβαίνουμε ακόμη;

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Ο "ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"

Όταν πλησιάζει η εποχή των δημοτικών εκλογών, ο κάθε υποψήφιος δήμαρχος, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι, ή ότι θα γίνει, "ο δικός μας άνθρωπος".

Τι σημαίνει όμως, δικός μας άνθρωπος; Σε τι μας χρησιμεύει; Τι είναι διατεθειμένος να κάνει για εμάς; Είναι καλός, ή είναι φαύλος; Είναι ακίνδυνος, ή είναι επικίνδυνος; Για να δούμε τα πράγματα από λίγο πιο κοντά.

1.-Στις δημοκρατίες όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μπροστά στο νόμο και έχουν τα ίδια δικαιώματα (Εντάξει, μπορεί η δημοκρατία μας να μην είναι ιδανική, αλλά μας παρέχει, λίγο-πολύ, τα μέσα να βρούμε το δίκιο μας). Άρα λοιπόν, δεν χρειαζόμαστε τον "δικό μας άνθρωπο" για να κερδίσουμε την ισονομία.

2.-Η νομοθεσία προβλέπει ποιές είναι οι αρμοδιότητες των ΟΤΑ,  ποιές οι υποχρεώσεις των δημοτικών αρχών και ποιά τα δικαιώματα των δημοτών. Άρα λοιπόν, δεν χρειαζόμαστε τον "δικό μας άνθρωπο" για να μας κάνει τη χάρη να μας προσφέρει αυτά που δικαιούμαστε.

3.-Είναι καθήκον μας να συμμετέχουμε στα κοινά και να παίρνουμε μέρος στη διαμόρφωση των προτάσεων και στη λήψη των αποφάσεων για την πόλη που ζούμε, και είναι καθήκον των δημοτικών αρχών να διαμορφώνουν τις κατάλληλες συνθήκες συμμετοχής. Άρα λοιπόν, δεν χρειαζόμαστε τον "δικό μας άνθρωπο" για να αποφασίζει πριν από εμάς για εμάς.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι, έχοντας ίσα δικαιώματα, γνωρίζοντας πποιά είναι αυτά και ασκώντας τα σωστά, δεν χρειαζόμαστε τον "δικό μας άνθρωπο".
Και όμως, ο "δικός μας άνθρωπος" είναι σε κάποιους απαραίτητος. Αυτός που δεν θέλει να πληρώνει τέλη  κατάληψης πεζοδρομίου, δεν θέλει να πληρώνει τέλη ακαλύπτων χώρων, δεν θέλει την  κατεδάφιση του αυθαίρετου του, δεν θέλει να αφήσει αμπάζωτο το ρεματάκι που περνά δίπλα από το δικό του οικόπεδο, δεν θέλει τον κάδο των απορριμμάτων μπροστά στο δικό του σπίτι, δεν θέλει να βόσκει τα δικά του γίδια μόνον εκεί που επιτρέπεται, και τόσοι άλλοι σαν τους παραπάνω ,πρέπει να έχουν τον  δικό τους άνθρωπο που θα λύνει τα δικά τους προβλήματα.

Ο  "δικός μας άνθρωπος", λοιπόν, μπορεί να αποδειχθεί και φαύλος και επικίνδυνος και η απάντηση μας στο κάλεσμα του πρέπει να είναι ένα βροντερό ΟΧΙ.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, «ΔΕΝ ΠΑΙΖΟΥΜΕ»

Βλέποντας πολλές φορές διαφημίσεις για παιχνίδια, σκέφτομαι τα εγγόνια μου και τα παιχνίδια τους, σκέφτομαι και τα παιχνίδια της δικής μου εποχής. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να κρίνω και να συγκρίνω αντικειμενικά, αλλά επειδή δεν με παίρνει να περιμένω τα συμπεράσματα των ερευνητών του μέλλοντος, προχωράω σε μερικά δικά μου.

Έχω τη γνώμη ότι το παιδικό παιχνίδι βοηθά τέσσερεις βασικές διαδικασίες της ανάπτυξης του παιδιού.

-Πρώτα απ’ όλα, του προσφέρει δυνατότητες «δημιουργικής καταστροφής». Μέσα από την καταστροφή ενός παιχνιδιού, το παιδί αποκτά συνείδηση του όλου και των μερών του, των σχέσεων μεταξύ των δισδιάστατων σχημάτων και των τρισδιάστατων όγκων, του εμφανούς και του κρυμμένου, των δυνατοτήτων των χεριών του και του ρόλου του στη μεταβολή μίας υλικής πραγματικότητας.

-Δεύτερο, βοηθά στην ανάπτυξη της φαντασίας του. Πραγματικό για τον κάθε ένα μας είναι, αυτό που θεωρούμε για πραγματικό και αυτό που έχουμε μάθει από την πείρα και τις γνώσεις μας ότι είναι πραγματικό. Για ένα μικρό παιδί λοιπόν, η πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερο θέμα φαντασίας και σαφώς λιγότερο θέμα πείρας και γνώσεων. Έτσι, ένα παιδάκι μπορεί να «αναγνωρίσει» μία βάρκα σε ένα κομμάτι ξύλο, ένα μωρό σε μία πάνινη κούκλα, ένα όπλο σε μία κρεμάστρα, και πάει λέγοντας.

-Τρίτο, βοηθά στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων του. Ένα κατάλληλο παιχνίδι κάνει το παιδί να αποκτά συνείδηση των σωματικών και πνευματικών δυνατοτήτων του, αυτοπεποίθηση και ευχέρεια επανάληψης ορισμένων κινήσεων ή σκέψεων με τη σωστή σειρά, του δίνει δηλαδή τη δυνατότητα να αποκτά δεξιότητες. Οι δεξιότητες που συνεχίζει να αποκτά με αυτόν τον τρόπο, γίνονται όλο και πιο σύνθετες και το προετοιμάζουν για τις απαιτήσεις της σχολικής ζωής.

-Τέλος, το παιχνίδι προσφέρει ψυχαγωγία, τέρψη, γνώση, πληροφόρηση. Πιστεύω ότι πολλά από τα πιο χρήσιμα εφόδια για την επιβίωση μας, από τα πιο ωραία ταξίδια μας, από τα πιο ακριβά όνειρα μας, έχουν βάση, αιτία, ή αρχή τα παιχνίδια μας.

Για τους παραπάνω λόγους, στην επιλογή ενός παιχνιδιού πρέπει τον πρώτο λόγο να έχουν, η αγάπη, το ένστικτο, η γνώση και η ποιότητα και όχι το μέγεθος, ο ανταγωνισμός, η μόδα, η συσκευασία και η τιμή. Το παιχνίδι πρέπει να φανερώνει αλλά και να κρύβει. Να χορταίνει αλλά και να μη μπουχτίζει. Να μοιάζει γνωστό αλλά να είναι και άγνωστο.

