Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Δυστυχώς, ευτυχήσαμε!!!



Συνάντησα, πριν από πολλά χρόνια ένα γέρο παλιατζή, Εβραίο, στην Τάλσα της Οκλαχόμα. Πήγα πρωί-πρωί στο μαγαζί του, να τον πετύχω στο σεφτέ, για να μου κάνει καλή τιμή, και να αγοράσω ένα μεταχειρισμένο ραδιόφωνο. Χασομέρηδες και οι δύο, είπαμε πολλά, αλλά μου έμεινε στη μνήμη το πιο κάτω:
«Όταν ψωνίζεις να θυμάσαι τρία πράγματα:
1.-Όταν αγοράζεις κάτι, να πληρώνεις πάντα με μετρητά, για να νοιώθεις το ζεστό χρήμα να φεύγει μέσα από τα χέρια σου και να το λυπάσαι. Με τις επιταγές και τις πιστωτικές κάρτες δεν το σέβεσαι το ίδιο.
2.-Όταν αγοράζεις κάτι, να υπολογίζεις την τιμή του σε μέρες ή ώρες εργασίας σου, γιατί έτσι θα καταλάβεις καλύτερα αν αξίζει τον κόπο αυτή η αγορά.
3.-Όταν αγοράζεις κάτι, να σκέφτεσαι πάντα μήπως καταλήξει σε κάποια γεμάτη αποθήκη, να κάνει παρέα σε ένα σωρό άλλα άχρηστα πράγματα, που ποτέ σου δεν χρησιμοποίησες και που δεν ξέρεις τι να τα κάνεις».

-----------------------------------------------------------------------------------

Εκεί που, μετά από παγκόσμιους πολέμους, τοπικές συγκρούσεις, εμφύλιες συρράξεις και δικτατορίες, και μετά από συνεχείς κοινωνικούς αγώνες, είχαμε αρχίσει να ζούμε μια σχετικά άνετη, ήσυχη και ασφαλή ζωή ,εκεί που «είχαμε αρχίσει να σπάζουμε τα δεσμά μας», έγινε η μεγάλη τούμπα.

Αυτοί που μέχρι προ τινός πλούτιζαν από τη δυστυχία μας, διαπίστωσαν ότι δεν είχαν πολλά περιθώρια ακόμη και αποφάσισαν να πλουτίσουν από την "ευτυχία" μας.

Απόφαση υψηλού ρίσκου, αλλά και υψηλοτέρων επιστροφών, κάτω από μια προϋπόθεση τόσο βασική, ώστε αυτή από μόνη της να αποτελεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη επιτυχίας του σχεδίου που καταστρώθηκε.

Η προϋπόθεση ήταν να καθορίσουν οι ίδιοι τις «προδιαγραφές» της ευτυχίας μας και να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες επενδύσεις για τη μεγάλη στροφή.

Πήραν λοιπόν την πυραμίδα του Maslow, μία ιεράρχηση δηλαδή των ανθρώπινων αναγκών, και άρχισαν να την ερευνούν σκαλί – σκαλί. Η πυραμίδα ξεκινάει από το επίπεδο 1, τελειώνει στο επίπεδο 5, και πάει κάπως έτσι:

1. Φυσιολογικές ανάγκες: Διατροφή, στέγη, ένδυση
2. Ασφάλεια: Προστασία από απρόβλεπτες καταστάσεις, σταθερότητα, απαλλαγή από φόβους
3. Αίσθημα «ανήκειν», αγάπη: Οικογένεια, φίλοι, σύντροφος, αποδοχή από κάποια κοινωνική ομάδα, ταυτοποίηση με κάποια επιτυχημένη ομάδα
4. Αυτοεκτίμηση: Επίτευξη στόχων, κοινωνική θέση, κύρος
5. Αυτοπραγμάτωση: Αξιοποίηση εσωτερικών δεξιοτήτων, δημιουργικότητα, καινοτομία, πληρότητα

Ξεκίνησαν από τον πάτο της πυραμίδας και ψάξανε να βρουν, τι είδους παρέμβαση,, και σε τι είδους ανάγκες, θα τους απέφερε τα περισσότερα οφέλη. Το αποτέλεσμα ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο. Δεν άφησαν ανάγκη για ανάγκη που να μην την αναλύσουν, διαλύσουν, διαμορφώσουν, παραμορφώσουν και, τελικά, συμμορφώσουν στη λογική του κέρδους. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Διατροφή: Αφού μας κάνανε να πιστέψουμε ότι όσο πιο πολλές πρωτεΐνες καταναλώνουμε τόσο πιο καλή είναι η διατροφή μας, μας οδήγησαν σε μία υπερκατανάλωση πρωτεϊνών. Αποτέλεσμα, για μεν τον άνθρωπο η αύξηση των καρδιαγγειακών νόσων, για δε το περιβάλλον, η κατασπατάληση φυσικών πόρων για την εκτροφή των βοοειδών, πέρα από τις παρενέργειες της χρήσης ορμονών, μεταλλαγμένων ζωοτροφών, και κλωνοποιημένων ζωικών ειδών. Επιπλέον, δημιούργησαν προβλήματα στο κόστος της δημόσιας και ιδιωτικής υγείας, καθώς και προβλήματα στην κερδοφορία των ασφαλιστικών εταιριών. (Τώρα βέβαια, αφού μας τα πήραν για να μας παχύνουν, μας τα παίρνουν πιο χοντρά για να μας αδυνατίσουν, να μας γυμνάσουν, να μας κάνουν πιο ελκυστικούς).

Στέγη: Αφού μας έκλεισαν στα απρόσωπα κουτιά, τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, και κατέστρεψαν κάθε κοινωνική συνοχή μετατρέποντας τις κοινωνίες μας από οριζόντιες σε κάθετες, αφού έκαναν τη ζωή μας στις πόλεις αβίωτη, αφού θησαύρισαν από όλα τα παραπάνω, άρχισε το «όνειρο» της μονοκατοικίας και του εξοχικού το οποίο ολοκληρώνεται με τα αυθαίρετα, τις καταπατήσεις, τα εκτός σχεδίου, εκτός νόμου, εκτός οικογενειακών προϋπολογισμών, εκτός λογικής. Σε άλλες χώρες το όνειρο αυτό, εξ αιτίας ακριβώς της πλεονεξίας των «δημιουργών» του, κατάντησε να γίνει ο εθνικός τους εφιάλτης.

Ένδυση
: Υπολογίζω ότι ένα παιδί που ζει σε μία αναπτυγμένη χώρα σήμερα, ώσπου να τελειώσει το δημοτικό, έχει φορέσει μεγαλύτερο αριθμό εσωρούχων, ρούχων και παπουτσιών από όσα φόρεσαν ο παππούς του και η γιαγιά του σε όλη τους τη ζωή. Η μόδα, η επίδειξη και ο μιμητισμός φροντίζουν για αυτό. Αν προσθέσουμε στα συμπληρώματα της ένδυσης, τα είδη προσωπικής υγιεινής και περιποίησης, καταλήγουμε στο θλιβερό συμπέρασμα ότι ξοδεύουμε περισσότερα για να φαινόμαστε παρά για να είμαστε. Αυτό δηλαδή που λέγαμε κάποτε για τους φαγάδες, «καλύτερα να τον ντύνεις παρά να τον ταΐζεις» δεν ισχύει πια.

Προστασία από απρόβλεπτες καταστάσεις
: Το ζητούμενο εδώ είναι το αίσθημα της ασφάλειας που θέλει να αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος για να μπορεί να απολαμβάνει αυτά που κερδίζει με τον καθημερινό του μόχθο. Γεννήθηκαν έτσι, οι διαφόρων ειδών ασφάλειες. Ονομάζουν την εξασφάλιση των απογόνων μας από τις αρνητικές επιπτώσεις αιφνίδιου θανάτου μας «ασφάλεια ζωής» (μας;), καθορίζουν αυθαίρετα το κόστος της, τις προϋποθέσεις ισχύος της, τους λόγους διακοπής της. Το ίδιο γίνεται με τις ασφάλειες υγείας, σύνταξης, σπουδών, αυτοκινήτου, πυρός, φυσικών καταστροφών και πάει λέγοντας. Όλοι γνωρίζουμε πόσο απέχουν αυτά που υπόσχονται οι ασφαλιστικές εταιρίες από αυτά που πράγματι προσφέρουν όταν μας προκύψει μία απρόβλεπτη κατάσταση και όλοι ξέρουμε τι θα συμβεί σε εμάς όταν προκύψει μία απρόβλεπτη κατάσταση στην ασφαλιστική μας εταιρία.

Σταθερότητα: Η αύξηση στη ζήτηση των παραγομένων βιοτεχνικών, βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων, καθώς και η ομαλή λειτουργία της κρατικής μηχανής, δημιουργούν αντίστοιχες συνθήκες μονιμότητας στην απασχόληση, σχετικής επάρκειας στο εισόδημα και ένα γενικό αίσθημα σταθερότητας στα άτομα και τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Οι ανατροπές που έφερε το άνοιγμα των νέων αγορών και η παγκοσμιοποίηση, μείωσαν τις τιμές πολλών προϊόντων ώστε να τα κάνουν προσιτά σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, αλλά, ταυτόχρονα έφεραν τέτοιες αλλαγές στην παραγωγή και στη λειτουργία και το ρόλο του κράτους, ώστε να εξαφανισθεί κάθε αίσθημα σταθερότητας. Σήμερα, ο πήχης των προσδοκιών του εργαζόμενου έχει κατέβει από την εξασφάλιση της καλά αμειβόμενης και μόνιμης εργασίας, στην αποφυγή της ανεργίας, έστω και αν αυτό σημαίνει δωδεκάωρη εργασία, σε κακές συνθήκες, με μικρή αμοιβή.

