Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ


Ο Νεόφυτος ήρθε στην Αθήνα με το μεγάλο ξεριζωμό. Πόντιος στην καταγωγή, πετάχτηκε κυριολεκτικά στη θάλασσα από τους Νεότουρκους και περιμαζεύτηκε από ένα γαλλικό φορτηγό  που τον άφησε στη Σύρο. Από κει, βρέθηκε στην Αθήνα, στη γειτονιά μας, κοντά στο νοσοκομείο του Συγγρού. Έμενε σε ένα υπόγειο, κάτω από το σπίτι που μέναμε κι εμείς, μία παλιά διώροφη μονοκατοικία.
Αποτελεί μία από τις ανεξίτηλες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Κουτσός από το αριστερό πόδι, με την παλάμη του αριστερού χεριού στρεβλή, σαν από εγκεφαλικό, και με το αριστερό μάτι μόνιμα γουρλωμένο, να μην κλείνει ούτε στον ύπνο του. Τα μαλλιά πάντα χτενισμένα στην τρίχα, να κολάνε στο κρανίο λες και τους έβαζε μπριγιόλ, πεντακάθαρος κι αυτός και τα ρούχα του και με παπούτσια πάντα να αστράφτουν. Δεν πρέπει να ήταν πολύ ευαίσθητος στο κρύο. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να φοράει τίποτα παραπάνω από ένα φανελένιο πουκάμισο κι ένα τριμμένο πλεχτό γιλέκο, και για θέρμανση ούτε λόγος. Και να ήθελε βέβαια δεν μπορούσε. Πώς να βγάλει μπουρί σόμπας από το υπόγειο στην ταράτσα, όσο για μαγκάλι, το δωματιάκι που έμενε δεν είχε παράθυρο και για να το ανάψει θα έπρεπε να κρατάει ανοιχτή την πόρτα.

Ζούσε κάνοντας θελήματα και μικρομαστορέματα στη γειτονιά. Δύσκολα τότε τα χρόνια, η Ελλάδα σε εμφύλιο, η γειτονία μας φτωχική, σπάνια πληρωνόταν με χρήματα. Ένα πιάτο ζεστό φαγητό, κανένα παλιό ρούχο ή παπούτσι, ήταν η αμοιβή του. Ο Νεόφυτος όμως, πάντα είχε κέφι, πάντα ήταν πρόθυμος, πάντα με το γέλιο στο στόμα.

Περνούσα, θυμάμαι, πολλές ώρες μαζί του. Γυρνώντας από το σχολείο, πέταγα τη σάκα και κατέβαινα  στο υπόγειό του. Η μητέρα μου με ευχαρίστηση με άφηνε γιατί μπορούσε να τελειώσει τις δουλειές και το μαγείρεμα χωρίς να με έχει στα πόδια της, εγώ ήθελα να είμαι μαζί του γιατί πάντα είχε να μου πει ή να μου δείξει κάτι που με άρεσε ή με ενδιέφερε και ό ίδιος έδειχνε να ευχαριστιέται που είχε κάποιον, έστω και ένα μικρό παιδί, να μιλάει.

 Αυτό που με εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν το ότι μπορούσε να φτιάχνει ένα σωρό πράγματα από το τίποτα, σχεδόν. Τα εργαλεία του ήταν, από όσο θυμάμαι, μία τανάλια, ένα σκεπάρνι, ένα πριόνι, ένας σουγιάς, μία σακοράφα, σπάγκος, καρφιά και ψαρόκολλα. Τις πρώτες ύλες, χαρτόνια από χαρτόκουτες, σανιδάκια από κουτιά ρέγκας και τάβλες από ξύλινα κιβώτια συσκευασίας,  μικρά τσίγκινα κουτάκια από βερνίκια, παστίλιες και τρόφιμα, κ.ο.κ., τις είχε δωρεάν. Κι από ιδέες και λύσεις για κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν όταν επιδιόρθωνε ή έφτιαχνε κάτι, αστείρευτο το μυαλό του.

Ένα άλλο ταλέντο του ήταν η αφήγηση. Γεννημένος παραμυθάς ήταν ο άνθρωπος. Μου έλεγε συνήθως ιστορίες από τη ζωή του και τον τόπο του και εγώ μπορούσα να τον ακούω για ώρα πολλή να μιλάει κρεμασμένος από τα χείλη του. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι μπορεί να μην ήταν όλες αληθινές, όλες όμως είχαν όμως κάτι να πουν.