Οι εγγονούλες μου έχουν ατέλειωτα καλάθια και κούτες με παιχνίδια, παίζουν όμως πάντα με τα ίδια, ελάχιστα, αγαπημένα τους. Δύο-τρεις ξεμαλλιασμένες μονόφθαλμες και ταλαιπωρημένες κούκλες (είναι οι πιο παλιές τους και γι’ αυτό έχουν προλάβει να τις αγαπήσουν), ένα μικρό και σχεδόν άχρηστο οργανάκι (γιατί μπορούν με αυτό να παράγουν μόνες τους μουσική), μερικά παζλς (γιατί με αυτά μπορούν και παράγουν ένα σύνολο από τα μέρη του) και, από εκεί και μετά αρχίζει το χάος. Τα εργαλεία κουζίνας της γιαγιάς τους, τρίφτες, κουτάλες, μπρίκια, σουρωτήρια και ότι άλλο βάλει ο νους σας, τα βάζουν σε ένα καλαθάκι (πάντα το ίδιο) και αναχωρούν για το δωμάτιο που παίζουν. Το ίδιο γίνεται και με τα δικά μου εργαλεία, μόνο που, επειδή με αυτά μπορεί να χτυπήσουν, συμμετέχω και εγώ διακριτικά στο παιχνίδι τους. Ξέχασα να πω ότι από το δεύτερο χρόνο της ύπαρξης τους τρελαίνονται να μουτζουρώνουν χαρτιά και είναι ωραίο να βλέπεις πως, χρόνο με το χρόνο, οι μουτζούρες μεταμορφώνονται σε σχήματα και τα σχήματα σε εικόνες.

Το κακό(;) είναι πως στο ίδιο δωμάτιο, περιμένοντας υπομονητικά την ανακύκλωση, μαραζώνουν παραμελημένες προσωπικότητες του κουκλόκοσμου, ξεθωριάζει η πλαστική επίπλωση ενός κουκλόσπιτου που δεν του λείπει τίποτα αλλά και δεν σημαίνει τίποτα για τα παιδιά και αργοπεθαίνουν ασήμαντα ομοιώματα ανθρώπων και ζώων, που το ενδιαφέρον γι’ αυτά τέλειωσε πριν τελειώσουν οι μπαταρίες τους.

Συνοψίζοντας:

-Μη φλομώνετε τα παιδιά με παιχνίδια . Δεν προλαβαίνουν να τα γνωρίσουν, να τα αγαπήσουν, να τα παίξουν.

-Μη δίνετε στα παιδιά παιχνίδια που είναι φτιαγμένα με τη λογική των μεγάλων. Αυτά μπορεί να είναι καλά για να παίζουν οι γονείς, αλλά τα παιδιά τα αφήνουν αδιάφορα.

-Μην αγοράζετε ένα παιχνίδι, μόνο και μόνο επειδή σας άρεσε η διαφήμιση του. Οι διαφημίσεις είναι για να πουλιούνται τα παιχνίδια, όχι για να αγοράζονται.

-Μη δωρίζετε ένα παιχνίδι χωρίς να υπάρχει λόγος. Στα παιδιά αρέσει να συνδέουν τα δώρα με ημερομηνίες και γεγονότα.

-Τέλος, μη ξεχνάτε ότι τα παιδιά διαθέτουν τρομερή φαντασία και επινοητικότητα. Αφήστε τα να «εφεύρουν» τα παιχνίδια τους. Θα είναι γι’ αυτά το μεγαλύτερο δώρο.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ "ΑΝΤΑΡΤΩΝ" ΚΑΙ "ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΩΝ"

Οι "αντάρτες"

Αντάρτης. Λέξη με μεγάλη ιστορική και πολιτική φόρτιση.

Σημαίνει τον αντιρρησία, τον επαναστάτη, το στασιαστή, τον εξεγερμένο κ.ά., και αποπνέει μίαν οσμή ελευθερίας, ανεξαρτησίας, χειραφέτησης.

Στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης, αντάρτης χαρακτηρίζεται (συνήθως αυτοχαρακτηρίζεται, ή αρέσκεται να τον χαρακτηρίζουν) αυτός που, ενώ έχει θέσει υποψηφιότητα στο κόμμα του για υποψήφιος δήμαρχος (ζητάει δηλαδή να πάρει το χρίσμα),  έχοντας  συμφωνήσει στη διαδικασία επιλογής, αν δεν επιλεγεί υποψήφιος  αυτοανακηρύσσεται αντάρτης, δίνει το χρίσμα στον εαυτό του και κατεβαίνει στις εκλογές σαν «των εχθρών του λαού σκληρός τιμωρός», ένα είδος αυτοδιοικητικού Ζορό.

Οι άνθρωποι αυτοί έχουν πράγματι τσαγανό. Αφού πρώτα φιλήσουν, όπως λέει ο λαός, κατουρημένες ποδιές για να πάρουν το χρίσμα, έτσι και "δεν τους κάτσει" παίρνουν τ’ άρματα και βγαίνουν στο κλαρί, καταγγέλλοντας τις διαδικασίες που είχαν αποδεχθεί, μέχρι "να φάνε πόρτα" .

Με τα παραπάνω δεν εννοώ ότι τα κόμματα είναι άμοιρα ευθυνών, ίσως να έχουν τις περισσότερες. Αλλαγές της τελευταίας στιγμής, παζαρέματα που ανέδειξαν άλλον "τυχερό", καραμπόλες από συμφωνίες με άλλα κόμματα και ένας σωρός άλλες αιτίες κάνουν τους αντάρτες συμπαθείς.

Επειδή όμως ψηφοφόρος  δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, και ψυχολόγος και επειδή ακόμη, ο ψηφοφόρος απαιτεί από τον/την υποψήφιο/α δήμαρχο του, μεταξύ άλλων, ευθύτητα, συνέπεια και αξιοπρέπεια, θα συνιστούσα στους ρομαντικούς που θέλγονται από την ταμπέλα του αντάρτη, πριν φτάσουν μπροστά στη κάλπη, να το σκεφτούν λίγο ακόμη.

"Οι αντιστασιακοί"

Στις  10 Ιανουαρίου κυκλοφόρησε το πρώτο κείμενο δημόσιας διαβούλευσης για το πρόγραμμα "ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ". Η κοινωνία παρακολούθησε όλες τις φάσεις της εξέλιξης του, από ένα πρόπλασμα ολοκληρωμένης πρότασης μίας ριζικής - επαναστατικής θα έλεγα – τομής στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε ένα νομοθέτημα που ταράζει το τέλμα στο οποίο βρίσκεται, εδώ και πολλά χρόνια, ο βασικότερος θεσμός άμεσης δημοκρατίας στη χώρα μας.

Η κριτική και οι αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, κυμάνθηκαν μεταξύ κακοπιστίας και μιζέριας και απέδειξαν για άλλη μία φορά την ανυπαρξία λόγου και θέσεων της συντηρητικής παράταξης, καθώς και τη δεξιά ανασφάλεια (ανασφάλεια μη και δεν τους βγαίνουν τα κουκιά) της όλης αριστεράς.

Σε επίπεδο προσώπων, και δη δημοτικών αρχόντων, εντοπίστηκαν, λίγες είναι η αλήθεια, συμπεριφορές, παράξενες μεν, ερμηνεύσιμες δε. Ήταν συμπεριφορές αντίδρασης που έγινε προσπάθεια να παρουσιαστούν σαν "αντίσταση εναντίον ενός νομικού εκτρώματος το οποίο, αν εφαρμοζόταν, θα κατέστρεφε την τοπική αυτοδιοίκηση". 

Η αντίδραση αυτή έχει τέσσερεις, κυρίως, λόγους.

