Πρωτοχρονιές σε χρόνους άλλους
Πρωτοχρονιές με τους μεγάλους
μικρός εσύ μικρός κι ο χρόνος
αλλάζατε κι οι δυο συγχρόνως
Λίγο μετά στα δεκαεφτά
με τους γονιούς σου ήσουν πάλι
μα αισθανόσουν ήδη απών
σε συντροφιά συμμαθητών
το σπίτι σου έχανε εξουσία
κι ο χρόνος την κρυφή του ουσία
Ύστερα γιόρταζες με φίλους
σ' ένα δωμάτιο καπνού
το θαύμα πάλι ήταν αλλού
στις παιδικές Πρωτοχρονιές σου
στο χρόνο που άλλαζε μαζί σου
πριν μεγαλώσει η αντίστασή σου
Τώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις
Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις
την λίγη πίστη του ενηλίκου
στην παιδική ανατολή του
Πρωτοχρονιές γιορτές του χρόνου
Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου
πως θα τις γιόρταζες εσύ
τώρα που έχεις το κλειδί ;
Μικρό κλειδί και σ' οδηγάει
σ' ένα παράσπιτο στο πλάι
σ' ένα μικρό - μικρό πλανήτη
πλάι στο μεγάλο άδειο σπίτι
Πάει ο καιρός που οι δικοί σας
σκηνοθετούσαν την γιορτή σας
και είσ' εσύ που πρέπει τώρα
να υψώσεις της γιορτής τα δώρα
Ποιος θα νοιαστεί και ποιος θα παίξει
Χρονοποιός ας είναι η λέξη
γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα
κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα
Διονύσης Σαββόπουλος
1946: Θυμάμαι ένα κλαδί πιπεριάς (ήταν εκείνα τα χρόνια γεμάτη η Αθήνα από αυτά τα πανέμορφα δεντράκια) σφηνωμένο σε μία καλογυαλισμένη οβίδα, ενθύμιο του πολέμου και της κατοχής. Ήταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας. Το στολίζαμε με κουκουναράκια τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο από πακέτα τσιγάρων, με κάτι πολύχρωμες κονκάρδες φτιαγμένες από κόκκινο, πράσινο και μπλε ασημόχαρτο, με κεράκια, που όμως δεν τα ανάβαμε για να μην πάρει φωτιά, με μπαμπάκι για χιόνι, με κάτι λωρίδες από ασημόχαρτο που τις λέγαμε λαμέτες και που παρίσταναν, υποθέτω, τη βροχή. Το αστέρι στην κορυφή του δέντρου, ήταν γυάλινο, δεν ήταν αστέρι και ήταν και σπασμένο. Εκείνα τα χρόνια η Πρωτοχρονιά ήταν μεγαλύτερη γιορτή από τα Χριστούγεννα, τουλάχιστον για τα παιδιά, γιατί οι μεγάλοι έπαιρναν το δώρο των Χριστουγέννων, το δεκατο τρίτο μισθό, ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και οι μικροί τα δώρα και τα καινούργια ρούχα, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Στο σπίτι δεν είχαμε τζάκι, είχαμε όμως μία μαντεμένια σόμπα, οπότε υπήρχε καμινάδα για τον Άγιο Βασίλη να κατέβει. Και εκείνη τη χρονιά κατέβηκε, φέρνοντας μου το πιο ωραίο δώρο που θυμάμαι να έχω πάρει. Ήταν ένα ξύλινο μοντέλο ενός στρατιωτικού τζιπ που το είχε φτιάξει για μένα ο θείος μου ο Τάκης , ένας από τους αδερφούς της μητέρας μου. Κανονικό αντίγραφο των G.P. Willy’s που κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια στην Αθήνα (έμοιαζαν με το παλιό WRANGLER της CRYSLER, και μερικά, αντίκες πια, κυκλοφορούν ακόμη), με φανάρια που αναβόσβηναν, με σχάρα στη μάσκα, με ανακλινόμενο παρμπρίζ, με μαρσπιέ και με τέντα, με ρεζέρβα και με ντεπόζιτο, με τα όλα του!!! Με εκείνο το τζιπ και με τη φαντασία μου, δεν άφησα πόλεμο για πόλεμο, εξερεύνηση για εξερεύνηση, εκδρομή για εκδρομή. Ο θείος μου ο Τάκης όμως, μερικούς μήνες μετά έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, με το τιμόνι στα χέρια και το γκάζι σανιδωμένο, στη στροφή της Ούλεν, στο δρόμο προς το Έντεν. Eden θα πει παράδεισος και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να πάει κανείς να βρει το θείο μου τον Τάκη.
1954: Θυμάμαι ένα μαγαζάκι- σούδα, στην οδό Πολυκλείτου, κοντά στην κεντρική αγορά της Αθήνας. Δούλευα, τις μέρες των σχολικών διακοπών, στο πρατήριο μίας βιοτεχνίας μπαλονιών. Από εμάς έρχονταν να αγοράσουν εμπόρευμα οι υπαίθριοι μπαλονάδες (υπήρχαν πολλοί εκείνα τα χρόνια), οι περιπτεράδες, καθώς και αυτοί που είχαν ψιλικατζίδικα στις συνοικίες. Το μπαλόνι, παρ όλο που δεν ήταν πολύ ακριβό, εθεωρείτο είδος πολυτελείας γιατί δεν κράταγε πολύ. Στο παιχνίδι έσκαγε εύκολα, και φυλαγμένο στο σπίτι ξεφούσκωνε και ξεθώριαζε γρήγορα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς ξεπουλήσαμε νωρίς, με πληρώσανε και μου χάρισαν και μία σακούλα μπαλόνια. Φούσκωσα πολλά από αυτά, τα έδεσα σε ένα καλάμι που είχε παρατήσει στο μαγαζί κάποιος μπαλονάς και ξεκίνησα να γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μου (μέναμε τότε στον Περισσό), για να τα πουλήσω στο δρόμο. Είχα πουλήσει δύο-τρία, όταν ένας άντρας μεθυσμένος με σταμάτησε έξω από το ποτοπωλείο, γωνία Αθηνάς και Ευριππίδου και μου ζήτησε να τον κεράσω ένα λικεράκι. Εκεί πήγε η είσπραξη. Περπατώντας και πουλώντας, έφτασα Αθηνάς και Λυκούργου και συνάντησα μία γυναίκα που ήταν πρώην πόρνη, λίγο σαλεμένη και γνωστή σε όσους κυκλοφορούσαν στην περιοχή. Μου ευχήθηκε «καλή χρονιά» συμπληρώνοντας την ευχή της με ένα κοσμητικό επίθετο πολύ κολακευτικό για τον ανδρισμό μου (μόλις είχα κλείσει τα δεκατρία και πολύ κολακεύτηκα) και μου δήλωσε ότι ήταν στεγνή από λεφτά, τσιγάρα και ποτό. Αποτέλεσμα, πάλι έμεινα με μηδέν ταμείο. Να μην τα πολυλογώ, στην Ομόνοια ήταν μία μάνα με το ανάπηρο παιδί της στο καροτσάκι, στο Σταθμό Λαυρίου ένας παπατζής, στο Μουσείο μία τσιγγάνα που έλεγε τη μοίρα, στην Πλατεία Αγάμων ένας καστανάς, στον Άγιο Λουκά αγόρασα ένα σουγιά και στην Αγία Βαρβάρα, στα Άνω Πατήσια, μία τράπουλα για το σπίτι , αν και κανένας στο σπίτι δεν έπαιζε χαρτιά, και ένα «στριφτάρι» για να παίξουμε το βράδυ «πάρτα όλα». Έφτασα στο σπίτι όπως ξεκίνησα από το μαγαζί, με μηδέν ταμείο, και με τη μάνα μου να με περιμένει στη μέση του δρόμου σίγουρη ότι κάτι θα είχα πάθει και ότι θα με φέρνανε σηκωτό.
Θυμάμαι ακόμη ότι την άλλη μέρα είχε τόσο καλό καιρό που φάγαμε για μεσημέρι στην αυλή.
1967: Θυμάμαι μία σοφίτα. Στο Τορόντο, στο νούμερο 36 της οδού Κρόφορντ, κοντά στη διασταύρωση Μπλούρ και Όσιγκτον. Δίνω το στίγμα με ακρίβεια γιατί ήταν το πρώτο σπίτι που έζησα σαν παντρεμένος, το πρώτο από τα δεκατρία σπίτια που αλλάξαμε στα έξη χρόνια που ζήσαμε στον Καναδά. Μέσα στο μοναδικό δωμάτιο του χώρεσε και ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, το πρώτο αληθινό έλατο που στολίζαμε.( Και τι δεν χωρούσε όμως αυτό το δωμάτιο. Γεμάτο ήταν. Παλιά έπιπλα και ενθύμια από την πατρίδα, βιβλία και δίσκοι, όνειρα και ελπίδες, σχέδια για το μέλλον και αγάπη. Ήταν καταφύγιο και ορμητήριο, φωλιά και βίγλα). Αντί για πρωτοχρονιάτικη έξοδο, προτιμήσαμε να μείνουμε μέσα χουζουρεύοντας, αντί για πρωτοχρονιάτικο δείπνο φάγαμε μισό γαλόνι παγωτό, μία πίττα λεμονιού και μία πίττα σοκολάτας. Η μουσική, το ποτό και οι ευχές, ήρθαν αργότερα. Μιλώντας για τον Καναδά πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρω ότι ποτέ δεν νοιώσαμε ξένοι, παρείσακτοι, ή ανεπιθύμητοι από τους ντόπιους ή από μετανάστες, σαν κι εμάς, άλλων εθνικοτήτων. Αν θα έπρεπε να αποδώσω με τρεις λέξεις τα συναισθήματα που εισπράτταμε, αυτές θα ήταν, κατανόηση, συμπαράσταση, αγάπη. Κάτι που εδώ, δύσκολα πια το εισπράττει κανείς.
