Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΥΤΑ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΝΕ. ΕΜΕΙΣ;


-Το παιδί είναι μαγνήτης και τραβάει ότι βλέπει,
Κι ο μεγάλος να προσέχει και να κάνει ότι πρέπει.

-Τα πολλά περίσσια χαλούν τα ίσια

Είναι δύο παροιμίες που άκουσα από μία ξαδέρφισσά μου, και που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ανατροφής των παιδιών. Να είσαι καλά Μαριέττα.

……………………………………………………..


Αν ήταν καράβια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρέθηκαν δεμένα δίπλα-δίπλα στις δέστρες ενός ασήμαντου λιμανιού, παροπλισμένα αλλά όχι αφοπλισμένα, ελπίζοντας πάντα για ένα, μικρό έστω, τελευταίο έστω, ταξίδι.

Αυτή δασκάλα, συνταξιούχος, χωρίς οικογένεια, με πολύχρονη θητεία σε πολλές πόλεις και χωριά της πατρίδας μας και με τεράστια παιδαγωγική πείρα και γνώσεις, ερωτευμένη ακόμη με τη δουλειά της και πάντα πρόθυμη να ανταλλάξει εμπειρίες, γνώμες, απόψεις γύρω από αυτή.

Αυτός καπετάνιος σε γκαζάδικα, συνταξιούχος, με γυναίκα, παιδιά κι εγγόνια, κοσμογυρισμένος λόγω επαγγέλματος και με τον καημό ότι δεν μπόρεσε να βρεθεί κοντά στα παιδιά του, όσο έπρεπε, όπως έπρεπε, όταν έπρεπε.

Όποτε συναντιώνται, αυτός φέρνει την κουβέντα γύρω από θέματα που έχουν σχέση με τους γονείς, τα παιδιά και την ανατροφή των, για να δει, λες και έχει πια κανένα νόημα, τι έκανε σωστά και τι λάθος, τι θα μπορούσε να κάνει καλύτερα και τι όχι. Μετά, έρχεται στο καφενείο και συζητάει μαζί μου αυτά που είπανε, για να πει αυτά που άκουσε, για να ακούσει, ίσως, αυτά που θα ήθελε.

Συμμαζεύοντας κομμάτια από τις κουβέντες του με τη δασκάλα, όπως μου τις μετέφερε, θα προσπαθήσω να αποδώσω, βάζοντάς τα σε μία σειρά, αυτά που συγκράτησα, σίγουρος ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα.

Έχουμε, λοιπόν, και λέμε:

1. Η οικογένεια.

Οι γονείς και τα παιδιά, η οικογένεια με την έννοια του πυρήνα, δεν είναι εταιρία ή άθροισμα ατόμων, αλλά ένα σύστημα προσώπων με διαφορετική προσωπικότητα το καθένα, αλλά και με συγκεκριμένους ρόλους, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και δικαιώματα, με συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας, ενταγμένο σε μία ευρύτερη κοινωνική ομάδα. Η συμπεριφορά του καθενός από τα μέρη αυτού του συστήματος, επιδρά στη συμπεριφορά των άλλων, τη διαμορφώνει και την κάνει καλύτερη, χειρότερη, ή, απλά, διαφορετική. Τα παιδιά, με τη γέννησή τους, μπαίνουν σε αυτό το σύστημα σαν «άγραφα χαρτιά», δηλαδή τελείως αδιαμόρφωτα και από την πρώτη μέρα της ζωής τους, οι γονείς αρχικά και κύρια, αλλά και ο ευρύτερος περίγυρος αργότερα, αρχίζουν να «γράφουν» απάνω τους.