1.- Η αύξηση του εκλογικού σώματος μικραίνει το ποσοστό των άμεσα εξυπηρετηθέντων (άρα, οιονεί ψηφοφόρων) από τους δημάρχους και απομακρύνει την πιθανότητα να παίξουν αυτοί σημαντικό ρόλο στην επανεκλογή των.

2.- Η μεγέθυνση της "εκλογικής επικράτειας" στην οποία θα εκτεθούν οι δήμαρχοι αυτοί σαν υποψήφιοι, μικραίνει την αναγνωρισιμότητα των και τους καθιστά περισσότερο άγνωστους, άρα λιγότερο εκλέξιμους.

3.- Η συνένωση των δήμων τους  με άλλους δήμους, περιορισμένων οικονομικών θα τους μεταφέρει από τον "περίπατο" της ανέφελης εξουσίας, στα ανηφορικά και συννεφιασμένα μονοπάτια της οικονομικής πραγματικότητας των περισσοτέρων Ο.Τ.Α.

4.- Μία τελευταία, τέλος, κατηγορία δημάρχων είναι αυτοί που, και ξέρουν ότι δεν έχουν ελπίδες να επιβιώσουν σε ένα δήμο του Καλλικράτη, και φοβούνται ότι ο νέος δήμαρχος θα βρει ενοχλητικές εκκρεμότητες των, τις οποίες ίσως και να προωθήσει 'όπου δει".

Αυτές οι παραπάνω κατηγορίες, και ίσως και άλλες, συναπαρτίζουν τους "αντιστασιακούς του Καλλικράτη". Λίγους σε αριθμό, μικρούς, σε μπόι, ξεσκεπασμένους σε προθέσεις. Δοξάστε τους (αλλά, προς θεού, μην τους ψηφίσετε).

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας
Είναι οι γιοί και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής για τη ζωή
Έρχονται στη ζωή με τη βοήθεια σας, αλλά όχι από εσάς
Και μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας
…………………………………………………………………………………………………………………………………….
Εσείς είστε τα τόξα απ’ όπου τα παιδιά σας σαν ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά
………………………………………………………………......
Το λύγισμα σας στα χέρια του τοξότη ας είναι για σας χαρά
…………………………………………………………………...

                Χαλίλ Γκιμπράν, «Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ»  (Για τα παιδιά)



Όταν, μετά από ένα γάμο δημιουργείται ένα καινούργιο ζευγάρι, δεν συντελείται μόνο σαρκική ένωση, κατά πως λέει ο παπάς, αλλά και πνευματική, συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική.
 Το προϊόν αυτής της ένωσης  είναι δύο νέα πρόσωπα με νέα χαρακτηριστικά, δύο νέοι, στην ουσία, χαρακτήρες που, όμως λειτουργούν πια και σαν ενιαίο σύστημα. Η αλλαγή αυτή, παρ’ όλο που είναι και επιθυμητή και ευχάριστη για το νέο ζευγάρι, δεν είναι -μερικές φορές- ευχάριστη για τους γονείς.
 Αυτό είναι πιο συνηθισμένο για τους γονείς του αγοριού γιατί, ενώ το αγόρι αποσπάται από τη γονική εστία για να δημιουργήσει με τη σύντροφό του τη δική τους, το κορίτσι κρατάει περισσότερη επαφή, με τη μητέρα του κυρίως, για πρακτικά περισσότερο ζητήματα. Έτσι, οι γονείς του αγοριού έχουν το συναίσθημα ότι «η νύφη τους πήρε το παιδί». Κανείς δεν τους το πήρε. Μόνο του έφυγε, γιατί έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και τραβάει το δρόμο του.

Πώς όμως οι γονείς μπορούν να διαχειριστούν αυτή την αλλαγή με το μικρότερο κόστος και το μεγαλύτερο όφελος γι’ αυτούς και για το νέο ζευγάρι;

Ας προσπαθήσουμε να το δούμε σαν ένα «οδικό χάρτη επιβίωσης γονέων (και παππούδων)»

1.  Οι γονείς δεν περιμένουν τίποτα από το παιδί τους και την/τον σύντροφο του  και γι’ αυτό, ό,τι τους δίνεται από αυτούς είναι ένα ευπρόσδεκτο δώρο.

2.  Οι γονείς δεν δίνουν τίποτα στο παιδί τους και την/τον σύντροφο του, αν δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δώσουν, και δεν περιμένουν ευγνωμοσύνη ή ανταπόδοση γι’ αυτά που δίνουν.

3.  Οι γονείς δεν πρέπει να βλέπουν την/τον σύντροφο του παιδιού τους σαν σφετεριστή ή ανταγωνιστή. Το παιδί τους και η/ο σύντροφος του,  πρέπει να αντιμετωπίζονται από τους γονείς σαν  δύο ξεχωριστά -νέα- άτομα, αλλά και σαν ένα «ενιαίο σύστημα», με «ενιαία συμπεριφορά». Αυτή η ενιαία νέα συμπεριφορά μπορεί να είναι χειρότερη από την προηγούμενη συμπεριφορά  του παιδιού τους γιατί έχει προκύψει σαν μείγμα δύο διαφορετικών συμπεριφορών.  (Γι’ αυτό, πιο τυχεροί γονείς είναι αυτοί που η/ο σύντροφος του παιδιού τους είναι καλύτερη/καλύτερος από το παιδί τους).

4.  Οι γονείς δεν πρέπει να περιμένουν από το παιδί τους να τους νοιάζεται περισσότερο απ’ ότι τους νοιάζεται η/ο σύντροφος του. Αν συμβεί αυτό, είναι πολύ πιθανό να υπάρξει δυσαρμονία  στο ζευγάρι. (Πράγμα που οι γονείς ,όχι μόνο δεν πρέπει να θέλουν, αλλά πρέπει να προσπαθούν να το αποτρέπουν με κάθε τρόπο). Γι’ αυτό και οι όποιες καινούριες γι’ αυτούς συμπεριφορές του παιδιού τους  (καλύτερες, ή χειρότερες) μπορεί να τους ευχαριστούν ή να τους δυσαρεστούν αλλά πρέπει να ερμηνεύονται σαν συμπεριφορές του «ενιαίου συστήματος».
5.Το παιδί-«ενιαίο σύστημα» προβάλλει, συνήθως, αιτήματα προς τους γονείς. Τα αιτήματα αυτά έχουν το περιεχόμενο που επιβάλλει το πλέον απαιτητικό από τα δύο μέρη του ζευγαριού, και υποβάλλονται με τον τρόπο που επιλέγει αυτό.

6.  Οι γονείς, επειδή είναι, συνήθως, κάποιας (τρίτης) ηλικίας και επειδή έχουν και αυτοί το δικαίωμα να ζήσουν ειρηνικά τα χρόνια που έχουν μπροστά τους, πρέπει να απαλλαγούν από τα σύνδρομα  του γονέα προστάτη, του γονέα χορηγού, του γονέα αφέντη και του γονέα ξερόλα. Πρέπει όμως, ταυτόχρονα, να αναπτύξουν ένα μηχανισμό προστασίας τους από τις κάθε είδους πιέσεις που ασκεί το παιδί-«ενιαίο σύστημα». Ο μηχανισμός αυτός έχει δύο στοιχεία, την αξιοπρέπεια και την σταθερότητα-αποφασιστικότητα.