Εκεί όμως που «έδινε ρέστα» ήταν η βιβλιοδεσία. Με εντελώς στοιχειώδη υλικά και εργαλεία μπορούσε να μεταμορφώσει ένα βιβλίο με άκοφτα φύλλα και εξώφυλλο από χοντρό χαρτί, σε ένα καλοδεμένο βιβλίο με χαρτονένια εξώφυλλα ντυμένα με μαρμαρόκολλα, με πανόδετη ράχη και με την εικόνα του παλιού εξώφυλλου κολλημένη στη μπροστινή του όψη. Μου είχε δέσει, θυμάμαι, το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, το Γενναίο Ιππότη Λαγκαρντέρ και μερικά ακόμη αγαπημένα παιδικά μυθιστορήματα.  Ακόμη, από ένα παλιό συρτάρι, μου είχε φτιάξει την πρώτη μου, κρεμαστή, βιβλιοθήκη.

Είχε ένα φίλο, τον Τριαντάφυλλο, που δεν είχε μύτη. Άλλοτε μου έλεγε ότι του την είχε φάει ένας ποντικός, την ώρα που κοιμόταν, άλλοτε ότι του την είχαν κόψει οι Τούρκοι. Αυτός ο Τριαντάφυλλος ήταν λούστρος στο Παγκράτι και όποτε ερχόταν να δει το Νεόφυτο, έφερνε μαζί του ούζο και μεζέ. Ξεκινούσαν με το μεζέ και το ούζο, κουβεντιάζοντας για τα μέρη που είχαν αφήσει πίσω τους. Άλλοτε μιλούσαν ελληνικά, άλλοτε τούρκικα, γελώντας ή βρίζοντας, ανάλογα με το θέμα, καμιά φορά τραγούδαγαν και κανέναν αμανέ. Γυναίκα δεν τον είχε επισκεφθεί ποτέ, εκτός από μία φορά που ήρθε κάποια και του έφερε λίγα τρόφιμα και δυο κουβέρτες.

Όπως ανάφερα και παραπάνω, μέναμε κοντά στο νοσοκομείο Συγγρού. Εκείνα τα χρόνια θέριζαν ακόμη τα αφροδίσια νοσήματα, γιατί οι άνθρωποι δεν φυλάγονταν σωστά, αντιβίωση δεν υπήρχε και η πορνεία ανθούσε. Κάθε μέρα, όλες τις ώρες, μαζευόταν κόσμος έξω από τη μάντρα του νοσοκομείου, άντρες και γυναίκες, για να επικοινωνήσουν, έστω και από μακριά, με τους  απομονωμένους, λόγω μολυσματικής ασθένειας, δικούς τους. Να τους πουν καμιά κουβέντα παρηγοριάς, να τους πετάξουν μέσα καμία κονσέρβα, λίγα τσιγάρα ή σοκολάτες, να τους πούνε κανένα νέο, να βριστούν, τέτοια. Το καλοκαίρι κυρίως, που κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα, δεν μπορούσε να μας πάρει ο ύπνος από τη φασαρία.

Ένα τέτοιο βράδυ, πεταχτήκαμε τρομαγμένοι από τα κρεβάτια μας από σπαραχτικές γυναικείες φωνές που ακούγονταν έξω από την πόρτα μας. Βγήκαμε στο δρόμο, και από το δικό μας και από άλλα σπίτια, και είδαμε μία γυναίκα με κομμένο, εντελώς σχεδόν, το χέρι της στον καρπό. Το αίμα της που έτρεχε είχε βάψει το πεζοδρόμιο και μέσα στο κλάμα και τις φωνές της κάτι έλεγε στο Νεόφυτο, στα τούρκικα. Της μίλαγε κι αυτός σιγά, σαν να προσπαθούσε να την ηρεμήσει και της χάιδευε το κεφάλι. Ευτυχώς, στο διπλανό μας σπίτι έμενε μία νοσοκόμα του Ερυθρού σταυρού. Έτρεξε κι έφερε πανιά, μπαμπάκι και οινόπνευμα, της καθάρισε και της έδεσε την πληγή. Εγώ, τρόμαξα τόσο, που γύρισα γρήγορα μέσα στο σπίτι, πρόλαβα όμως να γνωρίσω στο πρόσωπο της άμοιρης γυναίκας αυτήν που του είχε φέρει μία φορά τρόφιμα και κουβέρτες. 