Απαλλαγή από φόβους: Η απαλλαγή μας, από πολλών ειδών φόβους που μας κατέτρυχαν παλαιότερα, είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων: Αύξηση της γνώσης γύρω από πολλά πράγματα πού δεν ξέραμε και αύξηση της εμπιστοσύνης στις δυνατότητες του ανθρώπου, ακόμη και για πράγματα που δεν γνωρίζουμε καλά ακόμη. Έτσι δεν φοβόμαστε πια τη φυματίωση ή το αεροπορικό ταξίδι, γιατί ξέρουμε ότι δεν αποτελούν πλέον πρόβλημα για τον άνθρωπο, δεν φοβόμαστε όμως ούτε τις γενετικές παρεμβάσεις, ή το φαινόμενο του θερμοκηπίου παρ’ όλο που, στην ουσία, λίγα πράγματα ξέρουμε, γιατί πιστεύουμε ότι «όλα είναι πια δυνατά για τον άνθρωπο». Εδώ η παρέμβαση της αγοράς αφού δεν είχαν μείνει και πολλά για να φοβόμαστε, ήταν καταλυτική: Φόβος για όποια υπηρεσία παρέχεται από το δημόσιο τομέα και αγορά της αντίστοιχης από τον ιδιωτικό. Σε αυτό βέβαια, βοήθησε πολύ (άθελα του;;;) το κράτος, κατ’ αρχή, αλλά και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα.

Οικογένεια, φίλοι, σύντροφος: Σου προσφέρουν τη ζεστασιά της συντροφιάς, τη χαρά της συναναστροφής, την ικανοποίηση της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης στο σπίτι, χωρίς τη συνδρομή αμειβόμενων διασκεδαστών και ψυχαγωγών, άρα κάνουν κακό στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Σου συμπαραστέκονται όταν αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα και σε ισορροπούν ψυχικά, άρα κάνουν κακό στη βιομηχανία της παροχής ψυχολογικής υποστήριξης και ψυχοφαρμάκων. Σε βοηθούν να ξελασπώσεις αν σου παρουσιαστεί κάποιο οικονομικό πρόβλημα, με οικονομική βοήθεια ή με άτοκο δάνειο, άρα κάνουν κακό στο τραπεζικό σύστημα. Σήμερα, η οικογένεια, στη μεγαλύτερη της ανάπτυξη, εκτείνεται μέχρι το ζευγάρι και τα ανήλικα παιδιά, οι φιλίες τελειώνουν στην τρίτη λυκείου ή, το πολύ, στο στρατό και ο/η σύντροφος έχει μετατραπεί σε συνδιαχειριστή μίας σχέσης που ασφυκτιά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ η οικογένεια, η φιλία και ο γάμος είναι στα κάτω τους, η βιομηχανία της ψυχαγωγίας, η βιομηχανία της ψυχολογικής υποστήριξης και των ψυχοφαρμάκων, και το τραπεζικό σύστημα είναι στα πάνω τους. Είναι, άραγε, τυχαίο;

Αποδοχή από κάποια κοινωνική ομάδα, ταύτιση με μία επιτυχημένη ομάδα: Η λογική όλων σχεδόν των διαφημίσεων, (ποτά, αυτοκίνητα, καλλυντικά, απορρυπαντικά, κατοικία, διακοπές κ.λ.π.) είναι αυτή της ταύτισης του καταναλωτή με κάποια κοινωνική ομάδα (φίλοι των σπορ, λάτρεις της ταχύτητας, θαυμαστές του ωραίου, κατηγορία των πάντα νέων κ.ο.κ.) ή η ταυτοποίηση με κάποια επιτυχημένη ομάδα (ομάδα των ηγετών, ομάδα των πρωταθλητών, ομάδα των στελεχών κ.ο.κ.). Φυσικά η συμμετοχή σε μία από τις παραπάνω ομάδες, θέλει ταλέντο, γνώσεις, χρήμα, τύχη, προσπάθεια κ.λ.π. Η ψευδαίσθηση όμως της συμμετοχής χρειάζεται μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και, βέβαια, τα χρήματα για να αγοραστούν. Με ένα ζευγάρι γάντια με κομμένα δάχτυλα, φαντάζεσαι ότι είσαι ραλίστας και ας τρέμει η καρδούλα σου όταν, κατά λάθος, γκαζώνεις λίγο παραπάνω. Με μία αθλητική φόρμα και ένα ζευγάρι Nike ή Addidas φαντάζεσαι ότι είσαι πρωταθλητής και ας είναι τα οι μακαρονάδες και τα γλυκά ταψιού τα αγαπημένα σου σπορ. Όταν καρφώνεις την ομπρέλα σου σε κάποιαν αμμουδιά της Μυκόνου ή της Σαντορίνης, φαντάζεσαι ότι είσαι ο διάδοχος του θρόνου κάποιου εμιράτου, και ας κινείσαι με εορτοδάνειο και τις πιστωτικές σου κάρτες να έχουν βαρέσει κόκκινο. Βγάζεις εισιτήριο διαρκείας με δανεικά για να παρακολουθείς τα παιχνίδια της ομάδας σου μαζί με τους λεφτάδες και φαντάζεσαι ότι είσαι ένας από αυτούς, αλλά τη Δευτέρα το πρωί στη δουλειά κάνεις τράκα τσιγάρα.

Επίτευξη στόχων, κοινωνική θέση, κύρος: Το σύστημα διαμορφώνει έτσι τον σύγχρονο άνθρωπο, ώστε αυτός να νοιώθει αυτοεκτίμηση μόνο όταν επιτυγχάνει τους στόχους που αυτό του έχει θέσει, όταν κατακτά την κοινωνική θέση που αυτό του έχει υποδείξει, όταν αποκτά τα σύμβολα του κύρους που αυτό του έχει υποβάλει. Και, επειδή η κοινωνική θέση και το κύρος αποδεικνύονται μόνον όταν επιδεικνύονται, στόχοι είναι η οικονομική άνοδος, η απόκτηση υλικών αγαθών και η, σε κάθε ευκαιρία, επίδειξη των.

Αξιοποίηση εσωτερικών δεξιοτήτων, Δημιουργικότητα, Καινοτομία, Πληρότητα: Στην ουσία είναι η ανάγκη του ανθρώπου να νοιώσει ότι μπορεί κάποια στιγμή να κοιτάξει τον εαυτό του κατάματα και με ειλικρίνεια να του πει: Μπράβο ρε φίλε, τα κατάφερες!!! Αυτοί που φθάνουν σε αυτό το σημείο ήταν πάντα λίγοι, στις μέρες μας όμως είναι ελάχιστοι, γιατί έχουν χαθεί στις σειρήνες, τους βάλτους και τις παγίδες που συνάντησαν στα προηγούμενα σκαλιά της πυραμίδας.

Έτσι σήμερα «ευτυχούμε» καταναλώνοντας:

Τα χρήματα μας
Τους εαυτούς μας
Τις αξίες μας
Τον πολιτισμό μας
Το μέλλον των παιδιών μας
Τον πλανήτη μας


Γιατί;;;

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

ΝΕΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΛΙΑ ΑΥΤΙΑ : (Οι αυτοδιοικητικές εκλογές από μία απόσταση οκτώ ημερών)

Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα
Τότε θα κλάψεις με μαύρο κλάμα


Παλιό λαϊκό ερωτικό τραγούδι

Κοίτα τι γράφει αυτό το γράμμα
Για να μην κλάψεις με μαύρο κλάμα


Νέο λαϊκό πολιτικό τραγούδι


Το κείμενο που ακολουθεί είναι μία προσπάθεια ερμηνείας των γεγονότων και των συγκυριών που καθόρισαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, των αποτελεσμάτων που προέκυψαν και των μηνυμάτων που εκπέμφθηκαν.

Οι εκλογές περιλαμβάνουν πάντοτε έναν αριθμό κρισίμων παραμέτρων και η σωστή εκτίμηση τους από τα κόμματα τα οποία συμμετέχουν σε αυτές αποτελεί καθοριστικό όρο για το μέγεθος του εκλογικού αποτελέσματος που θα επιτύχουν. Ο χρόνος διεξαγωγής, τα πολιτικά προτάγματα, η σύνθεση των ψηφοδελτίων, και η αξιοποίηση του προεκλογικού χρόνου αποτελούν μερικές από τις κυριότερες.

Στις αυτοδιοικητικές εκλογές, ο χρόνος διεξαγωγής τους καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία.

Τα πολιτικά προτάγματα, μέχρι κάποια στιγμή, ήταν δεδομένα: Ο Καλλικράτης και η επιτυχής εφαρμογή του για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η αντίθεση στον Καλλικράτη και η κριτική για την οικονομία για τη Ν.Δ., η αντιμονοπωλιακή, αντιευρωπαϊκή, αντικυβερνητική ρητορική για το Κ.Κ.Ε., η, σε διάφορες διαβαθμίσεις, κριτική στην κυβέρνηση για θέματα οικονομίας, δημοκρατίας, θεσμών για τις διάφορες συνιστώσες του (πρώην;) ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η ήπια αλλά ρηχή κριτική από το ΛΑ.Ο.Σ. Είναι αξιοσημείωτο το ότι, για το σύνολο της αντιπολίτευσης, η πολιτική ζωή στην Ελλάδα φαίνεται να ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2009.