-Αξιοπρέπεια: Δεν ζητάνε τίποτα, ούτε με άμεσο, ούτε με έμμεσο τρόπο, ούτε σαν παροχή, ούτε σαν αντιπαροχή, συναισθηματική, υλική, ή άλλη. Δεν παρακαλούν για τίποτα και δέχονται ότι τους παρέχεται, μόνο όταν αυτό τους ευχαριστεί. Όταν νοιώθουν ότι είναι ανεπιθύμητοι, ή,  έστω, ανεκτοί, δεν πλησιάζουν και δεν στενοχωριούνται γι’ αυτό. Επίσης, δεν πλησιάζουν όταν δεν θέλουν οι ίδιοι. Αυτό δεν κάνει άλλωστε και το παιδί τους;

- Σταθερότητα : Έχουν πάντα την ίδια άποψη για το ίδιο θέμα και την άποψη αυτή την αλλάζουν μόνο όταν πεισθούν γι’ αυτό. Για αυτό το λόγο, το ναι σημαίνει ναι, το όχι σημαίνει όχι και δεν μπαίνουν σε διαπραγμάτευση. Είναι καλό να είναι διαθέσιμοι, όποτε μπορούν και θέλουν, αλλά ποτέ δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένοι.

7.  Επειδή τα εγγόνια χρησιμοποιούνται πολλές φορές σαν πολιορκητικός κριός, ο παππούς και η γιαγιά πρέπει να δείξουν από την αρχή ότι η αγάπη τους για τα εγγόνια τους είναι αυτόνομη και δεν έχει καμία σχέση με το ότι αυτά είναι παιδιά του παιδιού τους. Αυτό σημαίνει ότι η όποια προσφορά προς τα εγγόνια τους θα είναι δική τους επιλογή και όχι ικανοποίηση επιλογής ή απαίτησης του παιδιού τους. Ο παππούς και η γιαγιά θα έχουν συνεισφέρει τα μέγιστα στην ανατροφή των εγγονιών τους, όταν αυτά, κάθε φορά που τους συναντούν, τους κοιτάζουν στα μάτια με χαμόγελο και όχι στα χέρια με περιέργεια.


 Σημείωση: Κάθε συμβολή στη συμπλήρωση αυτού του οδικού χάρτη, είναι ευπρόσδεκτη.

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ - ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ

Παρατηρώντας το αυτοδιοικητικό  τοπίο  στο επίπεδο της σχέσης των αιρετών εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης , από τη μία πλευρά με τους συλλογικούς φορείς των περιοχών που εκπροσωπούν και από την άλλη με τα πολιτικά κόμματα, μπορούμε να κάνουμε μερικές επισημάνσεις , μέσα από αυτές  να αναδείξουμε προβλήματα που δημιουργούνται και, τέλος, να προχωρήσουμε στη διατύπωση μίας πρότασης.
Είναι ευνόητο ότι όσα αναφέρονται παρακάτω δεν αφοράν στο σύνολο των δήμων  της Ελλάδας, αίσθησή μου όμως είναι ότι αφοράν στους περισσότερους, γι' αυτό και τα αναφέρω.
1.- Οι σχέσεις μεταξύ των  εκπροσώπων της Τ.Α. και των συλλόγων, καθώς και των Μ.Μ.Ε. της αντίστοιχης περιοχής είναι συνήθως σχέσεις υποταγής και αγνόησης,  σχέσεις εξάρτησης και συναλλαγής ή σχέσεις αμοιβαίας έλλειψης επικοινωνίας.
     Όταν οι σύλλογοι δεν είναι μαζικοί και δεν εκφράζουν πραγματικά την κοινωνία του χώρου τους, αδυνατούν να εκφέρουν συγκροτημένο λόγο και να αναπτύξουν συντονισμένη δράση, με αποτέλεσμα να υποτάσσονται στις επιλογές των τοπικών αρχόντων, ή να αγνοούνται από αυτούς.
     Όταν οι δημοτικές αρχές δεν έχουν επαφή και επικοινωνία με το σύνολο του χώρου τους και η δράση τους τελειώνει εκεί που τελειώνει ο κατάλογος των ψηφοφόρων τους, έχοντας και την ανασφάλεια της επανεκλογής τους, αρχίζουν να εξαρτώνται από την υποστήριξη διαφόρων τοπικών παραγόντων (ή φορέων που ελέγχονται από αυτούς τους παράγοντες)  και αρχίζει έτσι μία ιδιότυπη συναλλαγή που   εκφράζεται μέσα από τη λογική «πάρε ηλεκτροφωτισμό-δώσε ψήφους», ή, «πάρε ψήφους-δώσε ασφαλτόστρωση».
 Υπάρχει όμως και μια τρίτη περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ δημοτικών αρχών και συλλόγων, πράγμα που στερεί τις πρώτες από μία σημαντική βοήθεια και τους δεύτερους από ένα σημαντικό βήμα συμμετοχής στα κοινά.
Τα ίδια, περίπου, ισχύουν και για τις σχέσεις των δημοτικών αρχών με τα Μ.Μ.Ε. μόνο που εκεί η συναλλαγή εκφράζεται στην λογική «πάρε διαφήμιση, φέρε υποστήριξη» ή «πάρε υποστήριξη, φέρε διαφήμιση».
2.- Οι σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων της Τ.Α. και των πολιτικών κομμάτων είναι ακόμη πιο ιδιόμορφες.
   Τα  κόμματα επιδιώκουν, αφ' ενός μεν να αποδείξουν ότι κυριαρχούν σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών (και να χρωματίσουν το χάρτη της Ελλάδας το βράδυ των εκλογών με το κομματικό χρώμα), αφ' ετέρου δε να ελέγξουν τις οργανώσεις της Τ.Α.(την Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., την Ε.Ν.Α.Ε. και τις Τ.Ε.Δ.Κ. της χώρας), μέσω των εκπροσώπων των στην Τ.Α.
   Οι υποψήφιοι τοπικοί άρχοντες, από τη δική τους πλευρά, επιδιώκουν να αυξήσουν την προσωπική τους επιρροή και, άρα, να αυξήσουν τις πιθανότητες εκλογικής τους επικράτησης, μέσα από την υποστήριξη κάποιου κόμματος, παίρνοντας από αυτό το περίφημο “χρίσμα”.
   Μετά το βράδυ των εκλογών, η συμπεριφορά των δύο μερών εξαρτάται από την ειλικρίνεια των προθέσεων, τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών και τις συγκυρίες (αν δηλαδή το κόμμα που στήριξε την υποψηφιότητα κάποιου δημάρχου είναι στην κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση).
   Η πείρα έχει δείξει ότι, οι πιο πολλοί, αν όχι όλοι, δημοτικοί άρχοντες, ακολουθούν μεν (τις περισσότερες φορές) την κομματική «γραμμή» στα συνέδρια των οργανώσεων της Τ.Α. που αναφέραμε πιο πάνω, αλλά στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων των Ο.Τ.Α. των οποίων προΐστανται κάνουν, κυριολεκτικά, «του κεφαλιού τους». Επίσης, τα κόμματα, όταν είναι στην κυβέρνηση, δεν έχουν σαν πρώτη τους προτεραιότητα την υλοποίηση του προγράμματος τους για την Τ.Α.
3.- Οι παραπάνω σχέσεις, όταν αναπτύσσονται, δημιουργούν στρεβλώσεις στη λειτουργία της κοινωνίας και των θεσμών της, στρεβλώσεις που τις πληρώνουν, αργά ή γρήγορα, όλοι οι πολίτες, γιατί, δημοτικές αρχές που δεν οφείλουν την ανάδειξή τους αποκλειστικά στην ελεύθερη και ακαθοδήγητη βούληση υπεύθυνων και σωστά ενημερωμένων πολιτών, μετά το τέλος της εκλογικής διαδικασίας τους αγνοούν, βάζουν σαν κύριο στόχο την παραμονή τους στην εξουσία και η όποια ενασχόλησή τους με τα τοπικά προβλήματα είναι  συνάρτηση του κατά πόσο εξυπηρετείται αυτός ο στόχος.
4.- Όλα αυτά ηχούν άσχημα, γιατί είναι άσχημα, και φαντάζουν αξεπέραστα, γιατί, αν και αποτελούν παλιό πρόβλημα στο χώρο της Τ.Α., αυτοί που θα έπρεπε να φροντίσουν για τη λύση του δεν το έκαναν μέχρι σήμερα για λόγους που όλοι υποψιαζόμαστε.
5.- Τα πολιτικά κόμματα έχουν κάθε δικαίωμα να επιδιώκουν την υλοποίηση των θέσεων και προτάσεών τους για την Τ.Α. και είναι απόλυτα θεμιτό να επιδιώκουν την εκλογή δημάρχων ή περιφερειαρχών  που συμφωνούν με αυτές. Αυτό όμως που δεν είναι θεμιτό είναι η προσπάθεια δημιουργίας μηχανισμών ελέγχου των θεσμικών οργάνων της Τ.Α., ή η δημιουργία σχέσεων εξάρτησης των αιρετών εκπροσώπων από το κόμμα που τους στήριξε κατά την εκλογική διαδικασία.
    Τι γίνεται όμως αν ένας δήμαρχος δεν ακολουθεί την αυτοδιοικητική πρόταση του κόμματος που τον στήριξε, ή αν ένα κόμμα δεν δείχνει συνέπεια στην υποστήριξη της πρότασής του; Σήμερα δεν γίνεται τίποτα γιατί δεν έχει προηγηθεί καμία συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των δύο μερών (κανένα, άλλωστε, από τα δύο δεν την επιδιώκει).
    Αν όμως υπήρχε ένα κείμενο θέσεων που θα περιελάμβανε ένα γενικό μέρος για την Τ.Α. και ένα ειδικό μέρος για τον συγκεκριμένο δήμο, το οποίο θα λειτουργούσε  σαν “μνημόνιο συναντίληψης” μεταξύ των δύο μερών και θα αποτελούσε μία ηθική, τουλάχιστον,  δέσμευση και για τα δύο μέρη, σε περίπτωση αθέτησης του οι πολίτες θα είχαν τη δυνατότητα να διακρίνουν ποιός έχει δίκιο και ποιός όχι.
6.- Οι υποψήφιοι για αξιώματα στην τοπική αυτοδιοίκηση έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικούν την ψήφο των συμπολιτών τους μέσα από ένα πρόγραμμα για την βελτίωση της ζωής των, την επίλυση των τοπικών προβλημάτων και την ανάπτυξη του τόπου. Η υλοποίηση όμως του προγράμματος αυτού δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας τους, άλλωστε, πολλές φορές, δεν είναι οι μοναδικοί αίτιοι για την αθέτησή του. Κι όμως, υπάρχουν κριτήρια επιτυχίας που δεν έχουν άμεση σχέση με τις λάμπες, τις ασφαλτοστρώσεις, την αποχέτευση και το πράσινο. Ας δούμε μερικά από αυτά.
      Πρώτα πρώτα, για να λειτουργήσει ένας δήμος πρέπει να λειτουργούν, στοιχειωδώς έστω, οι υπηρεσίες του. Ακόμη κι αν το προσωπικό είναι λειψό, ανεκπαίδευτο, ή χωρίς τεχνικά μέσα, θα μπορέσει να παραγάγει έργο, αν η δημοτική αρχή εμπνέει σεβασμό, διοικεί με δικαιοσύνη και αυστηρότητα και  δεν ψάχνει να φορτώσει τις ευθύνες της σε άλλους.
       Η δημοτική αρχή πρέπει να έχει όραμα για το δήμο  και να μην αρκείται στη διαχείριση της καθημερινότητας. Με την υλοποίηση ενός οράματος, σε συμμαχία με την κοινωνία και με τη συμμετοχή της , ο δήμος σίγουρα θα μπει σε τροχιά προόδου, ενώ με τη λογική της διαχείρισης της καθημερινότητας το καλύτερο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι η στασιμότητα.
       Η δημοτική αρχή πρέπει να ενδιαφέρεται πραγματικά για την ανάπτυξη του δήμου και οφείλει να παρουσιάσει μία πρόταση ανάπτυξης με στόχους, προτεραιότητες, πρόγραμμα, κόστος και χρονοδιάγραμμα. Επίσης, η δημοτική αρχή πρέπει να έχει πρόταση για τα σύγχρονα θέματα που απασχολούν τη δημόσια διοίκηση και την κοινωνία, (διαφάνεια, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, συμμετοχικές διαδικασίες, αειφορία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κλιματικές αλλαγές, κ.ά.)
       Η δημοτική αρχή πρέπει να ενώνει και όχι να διχάζει την τοπική κοινωνία. Γι αυτό και δεν πρέπει να κυριαρχείται από λογικές που δημιουργούν αντιπαλότητες .Όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, τα οποία καθορίζονται από το σύνταγμα και τους νόμους, πράγμα το οποίο πρέπει να σέβεται κάθε δημοτική  αρχή.
       Τα παραπάνω κριτήρια επιτυχίας, των οποίων ο κατάλογος δεν εξαντλείται εδώ, δεν εξαρτώνται τόσο από τον προϋπολογισμό του δήμου, όσο από την ποιότητα της δημοτικής αρχής. Ακόμη,  τα παραπάνω κριτήρια μπορούν να λειτουργήσουν και σαν κριτήρια επιλογής για τη στήριξη κάποιου συνδυασμού στις επόμενες δημοτικές εκλογές.
7-. Στο σημείο αυτό πρέπει να εξετάσουμε το ρόλο που μπορούν να παίξουν οι συλλογικοί φορείς ενός δήμου, σύλλογοι, σωματεία, συνδικάτα, συνεταιρισμοί κλπ, καθώς και τα Μ.Μ.Ε. Δυστυχώς, οι περισσότεροι συλλογικοί φορείς περιορίζουν τη δράση τους στη διοργάνωση εκδηλώσεων που λίγοι παρακολουθούν, στη συντήρηση κάποιων γραφείων τα οποία σπάνια είναι ανοιχτά και στα οποία ακόμη πιο σπάνια πατάει μέσα κόσμος, και στην  παρακολούθηση τελετών, λιτανειών και θρησκευτικών μυστηρίων. Θα μπορούσε όμως να είναι διαφορετικά.
Πρόταση: Να μαζευτούν όλοι οι συλλογικοί φορείς  του δήμου και, σε συνεργασία με τους δημότες να καταγράψουν και να ιεραρχήσουν τα προβλήματα του δήμου τους, να συμφωνήσουν στον τρόπο ανάπτυξης που θέλουν, να διατυπώσουν τα ποιοτικά στοιχεία της δημοτικής αρχής που επιθυμεί ο τόπος, σύμφωνα  με τα κριτήρια της προηγουμένης παραγράφου, ή και με άλλα, και, όταν έρθει η ώρα, να καλέσουν τους υποψήφιους σε ανοιχτό διάλογο, σε μία ανοιχτή για όλους συγκέντρωση, στην οποία οι υποψήφιοι θα συζητήσουν πάνω στα συμπεράσματα της εργασίας των συλλογικών φορέων που περιγράψαμε παραπάνω και θα διατυπώσουν και αυτοί τις προτάσεις τους, θα συμφωνήσουν ή θα διαφωνήσουν.
       Μετά από μια τέτοια διαδικασία, οι πολίτες του δήμου θα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες για μια ορθή επιλογή, γιατί θα μπορούν να εκλέγουν τους καλύτερους από αυτούς που διάλεξαν οι ίδιοι και όχι από αυτούς που τους υπέδειξαν κάποιοι άλλοι.
       Δεν ισχυρίζομαι ότι το εγχείρημα είναι εύκολο, ούτε ότι η επιτυχία του είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένη, νομίζω όμως ότι είναι ο μόνος τρόπος να ξεκαθαρίσουν οι σχέσεις και οι ρόλοι, να δεσμευθούν οι υποψήφιοι πάνω σε συγκεκριμένα προγράμματα, χωρίς να χρωστάνε χάρη σε παράγοντες ή σε κόμματα, και να επιλέξουν οι πολίτες μέσα από προγράμματα και όχι με την απόσπαση υποσχέσεων για προσωπικές εξυπηρετήσεις. Θα χρειαστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους των συλλογικών φορέων του δήμου, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Έτσι κι αλλιώς, είναι κρίμα να παρασύρει τα πάντα η αδράνεια και η μοιρολατρία, γιατί αν μία κοινωνία δεν ενδιαφέρεται η ίδια για τα θέματα που την αφοράν, κανείς άλλος δεν θα ενδιαφερθεί γι’ αυτή. Ούτε καν ο Καλλικράτης.