1996: Θυμάμαι έναν Αλβανό. Να κάθεται μόνος, σε ένα τραπέζι καφενείου στην ορεινή Κορινθία, και να σφυρίζει κάποιο σκοπό της πατρίδας του. Η μελωδία θύμιζε ξεκάθαρα ηπειρώτικο σκοπό, γι αυτό ηχούσε οικεία και αγαπημένη. Η ομίχλη και το ψιλόβροχο δημιουργούσαν ένα υποβλητικό σκηνικό. Η μαγεία όμως της εικόνας, που σε καθήλωνε, έβγαινε από τη σοβαρότητα της έκφρασης του, από το σεβασμό του προς το ίδιο το τραγούδι που σφύριζε (και για ότι αυτό σήμαινε εκείνη τη στιγμή, γι αυτόν τον άνθρωπο), από τα υγρά, σχεδόν δακρυσμένα, μάτια του, από το μισοάδειο μπουκάλι της μπύρας, ακουμπισμένο στο ρημαγμένο τραπέζι, από τη βροχή που έβρισκε το δρόμο της μέσα από μία τρύπα της σχισμένης τέντας και έσταζε στον ώμο του, βαραίνοντας τον κι άλλο, και από την αγωνία του να πιάσει με τη ματιά του κάποια ματιά, κάποιο πρόσωπο, έτοιμα να γνέψουν, έτοιμα να χαιρετήσουν, έτοιμα να χαμογελάσουν. Ασυναίσθητα θυμήθηκα την πρώτη μου πρωτοχρονιά, σαν φαντάρος στη σκοπιά. Την πρώτη μου πρωτοχρονιά σαν μετανάστης. Την πρώτη μου πρωτοχρονιά σαν επιβάτης σε ένα σχεδόν άδειο αεροπλάνο. Όλες τις πρωτοχρονιές που ένοιωθα να λείπω από κάπου και όχι να είμαι κάπου.
2003: Θυμάμαι τη μάνα μου. Καθισμένη σε μία πολυθρόνα για ανήμπορους, από αυτές με τις ρόδες και το κάθισμα που μετατρέπεται σε τουαλέτα, ντυμένη και περιποιημένη, με τα σκουλαρίκια της και το κολιέ της (ήταν, βλέπεις, από τα νιάτα της κοκέτα) και με τα μαλλιά της χτενισμένα λες και βγήκε από το κομμωτήριο, ας είναι καλά η κοπέλα (μία Αρμένισσα από τη Φιλιππούπολη) που έμενε μαζί της.
Ήταν μεγάλη πια, κοντά στα ενενήντα πέντε της, δεν άκουγε σχεδόν καθόλου, δεν μίλαγε και δεν συμμετείχε στις κουβέντες μας. Ήταν βέβαια χαρά για τα παιδιά της, να νοιώθουμε ότι ζει και ότι βρίσκεται ανάμεσα μας, ακόμη κι αν δεν επικοινωνούσε. Ήταν όμως και λύπη να βλέπω σε αυτή την κατάσταση τον άνθρωπο που μου τραγουδούσε (αν και παράφωνα) τα πιο τρυφερά νανουρίσματα, μου έλεγε τα πιο ωραία παραμύθια, έφτιαχνε την πιο ωραία πάστα φλόρα και το πιο ωραίο φρικασέ, με μάθαινε να κλίνω σωστά τα ανώμαλα ρήματα και να προφέρω σωστά τα γαλλικά και, ακόμη, μου έπλεκε τα πιο ωραία πουλόβερ. Όταν μεγάλωσα και αργούσα κανένα βράδυ να γυρίσω στο σπίτι, δεν με περίμενε μόνο ξάγρυπνη, δεν έβγαινε μόνο στο μπαλκόνι για να με δει λίγο νωρίτερα, να ησυχάσει λίγο νωρίτερα, έβγαινε, με κρύο ή με ζέστη, μέχρι τη γωνία του δρόμου για να κερδίσει τη χαρά του «καλώς έχειν» μου μερικά δευτερόλεπτα νωρίτερα. Εκείνη την Πρωτοχρονιά από την οικογένεια μας είχε κοντά της μόνο μία εγγονή της. Μετά από λίγες μέρες, έφυγε.
2011: Πρωτοχρονιά στο πέλαγο. Το σκαρί παλιό, καλό, αλλά ταλαιπωρημένο. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα, οι καλύτεροι που βρέθηκαν, χρόνια στις θάλασσες, αλλά στο δρομολόγιο αυτό ήταν πρωτάρηδες, το λιμάνι του προορισμού λες και άλλαζε συνεχώς θέση, το δελτίο θυέλλης μαύρο-κατάμαυρο και τα πειρατικά να μας στριμώχνουν για να μας οδηγήσουν στους υφάλους, να βουλιάξουν το καράβι, να διαγουμίσουν το φορτίο, να μακελέψουν καπετάνιο, πλήρωμα, επιβάτες.
Και να ήταν μόνο αυτό; Οι επιβάτες της πρώτης θέσης να απειλούν ότι θα βουλιάξουν το καράβι αν ο καπετάνιος δεν γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε και να θέλουν να καπαρώσουν τις σωσίβιες λέμβους για την πάρτη τους. Την ίδια στιγμή, οι επιβάτες της δεύτερης θέσης, μία ομάδα από ανεύθυνους ξέμπαρκους ναυτικούς που κανείς δεν τους ήθελε για πλήρωμα, αντί να δώσει ένα χέρι μπας και γλυτώσουμε το φούντο, έβριζε τον καπετάνιο και το πλήρωμα και ευχόταν να μην τα καταφέρουν για να πάρουν αυτοί το κουμάντο στο επόμενο δρομολόγιο, λες και θα υπήρχε επόμενο αν αποτύχαινε αυτό.
Τέλος, οι επιβάτες της τρίτης θέσης, στριμωγμένοι στο αμπάρι, κάνανε το μόνο που μπορούσαν για να σώσουν την κατάσταση. Έσκιζαν τα ρούχα τους, για να ταπώνουν τις τρύπες που ολοένα άνοιγαν στα πλευρά του καραβιού, και με κορμιά μελανιασμένα, στομάχια άδεια και δόντια που κροτάλιζαν, προσπαθούσαν, προσπαθούσαν, προσπαθούσαν, γιατί μία ζωή, αυτό είχαν μάθει να κάνουν, αυτό ξέρανε, με αυτό τα έβγαζαν πάντα πέρα.
Ο καινούργιος χρόνος βρίσκει το καράβι να ταξιδεύει. Ας ελπίσουμε ότι το σκαρί θα αντέξει, ότι οι επιβάτες της τρίτης θέσης δεν θα τα παρατήσουν και ότι ο καπετάνιος θα αποφασίσει να πετάξει στη θάλασσα ότι δεν χρειάζεται, από εμπόρευμα, από πλήρωμα, από επιβάτες, όλη τη σαβούρα.
Άντε, και του χρόνου.
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
ΔΡΟΜΟΙ
Τι να είναι, τάχα, οι δρόμοι; Είναι άραγε διαδρομές, αποστάσεις, τρόποι, επιλογές, προσανατολισμοί, διέξοδοι, αποτυπώματα κινήσεων «προς» και «από»; Κάθε δρόμος μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα από τα παραπάνω, αλλά δεν μπορεί να μην είναι επιλογή, δική μας ή άλλων, δεν έχει σημασία.
Ο κάθε δρόμος που διαλέγουμε είναι μοναδικός και μοναχικός. Είναι μοναδικός γιατί εμείς τον επιλέξαμε (ακόμη και αν επιλέξαμε να μας σέρνει κάποιος άλλος στο δικό του δρόμο). Είναι μοναχικός γιατί τον επιλέξαμε για εμάς (ακόμη και αν επιλέξαμε να σύρουμε και άλλους σε αυτόν).
Όταν πιστεύουμε ότι βαδίζουμε σε ένα δρόμο μαζί με κάποιον, ή κάποιους άλλους, θυμόμαστε τάχα αν ξεκινήσαμε μαζί, αν βαδίζουμε προς την ίδια κατεύθυνση, αν περπατάμε με την ίδια ταχύτητα, αν πηγαίνουμε στο ίδιο τέρμα, αν έχουμε τον ίδιο σκοπό, αν, αν, αν… ή, η αίσθηση της συντροφιάς, της συνοδοιπορίας, της κοινής προσπάθειας, είναι, στην ουσία, καταπολέμηση του φόβου της μοναξιάς, άλλοθι για το πιθανό παραστράτημα, αποφυγή της ευθύνης της επιλογής, ευκαιρία επιβολής μας στο συνοδοιπόρο;
Αν θελήσουμε να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια, θα καταλάβουμε ότι μόνοι ξεκινάμε, μόνοι πορευόμαστε και μόνοι τερματίζουμε, αν προλάβουμε.
Κι όμως, στον μοναδικό και μοναχικό αυτό δρόμο, δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Ο ίδιος ο δρόμος μας κρατά συντροφιά. Ένας δρόμος, για όσο τον πατάμε, μας παρακολουθεί «βήμα προς βήμα», μας μιλάει, μας παρακινεί, μας ορμηνεύει, μας προειδοποιεί. Άλλοτε φωναχτά, άλλοτε ψιθυριστά. Άλλοτε καθαρά, άλλοτε ψελλίζοντας. Πάντα όμως με έγνοια, λες και διάλεξε αυτός εμάς και όχι εμείς αυτόν, λες και τον ενδιαφέρει να αποδειχτεί ότι ήταν σωστή η επιλογή μας, λες και τον νοιάζει να φανεί ότι ορθά πήραμε αυτόν και όχι κάποιον άλλο, λες και φοβάται μην ξεστρατίσουμε από αυτόν.