Η σύνθεση των ψηφοδελτίων αποτελεί πάντα πονοκέφαλο για τα κόμματα γιατί, στην ουσία είναι η λύση μίας εξίσωσης με πολλούς άγνωστους. Η επιλογή των προσώπων, η συγκρότηση συνεργασιών, η εξασφάλιση υποστήριξης από ευρύτερους, του στενά κομματικού, χώρους για εκατοντάδες νέους δήμους και δεκατρείς νέες περιφέρειες, δεν είναι εύκολη δουλειά. Ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, φανερά και ίδια για όλους κριτήρια επιλογής, όταν οι συνεργασίες συγκροτούνται με όρους μη ισοτιμίας, με στόχο το χρώμα του χάρτη τη βραδιά των εκλογών και χωρίς να είναι πρώτης προτεραιότητας τα θέματα που απασχολούν τις τοπικές κοινωνίες, και όταν η εξασφάλιση υποστήριξης, σε τοπικό επίπεδο, γίνεται αντικείμενο αθέμιτων συναλλαγών.
Τέλος, ο προεκλογικός χρόνος αρχίζει στην ουσία να μετρά από τη στιγμή που έχουν απαντηθεί τα προηγούμενα ερωτήματα.

Στην αρχή του καλοκαιριού, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πίστευε ότι οι εκλογές θα είναι για αυτό ένας, περίπου, υγιεινός περίπατος, η Ν.Δ. έβλεπε άσχημα καλοκαιρινά όνειρα, το ΛΑ.Ο.Σ. βιαζόταν να πρωτοχρίσει υποψηφίους, το Κ.Κ.Ε., όταν δεν έκλεινε τα λιμάνια, την Ακρόπολη, τα διόδια, ή ότι άλλο προσφερόταν για κλείσιμο, κατήγγελλε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για ότι κακό έχει συμβεί διαχρονικά στην Ελλάδα και, τέλος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν κουραζόταν να συμμαζεύει τις συνιστώσες του, προσπαθούσε να σχηματίσει μέτωπο με «σοσιαλιστικές συλλογικότητες» υπό τον Αλέξη Μητρόπουλο.
Και ξαφνικά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αντί να διαμορφώνει την ατζέντα με τα θέματα της οικονομικής σταθεροποίησης και ανάπτυξής για να δώσει αισιοδοξία και προοπτική στους πολίτες, αντί να κρατάει ψηλά στην επικαιρότητα τον Καλλικράτη για να τον κατανοήσει ο κόσμος και να καταλάβει το διακύβευμα, άρα και τη σημασία, των επερχομένων αυτοδιοικητικών εκλογών, συμπεριφέρεται σαν τον έμπειρο δρομέα των εκατό μέτρων που, στην προπόνηση, «χαρίζει» στους συναθλητές του δέκα μέτρα, ή σαν τον πρωταθλητή του μπιλιάρδου στα σφαιριστήρια της γειτονιάς που, σε όποιον τολμά να αναμετρηθεί μαζί του, στις εκατό καραμπόλες του δίνει είκοσι «αβάντζο».
Τι να του πρωτοθυμηθεί κανείς. Τις καθυστερήσεις, τις αναβολές, τις ανακοινώσεις κατά δόσεις, ή τις επιλογές της επιτροπής ανάδειξης υποψηφίων και τις επιλεκτικές της προτιμήσεις; Το δίμηνο κατά το οποίο αποκλειστικά, σχεδόν, θέματα στην πολιτική ατζέντα ήταν η παρουσία και οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Δ.Ε.Θ. και ο ανασχηματισμός; Τα ξεκατινιάσματα του Φασούλα με το Μίχα, το μαρτύριο της σταγόνας στο Σγουρό, το μιζέριασμα της διαδικασίας επιλογής των Καμίνη και Μπουτάρη, την αντιμετώπιση της επιλογής Τατούλη; Με αυτά και με αυτά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έδωσε την εντύπωση ότι δεν είναι σε θέση να χωρίσει δύο γαϊδουριών άχυρα, και, με τη βοήθεια του «αισθήματος» Κατσέλη-Παπακωνσταντίνου, τις ακατάληπτες και εκτός επισήμων θέσεων δηλώσεις ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στον πρωθυπουργό, την περαίωση, τις διαφαινόμενες υπαναχωρήσεις στο κίνημα των αποδείξεων και στο νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, καθώς και το προεκλογικό (όπως ερμηνεύθηκε) βοήθημα, πολύς κόσμος το βαρέθηκε και έστρεψε τα αυτιά και τα μάτια του προς άλλες κατευθύνσεις.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αυτό που καθάρισε το έδαφος για να πιάσει ο σπόρος της «αντιμνημονιακής ψήφου», το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αυτό που ανέβασε την αξιοπιστία του Σαμαρά και των υπολοίπων, γιατί κατέβασε τη δική του. Όσο για το Γιάννη Δημαρά και τη δημοτικότητα του, ο Γιάννης Δημαράς ήταν η θεία στην οποία πρόστρεξαν τα παιδάκια που πρόγκηξε η μάνα τους. Δεν ήξερε από δουλειές, δεν ήξερε να μαγειρέψει, δεν μπορούσε καλά-καλά ούτε να μιλήσει, αλλά τουλάχιστον την ήξεραν γιατί κάποτε μένανε στο ίδιο σπίτι (σε αντίθεση με το Αλέξη Μητρόπουλο που η μεταμφίεση του ήταν χειρότερη και από την αμφίεση του γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να πείσει).

Εξ αιτίας λοιπόν του ΠΑ.ΣΟ.Κ. άλλαξε η πολιτική ατζέντα και οι Έλληνες, από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίστηκαν (από τα κόμματα της αντιπολίτευσης) σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς». Ανυπόστατος διαχωρισμός, γιατί δεν υπάρχει κανείς σε αυτόν τον τόπο που να είναι υπέρ του μνημονίου. Απλά, η πλειοψηφία τυχαίνει να κατανοεί την αναγκαιότητα του μνημονίου. Το νόημα των εκλογών πήγε περίπατο και οι ψηφοφόροι καλούντο να ρίχνουν στην κάλπη ψήφο κατά του μνημονίου και από την κάλπη να βγαίνει Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης για να λύσει τα τοπικά προβλήματα, ή να διαχειρισθεί το Ε.Σ.Π.Α. Ο ορισμός, δηλαδή, της νοθείας και υποκλοπής της λαϊκής βούλησης.

Και φτάσαμε στη διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού και το δίλημμα που μπήκε. Το να τεθεί ένα τέτοιο δίλημμα στον ελληνικό λαό, ήταν κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε θυσία, γιατί με αυτόν τον τρόπο το κυβερνητικό κόμμα κατέστη συνένοχο στον αποπροσανατολισμό του εκλογικού σώματος από τα προτάγματα και το νόημα των εκλογών. Έτσι όμως όπως, εξ αιτίας των χειρισμών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων της αντιπολίτευσης, ήρθαν τα πράγματα, ο πρωθυπουργός δεν μπορούσε να αποφύγει τη διακαναλική, ώστε, με τα θέματα που τέθηκαν μέσα από αυτή, να δημιουργηθεί μία «ισορροπία του τρόμου» και να αναχαιτιστεί η μαζική απόδραση από τη σκληρή πραγματικότητα, απόδραση που θα έβαζε σε άμεσο κίνδυνο τα συμφέροντα του τόπου και των πολιτών του.

Μετά την πρώτη Κυριακή των εκλογών ακούσαμε έξι-επτά δηλώσεις νίκης, την εκτίμηση όλων των πολιτικών δυνάμεων (πλην ΠΑ.ΣΟ.Κ.) ότι όλοι όσοι προτίμησαν την αποχή, το έκαναν για να μουντζώνουν καλύτερα την κυβέρνηση καθισμένοι στους καναπέδες τους και είδαμε επίσης να μετριέται η δύναμη πολυπαραταξιακών συνδυασμών σαν δύναμη των κομμάτων. Μετά τη δεύτερη Κυριακή όμως, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχοντας συνέλθει λίγο από την εκλογική παραζάλη και κάνοντας συνολική σούμα είδαν, άσχετο αν ντρέπονται να το ομολογήσουν, ότι κυρίως εξ αιτίας τους οι ψηφοφόροι δεν μπόρεσαν να ψηφίσουν νηφάλια και με συνειδητοποίηση του αντικειμένου της ψηφοφορίας. Είδαν ακόμη, άσχετο αν δεν τα συμφέρει να το ομολογήσουν, ότι η αποχή σήμαινε αποστροφή, όχι προς τις πολιτικές προτάσεις της κυβέρνησης (γιατί τότε θα έσπευδαν να τις καταψηφίσουν), αλλά προς την απουσία των εναλλακτικών προτάσεων της αντιπολίτευσης. Είναι, στην ουσία, μία άλλη προσέγγιση του «όλοι ίδιοι είναι», με τη διαφορά ότι ενώ στην κυβέρνηση δίνεται η ευχέρεια ή η ανοχή να προσπαθήσει, η αντιπολίτευση είναι τόσο απαξιωμένη στη συνείδηση του εκλογικού σώματος, ώστε οι ψηφοφόροι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να πάνε να τους ψηφίσουν. Τέλος, όλα τα κόμματα (πλην του Κ.Κ.Ε. που δεν το απασχολούν τέτοια θέματα) είδαν ότι το εκλογικό σώμα όλο και λιγότερο λαμβάνει υπ’ όψη του τις υποδείξεις των κομμάτων, όλο και λιγότερο εμπιστεύεται τους υποψήφιους με κοινοβουλευτικό παρελθόν, όλο και περισσότερο εμπιστεύεται τους πολυπαραταξιακούς συνδυασμούς, όλο και περισσότερο θυμώνει με τις αλαζονικές και υπεροπτικές συμπεριφορές των υποψηφίων.