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΟΛΟΥΣΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ



                               Σε ζελοφάν


Σε ζελοφάν τα ομοιόμορφα μυαλά σας περπατάν
Και πολεμάν για να με ψήσουνε πως κι έτσι μ’ αγαπάν.
Ιλουστρασιόν οι κοινωνίες των μοντέρνων οικισμών
Σε σουσπανσιόν κοιμάται η σύγχρονη Πυθία των χρησμών.

Νάταν να μετακούναγα ολόκληρο πλανήτη
Στις αποθήκες υλικών, θεσμών και σούπερ αγαθών να βάλω δυναμίτη.
Νάταν και να πιπίλαγα ξανά το δάχτυλό μου
Σαν τα μικρά μικρά παιδιά (ουά) που βρέχονται συχνά να βρω τον εαυτό μου.

Μισοτιμής σου έχουν κλέψει τη φαρέτρα της ζωής
Κι ότι κι αν πεις δε θα με κάμεις συνεργό υποταγής
Αναλαμπές σ’ ένα χορό που δε φτουράει ο Γκιλγκαμές
Και είμαι οφφ απ’ το κουτί των πειραμάτων του Παυλώφ.

 Όσο κι αν με κομμάτιασαν στο διάβα μου με νάρκες
Ωσάν της σαύρας την ουρά συχνά, μιλάω σοβαρά, ανάπλασα τις σάρκες
Κι όσο κι αν με καθήλωσαν να ζω σαν τα σκουπίδια
Η ανθρωπότη δεν μπορεί κι αυτή θα υπονομευθεί από τη γη την ίδια.



                                                                                 Νικόλας Άσιμος



Σώνεται το καλοκαίρι, τέλειωσαν και μένα οι διακοπές μου, γύρισα πίσω στην ενδιαφέρουσα ζωή του συνταξιούχου, και του χρόνου να είμαστε καλά.
Παράξενο ,αλλά μιας κι’ όλο το χρόνο ζω σε χωριό κατέβηκα για διακοπές στην Αθήνα να δω και κανένα δικό μου.

Δεν λέω, καλά τα πέρασα, και θα ήταν ακόμα καλύτερα αν έλειπε μία νύχτα. Η νύχτα που κάποιοι ευυπόληπτοι πολίτες, αγανακτισμένοι από την «ηχορύπανση» που προκαλούσε η μουσική που ακουγόταν από μία πολιτιστική εκδήλωση σε ένα κοντινό παρκάκι, επέδραμαν, κυνήγησαν τα παιδιά (αναρχικούς τα αποκάλεσαν),  κατέστρεψαν το ηχητικό συγκρότημα και μήνυσαν το φουκαρά που τους το είχε νοικιάσει.

Ήταν ένα φεγγαρόλουστο σαββατόβραδο. Βέβαια, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Βέβαια, ήταν δυνατή η μουσική, αλλά:
Στην Αθήνα, που όλοι και όλα λειτουργούν βάσει αρχών,  «ανακαλύφθηκε» η αναρχία της ψυχαγωγίας.
Στην Αθήνα, που όλοι και όλα λειτουργούν αθόρυβα, «ανακαλύφθηκε» η ηχορύπανση της μουσικής.

Όλα αυτά, σε ένα μικρό και ανώνυμο παρκάκι της Αθήνας, σε μία μικρή φουντίτσα ταλαίπωρου και ξεθωριασμένου πράσινου, που τολμά να αντιστέκεται στην έφοδο του τσιμέντου.
Η γενιά μου, η γενιά  της αντιπαροχής, η γενιά που κατέστρεψε ή ανέχτηκε την καταστροφή της πιο όμορφης πόλης, που έχτισε τις αλάνες, που μπάζωσε τα ρέματα, που στένεψε τους δρόμους, που εξαφάνισε τις αυλές, που απαγόρευσε την κυκλοφορία στον μπάτη και στην αύρα, που έχτισε σπίτια-φυλακές για να νοιώθουμε μέσα σε μία κοινωνία - φυλακή σα στο σπίτι μας, η γενιά που θεοποίησε την αρπαχτή, την επιδότηση και την κατανάλωση, ξαγρύπνησε ένα σαββατόβραδο. Και διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό προς τους αρμόδιους. Που και αυτοί ανήκουν, φυσικά, στην ίδια γενιά. Και που, ίσως , υποσχέθηκαν την πάταξη της αναρχίας και της ηχορύπανσης.