Εμείς πάλι, διαβάτες κάθε τέτοιου μοναδικού και μοναχικού δρόμου, ενώ δεν θυμόμαστε τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τις στροφές και τις ευθείες, τις μέρες και τις νύχτες, τις καλοκαιρίες και τις κακοκαιρίες, θυμόμαστε με την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε ανάσα, κάθε δάκρυ, κάθε γέλιο, κάθε σταγόνα ιδρώτα, κάθε πληγή και χτύπημα, κάθε πέσιμο και σήκωμα. Με άλλα λόγια, ενώ έχουμε ξεχάσει κάθε αίτιο, θυμόμαστε κάθε αποτέλεσμα. Αυτό βέβαια είναι, κατά κάποιο τρόπο, αναμενόμενο, γιατί τον δρόμο τον διαλέξαμε εμείς, όχι όμως και τα παθήματα.
Ούτε όμως η συμπεριφορά του δρόμου , ούτε η συμπεριφορά του διαβάτη είναι τυχαίες. Γιατί ο δρόμος και ο διαβάτης είναι ένα. Γιατί ο δρόμος είναι ο διαβάτης, ο καθένας και η καθεμία από εμάς. Τα βήματα μας προδιαγράφουν τα ίχνη μας, αλλά και τα ίχνη μας αποτυπώνουν τα βήματα μας.
Μπορούμε να αλλάξουμε, να διακόψουμε, ή να ματαιώσουμε ένα δρόμο που ήδη έχουμε πάρει; Φοβάμαι πως όχι, γιατί σε αυτό το μοναδικό και μοναχικό δρόμο οι λέξεις αλλαγή, διακοπή, ματαίωση, δεν έχουν έννοια. Κάθε στιγμή, ο ρυθμός, η κατεύθυνση, ο σκοπός και όλα τα άλλα στοιχεία του δρόμου, είναι επιλογή δική μας, εκείνης της στιγμής, εκείνου του σημείου, εκείνου του δρόμου, του δικού μας δρόμου. Σε τελευταία ανάλυση, δρόμος δεν είναι μόνο ο διαβάτης, δρόμος είναι ο διαβάτης και η ζωή του. Ο δρόμος μας προκαθορίζει τη ζωή μας, με τη ζωή μας ανοίγουμε το δρόμο μας.
Γι αυτό, η αλλαγή, η διακοπή, ή η ματαίωση ενός δρόμου, είναι στοιχεία του δρόμου, είναι στοιχεία της ζωής μας και δεν πρέπει να μας προκαλούν φόβο, δισταγμό ή ενοχές. Αντίθετα, κάθε αλλαγή, κάθε διακοπή, κάθε ματαίωση, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα νέο ξεκίνημα, νέα πρόκληση, νέα ευκαιρία.
Στο διάβα κάθε δρόμου υπάρχουν δύο προβλήματα, αλληλένδετα. Το πρώτο είναι ότι, έχοντας την αίσθηση του χρόνου, έχουμε την αγωνία αν θα προλάβουμε να φτάσουμε σε αυτό που θεωρούμε τέρμα και το άλλο είναι αν θα δούμε το αποτέλεσμα.
Ψευτοπροβλήματα, γιατί το τέλος του δρόμου μας συμπίπτει με το τέλος μας, με το τέλος της ζωής μας, οπότε αποκλείεται να έχουμε συνείδηση του τερματισμού ή μη , όσο για το αποτέλεσμα, ακόμη και αν θυμόμαστε γιατί ξεκινήσαμε και για πού τραβούσαμε, είμαστε τόσο γεμάτοι από τις εικόνες και τις εμπειρίες της πορείας, είναι τόσο απόμακρο αυτό που αρχικά ψάχναμε και τόσο διαφορετικό αυτό στο οποίο τελικά καταλήξαμε που, βάζω στοίχημα ότι, στον άλλο κόσμο, αν υπήρχε άλλος κόσμος, το μόνο που θα θυμόμασταν θα ήταν το ταξίδι.
Ας διαλέξουμε λοιπόν το δρόμο μας ας τον περπατήσουμε άφοβα, αλλά όχι αδιάφορα, και ας αφεθούμε στη χαρά του ταξιδιού. Είναι το μόνο που αξίζει.
Ο κάθε δρόμος που διαλέγουμε είναι μοναδικός και μοναχικός. Είναι μοναδικός γιατί εμείς τον επιλέξαμε (ακόμη και αν επιλέξαμε να μας σέρνει κάποιος άλλος στο δικό του δρόμο). Είναι μοναχικός γιατί τον επιλέξαμε για εμάς (ακόμη και αν επιλέξαμε να σύρουμε και άλλους σε αυτόν).
Όταν πιστεύουμε ότι βαδίζουμε σε ένα δρόμο μαζί με κάποιον, ή κάποιους άλλους, θυμόμαστε τάχα αν ξεκινήσαμε μαζί, αν βαδίζουμε προς την ίδια κατεύθυνση, αν περπατάμε με την ίδια ταχύτητα, αν πηγαίνουμε στο ίδιο τέρμα, αν έχουμε τον ίδιο σκοπό, αν, αν, αν… ή, η αίσθηση της συντροφιάς, της συνοδοιπορίας, της κοινής προσπάθειας, είναι, στην ουσία, καταπολέμηση του φόβου της μοναξιάς, άλλοθι για το πιθανό παραστράτημα, αποφυγή της ευθύνης της επιλογής, ευκαιρία επιβολής μας στο συνοδοιπόρο;
Αν θελήσουμε να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια, θα καταλάβουμε ότι μόνοι ξεκινάμε, μόνοι πορευόμαστε και μόνοι τερματίζουμε, αν προλάβουμε.
Κι όμως, στον μοναδικό και μοναχικό αυτό δρόμο, δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Ο ίδιος ο δρόμος μας κρατά συντροφιά. Ένας δρόμος, για όσο τον πατάμε, μας παρακολουθεί «βήμα προς βήμα», μας μιλάει, μας παρακινεί, μας ορμηνεύει, μας προειδοποιεί. Άλλοτε φωναχτά, άλλοτε ψιθυριστά. Άλλοτε καθαρά, άλλοτε ψελλίζοντας. Πάντα όμως με έγνοια, λες και διάλεξε αυτός εμάς και όχι εμείς αυτόν, λες και τον ενδιαφέρει να αποδειχτεί ότι ήταν σωστή η επιλογή μας, λες και τον νοιάζει να φανεί ότι ορθά πήραμε αυτόν και όχι κάποιον άλλο, λες και φοβάται μην ξεστρατίσουμε από αυτόν.
Εμείς πάλι, διαβάτες κάθε τέτοιου μοναδικού και μοναχικού δρόμου, ενώ δεν θυμόμαστε τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τις στροφές και τις ευθείες, τις μέρες και τις νύχτες, τις καλοκαιρίες και τις κακοκαιρίες, θυμόμαστε με την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε ανάσα, κάθε δάκρυ, κάθε γέλιο, κάθε σταγόνα ιδρώτα, κάθε πληγή και χτύπημα, κάθε πέσιμο και σήκωμα. Με άλλα λόγια, ενώ έχουμε ξεχάσει κάθε αίτιο, θυμόμαστε κάθε αποτέλεσμα. Αυτό βέβαια είναι, κατά κάποιο τρόπο, αναμενόμενο, γιατί τον δρόμο τον διαλέξαμε εμείς, όχι όμως και τα παθήματα.
Ούτε όμως η συμπεριφορά του δρόμου , ούτε η συμπεριφορά του διαβάτη είναι τυχαίες. Γιατί ο δρόμος και ο διαβάτης είναι ένα. Γιατί ο δρόμος είναι ο διαβάτης, ο καθένας και η καθεμία από εμάς. Τα βήματα μας προδιαγράφουν τα ίχνη μας, αλλά και τα ίχνη μας αποτυπώνουν τα βήματα μας.
Μπορούμε να αλλάξουμε, να διακόψουμε, ή να ματαιώσουμε ένα δρόμο που ήδη έχουμε πάρει; Φοβάμαι πως όχι, γιατί σε αυτό το μοναδικό και μοναχικό δρόμο οι λέξεις αλλαγή, διακοπή, ματαίωση, δεν έχουν έννοια. Κάθε στιγμή, ο ρυθμός, η κατεύθυνση, ο σκοπός και όλα τα άλλα στοιχεία του δρόμου, είναι επιλογή δική μας, εκείνης της στιγμής, εκείνου του σημείου, εκείνου του δρόμου, του δικού μας δρόμου. Σε τελευταία ανάλυση, δρόμος δεν είναι μόνο ο διαβάτης, δρόμος είναι ο διαβάτης και η ζωή του. Ο δρόμος μας προκαθορίζει τη ζωή μας, με τη ζωή μας ανοίγουμε το δρόμο μας.
Γι αυτό, η αλλαγή, η διακοπή, ή η ματαίωση ενός δρόμου, είναι στοιχεία του δρόμου, είναι στοιχεία της ζωής μας και δεν πρέπει να μας προκαλούν φόβο, δισταγμό ή ενοχές. Αντίθετα, κάθε αλλαγή, κάθε διακοπή, κάθε ματαίωση, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα νέο ξεκίνημα, νέα πρόκληση, νέα ευκαιρία.
Στο διάβα κάθε δρόμου υπάρχουν δύο προβλήματα, αλληλένδετα. Το πρώτο είναι ότι, έχοντας την αίσθηση του χρόνου, έχουμε την αγωνία αν θα προλάβουμε να φτάσουμε σε αυτό που θεωρούμε τέρμα και το άλλο είναι αν θα δούμε το αποτέλεσμα.
Ψευτοπροβλήματα, γιατί το τέλος του δρόμου μας συμπίπτει με το τέλος μας, με το τέλος της ζωής μας, οπότε αποκλείεται να έχουμε συνείδηση του τερματισμού ή μη , όσο για το αποτέλεσμα, ακόμη και αν θυμόμαστε γιατί ξεκινήσαμε και για πού τραβούσαμε, είμαστε τόσο γεμάτοι από τις εικόνες και τις εμπειρίες της πορείας, είναι τόσο απόμακρο αυτό που αρχικά ψάχναμε και τόσο διαφορετικό αυτό στο οποίο τελικά καταλήξαμε που, βάζω στοίχημα ότι, στον άλλο κόσμο, αν υπήρχε άλλος κόσμος, το μόνο που θα θυμόμασταν θα ήταν το ταξίδι.