Το άλλο πρωί, όταν βγήκα στο δρόμο όλα ήταν ήσυχα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ. Ο Νεόφυτος όμως έλειπε και θα έλειπε για αρκετές μέρες ακόμα. Όταν γύρισε, ήταν ένας άλλος άνθρωπος, αμίλητος, αγέλαστος, άκεφος. Αργότερα έμαθα ότι η γυναίκα με το κομμένο χέρι ήταν αδερφή του. Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά την είχαν ρίξει σε ένα δύσβατο και σκληρό δρόμο. Όταν προσπάθησε να βγει από αυτόν τη μαχαιρώσανε κι όταν συνέχισε να αντιστέκεται της έκοψαν το χέρι. Γλύτωσε όμως, χάρη στο Νεόφυτο, και το χέρι της και την ψυχή της.

Τον Νεόφυτο τον έχασα μετά από λίγο καιρό, γιατί μετακομίσαμε στον Περισσό. Κατάφερε όμως ο πατέρας μου και του βρήκε μόνιμη δουλειά φύλακα, σε ένα από τα εργοστάσια της επιχείρησης που δούλευε και αυτός. Ήρθε και μας είδε δυο-τρεις φορές και μετά δεν τον ξαναείδα. Έμαθα όμως ότι μπόρεσε να πάρει κοντά του την αδερφή του και να ζούνε μαζί.

Ο άνθρωπος αρέσκεται, από τη φύση του, να μαζεύει και να σκορπίζει. Αξίες, γνώσεις, συνήθειες, καλές ή κακές. Κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι αξίζουν αυτά που μαζεύει, τι τόπο πιάνουν αυτά που σκορπίζει κι όμως σημαδεύεται από αυτά και σημαδεύει τους γύρω του. Το Νεόφυτο τον ευγνωμονώ για τρία πράγματα που με έμαθε και που δεν μου τα είπανε σε κανένα από τα είκοσι σχεδόν χρόνια που έκατσα στα θρανία: Ότι το σωματικό κουσούρι δεν είναι εμπόδιο, αν δεν είναι άλλοθι, ότι δεν υπάρχουν άχρηστα πράγματα, αλλά πράγματα που δεν ξέρουμε πώς να τα χρησιμοποιήσουμε και ότι ο ξεριζωμός σε βλάφτει αν έχεις τη λογική του δέντρου, ενώ δεν σε ακουμπάει όταν έχεις τη λογική του σπόρου.

Ας είναι ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

 
Περπάταγε αμέριμνα με τους συμμαθητές του στον κεντρικό δρόμο του χωριού, με είδε και με καλημέρισε.
Τον αντιχαιρέτησα και τον ρώτησα, αστειευόμενος:
 - Τι γίνεται Κωστάκη, κατάληψη σήμερα ή ομαδική κοπάνα;
- Όχι, μου απάντησε, σήμερα είναι η επέτειος της εξέγερσης του πολυτεχνείου.
- Και πώς τη γιορτάζετε δηλαδή την επέτειο της εξέγερσης του πολυτεχνείου; τον ξαναρώτησα.
- Να, δεν έχουμε μάθημα.
- Και αυτό είναι γιορτή;
- Και βέβαια, όποτε δεν έχουμε μάθημα, γιορτή είναι.

Με τρόμο συνέλαβα το πραγματικό νόημα της  απάντησής του. Δεν μου είπε, «όποτε είναι γιορτή, δεν έχουμε μάθημα», απάντηση στην οποία θα υπερείχε η σημαντικότητα της όποιας γιορτής, αλλά, «όποτε δεν έχουμε μάθημα, γιορτή είναι», δηλαδή, μάθημα να μη γίνεται κι ότι θέλει ας είναι. Κατά τα άλλα, έχουμε ένα από τα πιο πολυέξοδα, σε δαπάνη ανά μαθητή, εκπαιδευτικά συστήματα του κόσμου. Και από τα πιο φτωχά και ξεδιάντροπα σε θεσμικό, πολιτικό και στελεχιακό επίπεδο, θα συμπλήρωνα.