Οι ρόλοι του καθενός στο σύστημα «οικογένεια» είναι συγκεκριμένοι και καθορίζονται από πολλούς παράγοντες, βιολογικούς, κοινωνικούς, νομικούς, εθιμικούς, θεσμικούς και άλλους. Το ίδιο ισχύει και για τους κανόνες λειτουργίας του συστήματος, που πρέπει να ισχύουν πάντα και για όλα τα μέλη. Κάθε προσπάθεια αλλαγής των ρόλων και παραβίασης των κανόνων είναι σφάλμα και οι ολέθριες, πολλές φορές, επιπτώσεις του, προσβάλλουν περισσότερο τους πιο ευαίσθητους κρίκους του συστήματος, τα παιδιά. Τα παιδιά μεγαλώνουν μαθαίνοντας και μαθαίνουν μεγαλώνοντας. Μαθαίνουν, κυρίως, με το παράδειγμα και νοιώθουν ασφάλεια όταν μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά των άλλων μελών της οικογένειας. Παράδειγμα σημαίνει σταθεροί ρόλοι και προβλέψιμη συμπεριφορά σημαίνει σταθεροί κανόνες. Εκεί πρέπει να πέσει όλο το βάρος, γιατί τα παιδιά, πριν νοιώσουν την ανάγκη να μας καταλάβουν, νοιώθουν την ανάγκη να μας εμπιστευθούν. Δεν είναι εύκολο, και οι γονείς που το κατορθώνουν έχουν κερδίσει το πρώτο μεγάλο στοίχημα στην ανατροφή των παιδιών τους.

2. Οι γονείς.

Κάθε παιδί γεννιέται από δύο γονείς και εφ’ όσον ζει και με τους δύο, είναι καλό να το αντιλαμβάνεται από τη συμπεριφορά τους, από τη συμμετοχή τους στην ανατροφή του και από τις μεταξύ τους σχέσεις. Είναι πολύ σημαντικό για τους γονείς να αντιληφθούν ότι είναι «εξ ίσου και εξ αδιαιρέτου» υπεύθυνοι για την ανατροφή των παιδιών τους. Μηχανιστικοί διαχωρισμοί αρμοδιοτήτων, ή διανομή ρόλων μεταξύ των γονέων, δείχνουν ανωριμότητα και οδηγούν σε παζάρια και συμφωνίες μεταξύ τους, που μπορεί να βολεύουν, τις περισσότερες φορές, τον έναν από τους δύο γονείς, συνήθως τον πιο φυγόπονο και ευθυνόφοβο, μπορεί κάποιες φορές να βολεύουν και τους δύο, αλλά λειτουργούν πάντα σε βάρος του παιδιού, γιατί το οδηγούν σε λάθος ερμηνεία των αισθημάτων και της συμπεριφοράς των γονιών του προς αυτό, και, επομένως, σε λάθος συμπεριφορά προς αυτούς και σε λάθος αντίληψη για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του απέναντί τους και, αργότερα, απέναντι στην κοινωνία.

Ας φανταστούμε ένα παιδάκι που ο ένας γονιός έχει αναλάβει το τάισμα, την καθαριότητα και την υγεία του, ενώ ο άλλος τις εξόδους, το ντύσιμο και την ψυχαγωγία του. Το μικρό παιδάκι λοιπόν, από τον ένα εισπράττει μπουκώματα με φαγιά που δεν του αρέσουν, σαπουνάδες στα μάτια και τρυπήματα με τις βελόνες των εμβολίων και των ενέσεων, ενώ από τον άλλον εισπράττει βόλτες στο πάρκο, καινούργια ρούχα και καινούργια παιχνίδια. Υπάρχουν και άλλοι, εξ ίσου ανόητοι διαχωρισμοί ρόλων και αρμοδιοτήτων που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, να υπάρχει δηλαδή ένας «καλός» και ένας «κακός» γονιός.

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι να τα κάνουν και οι δύο γονείς όλα, αλλά με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, πράγμα που σημαίνει ότι ο καθένας από τους δύο θα έχει διαφορετικές απαιτήσει από το παιδί, για τι ίδιο πράγμα. Πχ., για μία πράξη που ο ένας γονιός θα επιβραβεύει το παιδί, ο άλλος θα το επιπλήττει, ή σε ένα αίτημα που ο ένας γονιός θα απαντά με κατάφαση, ο άλλος θα απαντά με άρνηση, κ.ο.κ.