Ας διαλέξουμε λοιπόν το δρόμο μας ας τον περπατήσουμε άφοβα, αλλά όχι αδιάφορα, και ας αφεθούμε στη χαρά του ταξιδιού. Είναι το μόνο που αξίζει.
Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010
Μία είδηση ΠΡΩΤΗΣ ΤΑΞΗΣ!!!
Τα νέα δεν είναι καλά. Το ξέρουμε, το υπομένουμε, το αντέχουμε, το παλεύουμε, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, και προσπαθούμε να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή, για να μας κρατήσει και αυτή με τη σειρά της όρθιους μέχρι να περάσει η μπόρα.
Από την άλλη πλευρά, τα Μ.Μ.Ε. κάνουν, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, ότι μπορούν για να μας γονατίσουν, να μας εξουθενώσουν, να μας βουτήξουν στην κατήφεια, να μας εξαφανίσουν κάθε διάθεση για αντίσταση, κάθε υπόλειμμα θετικής ενέργειας, κάθε ίχνος αισιοδοξίας, ώστε να παραδοθούμε άκλαυτοι στα κάθε είδους αφεντικά που, με περισσή αφοσίωση, υπηρετούν.
Μέσα σε αυτό το τοπίο ζόφου, ήρθε μία είδηση, σαν την ηλιαχτίδα μέσα από τα σύννεφα και σαν το περιστέρι που γύρισε στην κιβωτό μετά τον κατακλυσμό, με ένα κλαράκι ελιάς στο στόμα του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Μία από τις εγγονές μου, η μεγάλη, πήγε φέτος σχολείο. Είναι δηλαδή «πρωτάκι» στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της, κάπου στην Αθήνα.( Φυσικά, όπως όλα τα εγγονάκια, είναι η πιο όμορφη, είναι η πιο έξυπνη, είναι η πιο καλή μαθήτρια, είναι, είναι, είναι, και τι δεν είναι!!!)
Πολύ κοντά στο σχολείο τους είναι ένας οίκος φροντίδας ατόμων που πάσχουν από τη νόσο του Αλτσχάϊμερ. Δεν είναι τρόφιμοι, απλά, οι δικοί τους τους πηγαίνουν εκεί, όταν οι ίδιοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, ώστε να περνάνε μερικές ώρες σε ένα ασφαλές περιβάλλον, παρέα με άλλους συνανθρώπους των, με τη φροντίδα εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ ταυτόχρονα απασχολούνται, όσο μπορεί ο καθένας και η καθεμία, με επιτραπέζια παιχνίδια, απλές εργασίες, ή χειροτεχνία.
Η δασκάλα είχε τη φαεινή (με την πραγματική σημασία της λέξης) ιδέα να πάρει την τάξη της και να επισκεφθούν τον οίκο φροντίδας για να κάνουν για λίγες ώρες παρέα, τα παιδάκια με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Αφού μίλησε με την υπεύθυνη του οίκου φροντίδας, κανονίσανε τη μέρα που τα πρωτάκια θα συναντούσαν τους μεγάλους για να «παίξουν» όλοι μαζί.
Όταν η δασκάλα μίλησε στην τάξη για την επίσκεψη, τους εξήγησε, με απλά λόγια, που θα πήγαιναν, τι θα αντίκριζαν και τι θα έκαναν, τονίζοντας ότι ο λόγος που πήγαιναν εκεί ήταν, να περάσουν όλοι καλά και όλοι να ευχαριστηθούν. Η εγγονούλα μας γύρισε σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς, αμηχανίας και αμφιβολίας για το αν θα της άρεσε αυτή η συνάντηση με τους μεγάλους.
Κουβέντιασε το θέμα με τη μαμά και το μπαμπά, τους είπε ότι ντρεπόταν να πάει, τους είπε ακόμη πως δεν ήταν και τόσο σίγουρη ότι ήθελε να πάει. Και δώσε κουβέντα και δώσε ενέσεις ηθικού από τους γονείς, το πρόβλημα δεν φαινόταν να ξεπερνιέται, μέχρι που έπεσε στο τραπέζι το μεγάλο επιχείρημα, από το μπαμπά: «Αν ήξερες πόσο ευτυχισμένους θα κάνετε τους παππούδες και τις γιαγιάδες όταν πάτε να περάσετε λίγες ώρες μαζί τους, θα πηγαίνατε τρέχοντας».
Και πράγματι, τρέχοντας πήγανε μετά από δύο-τρείς μέρες. Αλλά, ας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ την αφήγηση της εγγονούλας μου.
« Πήγαμε, παππού, με την κυρία μας εχθές το πρωί στο σπίτι που ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και μας περίμεναν. Μία γιαγιά μας είχε ετοιμάσει ένα ωραίο γλυκό, μας είπε ότι το λέγανε πάστα φλόρα, μας έδωσαν και πορτοκαλάδες. Μετά μας είπαν όλοι τα ονόματα τους και από πιο μέρος ήταν και ένας παππούς μας είπε ότι σε ένα χωριό είχε έντεκα εγγόνια και στην Αθήνα άλλα τρία. Μετά τράβηξαν τα τραπέζια και τις καρέκλες στην άκρη για να μας κάνουν χώρο να παίξουμε. Αυτές τις μέρες τα παιδάκια ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Παίξαμε πολλή ώρα, και μόνα μας και μαζί τους και μετά, αρχίσαμε να λέμε ποιήματα και να τραγουδάμε. Τα πιο πολλά ποιήματα και τραγούδια τα ήξεραν και αυτοί και τα έλεγαν μαζί μας, αλλά πότε πότε ξέχναγαν τα λόγια ή έλεγαν άλλα λόγια και μας μπέρδευαν . Στο τέλος τραγουδήσαμε όλοι μαζί ένα τραγούδι και ετοιμαστήκαμε για να φύγουμε. Μία κυρία που ήταν εκεί που είχαμε πάει, μας έδωσε από ένα στολίδι για δέντρο και μας είπε ότι τα είχαν φτιάξει οι παππούδες και οι γιαγιάδες με τα χέρια τους. Εμένα ένας παππούς μου χάρισε και μία χαρτονένια βαρκούλα που την είχε χρωματίσει κιόλας. Τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το σχολείο μας».
Αυτή ήταν πάνω κάτω η αφήγηση της εγγονής μου. Είπε βέβαια και άλλα πολλά, κυρίως σχόλια για κάποιους παππούδες και γιαγιάδες που της έκαναν εντύπωση, ή της θύμισαν τον παππού της και τις γιαγιάδες της. Μας είπε ακόμη ότι πέρασε πολύ ωραία και ότι θα ήθελε να ξαναπάει. Αυτό όμως που πραγματικά με εντυπωσίασε, ήταν ότι μας μίλαγε για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γνώρισε, και ήταν σαν να μίλαγε για συνομήλικους της, σαν να μίλαγε για συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Φαίνεται ότι η παιδικές ψυχές μπορούν να εξαφανίζουν το χάσμα των γενεών, φαίνεται ότι τα παιδικά μάτια μπορούν να βλέπουν πέρα από ηλικίες, φαίνεται ότι οι παιδικές καρδούλες μπορούν να αναγνωρίζουν την καλή προαίρεση και την ειλικρίνεια, ακόμη και όταν αυτές δεν μπορούν να εκφρασθούν με πληρότητα.
Ήταν, τελικά, τόσο απλό, τόσο ωραίο, τόσο ανθρώπινο. Το ανοιχτό μυαλό και η ζεστή καρδιά μίας δασκάλας, οι αγνές καρδούλες και τα πλατιά χαμόγελα των πιτσιρικιών της πρώτης δημοτικού, καθώς και «το απομαχικό ταμείο αγάπης» των γερόντων του οίκου φροντίδας, ήταν τα υλικά που χρειάστηκαν για να γραφτεί ένα χρονικό χαράς, να ακουστεί μία νότα αισιοδοξίας, να ξεπηδήσει μία σπίθα ελπίδας.
Αυτές τις μέρες τα παιδάκια της πρώτης τάξης ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Κάνουν συνεχώς πρόβες και ζουν μέσα σε μία χαρούμενη υπερδιέγερση. Προχθές, η δασκάλα τους τα ρώτησε αν θα ήθελαν να πάνε και να παρουσιάσουν τη χριστουγεννιάτικη παράσταση τους στους παππούδες και τις γιαγιάδες που είχαν επισκεφθεί πριν από λίγες μέρες. Τα μικρά ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους και δεν βλέπουν την ώρα να ξαναπάνε στο σπίτι φροντίδας των ηλικιωμένων, να τους ψυχαγωγήσουν και να περάσουν άλλο ένα πρωί μαζί τους. Και αυτό είναι μία είδηση πρώτης τάξης!!!
Από την άλλη πλευρά, τα Μ.Μ.Ε. κάνουν, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, ότι μπορούν για να μας γονατίσουν, να μας εξουθενώσουν, να μας βουτήξουν στην κατήφεια, να μας εξαφανίσουν κάθε διάθεση για αντίσταση, κάθε υπόλειμμα θετικής ενέργειας, κάθε ίχνος αισιοδοξίας, ώστε να παραδοθούμε άκλαυτοι στα κάθε είδους αφεντικά που, με περισσή αφοσίωση, υπηρετούν.
Μέσα σε αυτό το τοπίο ζόφου, ήρθε μία είδηση, σαν την ηλιαχτίδα μέσα από τα σύννεφα και σαν το περιστέρι που γύρισε στην κιβωτό μετά τον κατακλυσμό, με ένα κλαράκι ελιάς στο στόμα του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Μία από τις εγγονές μου, η μεγάλη, πήγε φέτος σχολείο. Είναι δηλαδή «πρωτάκι» στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της, κάπου στην Αθήνα.( Φυσικά, όπως όλα τα εγγονάκια, είναι η πιο όμορφη, είναι η πιο έξυπνη, είναι η πιο καλή μαθήτρια, είναι, είναι, είναι, και τι δεν είναι!!!)