Αυτές οι εκλογές, τελικά, στείλανε νέα μηνύματα, δυστυχώς όμως, σε παλιά αυτιά. Το πιο σπουδαίο όμως από τα νέα αυτά μηνύματα είναι ότι άρχισε να δημιουργείται ένα νέο, ακηδεμόνευτο για την ώρα, μέτωπο, το μέτωπο ενάντια στην ανάθεση της διαχείρισης της καθημερινότητας μας σε «ειδικούς με καλές συστάσεις». Οι ενδείξεις για τη δημιουργία του είναι τόσο πολλές, όσο και τα ρεύματα που το συγκροτούν. Το μεγαλύτερο από αυτά τα ρεύματα είναι αυτό των «κομματικών προσφύγων», των πολιτών δηλαδή που, ανεξάρτητα από την κομματική τους ένταξη ή συμπάθεια, δεν δέχονται να είναι οι εκτελεστές εντολών που δεν κατανοούν ή με τις οποίες δεν συμφωνούν, δεν δέχονται να στηρίζουν πρόσωπα που δεν έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, δεν δέχονται την αισθητική, το λόγο και την πρακτική του παλαιοκομματισμού. Μαζί με αυτό συμπλέουν ρεύματα της σύγχρονης, μη ισοπεδωτικής, αμφισβήτησης, της σύγχρονης, μη απορριπτικής, αναζήτησης, της σύγχρονης, μη δογματικής οικολογίας, του σύγχρονου, μη αποδομητικού, ακτιβισμού, του σύγχρονου, μη ανταποδοτικού, εθελοντισμού, γενικά εκείνα τα ρεύματα που στέκονται όρθια, αντιστέκονται στην κάθε είδους ασχήμια και παραστέκονται σε κάθε προσπάθεια για την ανεξαρτησία, ελευθερία και χειραφέτηση της σκέψης και την ενιαία δράση, μέσα από ένα δημοκρατικό-προοδευτικό αυτοδιοικητικό κίνημα.

Με τη σκέψη και τις ελπίδες μας στραμμένες προς αυτό το νέο ρεύμα, κοιτάμε μπροστά και προσπαθούμε να χτίσουμε το αύριο με ιδέες και υλικά του σήμερα, αφήνοντας το χθες σε αυτούς που βολεύτηκαν σε αυτό, θυμίζοντας τους μόνο ότι το χθες μπορεί να ήταν το αύριο του προχθές, αλλά σήμερα είναι το προχθές του αύριο.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Αποχή ή απόχη; (2)

Ας μου συγχωρεθεί η επάνοδος στο προχθεσινό θέμα, αλλά η ανερμάτιστη συμπεριφορά αυτών που, ξεκινώντας από μία εικασία περί αποχής, την ανήγαγαν σε προσδοκία αποχής και, τέλος την μετέτρεψαν, στο βαθμό που τους περνούσε, σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, χρειάζεται ένα σύντομο σχολιασμό.

Δεν θα είχαν τόση σημασία οι λόγοι που προκάλεσαν αυτό το «κάλεσμα» μερίδας των Μ.Μ.Ε., καθώς και διαφόρων επωνύμων προσώπων, για αποχή, αν δεν υπήρχε σήμερα συνέχεια, η οποία έχει δύο σκέλη. Το ένα είναι η ερμηνεία του συνόλου της αποχής σαν διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση, κυρίως για την οικονομική πολιτική της και το άλλο η αμφισβήτηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των νεοεκλεγμένων αυτοδιοικητικών αρχών.

Όσον αφορά στο πρώτο, όταν κάποιος δεν πηγαίνει να ψηφίσει δεν ενεργεί πολιτικά, γιατί η πράξη του δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα, ενώ δίνει σοβαρή λαβή για τη συναγωγή πολιτικών συμπερασμάτων που μόνο κατά τύχη μπορούν να έχουν σχέση με τις προθέσεις του. Έτσι, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να ισχυρίζεται, αυθαίρετα, ότι η αποχή σημαίνει διαμαρτυρία για την κακή διακυβέρνηση του τόπου, η κυβέρνηση θα μπορούσε να ισχυρίζεται, εξ ίσου αυθαίρετα, ότι η αποχή σημαίνει απουσία εναλλακτικής λύσης λόγω ανυπαρξίας της αντιπολίτευσης, για να μην προχωρήσουμε στις, αυθαίρετες πάντα, ερμηνείες των διαφόρων ομάδων συμφερόντων.

Ο καθένας λοιπόν από αυτούς που προτίμησαν την αποχή, βλέπει το, όποιο, μήνυμα του να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα αυτών ακριβώς που ήθελε να τιμωρήσει, να καταγγείλει, να εκδικηθεί, να συνετίσει, να, να, να…..

Όσον αφορά στο δεύτερο, σε όλες τις εκλογές η κατάταξη των υποψηφίων βγαίνει από την καταμέτρηση των εγκύρων ψηφοδελτίων και δεν έχει προταθεί, πουθενά και ποτέ, άλλος δημοκρατικότερος τρόπος. Και αυτό δεν είναι τεχνοκρατική ή νομικίστικη θεώρηση της εκλογικής διαδικασίας, είναι η ουσία της.

Καλούνται όλοι όσοι έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν, προσέρχονται όσοι θέλουν να ψηφίσουν, ψηφίζουν και αναδεικνύουν το νικητή. Όσοι δηλαδή ενδιαφέρονται να έχει η περιφέρεια τους και ο δήμος τους αιρετή διοίκηση της προτίμησης τους ψηφίζουν. Όσοι πάλι για οποιονδήποτε, σεβαστό κατ’ αρχή, λόγο δεν επιθυμούν να ψηφίσουν, εκχωρούν αυτόματα το κατοχυρωμένο δικαίωμα τους για επιλογή, σε αυτούς που ψηφίζουν, εν γνώσει τους και με τη θέληση τους. Χάσανε βέβαια μία ευκαιρία συμμετοχής στη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος που θα επηρεάσει και τη δική τους ζωή, αλλά, ευτυχώς, σε δημοκρατία ζούμε, θα έχουν μπροστά τους πολλές ευκαιρίες να το ξανασκεφτούν. Ένα είναι πάντως σίγουρο: οι μετέχοντες χτίζουν τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, οι απέχοντες παραδίνουν την όποια βούληση τους έρμαιο σε κάθε καλόπιστη ή μη ερμηνεία, γιατί η αποχή μπορεί να είναι συμπεριφορά προς την πολιτική, αλλά πολιτική συμπεριφορά δεν είναι.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Αποχή, ή απόχη;

Στις εκλογές για αυτοδιοικητικές αρχές, που έληξαν χθες με την ψηφοφορία του δεύτερου γύρου και την ανάδειξη περιφερειακών και δημοτικών αρχών, υπήρξαν πολλοί οι συντελεστές της επιτυχίας και αποτυχίας των.

Θα αναφερθώ σε έναν από αυτούς, την αποχή, γιατί προβλήθηκε περισσότερο από όλους, και σαν ενδεχόμενο και σαν αποτέλεσμα, γιατί επηρέασε τα τελικά αποτελέσματα, και στην επιλογή και στη δημοκρατική νομιμοποίηση των εκπροσώπων και, τέλος, γιατί φαίνεται να δημιουργείται στο εκλογικό σώμα μια τάση παραίτησης από ένα κατακτημένο και πολύτιμο δημοκρατικό δικαίωμα του.

Η αποχή μπορεί να μην είναι μία καθαρά πολιτική συμπεριφορά, αλλά είναι σίγουρα μία συμπεριφορά προς την πολιτική.

Τα Μ.Μ.Ε., είτε με την ανευθυνότητα, την αισθητική και τη χυδαιότητα των «πρωινάδικων», είτε με τις αναλύσεις των παραθύρων στα κεντρικά δελτία των ειδήσεων, είτε με δηλώσεις πολλών (αδίκως, άνευ προφανούς λόγου, ή και υπόπτως) επωνύμων στον τύπο και τη ραδιοτηλεόραση, κάνανε την αποχή μόδα. Η κάθε μόδα όμως κρύβει πάντα μία μεγάλη παγίδα. Το διαφημιζόμενο «ένδυμα» προβάλλεται από όμορφα και λαμπερά μανεκέν και γι’ αυτό φαντάζει πάντα ωραίο. Αλλοίμονο σε αυτούς ή αυτές που νομίζουν ότι αν φορέσουν ένα ρούχο της μόδας θα γίνουν, αυτόματα, ωραίοι. Όσοι έχουν λίγο μυαλό, καταλαβαίνουν γρήγορα το λάθος τους και το πετάνε, ενώ οι άμυαλοι συνεχίζουν να το φοράνε και κάνουν τους γύρω τους να τους κοροϊδεύουν ή να τους λυπούνται.

Τα κόμματα και, γενικά, οι πολιτικές «συλλογικότητες», που λέει και ο (αλήθεια, τι απέγινε;)κ. Μητρόπουλος, αντιμετωπίζουν την αποχή κατά τα συμφέροντα τους. Συνήθως, την εξορκίζουν γιατί πιστεύουν, τα μεν μεγάλα ότι η πολυσυλλεκτική σύνθεση και εκπροσώπηση τους, και οι γενικόλογες και ευχάριστες στα αυτιά των πολλών διακηρύξεις τους, ελκύουν τους ψηφοφόρους, τα δε μικρότερα για καθαρά στατιστικούς λόγους(όσο πιο πολλοί ψηφίσουν, τόσο πιο πολλούς ψήφους θα πάρουμε). Γι’ αυτό το λόγο, μικροί-μεγάλοι, επιθυμούν τη μαζική προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες.