Το πιο χειρότερο από όλα όμως είναι να συμβαίνουν όλα τα παραπάνω και οι γονείς να φιλονικούν μπροστά στο παιδί για το ποιος έχει δίκιο. Έχουν βάλει με αυτό τον τρόπο, τα θεμέλια για τη δημιουργία φόβων και ανασφάλειας στο παιδί, καθώς και αποστροφής του προς το σύστημα «οικογένεια».

3. Η συμμετοχή.

Όταν οι γονείς δεν συμμετέχουν εξ ίσου στην ανατροφή των παιδιών τους, τότε το βάρος πέφτει στον έναν από τους δύο. Κανένας όμως γονιός δεν μπορεί να καλύψει το ρόλο, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες και των δύο, κανένας δεν μπορεί να είναι πατέρας και μητέρα, ταυτόχρονα, κανένας δεν μπορεί να ισορροπήσει μόνος του το σύστημα. Κανένας γονιός δεν είναι υπεράνθρωπος, είναι κακό για την υπόλοιπη οικογένεια να πιστεύει κάτι τέτοιο, και είναι ακόμα χειρότερο για τον ίδιο.

Όταν ένας γονιός αναλώνεται παίρνοντας απάνω του τις αρμοδιότητες, καθήκοντα και ευθύνες και των δύο, βάζει σε μεγάλο κίνδυνο την ισορροπία του συστήματος, τη σωματική και ψυχική του υγεία, πολλές φορές και τη ζωή του. Όποιος δεν μπορεί να εξοικονομήσει λίγο χρόνο για τον εαυτό του, χάνει τον εαυτό του.

Όταν ένας γονιός, κάτω από το βάρος των ευθυνών που φορτώνεται επειδή πιστεύει ότι μπορεί να καλύψει και το ρόλο του άλλου γονιού, λυγίσει, θα αρχίσει να απογοητεύεται από τη ζωή που ζει, να τη βαριέται και να τη μισεί, και, αργά ή γρήγορα, θα εκραγεί, και, ή θα εγκαταλείψει το σπίτι του στην πρώτη, και όχι απαραίτητα καλύτερη, ευκαιρία, γκρεμίζοντας ότι έχτισε, ή θα καταρρεύσει, θα πέσει σε κατάθλιψη, θα κλειστεί στον εαυτό του και θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του περιμένοντας το θάνατο σαν λύτρωση. Τα πρώτα, βέβαια, και μεγαλύτερα θύματα αυτής της εξέλιξης, θα είναι τα παιδιά. Γι αυτό, ο γονιός αυτός, οφείλει να κάνει τη ζωή του να του αρέσει, να αξίζει να την ζει. Το οφείλει στον εαυτό του, στους γύρω του, αλλά, κυρίως το οφείλει στα παιδιά του.

4. Δύο ειδικές περιπτώσεις.

Ένας «δύσκολος» γονιός είναι ο «καλομαθημένος» γονιός, αυτός που οι δικοί του, είτε από άγνοια, είτε από αδιαφορία είτε από μία στρεβλή αντίληψη περί αγάπης των γονιών προς το παιδί, δεν του χάλασαν καμιά φορά το χατίρι, δεν του βρήκαν τίποτα στραβό, δεν τον μάλωσαν ποτέ.

Ο γονιός αυτός έχει μάθει να μη δέχεται ποτέ το όχι σαν απάντηση, από κανένα μέλος της οικογένειάς του. Ακόμα, δεν έχει καμία διάθεση προσφοράς, γιατί έχει μάθει μόνο να παίρνει ότι ζητάει. Τέλος, πιστεύει ότι αγάπη σημαίνει μόνο να τον αγαπάνε και όχι να ανταποδίδει και αυτός με την δική του προσφορά την αγάπη που του δίνουν οι άλλοι.