Πολύ κοντά στο σχολείο τους είναι ένας οίκος φροντίδας ατόμων που πάσχουν από τη νόσο του Αλτσχάϊμερ. Δεν είναι τρόφιμοι, απλά, οι δικοί τους τους πηγαίνουν εκεί, όταν οι ίδιοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, ώστε να περνάνε μερικές ώρες σε ένα ασφαλές περιβάλλον, παρέα με άλλους συνανθρώπους των, με τη φροντίδα εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ ταυτόχρονα απασχολούνται, όσο μπορεί ο καθένας και η καθεμία, με επιτραπέζια παιχνίδια, απλές εργασίες, ή χειροτεχνία.
Η δασκάλα είχε τη φαεινή (με την πραγματική σημασία της λέξης) ιδέα να πάρει την τάξη της και να επισκεφθούν τον οίκο φροντίδας για να κάνουν για λίγες ώρες παρέα, τα παιδάκια με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Αφού μίλησε με την υπεύθυνη του οίκου φροντίδας, κανονίσανε τη μέρα που τα πρωτάκια θα συναντούσαν τους μεγάλους για να «παίξουν» όλοι μαζί.
Όταν η δασκάλα μίλησε στην τάξη για την επίσκεψη, τους εξήγησε, με απλά λόγια, που θα πήγαιναν, τι θα αντίκριζαν και τι θα έκαναν, τονίζοντας ότι ο λόγος που πήγαιναν εκεί ήταν, να περάσουν όλοι καλά και όλοι να ευχαριστηθούν. Η εγγονούλα μας γύρισε σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς, αμηχανίας και αμφιβολίας για το αν θα της άρεσε αυτή η συνάντηση με τους μεγάλους.
Κουβέντιασε το θέμα με τη μαμά και το μπαμπά, τους είπε ότι ντρεπόταν να πάει, τους είπε ακόμη πως δεν ήταν και τόσο σίγουρη ότι ήθελε να πάει. Και δώσε κουβέντα και δώσε ενέσεις ηθικού από τους γονείς, το πρόβλημα δεν φαινόταν να ξεπερνιέται, μέχρι που έπεσε στο τραπέζι το μεγάλο επιχείρημα, από το μπαμπά: «Αν ήξερες πόσο ευτυχισμένους θα κάνετε τους παππούδες και τις γιαγιάδες όταν πάτε να περάσετε λίγες ώρες μαζί τους, θα πηγαίνατε τρέχοντας».
Και πράγματι, τρέχοντας πήγανε μετά από δύο-τρείς μέρες. Αλλά, ας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ την αφήγηση της εγγονούλας μου.
« Πήγαμε, παππού, με την κυρία μας εχθές το πρωί στο σπίτι που ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και μας περίμεναν. Μία γιαγιά μας είχε ετοιμάσει ένα ωραίο γλυκό, μας είπε ότι το λέγανε πάστα φλόρα, μας έδωσαν και πορτοκαλάδες. Μετά μας είπαν όλοι τα ονόματα τους και από πιο μέρος ήταν και ένας παππούς μας είπε ότι σε ένα χωριό είχε έντεκα εγγόνια και στην Αθήνα άλλα τρία. Μετά τράβηξαν τα τραπέζια και τις καρέκλες στην άκρη για να μας κάνουν χώρο να παίξουμε. Αυτές τις μέρες τα παιδάκια ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Παίξαμε πολλή ώρα, και μόνα μας και μαζί τους και μετά, αρχίσαμε να λέμε ποιήματα και να τραγουδάμε. Τα πιο πολλά ποιήματα και τραγούδια τα ήξεραν και αυτοί και τα έλεγαν μαζί μας, αλλά πότε πότε ξέχναγαν τα λόγια ή έλεγαν άλλα λόγια και μας μπέρδευαν . Στο τέλος τραγουδήσαμε όλοι μαζί ένα τραγούδι και ετοιμαστήκαμε για να φύγουμε. Μία κυρία που ήταν εκεί που είχαμε πάει, μας έδωσε από ένα στολίδι για δέντρο και μας είπε ότι τα είχαν φτιάξει οι παππούδες και οι γιαγιάδες με τα χέρια τους. Εμένα ένας παππούς μου χάρισε και μία χαρτονένια βαρκούλα που την είχε χρωματίσει κιόλας. Τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το σχολείο μας».
Αυτή ήταν πάνω κάτω η αφήγηση της εγγονής μου. Είπε βέβαια και άλλα πολλά, κυρίως σχόλια για κάποιους παππούδες και γιαγιάδες που της έκαναν εντύπωση, ή της θύμισαν τον παππού της και τις γιαγιάδες της. Μας είπε ακόμη ότι πέρασε πολύ ωραία και ότι θα ήθελε να ξαναπάει. Αυτό όμως που πραγματικά με εντυπωσίασε, ήταν ότι μας μίλαγε για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γνώρισε, και ήταν σαν να μίλαγε για συνομήλικους της, σαν να μίλαγε για συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Φαίνεται ότι η παιδικές ψυχές μπορούν να εξαφανίζουν το χάσμα των γενεών, φαίνεται ότι τα παιδικά μάτια μπορούν να βλέπουν πέρα από ηλικίες, φαίνεται ότι οι παιδικές καρδούλες μπορούν να αναγνωρίζουν την καλή προαίρεση και την ειλικρίνεια, ακόμη και όταν αυτές δεν μπορούν να εκφρασθούν με πληρότητα.
Ήταν, τελικά, τόσο απλό, τόσο ωραίο, τόσο ανθρώπινο. Το ανοιχτό μυαλό και η ζεστή καρδιά μίας δασκάλας, οι αγνές καρδούλες και τα πλατιά χαμόγελα των πιτσιρικιών της πρώτης δημοτικού, καθώς και «το απομαχικό ταμείο αγάπης» των γερόντων του οίκου φροντίδας, ήταν τα υλικά που χρειάστηκαν για να γραφτεί ένα χρονικό χαράς, να ακουστεί μία νότα αισιοδοξίας, να ξεπηδήσει μία σπίθα ελπίδας.
Αυτές τις μέρες τα παιδάκια της πρώτης τάξης ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Κάνουν συνεχώς πρόβες και ζουν μέσα σε μία χαρούμενη υπερδιέγερση. Προχθές, η δασκάλα τους τα ρώτησε αν θα ήθελαν να πάνε και να παρουσιάσουν τη χριστουγεννιάτικη παράσταση τους στους παππούδες και τις γιαγιάδες που είχαν επισκεφθεί πριν από λίγες μέρες. Τα μικρά ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους και δεν βλέπουν την ώρα να ξαναπάνε στο σπίτι φροντίδας των ηλικιωμένων, να τους ψυχαγωγήσουν και να περάσουν άλλο ένα πρωί μαζί τους. Και αυτό είναι μία είδηση πρώτης τάξης!!!
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
τα μικρά παιδιά
Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που κρατούνε στο χέρι τους
σαν το μύλο το χάρτινο
τις ελπίδες μας
Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που μπερδεύουν τα λόγια τους
Που μιλούν με νοήματα
στα παιχνίδια τους
Μες σε κήπους και χώματα
Με λουλούδια ή λάσπη
ένα κόσμο ζουν τα μικρά
τον πιο όμορφο
…………………………………….
Ένα φύλλο ή μέλισσα
Ένα τόπι ή μια βέργα
γίνουνται αυτοκίνητα, χαρά
κόσμου, ζωή
…………………………………...
Δυο κουτιά σπίρτα γίνηκαν
ο σταθμός και τα τρένα
Που μπορούνε να φτάσουνε
ως την άκρη της γης
Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που κρατούνε στο χέρι τους
σαν το μύλο το χάρτινο
τις ελπίδες μας
Αρλέτα
……………………………………………………….
Είναι μικρά ακόμη. Μπουσουλάνε, ίσως και περπατάνε, άντε να λένε μαμά ή/και μπαμπά. Δεν μιλάνε όμως ακόμη, δεν μπορούν να πουν τι θέλουν, ή πώς αισθάνονται, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν κλείνονται στον κόσμο τους (είναι, βλέπεις, μικρά ακόμη και νομίζουν ότι κόσμος τους είναι ο κόσμος όλος). Προσπαθούν συνεχώς να επικοινωνήσουν με όποιους είναι γύρω τους και να γνωρίσουν ότι είναι γύρω τους. Γελάνε εύκολα όταν νοιώθουν ασφάλεια, απλώνουν προς το μέρος μας τα χεράκια τους για να τα πάρουμε στην αγκαλιά μας και κλαίνε όταν διαισθανθούν ότι τα απορρίπτουμε.
Παρακολουθώντας τα να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται, μένεις, όλο και συχνότερα, όλο και περισσότερο, κατάπληκτος από τους ρυθμούς της αλλαγής, από τους ρυθμούς προσαρμογής, από το πόσο – όλο και πιο πολύ- μπορούν να μας αντιλαμβάνονται, από το πόσο – όλο και πιο καλά – μπορούν να μας «διαβάζουν», από το πόσο –όλο και πιο γρήγορα - μαθαίνουν.
Εμείς οι μεγαλύτεροι, έχοντας πια ξεχάσει αυτά που ξέραμε σαν παιδιά («ωριμάζουμε» ανταλλάσσοντας χρήσιμα αισθήματα με άχρηστες, πολλές φορές, γνώσεις), δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τα παιδιά π.χ. βάζουν στο στόμα τους ότι πιάσουν στα χέρια τους, γιατί καταστρέφουν τα παιχνίδια τους, γιατί κλαίνε άμα προσπαθούμε να τους σκουπίσουμε το στόμα, γιατί δεν θέλουν να πάνε για ύπνο ή για μπάνιο όταν θέλουμε εμείς, γιατί προτιμούν να τρέχουν ξυπόλυτα μέσα στο σπίτι κλπ, με δυο λόγια, γιατί δεν συμπεριφέρονται σαν μεγάλοι.