Αυτά για τις βουλευτικές εκλογές. Στις δημοτικές εκλογές όμως, που διεξάγονται σε δύο γύρους και που στο δεύτερο γύρο συμμετέχουν μόνον οι δύο πρώτοι του πρώτου, στα κόμματα που δεν συμμετέχουν στο δεύτερο γύρο κυριαρχούν διάφορες λογικές που τα κάνουν να προωθούν την επιλογή της αποχής. Η διαβηματική λογική της «απόγνωσης», αυτών που δεν έχουν να περιμένουν τίποτα, από κανένα (από αυτούς που συμμετέχουν στο δεύτερο γύρο). Η απολίτικη λογική της «διαμαρτυρίας», αυτών που ξέρουν τι δεν θέλουν αλλά δεν ψάχνουν να βρουν αυτό που θέλουν, ή, που, εν πάση περιπτώσει, είναι πιο κοντά σε αυτό που θέλουν. Η συναισθηματική λογική της «τιμωρίας», αυτών που κρατούν για τον εαυτό τους το, αποδειγμένα αναποτελεσματικό, δικαίωμα της τιμωρίας και εκχωρούν σε όλους τους άλλους το αποτελεσματικότατο δικαίωμα της επιλογής. Τέλος, η αυτιστική λογική της «ιδεολογικής καθαρότητας» των κομμάτων που πιστεύουν ότι όποιος δεν είναι μαζί τους είναι εχθρός τους και εχθρός του λαού, την αποκλειστικότητα της έκφρασης του οποίου, έχουν μόνον αυτά.

Και ο ψηφοφόρος; Ο ψηφοφόρος που επιλέγει την αποχή σαν εκλογική συμπεριφορά, τι όφελος αποκομίζει;

Αν έχει επιλέξει την αποχή επειδή «φοριέται», τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι δεν του πάει; Αν την έχει επιλέξει μέσα στην απόγνωση του, τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι, εξ αιτίας και της δικής του αποχής, επιλέχτηκε μία λύση, ακόμη χειρότερη από την προηγούμενη; Αν την έχει επιλέξει σαν τρόπο διαμαρτυρίας προς το σύστημα, τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι με αυτόν τον τρόπο διαιωνίζει τη κυριαρχία του συστήματος; Αν την έχει επιλέξει σαν τρόπο τιμωρίας, τι θα κάνει όταν, με την αποχή του, εξασφαλίζει ότι, κατά πάσα βεβαιότητα, θα συνεχίσει να κυβερνάται από αυτούς που θέλει να τιμωρήσει; Αν, τέλος, την έχει επιλέξει για να εξασφαλίσει την καθαρότητα του, τι θα κάνει, έστω και καθαρός, αν δεν φροντίσει να καθαρίσουν και οι άλλοι, και με τη δική του συμμετοχή;

Τι εξυπηρετεί, τελικά, η αποχή;

Νομίζω ότι η αποχή δεν είναι τίποτε άλλο από μία τεράστια απόχη με πολύ παράξενες ιδιότητες:

Μπορούν να την χρησιμοποιούν πολλοί ταυτόχρονα, ο καθένας να ισχυρίζεται ότι είναι ο μοναδικός χρήστης και να μην τρέχει τίποτε.

Τα ψάρια που πιάνουν όλοι μαζί, μπορεί ο καθένας να τα μετράει για δικά του και να μην τρέχει τίποτα.

Μπορεί ο κάθε χρήστης να αρνείται ότι την χρησιμοποίησε, ο κάθε μη χρήστης να διαβεβαιώνει ότι ήταν ο αποκλειστικός χρήστης της και να μην τρέχει τίποτα.

Τέλος υπάρχουν και τα αλιεύματα της απόχης, οι ψηφοφόροι που επέλεξαν την αποχή. Οι χειριστές της απόχης τους λένε ότι είναι καλεσμένοι σε ένα τραπέζι, αυτοί φοράνε τα καλά τους ρούχα και πηγαίνουν και, όταν ρωτάνε που είναι η θέση τους, οι χειριστές της απόχης τους δείχνουν το τηγάνι, τους πετάνε μέσα και όταν ψηθούν τους σερβίρουν, με τα Μ.Μ.Ε. στο ρόλο των σερβιτόρων, στην πελατεία τους, τους οπαδούς τους και το ευρύτερο κοινό, ο καθένας σαν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της απόχης, ο μοναδικός ψαράς, ο μοναδικός μάγειρας.
Συμπερασματικά: Η αποχή είναι απόχη, είναι απάτη, είναι η πολιτική «παραμύθα», που προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση ή ικανοποίηση, δημιουργεί εθισμό και εξάρτηση και οδηγεί στο πλουτισμό τους «εμπόρους» της και στον πολιτικό θάνατο τους «χρήστες» της. Επειδή μάλιστα η "εμπορία και χρήση" της απόχης της αποχής δεν διώκεται, είναι αποκλειστικά δική μας ευθύνη η αποφυγή της χρήσης της και η ενημέρωση των συμπολιτών μας για τους κινδύνους.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

ΟΜΑΔΑ «ΖΗΤ.Α.» (ΖΗΤώ την Απόδειξη)

(Για ένα πραγματικό Κίνημα των Αποδείξεων)

Βρε παιδί μου, όπως και να το δεις, είμαστε περίεργη ράτσα, και σαν καταναλωτές. Όταν μπαίνουμε σε ένα κατάστημα για να αγοράσουμε κάτι, αντί να γνωρίζουμε από πριν, τι ακριβώς θέλουμε, σε ποιότητα και ποσότητα, καθώς και πόσα χρήματα διαθέτουμε για τη συγκεκριμένη αγορά, θέλοντας να δείξουμε στον καταστηματάρχη ότι είμαστε άρχοντες(;), ότι είμαστε κουβαρντάδες(;), ότι το τελευταίο που μας απασχολεί είναι τα χρήματα(;), ξεκινάμε μαζί του μία κουβέντα που, σχεδόν πάντα, μας οδηγεί στην αγορά προϊόντων της δικής του επιλογής.

Στο χωριό που ζω (αλλά και σε πολλά άλλα χωριά και πόλεις της πατρίδας μας) έχω συναντήσει ανθρώπους που:
-Αντί να κάνουν τα ψώνια της ημέρας, κάνουν τα ψώνια της εβδομάδας γιατί ντρέπονται να ψωνίσουν μικρές ποσότητες.
-Στο ερώτημα αυτού που τους κόβει το τυρί π.χ. που ζητήσανε, «βγήκε λίγο παραπάνω, να το αφήσω;», δίνουν μία απάντηση του τύπου, «’ντάξει μωρέ, και τι έγινε», και ας είναι το λιγάκι παραπάνω σχεδόν το διπλάσιο, και ας το κάνει αυτό κάθε φορά αυτός που κόβει το τυρί.
-Δεν μετράνε ποτέ τα ρέστα που τους δίνουν, για να μη προσβάλουν, λέει, τον ταμία!!! Για τον ίδιο λόγο δεν κοιτάνε και τη ζυγαριά όταν τους ζυγίζουν κάτι!!!
-Δεν πάνε κάθε μέρα στο καφενείο, για να μπορούν, όταν πάνε, να κερνάνε.
-Δεν ζητούν αποδείξεις
όταν δεν τους τις δίνουν από μόνοι τους οι καταστηματάρχες, γιατί ντρέπονται!!!

Συμβαίνουν και άλλα πολλά, αλλά ας σταθούμε σήμερα στο θέμα των αποδείξεων γιατί είναι πολύ πιο σημαντικό από όσο φαίνεται και γιατί είναι ένα από τα λίγα που μας φέρνουν, σε καθημερινή βάση, ενώπιον των ευθυνών μας σαν πολίτες, ενώ, ταυτόχρονα, μας κάνει, αν το θέλουμε, συμμέτοχους στο κυνήγι της μάστιγας της φοροδιαφυγής, ή, αν πάλι το θέλουμε, συνένοχους στη διαιώνιση της.

Στο δελτίο τύπου που εξέδωσε στις 19 Μαΐου του 2010 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αναφέρεται ότι στην Ελλάδα φοροδιαφεύγουν ετησίως εισοδήματα της τάξης των 50 δισεκατομμυρίων Ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε απώλεια φόρων ύψους 9 δισεκατομμυρίων Ευρώ, δηλαδή ενός ποσού ίσου με το 3,8% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Αυτό και μόνο το ποσό θα έφτανε για να μειώσουμε το έλλειμμα κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες μέχρι το 2014 (τόσο ζητάει το μνημόνιο) και να μη βάλουμε καθόλου χέρι σε μισθούς, συντάξεις και δώρα.