Με αφορμή το παραπάνω, θυμήθηκα μία παραμονή 25ης Μαρτίου, πριν από είκοσι περίπου χρόνια. Ήμουν επί κεφαλής ενός εργασιακού χώρου και υπήρχαν ακόμη τότε οι ημιαργίες, άλλη μία ελληνική πατέντα. Σχόλασε το προσωπικό κατά τις εντεκάμιση, και μαζεύτηκε στο χώρο που θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό της ημέρας. Φυσικά, οι μισοί τουλάχιστον, είχαν, με κάποια δικαιολογία, πάρει άδεια από τους προϊστάμενούς των και, ή δεν είχαν έρθει καθόλου, ή είχαν φύγει από πιο νωρίς. Όσοι, τέλος πάντων, μαζεύτηκαν, κρατούσαν τσάντες με ψώνια. Από ένα καλό τυράδικο της οδού Πατησίων, κοντά στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε., από ένα καλό φούρνο στη Σπυρίδωνος Τρικούπη, από ένα καλό ψαρά στη Θεμιστοκλέους, από ένα καλό χασάπη στην πλατεία Εξαρχείων, και πάει λέγοντας. Αντιλαμβανόμενος λοιπόν, που έδρευε το εθνικό φρόνημα του ακροατηρίου μου και η εθνική του υπερηφάνεια για την εθνική μας παλιγγενεσία, τους ευχήθηκα χρόνια πολλά, τους είπα να οδηγούν προσεκτικά, και γύρισα στο γραφείο μου.  

Πάντα με προβληματίζουν οι εορτασμοί των επετείων, όπως και οι σχολικές και στρατιωτικές παρελάσεις, ως προς τη σκοπιμότητά τους και τους στόχους που υπηρετούν. Όχι βέβαια επειδή τιμούν και υπενθυμίζουν κάποιο σημαντικό ιστορικό γεγονός, ή κάποια ξεχωριστή ιστορική περίοδο, αυτό πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται γιατί συνδέει τους ανθρώπους μίας χώρας με τον τόπο τους και τους κάνει να νοιώθουν μέρος ενός συνόλου τη σύνθεση και το μέγεθος του οποίου μπορούν να αντιληφθούν, και όλα αυτά μέσα από κάποιες ξεχωριστές στιγμές της ιστορίας τους.  Αυτό που με στενοχωρεί και με απωθεί από τέτοιου είδους εκδηλώσεις είναι το ότι αυτές έχουν καταλήξει να είναι ετήσια δρώμενα επιτηδείων, ανόητων, εμπορευομένων και καπήλων.

Η πολιτεία, ποτέ δεν φρόντισε, μέσα από την σχολική μας παιδεία, να διασώσει και να διαδώσει τα σημαντικά ιστορικά μας γεγονότα στην πραγματική τους μορφή και έκταση, στις πραγματικές τους εθνικές και πολιτικές διαστάσεις, στις πραγματικές τους οικονομικές και κοινωνικές  επιπτώσεις. Το αποτέλεσμα είναι, αφ ενός μεν να αμφισβητούνται τα πάντα, αφ ετέρου, να έχει ο καθένας μας τη δυνατότητα να διαλέγει την εκδοχή που τον ενδιαφέρει, ή και συμφέρει.

Η εκκλησία φροντίζει πάντοτε να παρουσιάζει τα ιστορικά γεγονότα σαν απότοκα θείας παρέμβασης ή θαύματος, συνδέοντάς τα μάλιστα, πολλές φορές, με λογικές ανταμοιβής ή τιμωρίας του «περιούσιου», κατά την άποψή της, ελληνικού λαού. Το αποτέλεσμα είναι να μην ενδιαφερόμαστε για τον τόπο μας, να μην κάνουμε καμία σοβαρή προσπάθεια, να μην έχουμε συνείδηση κοινωνίας, γιατί «έχει ο Θεός». Όπως λέει θυμόσοφα ο λαός μας, κινούμεθα ανάμεσα στο «δόξα σοι ο Θεός» και στο «βοήθα Παναγία μου», αλλά το κακό είναι ότι τα πάντα στον κόσμο κινούνται εκτός αυτών των ορίων.

Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί έχουν το ταλέντο να συνδέουν το κάθε ιστορικό γεγονός με τις «κρίσιμες στιγμές» που, λες πως κάθε ώρα και στιγμή, περνάει το έθνος μας, και για τις οποίες κρίσιμες στιγμές φταίει πάντοτε η κυβέρνηση, κατά την αντιπολίτευση, ή η αντιπολίτευση όταν κυβερνούσε, κατά την κυβέρνηση. Και επειδή οι πολιτικοί θεωρούν υποχρέωσή τους να μας τάζουν τα πάντα και εμείς από την πλευρά μας θεωρούμε ελάχιστο δικαίωμά μας να απαιτούμε τα πάντα από αυτούς, κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από κανένα, κανείς δεν φταίει για τίποτα και όλοι φταίνε για όλα.

Ας γυρίσω όμως πάλι στον σημερινό εορτασμό της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και σε αυτά που υποτίθεται ότι συμβολίζει. Ο χρόνος κατά τον οποίον εκδηλώθηκε, ο χώρος στον οποίο έλαβε χώρα και η ιδιότητα των περισσοτέρων από τους πρωταγωνιστές της, παραπέμπουν σε πολύ συγκεκριμένες επιδιώξεις: Ελευθερία στην έκφραση, ελευθερία στη διακίνηση ιδεών, ελευθερία στις επιλογές, ελευθερία χωρίς όρους, αλλά με όρια. Το κατά πόσο επιτεύχθηκαν οι στόχοι της εξέγερσης αυτής είναι πολύ νωρίς και πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί αντικειμενικά. Αν όμως θελήσει κάποιος να αναζητήσει αντιστοιχία της επιτυχίας των στόχων προς τον τρόπο του εορτασμού, θα απογοητευθεί πικρά.

Ο εορτασμός έχει χωριστεί σε τιμάρια. Το τιμάριο του ελέγχου φρονημάτων για την έκδοση άδειας εισόδου και συμμετοχής, το τιμάριο κατοχής της σημαίας, το τιμάριο της πραγματικής πρωτοπορίας, το τιμάριο της βίαιης αμφισβήτησης και πάει λέγοντας, με αποτέλεσμα τα καθαρότερα, από κάθε άποψη, τιμάρια να είναι αυτά των καντινιέρηδων και των ανθοπωλών.

Η πορεία δεν έχει στόχο, ούτε τον ιμπεριαλισμό και την αμερικάνικη πρεσβεία, ούτε τη δικαίωση ή την εκδίκηση των ονείρων. Ενώ οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δίνουν συνειδητά παρόν για να εκφραστούν συναισθηματικά, η πορεία, στο σύνολό της έχει ένα μόνο στόχο: τα τηλεοπτικά δελτία των οκτώ. Αυτό το πετυχαίνει, κι έτσι υπάρχει θέαμα για όλους. Η ελίτ των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων που παριστάνει το φοιτητικό κίνημα, η ελίτ των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων που παριστάνει το συνδικαλιστικό κίνημα, η ελίτ των χούλιγκανς που παριστάνει το αντιεξουσιαστικό κίνημα κ.ο.κ.

Έχω ένα παλιό συνάδελφο, μεγαλύτερο από μένα, με αντιδικτατορική δράση και ενεργή συμμετοχή στην εξέγερση του πολυτεχνείου. Ελάχιστοι γνωρίζουν για τη δράση του αυτή γιατί ποτέ δεν είπε τίποτα. Αυτός λοιπόν, κάθε χρόνο, στις 18 του Νοέμβρη, μία μέρα μετά την επέτειο και τον εορτασμό, ανεβαίνει από τη Γλυφάδα στην Αθήνα και περπατάει από το πολυτεχνείο μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία. Όταν, κάποια φορά τον ρώτησα γιατί το κάνει αυτό μου απάντησε: «Εγώ φίλε, τη δική μου πορεία δεν την χαρίζω σε κανένα κερατά. Κατάλαβες»;

Κατάλαβα φίλε Γιάννη, αλλά έτσι έλυσες εσύ το πρόβλημά σου. Το πρόβλημα με τους κερατάδες, ποιος θα το λύσει;