Είμαστε πάντοτε έτοιμοι να τους δείξουμε τι είναι σωστό (για εμάς) και να τους υποβάλουμε ή να τους επιβάλουμε (και όχι πάντα με το καλό) τη θέληση μας, αδιαφορώντας για τη δική τους περί ορθού άποψη (που, τις πιο πολλές φορές είναι και η πιο σωστή).
Ξέρουμε πάντα τι θέλουμε από τα μικρά παιδιά, αλλά δεν αναρωτιόμαστε ποτέ, τι άραγε να θέλουν και αυτά από εμάς, γιατί νομίζουμε ότι και αυτό το ξέρουμε. Και επειδή όλα τα ξέρουμε εμείς οι μεγάλοι, φτάνουμε στο κατάντημα να τα μαλώνουμε, καμιά φορά και στο ποινικό αδίκημα να τα χτυπάμε, μόνο και μόνο επειδή η βλακεία μας ξεπερνά κατά πολύ την αγάπη μας.
Η βαρβαρότητα όμως της τιμωρίας, σε ένα μικρό παιδί που δεν καταλαβαίνει γιατί το τιμωρούν, είναι ίδια με αυτήν του θηριοδαμαστή που «μαθαίνει» την αρκούδα να εκτελεί τα προστάγματα του, τραβώντας την από το χαλκά που της έχει περασμένο στη μύτη, καίγοντας της τις πατούσες, αφήνοντας την νηστική, χτυπώντας την με ένα στυλιάρι στη σπονδυλική στήλη.
Αν τα μικρά παιδιά μπορούσαν να μας μιλήσουν, κάπως έτσι θα μίλαγαν σε εμάς τους μεγάλους, κάπως έτσι θα μας την έλεγαν:
Για στάσου κύριε μεγάλε (μπαμπά, μαμά, παππού, γιαγιά, κλπ).
Γιατί με μαλώνεις που λερώθηκα, αφού δεν ξέρω, ακόμη, τι θα πει καθαριότητα;
Γιατί με μαλώνεις που δεν κοιμάμαι την ώρα που θέλεις εσύ, αφού εγώ δεν νυστάζω;
Γιατί με μαλώνεις που φτύνω το φαγητό μου, αφού δεν με αφήνεις να δοκιμάσω να το φάω μόνος μου;
Γιατί με μαλώνεις που βγάζω τα παπούτσια μου, αφού μου αρέσει να περπατώ ξυπόλυτος;
Γιατί με μαλώνεις όταν χαλάω τα παιχνίδια μου, αφού θέλω να δω τι έχουν μέσα;
Γιατί με μαλώνεις όταν κάνω φασαρία, αφού με τη φασαρία χαίρομαι;
Θα μπορούσαν να υπάρχουν ένα σωρό ακόμη ερωτήσεις σαν κι’ αυτές και ας μου πει ένας σοβαρός άνθρωπος, πού θα είχε άδικο το μικρό παιδί. Δε βαριέσαι όμως. Υπάρχουν πάντοτε τα επιχειρήματα του τύπου «εμείς ξέρουμε», «εμείς ότι κάνουμε το κάνουμε για το καλό τους», «εμείς είμαστε μεγάλοι», «και ο άγιος φοβέρα θέλει», «λίγο ξύλο ποτέ δεν έβλαψε» και ένα σωρό άλλες τέτοιες εξυπνάδες.
Εμείς οι μεγάλοι όμως, ένα πράγμα πρέπει να έχουμε διαρκώς στο μυαλό μας: Για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί σωστά ένα παιδί χρειάζεται, περισσότερο από κάθε τι άλλο, την αγάπη των μεγάλων. Και αγάπη σημαίνει προσφορά, προσφορά πρόθυμη, άδολη, άφθονη. Και προσφορά σημαίνει θυσία, θυσία χρόνου, χώρου, χρήματος. Και θυσία σημαίνει ανατροπή προτεραιοτήτων, προτεραιοτήτων κοινωνικών, οικογενειακών, επαγγελματικών. Τελικά, το μεγάλωμα ενός μικρού παιδιού, με λίγα λόγια, δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Το παιδί δεν είναι μόδα, για να το αποκτήσουμε επειδή έχει και ο γείτονας.
Το παιδί δεν είναι καθήκον προς την κοινωνία, την πατρίδα, το οικογενειακό όνομα, ή, δεν ξέρω τι άλλο.
Το παιδί δεν είναι προέκταση του εαυτού μας, ούτε αποκούμπι για τα γεράματα μας.
Το παιδί δεν είναι κατοικίδιο, για να το χαϊδεύουμε όποτε μας καπνίσει και να το διώχνουμε, παρομοίως.
Το παιδί δεν είναι παιχνίδι, για να το πιάνουμε στα χέρια μας όταν δεν έχουμε τίποτα καλύτερο για να διασκεδάσουμε.
Το παιδί, τέλος, δεν είναι ιδιοκτησία μας, για να το κάνουμε ότι θέλουμε, από τον «καλλωπισμό» και την «διαμόρφωση», μέχρι την «ανταλλαγή» ή την «πώληση».
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, το «σπλάχνο» μας, τα «ματάκια» μας, η «καρδούλα» μας, το «τζιέρι» μας, κάτι, δηλαδή, μοναδικό, πολύτιμο, καλά φυλαγμένο.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, βωμός προσφοράς αγάπης, τρυφερότητας, στοργής.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, δάσκαλος ειλικρίνειας, αλήθειας, αμεσότητας.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, φάρος χαράς, ελπίδας, αναγέννησης.
Αν δεν υπάρχει συνείδηση των παραπάνω από τους μελλοντικούς γονείς, καλύτερα να μην προχωρήσουν.
Ο δρόμος αυτός δεν έχει απόδραση, δεν έχει πισωγύρισμα, δεν έχει μετάνοια. Και αν κάποιοι το κατάλαβαν αργά, κρίμα βέβαια γι’ αυτούς, αλλά, πολύ πιο κρίμα για το παιδί τους. Ας σφίξουν λοιπόν τα δόντια, ας αναλογισθούν την ευθύνη τους, ας μην τιμωρήσουν τον μοναδικό αθώο της υπόθεσης, ας δοκιμάσουν την ευτυχία της προσφοράς και, πού ξέρει κανείς, μπορεί να τους αρέσει.
Άλλωστε, στα μικρά παιδιά, μόνο χρωστάμε, δεν μας χρωστάνε.
Αυτό που τους χρωστάμε δεν είναι τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από αγάπη, τρυφερότητα, στοργή.
Αυτό που χρειαζόμαστε από αυτά είναι να μας διδάσκουν την αλήθεια τους.
Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι να γίνουν το φως μας και η ελπίδα μας και να μας δώσουν τη χαρά να τα καμαρώνουμε να χτίζουν τον κόσμο τους, ακόμη κι αν αυτόν τον κόσμο δεν τον καλοκαταλαβαίνουμε.
Ο Μπερνάρ Σω, νομίζω, είχε πει ότι «τα παιδιά μας, όταν είναι μικρά μας αγαπούν, όταν μπουν στην εφηβεία μας μισούν και όταν ενηλικιωθούν μας συγχωρούν». Θα συμπλήρωνα, σαν γονιός και παππούς, ότι «τα παιδιά μας, όταν είναι μικρά τα αγαπάμε και τα φροντίζουμε πολύ, όταν μεγαλώσουν τα αγαπάμε και τους συμπαραστεκόμαστε πιο πολύ και όταν ενηλικιωθούν τα αγαπάμε και τα καμαρώνουμε ακόμη πιο πολύ».
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Δυστυχώς, ευτυχήσαμε!!!
Συνάντησα, πριν από πολλά χρόνια ένα γέρο παλιατζή, Εβραίο, στην Τάλσα της Οκλαχόμα. Πήγα πρωί-πρωί στο μαγαζί του, να τον πετύχω στο σεφτέ, για να μου κάνει καλή τιμή, και να αγοράσω ένα μεταχειρισμένο ραδιόφωνο. Χασομέρηδες και οι δύο, είπαμε πολλά, αλλά μου έμεινε στη μνήμη το πιο κάτω:
«Όταν ψωνίζεις να θυμάσαι τρία πράγματα:
1.-Όταν αγοράζεις κάτι, να πληρώνεις πάντα με μετρητά, για να νοιώθεις το ζεστό χρήμα να φεύγει μέσα από τα χέρια σου και να το λυπάσαι. Με τις επιταγές και τις πιστωτικές κάρτες δεν το σέβεσαι το ίδιο.
2.-Όταν αγοράζεις κάτι, να υπολογίζεις την τιμή του σε μέρες ή ώρες εργασίας σου, γιατί έτσι θα καταλάβεις καλύτερα αν αξίζει τον κόπο αυτή η αγορά.
3.-Όταν αγοράζεις κάτι, να σκέφτεσαι πάντα μήπως καταλήξει σε κάποια γεμάτη αποθήκη, να κάνει παρέα σε ένα σωρό άλλα άχρηστα πράγματα, που ποτέ σου δεν χρησιμοποίησες και που δεν ξέρεις τι να τα κάνεις».
-----------------------------------------------------------------------------------
Εκεί που, μετά από παγκόσμιους πολέμους, τοπικές συγκρούσεις, εμφύλιες συρράξεις και δικτατορίες, και μετά από συνεχείς κοινωνικούς αγώνες, είχαμε αρχίσει να ζούμε μια σχετικά άνετη, ήσυχη και ασφαλή ζωή ,εκεί που «είχαμε αρχίσει να σπάζουμε τα δεσμά μας», έγινε η μεγάλη τούμπα.
Αυτοί που μέχρι προ τινός πλούτιζαν από τη δυστυχία μας, διαπίστωσαν ότι δεν είχαν πολλά περιθώρια ακόμη και αποφάσισαν να πλουτίσουν από την "ευτυχία" μας.
Απόφαση υψηλού ρίσκου, αλλά και υψηλοτέρων επιστροφών, κάτω από μια προϋπόθεση τόσο βασική, ώστε αυτή από μόνη της να αποτελεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη επιτυχίας του σχεδίου που καταστρώθηκε.