Ένας τέτοιος γονιός είναι, συνήθως, εύκολα αναγνωρίσιμος. Επειδή δεν είναι πια παιδί για να του κάνουν, όπως τότε, όλα του τα χατίρια, «είναι» σχεδόν πάντα κουρασμένος, ή αδιάθετος, ή πονάει κάπου, περιμένει σχεδόν πάντα, σχεδόν τα πάντα από τους άλλους, παραιτείται, σχεδόν πάντα, με την πρώτη δυσκολία, ή και πριν από αυτήν, από κάθε προσπάθεια συνδρομής προς τα παιδιά του, «αναθέτοντας» το έργο στον άλλο γονιό, ή, γενικά, σε κάποιον άλλο, και όταν τον αναζητήσεις θα τον βρεις εύκολα, αρκεί να ακολουθήσεις αυτά που σπέρνει πίσω του στο διάβα του, όντας σίγουρος ότι κάποιος άλλος, όπως τότε που ήταν παιδί, θα τα μαζέψει.

Ακόμα, θα τον δεις να μαλώνει τα παιδιά του για ελαττώματα που απέκτησαν προσπαθώντας να τον μιμηθούν, αγνοώντας σκόπιμα ότι τα παιδιά μαθαίνουν από το παράδειγμα, επειδή γνωρίζει ότι δεν είναι σε θέση να δώσει το καλό παράδειγμα. Είναι αυτός που ευφυολογεί λέγοντας «μαλώνω τα παιδιά μου για να μη μου μοιάσουν», αντί να προσπαθεί να κάνει τον εαυτό του άξιο να θέλουν τα παιδιά του να του μοιάσουν.

«Δύσκολος» όμως γονιός είναι και ο «υπεράνθρωπος», αυτός που, έχοντας φορτωθεί τις ευθύνες και των δύο γονιών στην πλάτη του, πασχίζει να ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες των παιδιών του. Τους προσφέρει πολλές φορές ευχαρίστηση, αλλά τα κάνει σίγουρα ανίκανα για αυτάρκεια και αυτοεξυπηρέτηση. Δεν είναι μάλιστα πάντα σίγουρο αν αυτό το κάνει από αγάπη, (όταν μάλιστα βλέπει ότι τα αποτελέσματα αυτής της «αγάπης» είναι καταστροφικά), ή για να ικανοποιήσει τον εαυτό του, χτίζοντας το προφίλ του ανθρώπου που οι γύρω του του χρωστάνε την ευτυχία τους.

Και οι δύο παραπάνω τύποι γονέων είναι ακατάλληλοι για την ανατροφή των παιδιών τους γιατί και οι δύο παραβιάζουν άγρια τις ισορροπίες του συστήματος «οικογένεια», και οι δύο βάζουν τα λιθαράκια τους στο χτίσιμο των προϋποθέσεων για τη δημιουργία παιδιών με προβλήματα αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, προσαρμογής στο κοινωνικό τους περιβάλλον.

Η μόνη διαφορά ανάμεσα στον κακομαθημένο και στον υπεράνθρωπο, είναι ότι ενώ και οι δύο τους δεν βοηθούν στη σωστή ανατροφή των παιδιών τους, ο πρώτος το κάνει λουφάροντας, ενώ ο δεύτερος το κάνει αναλωνόμενος.

5. Αλόγιστες ενέργειες.

Πολλές φορές οι γονείς φορτώνουν στα παιδιά καθήκοντα που θέλουν να αποφύγουν οι ίδιοι, είτε επειδή δεν προλαβαίνουν, είτε επειδή δεν θέλουν, είτε επειδή βαριούνται. Η πιο συνηθισμένη περίπτωση είναι όταν φορτώνουν στα μεγαλύτερα παιδιά τη φροντίδα των μικρότερων. Τότε, πολλά μπορούν να συμβούν. Στην αρχή, το μεγαλύτερο παιδί νομίζει ότι πρόκειται για παιχνίδι και αρχίζει να μαϊμουδίζει αυτά που έχει δει και ακούσει από τους γονείς του όταν έχουν αυτοί την φροντίδα του μικρότερου. Μόλις όμως παρουσιασθεί η πρώτη δυσκολία από τη συμπεριφορά του μικρότερου, το μεγαλύτερο, επειδή δεν είναι γονιός, επειδή του ανατέθηκαν καθήκοντα και ευθύνες που δεν είναι δικά του και που δεν ξέρει να τα χειρίζεται, επειδή δηλαδή διαταράχτηκαν οι ρόλοι και οι κανόνες λειτουργίας στο σύστημα «οικογένεια», ταράζεται, εκνευρίζεται, φοβάται και, στο τέλος πανικοβάλλεται. Αν μάλιστα έχει και την ατυχία να «την ακούσει» από κάποιον από τους γονείς, ότι δεν είναι ικανό να προσέξει το αδερφάκι του, ο κύκλος έχει κλείσει. Το μεγαλύτερο αδερφάκι θα αρχίσει να αντιπαθεί το μικρότερο γιατί θα το θεωρεί υπαίτιο για αυτά που τραβάει και τους γονείς του γιατί θα πιστεύει ότι το αδικούν. Με λίγα λόγια, το σύστημα «οικογένεια» θα αρχίσει να του φταίει και θα αρχίσει να χάνει την εμπιστοσύνη του προς αυτό.