Οι περίοικοι αυτού του μικρού πάρκου - στο μεγαλύτερο μέρος τους - έχουν μία ιδιότυπη αντίληψη για τη χρησιμότητα του. Θέλουν το πράσινο του για την τέρψη των ματιών τους και το χώρο του για την ανακούφιση των σκυλιών τους. Οτιδήποτε άλλο, τους ερεθίζει, τους εκνευρίζει, τους εξαγριώνει.
Δεν πάει πολύς καιρός που αυτοί οι ίδιοι μαζεύανε υπογραφές για να σταματήσει η κατασκευή ενός κλειστού γυμναστηρίου, με επιχείρημα ότι έτσι θα καταστρεφόταν το πράσινο. Ήταν δε το πράσινο που κινδύνευε μία παλιά δεξαμενή και δύο ξερές συκιές. Ακόμη πιο παλιά, διαμαρτύρονταν γιατί στο γηπεδάκι του μπάσκετ που υπάρχει εκεί, μπήκαν προβολείς και τα παιδιά που παίζανε τα βράδια τους ενοχλούσαν.
Και ποτέ δεν έκατσαν να σκεφτούν, γιατί παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες τους για ξαγρύπνια κοιμούνται συνεχώς και μακαρίως, ποιά είναι άραγε η προσφορά της γενιάς μας στους νέους;  Τι παραλάβαμε και τι παραδίνουμε, τι αυγατίσαμε και τι ξοδέψαμε ,τι αγαπήσαμε και ζεστάναμε και τι προδώσαμε και αποδιώξαμε;
Και απαιτούμε σεβασμό, λες και η καράφλα, η χοληστερίνη και ο προστάτης μπορούν από μόνα τους να εμπνεύσουν σεβασμό. Και οι νέοι μας, ακριβώς επειδή είναι αθώοι, ακριβώς επειδή είναι ευγενικοί, απαντάνε στις προηγούμενες γενιές, όσο πιο ήρεμα και γλυκά μπορούν. Λίγα ντεσιμπέλ παραπάνω, φυγή στην ομορφιά του δυνατού ήχου για να μην ακούνε τη γκρίνια μας, ραπάρισμα για να τραγουδάνε τους καημούς τους μόνο γι’ αυτούς που θέλουν να τους ακούσουν, όπως κάνανε οι παλιότεροι με τα ρεμπέτικα, και όλα αυτά σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να γκρεμίσουν τα τείχη που χτίσαμε γύρω τους  όπως, τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια πριν, οι Ισραηλίτες με σάλπιγγες και αλαλαγμούς είχαν γκρεμίσει τα τείχη της Ιεριχούς.

Η τεχνολογία όμως είναι με το μέρος μας.
Ένα φεγγαρόλουστο σαββατόβραδο, που θα έχουν τα παιδιά μας πάλι μαζευτεί στο παρκάκι για να ακούσουν τη μουσική τους, μπορούμε να πετάξουμε από πάνω τους με τεράστια ελικόπτερα, όπως έκαναν οι Ιταλοί για να εκτρέψουν τη λάβα της Αίτνας και να αδειάσουμε τόνους τσιμέντο στα κεφάλια τους, ώστε να σωπάσουν για πάντα. Και αφού, ούτε ξέρουμε, ούτε μπορούμε, ούτε θέλουμε να αναθρέψουμε παιδιά, ας κάνουμε αυτό που ξέρουμε, μπορούμε και θέλουμε: Παιδιά από τσιμέντο, μικρά και μεγάλα, όρθια και καθιστά, ανάσκελα και μπρούμυτα και -κυρίως- βουβά, για να μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχα τα φεγγαρόλουστα σαββατόβραδα, όπως ήσυχα κοιμόμαστε, μία ολόκληρη ζωή.

Υ.Γ. Η φύση «εκδικείται». Στο δρόμο που περνάει έξω από το παρκάκι, ένας τεράστιος ευκάλυπτος έχει κάνει λίμπα το τσιμεντένιο πεζοδρόμιο με το οποίο προσπάθησαν να τον φυλακίσουν. Απέναντι, από τη ρωγμή ενός τοίχου κρέμεται καμαρωτή μία κάπαρη και στη λάσπη που συνδέει δύο λούκια αποχέτευσης έχει φυτρώσει μία συκιά.

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ, ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ.

Τα ίδια παιδιά, τα παιδιά των παιδιών μας, τα εγγόνια μας.

Έρχονται να μείνουν μαζί μας αρκετές ημέρες το χρόνο. Σαββατοκύριακα και τριήμερα, με τους γονείς τους. Τα καλοκαίρια, μόνα τους.

Στην πρώτη περίπτωση, εμείς, η γιαγιά και ο παππούς, βλέπουμε πώς μεγαλώνουν και ανατρέφονται τα παιδιά, κατά τις απόψεις της σύγχρονης ιατρικής και παιδαγωγικής επιστήμης, τις πληροφορίες του διαδικτύου και την επίδραση των διαφημίσεων.

Στη δεύτερη, στο τέλος του καλοκαιριού, οι γονείς με τρόμο διαπιστώνουν το διαβρωτικό ρόλο της γιαγιάς και του παππού, που κάνουν του κεφαλιού τους, διαταράσσουν την τάξη και σπέρνουν ζιζάνια στο γκαζόν της ανατροφής των παιδιών τους (ή στην ανατροφή των παιδιών του γκαζόν;).

Στην πρώτη περίπτωση, τα εγγονάκια μας έρχονται καλοντυμένα και τριζάτα από την καθαριότητα. Παίζουν στην ώρα τους, τρώνε στην ώρα τους, πλένονται στην ώρα τους, κοιμούνται στην ώρα τους και για όλα αυτά, γίνεται πολλή κουβέντα. Ακόμη, δεν κάνει να ακούνε «κακά λόγια», να πιάνουν έντομα, να χαϊδεύουν τα σκυλιά, να τρώνε ωμά βλαστάρια.

Στη δεύτερη, τα κάνουν όλα τα παραπάνω,  όταν τα παρακαλέσει η γιαγιά τους, χωρίς να γίνει καμία κουβέντα, ακούνε και λένε όλων των ειδών τα λόγια, πιάνουν και χαϊδεύουν ότι δεν τους κάνει κακό, και τρώνε ό,τι θέλουν (η αλήθεια είναι ότι, εξ αιτίας των γονέων τους, έχουν μάθει να μη τους αρέσουν τα ανθυγιεινά φαγητά). Ακόμη, βγαίνουμε στο βουνό, μαζεύουμε, από κουκουνάρια και λουλούδια, μέχρι καύκαλα από σαλιγκάρια και «πουκάμισα» από φίδια και τρώμε άγρια σπαράγγια και καρπούς από τα δέντρα.

Το ερώτημα, ποιος είναι πιο σωστός, οι γονείς ή η γιαγιά και ο παππούς, δεν είναι λάθος, είναι ανύπαρκτο. Οι γονείς είναι η ζωή, η γιαγιά και ο παππούς η παρένθεση. Οι γονείς είναι η ισορροπημένη δίαιτα, η γιαγιά και ο παππούς η λιχουδιά. Οι γονείς είναι το πρόγραμμα, η γιαγιά και ο παππούς το διάλειμμα. Όλοι είναι χρήσιμοι, στη σωστή δόση. Βέβαια, όταν οι διακοπές τελειώνουν, και έρχεται η ώρα του αποχωρισμού, τα εγγονάκια κλαίνε, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι πέρα από τη ζωή, την ισορροπημένη δίαιτα και το πρόγραμμα, τη βρίσκουν και με τις παρενθέσεις, τις λιχουδιές και τα διαλείμματα. Να είναι καλά κι’ ευτυχισμένα.