Υπάρχει ένας τετραψήφιος αριθμός τηλεφώνου, το γνωστό πια «1517» μέσω του οποίου μπορούν οι πολίτες να καταγγείλουν, επώνυμα ή ανώνυμα, παραβάσεις της φορολογικής μονοθεσίας. Είναι μία καινοτομία για τα δικά μας ήθη, που όμως πρέπει να αγκαλιασθεί από όλους μας γιατί η σωστή αξιοποίηση της βοηθά όλους μας, ακόμη και αυτούς που σκοπίμως, δολίως, ή ηλιθίως την χλευάζουν, να ζήσουμε σε ένα κράτος που μπορεί να προσφέρει περισσότερα στους πολίτες του.
Έχω ακούσει και διαβάσει πολλές αντιρρήσεις για αυτήν την καινοτομία. Το επίπεδο, η ουσία και η αισθητική αυτών των αντιρρήσεων είναι τέτοια, που με κάνουν να ελπίζω ότι ο αριθμός 1517 θα μπει για καλά στη ζωή μας. Για να καταλάβετε τι εννοώ, σταχυολογώ μερικές από αυτές τις αντιρρήσεις:
«Δεν θα γίνω εγώ ρουφιάνος του Γιωργάκη». Αν θέλετε, ρίξτε μία ματιά στην ανάρτηση μου της 1-9-2010, με τίτλο, «ΕΝΑΣ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ;». Αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό, και δείχνει ότι σε άλλες χώρες, η καταγγελία της παρανομίας θεωρείται πατριωτικό καθήκον και όχι ρουφιανιά.
«Να τα πάρουν από αυτούς που τα φάγανε». Μα και ο φοροφυγάς δεν είναι ένας από αυτούς που τα φάγανε, τα τρώνε και θα τα τρώνε, αν εμείς δεν κάνουμε τίποτα;
«Να κυνηγήσουν πρώτα τα μεγάλα ψάρια και μετά τους ψιλικατζήδες». Μήπως πολλοί από τους οπαδούς αυτού του επιχειρήματος, έχουν κατατάξει τους εαυτούς των στην κατηγορία των ψιλικατζήδων και θέλουν να παραμείνουν στο απυρόβλητο;
Το χειρότερο από όλα όμως είναι να γίνεται δημοσιογραφική σπέκουλα πάνω σε τέτοιου είδους επιχειρήματα.

Εγώ τουλάχιστον, για πρώτη φορά στα εβδομήντα σχεδόν χρόνια της ζωής μου βλέπω την πολιτεία να κυνηγάει τόσο σοβαρά, μεθοδικά και –ελπίζω- αποτελεσματικά, τη φοροδιαφυγή και, γενικότερα τη διαφθορά. Το να μένουν οι πολίτες έξω από αυτή την προσπάθεια, με τέτοιου είδους μάλιστα δικαιολογίες, δεν είναι ανευθυνότητα; Όταν απαιτώ π.χ. δημόσια υγεία και πρόνοια, δημόσια παιδεία, δημόσια επιδοτούμενες συντάξεις και συγκοινωνίες, και όταν πληρώνω βαρείς φόρους για αυτά, είναι κακό να φροντίζω να πληρώνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι; Γιατί στην ουσία αυτό κάνω όταν καταγγέλλω περιπτώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας. Φροντίζω να μοιράζονται τα φορολογικά βάρη δικαιότερα.

Ήρθε η ώρα λοιπόν για την έναρξη μίας πανεθνικής κινητοποίησης για την ευαισθητοποίηση όλων μας στο θέμα της απόδοσης αποδείξεων για τα χρήματα που εισπράττονται έναντι πώλησης προϊόντων ή προσφοράς υπηρεσιών.

Για να δημιουργηθεί ένα εύρωστο, αποτελεσματικό και ανθεκτικό στο χρόνο «Κίνημα των αποδείξεων» ,πρέπει να γίνει μία σειρά ενεργειών από τα διάφορα εμπλεκόμενα μέρη. Της εκστρατείας πρέπει να ηγηθεί το υπουργείο οικονομίας και να συμμετέχουν όλα τα άλλα υπουργεία, η εκπαιδευτική κοινότητα, το συνδικαλιστικό κίνημα, τα κινήματα νεολαίας, οικολογίας, εθελοντισμού, κ.ά.

Θα μπορούσαν να αναληφθούν δράσεις όπως:

1.- Μάρκετινγκ για τα οφέλη, σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, από τη συλλογή αποδείξεων. Το μάρκετινγκ είναι υποχρέωση του Υπουργείου Οικονομίας, αλλά, για επικοινωνιακούς λόγους και για αύξηση της αποτελεσματικότητας καλό θα είναι να συμμετάσχουν θεσμοί και πρόσωπα που χαίρουν του σεβασμού της ελληνικής κοινωνίας.

2.- Παράλληλο πρόγραμμα, στα πλαίσια της εταιρικής κοινωνικής τους ευθύνης, να «τρέξουν» οργανισμοί πρόσωπα και επιχειρήσεις.

3.- Μάθημα ή σεμινάρια, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης με στόχο την ανάπτυξη φορολογικής συνείδησης.

4.- Σύσταση κίνησης ή φορέα ανάπτυξης δράσης, με γεωγραφική και κλαδική οργανωτική δομή, για τη διάδοση και υλοποίηση της ιδέας της συλλογής αποδείξεων και της δημιουργίας φορολογικής συνείδησης.

5.- Διανομή από τον φορέα της προηγούμενης πρότασης, διακριτικής κονκάρδας που θα μπορούν να φοράνε στο πέτο τους αυτοί που συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα των αποδείξεων.

6.- Ενεργή συμμετοχή Γ.Σ.Ε.Ε. και Α.Δ.Ε.Δ.Υ. στην ανάπτυξη του κινήματος των αποδείξεων.

7.- Έγκαιρη διανομή από το Υπουργείο οικονομίας, υποδείγματος λογιστικού φύλλου για την καταχώρηση και επεξεργασία των συλλεγομένων αποδείξεων στη μορφή που αυτό θέλει.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι όσοι δεν δίνουν αποδείξεις δεν κερδίζουν μόνο κάτι παραπάνω. Κερδίζουν ότι κερδίζουν σε βάρος της οικονομίας μας, παιδείας μας, της υγείας μας, της πρόνοιας μας, των δημοσίων έργων μας, της ζωής μας, της χώρας μας. Η ενεργή δράση μας λοιπόν για την εξάλειψη αυτού του φαινομένου κλοπής σε βάρος του κοινωνικού συνόλου δεν αποτελεί κάρφωμα, δεν αποτελεί ρουφιανιά, αποτελεί πατριωτικό καθήκον.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ

Ο κ. Κώστας Γεωργουσόπουλος είναι φιλόλογος, ο πιο γνωστός κριτικός θεάτρου, με αξιοθαύμαστες γνώσεις γύρω από αυτό (όταν μιλάει για το θέατρο παρακαλάς να μην τελειώσει ο χρόνος), μεταφραστής και στιχουργός, είναι, με λίγα λόγια, αυτό που εννοούμε όταν αποκαλούμε κάποιον καλλιεργημένο άτομο και πνευματικό άνθρωπο.

Διάβασα χθες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ένα άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Ηλιθιότης» και θέλω να το σχολιάσω γιατί είναι μία επαλήθευση στην πράξη της ρήσης που λέει ότι «τον πραγματικό χαρακτήρα του ανθρώπου τον γνωρίζεις μόνον όταν θίγεται το συμφέρον του».

Μεταφέρω αυτούσιο το άρθρο, για να υπάρχει άμεση γνώση του αντικειμένου των σχολίων μου.

ΗΛΙΘΙΟΤΗΣ

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Διαβάζω πως ετοιµάζεται νόµος που θα περικόπτει, λέει, τις συντάξεις κατά 70% αν ο συνταξιούχος εργάζεται. Αν δεν κάνω λάθος ο συνταξιούχος εισπράττει καταβολές δικές του και εργοδοτικές που έγιναν επί 35 χρόνια που εργαζόταν. Δικά του είναι τα χρήµατα, τα οποία κράτος ή ΙΚΑ εισέπραττε και τόκιζε (αφήνω τα οµόλογα!) 35 χρόνια.

Η σύνταξη καταβάλλεται γιατί εργάστηκε στο παρελθόν. Αν εργάζεται τώρα παράλληλα µε τη σύνταξη, αυτό, και το γνωρίζουν, δεν µπορούν να το απαγορεύσουν, διότι είναι κατάφωρα αντισυνταγµατικό, αφού κάθε εµπόδιο ή απαγόρευση είναι προσβολή στην εφ’ όρου ζωής ανάπτυξη και δηµιουργική δράση της προσωπικότητας. Επειδή λοιπόν δεν µπορούν να απαγορεύσουν την εργασία σου καταργούν το δικαίωµα να εισπράττεις αναδροµικά τον ιδρώτα του παρελθόντος µόχθου σου. Αυτό θα το χαρακτήριζα υπεξαίρεση και κλοπή δεδουλευµένων. Και τόση κουτοπονηριά. Δούλευε, σου λένε, αφού το θες (και το έχεις ανάγκη), πλήρωνε φόρους, έκτακτες εισφορές, περαιώσεις, ασφαλιστικά σε ΟΑΕΕ, για να σε ξεζουµίσω και βάλε και τα 70% της σύνταξής σου ως επανοπροίκι. Ποιος ηλίθιος συνέλαβε αυτόν τον απάνθρωπο κεφαλικό φόρο; Και τι σηµαίνει τάχα εργασία; Η πνευµατική συγγραφική δουλειά; Το να παίζει ο συνταξιούχος ηθοποιός (π.χ. ο Μινωτής) Ληρ µετά τη σύνταξη; Ο εκπαιδευτικός που µεταφράζει; Ο αστυνοµικός που συµπληρώνει τη σύνταξη, τη γλίσχρα, ως σεκιουριτάς; Ο καθηγητής πανεπιστηµίου που σκηνοθετεί, τυπώνει βιβλία, γράφει άρθρα, διδάσκει σε σεµινάρια, συµµετέχει σε ερευνητικά προγράµµατα; Ο γυµναστής που προπονεί µια οµάδα µπάσκετ; Ο δικαστής που παρέχει νοµικές συµβουλές; Ο γιατρός που ως συνταξιούχος µετέχει στις οµάδες SΟS; Αρα και ο συνταξιούχος βουλευτής που συνεχίζει το επάγγελµά του;


Πάνω σε αυτό το κείμενο θα ήθελα να κάνω μερικά σχόλια


1.- Δεν ξέρω αν το γνωρίζει ο κ. Γεωργουσόπουλος, αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, όχι τουλάχιστον για τους ασφαλισμένους στο Ι.Κ.Α. Το γνωρίζω από δική μου πείρα. Το «κόλπο» μάλιστα για να μην χάσει ένας συνταξιούχος του Ι.Κ.Α. το 70% της σύνταξης του ήταν, να μην δουλεύει με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με δελτίο παροχής υπηρεσιών.