Αλλά και το μικρότερο παιδί θα έχει προβλήματα. Από τη μία πλευρά θα δυσανασχετεί γιατί θα βλέπει στο ρόλο του γονιού ένα μέλος της οικογένειας που το γνωρίζει σαν σύντροφο στο παιχνίδι του και σαν ομόλογό του, από την άλλη όμως θα αρχίσει να συνηθίζει στην ιδέα ότι είναι καθήκον όλων των μεγαλυτέρων από αυτό να το φροντίζουν και να απαιτεί μία τέτοια συμπεριφορά. Και εδώ, ρόλοι και κανόνες λειτουργίας του συστήματος έχουν πάει περίπατο.

Δεν υπάρχει πιο συνταρακτική έκφραση θλίψης από αυτήν που ζωγραφίζεται στα μάτια ενός μικρού παιδιού, όταν αυτό πιστεύει ότι το αδικούν, ιδιαίτερα όταν αυτοί που νομίζει ότι το αδικούν είναι οι γονείς του. Να μη δώσει ο θεός να αντικρύσει ένας γονιός αυτό το βλέμμα στα μάτια του παιδιού του, αν και, δυστυχώς, υπάρχουν γονείς που το βλέπουν και δεν το αξιολογούν, ή, ακόμα χειρότερα, το αγνοούν.

Το μικρό παιδί, από τη θέση του αδύναμου μέλους της οικογένειας, σέβεται τη γνώση και τη γνώμη των γονιών του, προσφεύγει με απεριόριστη εμπιστοσύνη σε αυτές και σε αυτές στηρίζεται για τις πρώτες του αποφάσεις. Όταν λοιπόν βλέπει να αδικείται από αυτούς που τόσο πολύ αγαπάει, σέβεται και εκτιμάει, πρώτα πανικοβάλλεται γιατί σκέφτεται ότι αφού οι γονείς του, τα μοναδικά του στηρίγματα, το αδικούν, σκέψου τι το περιμένει από τους παραπέρα, μετά λυπάται για τη θέση στην οποία βρίσκεται και, τέλος, απογοητεύεται γιατί το σύστημα «οικογένεια» δεν του προσφέρει γαλήνη, ασφάλεια, ευτυχία.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν με το αίσθημα της αδικίας, μεγαλώνουν με τραύματα ανοιχτά και υπάρχει κίνδυνος, όταν μπουν στην εφηβεία, να αποκοπούν, φυσικά ή ψυχικά από την υπόλοιπη οικογένεια και να χαθούν στα chat rooms, στο face book στο twitter, ή σε μοναχικούς δρόμους αναζήτησης της χαμένης(;) τους ευτυχίας.

Το ίδιο κακό όμως κάνει η συμπεριφορά των γονέων προς τα παιδιά, όταν είναι αλλοπρόσαλλη. Είναι μεγάλο λάθος να συμπεριφέρεται ο γονιός στο παιδί ανάλογα με τα κέφια του, να του απαντάει άλλες φορές με ναι κι άλλες με όχι στο ίδιο αίτημα, να το επαινεί και να το επιπλήττει για την ίδια πράξη., Το παιδί βρίσκεται διαρκώς σε σύγχυση, απορρυθμίζεται, τα χάνει και δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί.