Η προϋπόθεση ήταν να καθορίσουν οι ίδιοι τις «προδιαγραφές» της ευτυχίας μας και να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες επενδύσεις για τη μεγάλη στροφή.
Πήραν λοιπόν την πυραμίδα του Maslow, μία ιεράρχηση δηλαδή των ανθρώπινων αναγκών, και άρχισαν να την ερευνούν σκαλί – σκαλί. Η πυραμίδα ξεκινάει από το επίπεδο 1, τελειώνει στο επίπεδο 5, και πάει κάπως έτσι:
1. Φυσιολογικές ανάγκες: Διατροφή, στέγη, ένδυση
2. Ασφάλεια: Προστασία από απρόβλεπτες καταστάσεις, σταθερότητα, απαλλαγή από φόβους
3. Αίσθημα «ανήκειν», αγάπη: Οικογένεια, φίλοι, σύντροφος, αποδοχή από κάποια κοινωνική ομάδα, ταυτοποίηση με κάποια επιτυχημένη ομάδα
4. Αυτοεκτίμηση: Επίτευξη στόχων, κοινωνική θέση, κύρος
5. Αυτοπραγμάτωση: Αξιοποίηση εσωτερικών δεξιοτήτων, δημιουργικότητα, καινοτομία, πληρότητα
Ξεκίνησαν από τον πάτο της πυραμίδας και ψάξανε να βρουν, τι είδους παρέμβαση,, και σε τι είδους ανάγκες, θα τους απέφερε τα περισσότερα οφέλη. Το αποτέλεσμα ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο. Δεν άφησαν ανάγκη για ανάγκη που να μην την αναλύσουν, διαλύσουν, διαμορφώσουν, παραμορφώσουν και, τελικά, συμμορφώσουν στη λογική του κέρδους. Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Διατροφή: Αφού μας κάνανε να πιστέψουμε ότι όσο πιο πολλές πρωτεΐνες καταναλώνουμε τόσο πιο καλή είναι η διατροφή μας, μας οδήγησαν σε μία υπερκατανάλωση πρωτεϊνών. Αποτέλεσμα, για μεν τον άνθρωπο η αύξηση των καρδιαγγειακών νόσων, για δε το περιβάλλον, η κατασπατάληση φυσικών πόρων για την εκτροφή των βοοειδών, πέρα από τις παρενέργειες της χρήσης ορμονών, μεταλλαγμένων ζωοτροφών, και κλωνοποιημένων ζωικών ειδών. Επιπλέον, δημιούργησαν προβλήματα στο κόστος της δημόσιας και ιδιωτικής υγείας, καθώς και προβλήματα στην κερδοφορία των ασφαλιστικών εταιριών. (Τώρα βέβαια, αφού μας τα πήραν για να μας παχύνουν, μας τα παίρνουν πιο χοντρά για να μας αδυνατίσουν, να μας γυμνάσουν, να μας κάνουν πιο ελκυστικούς).
Στέγη: Αφού μας έκλεισαν στα απρόσωπα κουτιά, τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, και κατέστρεψαν κάθε κοινωνική συνοχή μετατρέποντας τις κοινωνίες μας από οριζόντιες σε κάθετες, αφού έκαναν τη ζωή μας στις πόλεις αβίωτη, αφού θησαύρισαν από όλα τα παραπάνω, άρχισε το «όνειρο» της μονοκατοικίας και του εξοχικού το οποίο ολοκληρώνεται με τα αυθαίρετα, τις καταπατήσεις, τα εκτός σχεδίου, εκτός νόμου, εκτός οικογενειακών προϋπολογισμών, εκτός λογικής. Σε άλλες χώρες το όνειρο αυτό, εξ αιτίας ακριβώς της πλεονεξίας των «δημιουργών» του, κατάντησε να γίνει ο εθνικός τους εφιάλτης.
Ένδυση: Υπολογίζω ότι ένα παιδί που ζει σε μία αναπτυγμένη χώρα σήμερα, ώσπου να τελειώσει το δημοτικό, έχει φορέσει μεγαλύτερο αριθμό εσωρούχων, ρούχων και παπουτσιών από όσα φόρεσαν ο παππούς του και η γιαγιά του σε όλη τους τη ζωή. Η μόδα, η επίδειξη και ο μιμητισμός φροντίζουν για αυτό. Αν προσθέσουμε στα συμπληρώματα της ένδυσης, τα είδη προσωπικής υγιεινής και περιποίησης, καταλήγουμε στο θλιβερό συμπέρασμα ότι ξοδεύουμε περισσότερα για να φαινόμαστε παρά για να είμαστε. Αυτό δηλαδή που λέγαμε κάποτε για τους φαγάδες, «καλύτερα να τον ντύνεις παρά να τον ταΐζεις» δεν ισχύει πια.
Προστασία από απρόβλεπτες καταστάσεις: Το ζητούμενο εδώ είναι το αίσθημα της ασφάλειας που θέλει να αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος για να μπορεί να απολαμβάνει αυτά που κερδίζει με τον καθημερινό του μόχθο. Γεννήθηκαν έτσι, οι διαφόρων ειδών ασφάλειες. Ονομάζουν την εξασφάλιση των απογόνων μας από τις αρνητικές επιπτώσεις αιφνίδιου θανάτου μας «ασφάλεια ζωής» (μας;), καθορίζουν αυθαίρετα το κόστος της, τις προϋποθέσεις ισχύος της, τους λόγους διακοπής της. Το ίδιο γίνεται με τις ασφάλειες υγείας, σύνταξης, σπουδών, αυτοκινήτου, πυρός, φυσικών καταστροφών και πάει λέγοντας. Όλοι γνωρίζουμε πόσο απέχουν αυτά που υπόσχονται οι ασφαλιστικές εταιρίες από αυτά που πράγματι προσφέρουν όταν μας προκύψει μία απρόβλεπτη κατάσταση και όλοι ξέρουμε τι θα συμβεί σε εμάς όταν προκύψει μία απρόβλεπτη κατάσταση στην ασφαλιστική μας εταιρία.
Σταθερότητα: Η αύξηση στη ζήτηση των παραγομένων βιοτεχνικών, βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων, καθώς και η ομαλή λειτουργία της κρατικής μηχανής, δημιουργούν αντίστοιχες συνθήκες μονιμότητας στην απασχόληση, σχετικής επάρκειας στο εισόδημα και ένα γενικό αίσθημα σταθερότητας στα άτομα και τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Οι ανατροπές που έφερε το άνοιγμα των νέων αγορών και η παγκοσμιοποίηση, μείωσαν τις τιμές πολλών προϊόντων ώστε να τα κάνουν προσιτά σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, αλλά, ταυτόχρονα έφεραν τέτοιες αλλαγές στην παραγωγή και στη λειτουργία και το ρόλο του κράτους, ώστε να εξαφανισθεί κάθε αίσθημα σταθερότητας. Σήμερα, ο πήχης των προσδοκιών του εργαζόμενου έχει κατέβει από την εξασφάλιση της καλά αμειβόμενης και μόνιμης εργασίας, στην αποφυγή της ανεργίας, έστω και αν αυτό σημαίνει δωδεκάωρη εργασία, σε κακές συνθήκες, με μικρή αμοιβή.
Απαλλαγή από φόβους: Η απαλλαγή μας, από πολλών ειδών φόβους που μας κατέτρυχαν παλαιότερα, είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων: Αύξηση της γνώσης γύρω από πολλά πράγματα πού δεν ξέραμε και αύξηση της εμπιστοσύνης στις δυνατότητες του ανθρώπου, ακόμη και για πράγματα που δεν γνωρίζουμε καλά ακόμη. Έτσι δεν φοβόμαστε πια τη φυματίωση ή το αεροπορικό ταξίδι, γιατί ξέρουμε ότι δεν αποτελούν πλέον πρόβλημα για τον άνθρωπο, δεν φοβόμαστε όμως ούτε τις γενετικές παρεμβάσεις, ή το φαινόμενο του θερμοκηπίου παρ’ όλο που, στην ουσία, λίγα πράγματα ξέρουμε, γιατί πιστεύουμε ότι «όλα είναι πια δυνατά για τον άνθρωπο». Εδώ η παρέμβαση της αγοράς αφού δεν είχαν μείνει και πολλά για να φοβόμαστε, ήταν καταλυτική: Φόβος για όποια υπηρεσία παρέχεται από το δημόσιο τομέα και αγορά της αντίστοιχης από τον ιδιωτικό. Σε αυτό βέβαια, βοήθησε πολύ (άθελα του;;;) το κράτος, κατ’ αρχή, αλλά και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα.