2.- Είναι λάθος ότι ο συνταξιούχος εισπράττει, με την σύνταξη του, τις εισφορές τις δικές του και αυτές του εργοδότη του. Σε ένα ασφαλιστικό σύστημα σαν το δικό μας το οποίο, ως προς τη χρηματοδότηση του, έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, οι ασφαλιστικές εισφορές ενός εργαζομένου πληρώνουν τις συντάξεις της προηγούμενης εργασιακής γενιάς, ενώ αυτός συνταξιοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές της επόμενης εργασιακής γενιάς.

3.- Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κανέναν να εργάζεται, αλλά και κανένα εργατικό κίνημα, όπου γης, δεν ζήτησε να αυξηθούν τα χρόνια εργασίας, τουναντίον, οι αγώνες ήταν πάντα για τη μείωση του ορίου συνταξιοδότησης. Και δεν νομίζω ότι στόχος του εργατικού κινήματος ήταν να βγουν οι εργαζόμενοι μία ώρα αρχύτερα στην σύνταξη για να βρουν, σαν συνταξιούχοι, μία δεύτερη δουλειά.

4.- Ο κ. Γεωργουσόπουλος , για να εισαγάγει το στοιχείο της τραγωδίας στην επιχειρηματολογία του, φτιάχνει ένα «τυχαίο μείγμα» (αχταρμά) από δομημένα ομόλογα, φόρους, έκτακτες εισφορές, περαιώσεις, ασφαλιστικές εισφορές σε ΟΑΕΕ και συνταξιούχους βουλευτές, επειδή, ίσως, δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά αφοράν σε διαφορετικές κατηγορίες πολιτών, σε διαφορετικό βαθμό και για διαφορετικούς λόγους και, στην περίπτωση που επηρεάζονται και κάποιοι εργαζόμενοι συνταξιούχοι, δεν επηρεάζονται υπό αυτήν τους την ιδιότητα.

5.-Ο κ. Γεωργουσόπουλος αναρωτιέται, «τι σημαίνει εργασία;». Εργασία βέβαια είναι, κατά ένα συνοπτικό ορισμό, η διάθεση σωματικών, πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων για την παραγωγή έργου. Ότι όμως και να σημαίνει η λέξη εργασία, χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στην αμειβόμενη και στη μη αμειβόμενη εργασία. Η αμειβόμενη εργασία μπορεί να είναι βιοποριστική, επικερδής, ή «αρπαχτή». Η μη αμειβόμενη εργασία μπορεί να είναι δουλεία, χόμπι, ή κοινωνική προσφορά.

6.- Από τα παραδείγματα που αναφέρει ο κ. Γεωργουσόπουλος, για να προκαλέσει τη συμπάθεια μας, το συμπαθέστερο είναι του αστυνομικού (επειδή κάποιοι από αυτούς έχουν όντως μικρές συντάξεις, παρ’ όλο που σε σχέση με άλλους συμπολίτες τους, με τα ίδια προσόντα και τα ίδια ένσημα, είναι προνομιούχοι, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς φεύγουν με την συμπλήρωση εικοσιπενταετίας, παίρνουν σύνταξη μεγαλύτερη από τον τελευταίο τους μισθό και έχουν πληρώσει πολύ λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές από τους αντίστοιχους εργαζόμενους του Ι.Κ.Α.). Όλοι οι άλλοι θα μπορούσαν, αν είχαν αίσθηση κοινωνικότητας, διάθεση συμμετοχής και πρόθεση προσφοράς, να εργάζονται χωρίς αμοιβή. Τότε θα ένοιωθαν ανόθευτη τη δημιουργικότητα τους, καθαρή την πνευματικότητα τους αυθεντική την καλλιέργεια τους.

Νομίζω ότι κανένα από τα επιχειρήματα του κ. Γεωργουσόπουλου δεν στέκει. Από δε τα παραδείγματα που αναφέρει, εμένα το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό
είναι εικόνες γέρων που νομίζουν ότι είναι αναντικατάστατοι, γέρων ακόμη διψασμένων για χρήμα, δόξα και χειροκρότημα, γέρων που προσπαθούν να κρατήσουν μακριά τη μέρα της κηδείας ενώ έχει έλθει η ώρα του θανάτου, γέρων που μισούν τους νέους επειδή δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι οι νέοι που τους κλέβουν το χρόνο, αλλά ο χρόνος τους που σώνεται.

Δεν έχω τίποτα εναντίον των ατόμων της τρίτης ηλικίας, άλλωστε και εγώ συνομήλικος τους είμαι, αλλά δεν μας χρωστάνε τίποτα οι νέοι. Τους χαλάσαμε την ποιότητα της ζωής, τους φορτώσαμε τα δανεικά μας, τους μολύναμε το περιβάλλον, τους δυσκολέψαμε το μέλλον, τους κάψαμε τα όνειρα, ας τους αδειάσουμε τουλάχιστον μερικές θέσεις εργασίας και ας τους αφήσουμε να διαχειριστούν το μέλλον τους. Στο κάτω-κάτω, δικό τους είναι.

Τελειώνω με κάτι που μας δίδασκε στο μάθημα της έκθεσης ο μακαρίτης ο φιλόλογος μας, με αφορμή τους τίτλους των εκθέσεων. Μας έλεγε ότι ο τίτλος σε ένα κείμενο μπαίνει για να επιτύχει δύο στόχους: Για να εντυπωσιάσει και για να προσδιορίσει το περιεχόμενο του κειμένου με δύο-τρεις λέξεις. Σε αυτό το άρθρο, με αυτόν τον τίτλο, ο κ. Γεωργουσόπουλος πέτυχε και τους δύο στόχους.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΒΙΑΣΜΟΥ (από μία απόσταση οκτώ ημερών)

Στις 25 του Οκτώβρη του 2010 σημειώθηκε ένα νέο ρεκόρ στην ταχύτητα αντίδρασης των κομμάτων της αντιπολίτευσης, στα ανακλαστικά τους δηλαδή, σε σχέση με μία κίνηση του πρωθυπουργού, πιο συγκεκριμένα στη διακαναλική συνέντευξη που έδωσε με θέματα τις δημοτικές εκλογές και την οικονομία.

Πάνω που, Ν.Δ., Κ.Κ.Ε. και ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., καθώς και άλλες αντιμνημονιακές συλλογικότητες, που θα έλεγε και ο Αλέξης Μητρόπουλος, αποφάσισαν, χωριστά από όσο ξέρουμε, να αντιμετωπίσουν ρηξικέλευθα και δυναμικά τις προκλήσεις για την τοπική αυτοδιοίκηση, την περιφερειακή διοίκηση, την αποκέντρωση και την ανάπτυξη που τίθενται από τις 1-1-2011 σε εφαρμογή με τον σχετικό νόμο, το γνωστό σαν «Καλλικράτη», (άλλος με την εξάλειψη του ελλείμματος μέσα σε 12 μήνες, άλλος με άρνηση πληρωμής των υποχρεώσεων μας και άλλος με την απαγόρευση της εισόδου νομοταγών ευρωπαίων πολιτών στην Αττική), πάνω, λέω, που για άλλη μία φορά κάθισαν στο τραπέζι για να δειπνίσουν ΠΑ.ΣΟ.Κ., τους ήρθε η διακαναλική και άρχισαν να τσιμπιούνται και να ψάχνονται. Αλλιώς τα σχεδιάζανε, βλέπεις, και αλλιώς τους βγήκανε. Άλλο είναι να πηγαίνεις για εκλογές εκμεταλλευόμενος τα αρνητικά συναισθήματα ενός λαού που ζει μίαν άσχημη συγκυρία και άλλο να κινδυνεύεις, με την αναίδεια, τηνανευθυνότητα, τον μικρομεγαλισμό και τον παραληρηματικό σου λόγο να προκαλέσεις πολιτική κρίση, να ακυρώσεις την προσπάθεια που κάνει ο τόπος σου να βγει από το βαθύ πηγάδι που βρέθηκε χωμένος και να προκαλέσεις πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.