6. Ελλείμματα δυσαναπλήρωτα.

Υπάρχουν γονείς που θαρρεί κανείς πως δεν ξέρουν, ή δεν μπορούν, να αγαπήσουν τα παιδιά τους. Η συμπεριφορά αυτών των γονέων προς τα παιδιά τους μπορεί να αποβεί καταστροφική για την ομαλή τους ανάπτυξη. Επιθετικός λόγος, προστακτικό ύφος, επιτιμητική αντιμετώπιση των όποιων, μικρών ή μεγάλων, πραγματικών ή μη, παραπτωμάτων τους, άσκηση πειθούς με απειλές, εκβιασμούς ή διλήμματα, διαφορετική, κάθε φορά, αντιμετώπιση του ίδιου προβλήματος, ανάλογα με τη διάθεσή τους. Η τέλεια συνταγή για την μετατροπή ενός ευτυχισμένου παιδιού σε ένα νευρωτικό, άβουλο και φοβισμένο πλάσμα. Είναι η περίπτωση που τα συναισθηματικά ελλείμματα των γονέων είναι η αιτία της δημιουργίας ψυχικών, και όχι μόνο, ελλειμμάτων στα παιδιά.

Οι γονείς αυτοί έχουν συνήθως μία εύκολη λύση για αναπληρώσουν το συναισθηματικό τους έλλειμμα. Είναι το χάδι, τις περισσότερες φορές κραυγαλέα άκαιρο ή άκαιρα κραυγαλέο, και τα δώρα. Όταν όμως ένα μικρό παιδί θυμάται ότι ο λόγος για τον οποίο το χαϊδεύουν σήμερα είναι ο ίδιος για τον οποίο το μάλωναν χθες, δεν κατανοεί το γιατί, απορρυθμίζεται, δυσπιστεί και, τελικά, δεν μπορεί να απολαύσει το χάδι, ακόμα και αν είναι ειλικρινές. Όσο για τα δώρα, το μικρό παιδί, όταν υφίσταται καταιγισμό δώρων, χωρίς συγκεκριμένο και κατανοητό για αυτό λόγο, ευχαριστιέται όλο και λιγότερο, για όλο και μικρότερο χρόνο, και στο τέλος, όταν βλέπει αυτούς που του κάνουν δώρα με αυτό τον τρόπο, δεν τους χαιρετάει, δεν τους αγκαλιάζει, δεν τους φιλάει. Τους κοιτάζει στα χέρια. Άλλωστε, αυτό που περιμένει ένα παιδί από τους γονείς του δεν είναι τα δώρα, αλλά η αγάπη, όπως αυτή εκφράζεται με την προσφορά του χρόνου τους, της φροντίδας τους, του εαυτού τους.

Υπάρχουν γονείς που βρίσκουν τα παιδιά τους ιδιότροπα ή δύστροπα, με λίγα λόγια δύσκολα. Αν έμπαιναν στον κόπο να ψάξουν για τις δικές τους ιδιοτροπίες και δυστροπίες (κρυφές και φανερές, γιατί τα παιδάκια έχουν μόνο φανερές), θα ντρέπονταν. Και αν έμπαιναν σε έναν ακόμη κόπο, να σκεφτούν γιατί τα παιδιά τους είναι ιδιότροπα και δύστροπα, θα ντρέπονταν δύο φορές.

Τελικά, όσο πιο δύσκολο βρίσκει ένας γονιός το παιδί του, τόσο πιο πολύ πρέπει να αναρωτιέται αν κάνει για γονιός.
………………………………………………………..


Αυτά θυμήθηκα, από όσα μου είπε ο φίλος μου ο καπετάνιος για τις συζητήσεις του με τη δασκάλα, αυτά κατέγραψα για να σας τα μεταφέρω. Αν μου πείτε τη γνώμη σας, είμαι σίγουρος ότι θα χαρεί πολύ να την ακούσει.