Υστερόγραφο: Όταν σκέφτομαι τα εγγόνια μου, μου έρχεται πάντα στο μυαλό ένα σχόλιο του Γιάννη Μπουτάρη από μία συνέντευξη που αναφερόταν στα  σαββατοκύριακα με τα εγγόνια του. Έλεγε, σχετικά με την τηλεόραση: «τα αφήνω να βλέπουν τηλεόραση μέχρι να γίνουν τα μάτια τους τετράγωνα». Είναι μία κλασσική περίπτωση, όπου η υπερβολή της αγάπης γεννά την αγάπη της υπερβολής. Ας είναι καλά κι’ αυτός. 

ΕΝΑΣ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ;

Μια φορά, πριν από σαρανταπέντε περίπου χρόνια, βρέθηκα ένα φθινοπωρινό πρωινό στο Τορόντο, στις όχθες της λίμνης Οντάριο, να τρώω φρέσκα ντόνατς με τον κουμπάρο μου τον Τάκη. Κοντά μας ήρθε και στάθηκε μία πελώρια χήνα. Ο Τάκης, από καθαρή επιπολαιότητα και σε μία επίδειξη ελληνικής μαγκιάς, ταΐζοντας τη χήνα με ντόνατς την έφερε κοντά του και, με μια γρήγορη κίνηση, την άρπαξε, την έχωσε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του. Όταν φτάσαμε, ένα περιπολικό της αστυνομίας μας περίμενε έξω από την πόρτα. Ο αστυνομικός τον παρακάλεσε ευγενικά να ανοίξει το πορτ μπαγκάζ είδε τη χήνα, έβγαλε το μπλοκ του και προχώρησε στην καταγραφή των στοιχείων του για να του υποβάλει μήνυση (τελικά, του τη χάρισε). Εντυπωσιασμένος εγώ, τον ρώτησα πώς μας βρήκε και αυτός μου απάντησε ότι ένας πολίτης τον πήρε τηλέφωνο, του κατήγγειλε το συμβάν και του έδωσε τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.  Εγώ τον ξαναρώτησα, πώς και έδωσε πίστη σε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα. Την απάντηση του θα την θυμάμαι για πάντα . Μου είπε: «Πρώτον, ο πολίτης μου έδωσε τα στοιχεία του, δεύτερον, αλίμονο στον Καναδά, αν οι πολίτες του δεν καταγγέλλουν τις παρανομίες που πέφτουν στην αντίληψη τους και τρίτον, αλίμονο στον Καναδά, αν οι αστυνομικοί του δεν παίρνανε στα σοβαρά τις καταγγελίες των πολιτών». 
Σε αυτόν τον τόπο, τον τόπο μας, την Ελλάδα, ζούμε, πάνω κάτω, δέκα εκατομμύρια ψυχές.
Σε αυτόν τον τόπο, τον τόπο μας, την Ελλάδα, προσπαθούμε να τα καταφέρουμε δέκα εκατομμύρια ψυχές.
 Να καταφέρουμε, τι; Να τα βγάλουμε πέρα, να πιάσουμε την καλή, να τη βολέψουμε, να μοιάσουμε σε κάποιους, να μη μοιάσουμε σε κάποιους άλλους.
Να τα καταφέρουμε, πώς; Με ένα, ή περισσότερα, από τα παρακάτω: Τις γνώσεις μας, το μυαλό μας, την εργατικότητα μας, τη θέληση μας. Και ακόμη, την πονηριά μας, τις γνωριμίες μας, την καπατσοσύνη μας, την απέραντη επιείκεια στον εαυτό μας.
Το τελευταίο, αυτή η απέραντη επιείκεια στον εαυτό μας, είναι που κάνει τη μισή ζημιά. Την άλλη μισή την κάνει η αδιαφορία μας, ή η, λόγω εικαζόμενης συνενοχής, ανοχή μας σε ότι κακό, στραβό κι’ ανάποδο κάνουν όλοι οι υπόλοιποι συμπατριώτες μας.
Ας κάνουμε την παρακάτω υπόθεση: Αν ένας από τους δέκα εκατομμύρια συμπολίτες μας αποφασίσει, για μία φορά, να λύσει ένα πρόβλημα του με τρόπο ηθικά, κοινωνικά, ή ποινικά κολάσιμο, δημιουργεί με τη λύση αυτή ένα όφελος για τον εαυτό του και ένα επιπλέον κόστος, ή βάρος, το οποίο μοιράζονται όλοι οι υπόλοιποι. Αν τώρα, όλοι οι συμπολίτες μας αποφασίσουν να κάνουν το ίδιο, ο καθένας από αυτούς έχει ένα όφελος για τον εαυτό του, ενώ, ταυτόχρονα επιμερίζεται το κόστος και το βάρος που του αναλογεί από την αντίστοιχη συμπεριφορά εννέα εκατομμυρίων εννιακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα εννέα συμπολιτών του. Τελικά, όταν κάνουμε ταμείο, βλέπουμε ότι δεν κερδίζει κανένας, αντίθετα, χάνουμε όλοι. Και όταν αυτό γίνεται συνέχεια -και για πολλά χρόνια- όχι μόνο χάνουμε όλοι, αλλά χάνουμε πολλά.
Σίγουρα δεν είμαστε όλοι στον ίδιο βαθμό «μπαγάσηδες» και σίγουρα δεν έχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό ευθύνης για τα προβλήματα αδιαφάνειας και διαφθοράς που ταλανίζουν τη χώρα μας και στα οποία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, η κρίση που βιώνουμε σήμερα. Έχω όμως την αίσθηση ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους δημιουργήθηκε από πολλά εκατομμύρια πταίσματα και όχι από λίγα εγκλήματα. Το μεγάλο όμως έγκλημα, που άνοιξε το δρόμο για τα εκατομμύρια των πταισμάτων, είναι  των πολιτικών, κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, των κομμάτων εξουσίας, οι οποίοι εξέθρεψαν το πελατειακό σύστημα, μας μετέτρεψαν από πολίτες σε πελάτες και, επί πλέον, μας έπεισαν ότι «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο».
Βέβαια, οι πολιτικοί πατερούληδες, αυτοί που «ιδρώνουν» πραγματικά για να μας βοηθήσουν στην κατ’ εξαίρεση ικανοποίηση (ο,τιδήποτε αυτό σημαίνει) ακόμη και του πιο απίθανου αιτήματος μας,  είναι δικές μας επιλογές και μάλιστα, τις πιο πολλές φορές, πολύ δημοφιλείς. Έχουμε λοιπόν τους πολιτικούς που μας αξίζουν και αυτοί έχουν τους ψηφοφόρους – πελάτες που τους αναλογούν.
Αν η σημερινή κρίση έχει σαν αποτέλεσμα να κατανοήσουμε όλη την ουσία των λόγων του Καναδού αστυνομικού, ότι, δηλαδή, σε μία κοινωνία δεν υπάρχουν ανεύθυνοι, υπάρχει ελπίδα να ξεκινήσουμε μία προσπάθεια αλλαγής αξιών και να βρούμε πάλι, μετά από δύο χιλιάδες χρόνια, τις χαμένες ρίζες μας.