Από την ημέρα που δόθηκε η διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού της χώρας έγινε πολύς λόγος για το χρόνο, τη συγκυρία, το περιεχόμενο, τη σκοπιμότητα, τα κίνητρα, το ύφος, μέχρι και για τα σαρδάμ του προέδρου της κυβέρνησης. Όλα τα σχόλια που ακούστηκαν ήταν χρήσιμα. Κάθε σχόλιο είναι χρήσιμο γιατί δίνει τη δυνατότητα να εξαχθούν συμπεράσματα, για τον σχολιαζόμενο αλλά και για τους σχολιάζοντες.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά:

Χρόνος : Δεκαπέντε ημέρες πριν από τις εκλογές που θα αναδείξουν τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές, οι οποίες θα κληθούν να υλοποιήσουν μία νέα αρχιτεκτονική αυτοδιοίκησης και αποκεντρωμένης δημόσιας διοίκησης , έναν εντελώς νέο, στην ουσία, θεσμό. Θυμίζουμε εδώ, ότι κανένα από τα κόμματα αυτά δεν ψήφισε το νόμο για τον Καλλικράτη και ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται να διεξαχθούν οι εκλογές μέσα σε συνθήκες νηφαλιότητας, ώστε να εκλεγούν οι καταλληλότεροι για το έργο του Δήμαρχου των νέων δήμων ή του Περιφερειάρχη. Είναι δε πολύ λογικό να πιστεύει ότι οι καταλληλότεροι θα ευρίσκονται μεταξύ αυτών που συμφωνούν με τον Καλλικράτη, ανεξάρτητα από την κομματική τους τοποθέτηση. Το ότι έβαλε σε δεύτερη μοίρα την κομματική προέλευση των υποψηφίων το αποδεικνύουν αρκετές κεντρικές επιλογές του κυβερνώντος κόμματος.

Συγκυρία: Ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, οι αξίες, η οικονομία, η ίδια η χώρα μας, βρίσκονται ακόμη σε βαθειά κρίση. Η εκλεγμένη κυβέρνηση του τόπου προσπαθεί να συμμαζέψει τις συνέπειες των σφαλμάτων της περιόδου 1974-2004 και το, μαύρο-κατάμαυρο, χάλι της περιόδου 2004-2009, το οποίο και μας έριξε στην αγκαλιά της τρόικας και στα νύχια του μνημονίου (και αυτό ας μην το ξεχνάει κανείς και κυρίως οι θλιβεροί πρωταγωνιστές του, οι διατελέσαντες υπουργοί στις κυβερνήσεις της Ν.Δ. αυτής της περιόδου, καθώς και αυτοί, οι εντός της χώρας, που τους ανεχθήκανε ασκώντας στην ουσία, και τότε, αντιπολίτευση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και οι ευρωπαίοι ομοϊδεάτες τους που τους κάλυπταν σιωπώντας). Η διεθνής κοινότητα και οι αγορές ακόμη δυσπιστούν ως προς τις προθέσεις μας και τις δυνατότητες μας και αρκετοί «τζογάρουν» στην αποτυχία, την χρεοκοπία και την καταστροφή μας. Σε αυτήν λοιπόν την ομολογημένα δύσκολη συγκυρία, Ν.Δ., Κ.Κ.Ε., ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, και «λοιπές αντιμνημονιακές δυνάμεις» αποφασίζουν, όπως έχουν το δικαίωμα, να αλλάξουν την ατζέντα των εκλογών και να τις μετατρέψουν σε δημοψήφισμα κατά του μνημονίου. Στόχος τους είναι να αποδείξουν ότι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος είναι κατά του μνημονίου (η μεγαλύτερη ηλιθιότητα, γιατί όλο το εκλογικό σώμα είναι κατά του μνημονίου, άλλο αν οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα του) και, άρα, ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.

Περιεχόμενο, σκοπιμότητα, κίνητρα: Ο πρωθυπουργός της χώρας είπε πολύ λίγα πράγματα, απλώς τα είπε πολλές φορές και με πολλούς τρόπους που, όμως, δεν επιδέχονται πολλές ερμηνείες, η δε ουσία ήταν:

1.- Ψηφίσαμε ένα νέο νόμο για την αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση, ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2011 και θέλουμε η υλοποίηση του να επιτύχει.

2.- Δεν πιστεύουμε στην κομματικοποίηση των εκλογών αυτών και ούτε την επιδιώκουμε και αυτό φαίνεται από τις επιλογές μας, και σε περιφερειακό και σε δημοτικό επίπεδο, ακόμη και σε πολύ μεγάλους δήμους.

3.- Θέλουμε να πάει ο κόσμος στις εκλογές για να εκλέξει τους καλύτερους για τα καθήκοντα του περιφερειάρχη και του δήμαρχου γιατί μόνο έτσι θα πετύχει και θα ριζώσει ο νέος θεσμός, ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές δύσκολες συνθήκες.

4.- Καλοί υποψήφιοι υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αυτοί όμως που κατεβαίνουν κάτω από την αντιμνημονιακή ομπρέλα δεν θα επιλεγούν για τις αυτοδιοικητικές τους ικανότητες, αλλά για τις αντιμνημονιακές τους (οτιδήποτε μπορεί αυτό να σημαίνει). Και αφού θα έχουν εκλεγεί για τις αντιμνημονιακές τους δυνατότητες και δεσμεύσεις δεν θα έχουν καμία υποχρέωση, ίσως, και καμία όρεξη να ασχοληθούν με τα του δήμου τους ή τα της περιφέρειας τους.

5.- Στην απίθανη περίπτωση που το αντιμνημονιακό πνεύμα γίνει πλειοψηφικό ρεύμα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να κυβερνά εφαρμόζοντας το πρόγραμμα της, αλλά γνωρίζοντας ότι ο Καλλικράτης δεν βρίσκεται στα προθυμότερα δυνατά χέρια και ότι, σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, θα αμφισβητείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Όσο αυτό δεν θα έχει επιπτώσεις στις μεγάλες πολιτικές της επιλογές και δεν θα επηρεάζει τις διεθνείς της σχέσεις και δεσμεύσεις δεν θα δημιουργούνται μεγάλα προβλήματα, αλλά από τη στιγμή που, όχι από αδυναμία της, αλλά αντικειμενικά, δεν θα μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση που (αυτό μην το ξεχνάμε γιατί είναι ουσιώδες) άλλοι δημιούργησαν, θα πρέπει να ζητήσει ανανέωση της λαϊκής εντολής για να το κάνει.

Δεν νομίζω να μπορεί να γίνει πιο ξεκάθαρο το μήνυμα που θέλησε να περάσει ο πρωθυπουργός και δεν βλέπω πουθενά το παραμικρό ίχνος εκβιασμού, εκτός αν αποκαλείται εκβιασμός η προσπάθεια του να αποτρέψει το βιασμό του νοήματος των εκλογών του Νοέμβρη και της νοημοσύνης του εκλογικού σώματος. Βέβαια, τώρα όλοι οι αντιμνημονιακοί εταίροι αντιδρούν όπως αυτοί που τους πιάνουν «με την γίδα στην πλάτη» και εφαρμόζουν το «φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης». Η σκοπιμότητα που υπαγόρευσε την αποστολή αυτού του μηνύματος, ήταν η επαναφορά του νοήματος των εκλογών στο προσκήνιο και κίνητρο του η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος, με την αδιατάρακτη συνέχιση της εφαρμογής του κυβερνητικού προγράμματος εξόδου από την κρίση και ανάπτυξης της χώρας.

Ύφος, εκφορά λόγου: Είναι γνωστό ότι ο πρωθυπουργός της χώρας είναι, σαν ομιλητής και σαν συνομιλητής, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων που τον διακρίνει η ευγένεια και η προσήνεια. Ακόμη, στον τόνο της φωνής και στην γλώσσα του σώματος του εκφράζονται με ειλικρίνεια τα συναισθήματα που τον διακατέχουν εκείνη τη στιγμή και του λείπουν (αν αυτό θεωρείται έλλειψη) η θεατρικότητα και η κομπορρημοσύνη. Αν δεχθούμε ότι η πολιτική είναι, μεταξύ άλλων, η τέχνη της πειθούς δια της αλήθειας, τότε θα συμφωνήσουμε ότι οι ρήτορες που λένε πράγματα άνευ σημασίας και οι πολιτικοί άνευ σημασίας που ρητορεύουν δεν μας είναι πια και τόσο απαραίτητοι.

Μέσα μαζικής ενημέρωσης: Και λίγα λόγια για τους δημοσιογράφους που έλαβαν μέρος στη διακαναλική, αλλά και για την αντιμετώπιση της διακαναλικής από όλα τα Μ.Μ.Ε. Είναι λυπηρό το πόσο η λογική του «δελτίου των οκτώ» έχει επικρατήσει ακόμη και σε συνεντεύξεις αυτής της μορφής. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι ερωτήσεις δεν απευθύνονταν καν στον πρωθυπουργό αλλά στους τηλεθεατές, όχι για να τους προβληματίσουν, αλλά για να τους χαϊδέψουν. «Εισαγωγές» μελοδραματικές για να ακολουθήσουν ερωτήσεις άνευ ουσίας γιατί είχαν ήδη υποβληθεί από άλλους και είχαν απαντηθεί. «Παγίδες», όχι για να αναδειχθεί η ουσία αλλά για να επιδειχθεί αυτός που τις στήνει. Το «ύψος του πήχη», η «κόκκινη γραμμή» και οι άλλες πιασάρικες εκφράσεις έδωσαν και πήραν.

Τελικό συμπέρασμα; Μπορεί να μειώθηκε η αντιμνημονιακή διάσταση της πολιτικής ατζέντας, αλλά, δυστυχώς, δεν αυξήθηκε η Καλλικρατική. Στην ουσία, θα πάμε να εκλέξουμε δημοτικές και περιφερειακές αρχές έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας την έγνοια πώς να αποφύγουμε έναν εκβιασμό και ένα βιασμό. Ας είμαστε τουλάχιστον αρκετά νηφάλιοι ώστε να διαλέξουμε τους καλύτερους. Αυτούς που έχουν όραμα, έχουν πρόγραμμα, στηρίζουν την νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης, τον Καλλικράτη.