Οικογένεια, φίλοι, σύντροφος: Σου προσφέρουν τη ζεστασιά της συντροφιάς, τη χαρά της συναναστροφής, την ικανοποίηση της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης στο σπίτι, χωρίς τη συνδρομή αμειβόμενων διασκεδαστών και ψυχαγωγών, άρα κάνουν κακό στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Σου συμπαραστέκονται όταν αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα και σε ισορροπούν ψυχικά, άρα κάνουν κακό στη βιομηχανία της παροχής ψυχολογικής υποστήριξης και ψυχοφαρμάκων. Σε βοηθούν να ξελασπώσεις αν σου παρουσιαστεί κάποιο οικονομικό πρόβλημα, με οικονομική βοήθεια ή με άτοκο δάνειο, άρα κάνουν κακό στο τραπεζικό σύστημα. Σήμερα, η οικογένεια, στη μεγαλύτερη της ανάπτυξη, εκτείνεται μέχρι το ζευγάρι και τα ανήλικα παιδιά, οι φιλίες τελειώνουν στην τρίτη λυκείου ή, το πολύ, στο στρατό και ο/η σύντροφος έχει μετατραπεί σε συνδιαχειριστή μίας σχέσης που ασφυκτιά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ η οικογένεια, η φιλία και ο γάμος είναι στα κάτω τους, η βιομηχανία της ψυχαγωγίας, η βιομηχανία της ψυχολογικής υποστήριξης και των ψυχοφαρμάκων, και το τραπεζικό σύστημα είναι στα πάνω τους. Είναι, άραγε, τυχαίο;
Αποδοχή από κάποια κοινωνική ομάδα, ταύτιση με μία επιτυχημένη ομάδα: Η λογική όλων σχεδόν των διαφημίσεων, (ποτά, αυτοκίνητα, καλλυντικά, απορρυπαντικά, κατοικία, διακοπές κ.λ.π.) είναι αυτή της ταύτισης του καταναλωτή με κάποια κοινωνική ομάδα (φίλοι των σπορ, λάτρεις της ταχύτητας, θαυμαστές του ωραίου, κατηγορία των πάντα νέων κ.ο.κ.) ή η ταυτοποίηση με κάποια επιτυχημένη ομάδα (ομάδα των ηγετών, ομάδα των πρωταθλητών, ομάδα των στελεχών κ.ο.κ.). Φυσικά η συμμετοχή σε μία από τις παραπάνω ομάδες, θέλει ταλέντο, γνώσεις, χρήμα, τύχη, προσπάθεια κ.λ.π. Η ψευδαίσθηση όμως της συμμετοχής χρειάζεται μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και, βέβαια, τα χρήματα για να αγοραστούν. Με ένα ζευγάρι γάντια με κομμένα δάχτυλα, φαντάζεσαι ότι είσαι ραλίστας και ας τρέμει η καρδούλα σου όταν, κατά λάθος, γκαζώνεις λίγο παραπάνω. Με μία αθλητική φόρμα και ένα ζευγάρι Nike ή Addidas φαντάζεσαι ότι είσαι πρωταθλητής και ας είναι τα οι μακαρονάδες και τα γλυκά ταψιού τα αγαπημένα σου σπορ. Όταν καρφώνεις την ομπρέλα σου σε κάποιαν αμμουδιά της Μυκόνου ή της Σαντορίνης, φαντάζεσαι ότι είσαι ο διάδοχος του θρόνου κάποιου εμιράτου, και ας κινείσαι με εορτοδάνειο και τις πιστωτικές σου κάρτες να έχουν βαρέσει κόκκινο. Βγάζεις εισιτήριο διαρκείας με δανεικά για να παρακολουθείς τα παιχνίδια της ομάδας σου μαζί με τους λεφτάδες και φαντάζεσαι ότι είσαι ένας από αυτούς, αλλά τη Δευτέρα το πρωί στη δουλειά κάνεις τράκα τσιγάρα.
Επίτευξη στόχων, κοινωνική θέση, κύρος: Το σύστημα διαμορφώνει έτσι τον σύγχρονο άνθρωπο, ώστε αυτός να νοιώθει αυτοεκτίμηση μόνο όταν επιτυγχάνει τους στόχους που αυτό του έχει θέσει, όταν κατακτά την κοινωνική θέση που αυτό του έχει υποδείξει, όταν αποκτά τα σύμβολα του κύρους που αυτό του έχει υποβάλει. Και, επειδή η κοινωνική θέση και το κύρος αποδεικνύονται μόνον όταν επιδεικνύονται, στόχοι είναι η οικονομική άνοδος, η απόκτηση υλικών αγαθών και η, σε κάθε ευκαιρία, επίδειξη των.
Αξιοποίηση εσωτερικών δεξιοτήτων, Δημιουργικότητα, Καινοτομία, Πληρότητα: Στην ουσία είναι η ανάγκη του ανθρώπου να νοιώσει ότι μπορεί κάποια στιγμή να κοιτάξει τον εαυτό του κατάματα και με ειλικρίνεια να του πει: Μπράβο ρε φίλε, τα κατάφερες!!! Αυτοί που φθάνουν σε αυτό το σημείο ήταν πάντα λίγοι, στις μέρες μας όμως είναι ελάχιστοι, γιατί έχουν χαθεί στις σειρήνες, τους βάλτους και τις παγίδες που συνάντησαν στα προηγούμενα σκαλιά της πυραμίδας.
Έτσι σήμερα «ευτυχούμε» καταναλώνοντας:
Τα χρήματα μας
Τους εαυτούς μας
Τις αξίες μας
Τον πολιτισμό μας
Το μέλλον των παιδιών μας
Τον πλανήτη μας
Γιατί;;;
Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010
ΝΕΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΛΙΑ ΑΥΤΙΑ : (Οι αυτοδιοικητικές εκλογές από μία απόσταση οκτώ ημερών)
Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα
Τότε θα κλάψεις με μαύρο κλάμα
Παλιό λαϊκό ερωτικό τραγούδι
Κοίτα τι γράφει αυτό το γράμμα
Για να μην κλάψεις με μαύρο κλάμα
Νέο λαϊκό πολιτικό τραγούδι
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μία προσπάθεια ερμηνείας των γεγονότων και των συγκυριών που καθόρισαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, των αποτελεσμάτων που προέκυψαν και των μηνυμάτων που εκπέμφθηκαν.
Οι εκλογές περιλαμβάνουν πάντοτε έναν αριθμό κρισίμων παραμέτρων και η σωστή εκτίμηση τους από τα κόμματα τα οποία συμμετέχουν σε αυτές αποτελεί καθοριστικό όρο για το μέγεθος του εκλογικού αποτελέσματος που θα επιτύχουν. Ο χρόνος διεξαγωγής, τα πολιτικά προτάγματα, η σύνθεση των ψηφοδελτίων, και η αξιοποίηση του προεκλογικού χρόνου αποτελούν μερικές από τις κυριότερες.
Στις αυτοδιοικητικές εκλογές, ο χρόνος διεξαγωγής τους καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία.
Τα πολιτικά προτάγματα, μέχρι κάποια στιγμή, ήταν δεδομένα: Ο Καλλικράτης και η επιτυχής εφαρμογή του για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η αντίθεση στον Καλλικράτη και η κριτική για την οικονομία για τη Ν.Δ., η αντιμονοπωλιακή, αντιευρωπαϊκή, αντικυβερνητική ρητορική για το Κ.Κ.Ε., η, σε διάφορες διαβαθμίσεις, κριτική στην κυβέρνηση για θέματα οικονομίας, δημοκρατίας, θεσμών για τις διάφορες συνιστώσες του (πρώην;) ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η ήπια αλλά ρηχή κριτική από το ΛΑ.Ο.Σ. Είναι αξιοσημείωτο το ότι, για το σύνολο της αντιπολίτευσης, η πολιτική ζωή στην Ελλάδα φαίνεται να ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2009.
Η σύνθεση των ψηφοδελτίων αποτελεί πάντα πονοκέφαλο για τα κόμματα γιατί, στην ουσία είναι η λύση μίας εξίσωσης με πολλούς άγνωστους. Η επιλογή των προσώπων, η συγκρότηση συνεργασιών, η εξασφάλιση υποστήριξης από ευρύτερους, του στενά κομματικού, χώρους για εκατοντάδες νέους δήμους και δεκατρείς νέες περιφέρειες, δεν είναι εύκολη δουλειά. Ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, φανερά και ίδια για όλους κριτήρια επιλογής, όταν οι συνεργασίες συγκροτούνται με όρους μη ισοτιμίας, με στόχο το χρώμα του χάρτη τη βραδιά των εκλογών και χωρίς να είναι πρώτης προτεραιότητας τα θέματα που απασχολούν τις τοπικές κοινωνίες, και όταν η εξασφάλιση υποστήριξης, σε τοπικό επίπεδο, γίνεται αντικείμενο αθέμιτων συναλλαγών.
Τέλος, ο προεκλογικός χρόνος αρχίζει στην ουσία να μετρά από τη στιγμή που έχουν απαντηθεί τα προηγούμενα ερωτήματα.
Στην αρχή του καλοκαιριού, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πίστευε ότι οι εκλογές θα είναι για αυτό ένας, περίπου, υγιεινός περίπατος, η Ν.Δ. έβλεπε άσχημα καλοκαιρινά όνειρα, το ΛΑ.Ο.Σ. βιαζόταν να πρωτοχρίσει υποψηφίους, το Κ.Κ.Ε., όταν δεν έκλεινε τα λιμάνια, την Ακρόπολη, τα διόδια, ή ότι άλλο προσφερόταν για κλείσιμο, κατήγγελλε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για ότι κακό έχει συμβεί διαχρονικά στην Ελλάδα και, τέλος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν κουραζόταν να συμμαζεύει τις συνιστώσες του, προσπαθούσε να σχηματίσει μέτωπο με «σοσιαλιστικές συλλογικότητες» υπό τον Αλέξη Μητρόπουλο.
Και ξαφνικά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αντί να διαμορφώνει την ατζέντα με τα θέματα της οικονομικής σταθεροποίησης και ανάπτυξής για να δώσει αισιοδοξία και προοπτική στους πολίτες, αντί να κρατάει ψηλά στην επικαιρότητα τον Καλλικράτη για να τον κατανοήσει ο κόσμος και να καταλάβει το διακύβευμα, άρα και τη σημασία, των επερχομένων αυτοδιοικητικών εκλογών, συμπεριφέρεται σαν τον έμπειρο δρομέα των εκατό μέτρων που, στην προπόνηση, «χαρίζει» στους συναθλητές του δέκα μέτρα, ή σαν τον πρωταθλητή του μπιλιάρδου στα σφαιριστήρια της γειτονιάς που, σε όποιον τολμά να αναμετρηθεί μαζί του, στις εκατό καραμπόλες του δίνει είκοσι «αβάντζο».
Τι να του πρωτοθυμηθεί κανείς. Τις καθυστερήσεις, τις αναβολές, τις ανακοινώσεις κατά δόσεις, ή τις επιλογές της επιτροπής ανάδειξης υποψηφίων και τις επιλεκτικές της προτιμήσεις; Το δίμηνο κατά το οποίο αποκλειστικά, σχεδόν, θέματα στην πολιτική ατζέντα ήταν η παρουσία και οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Δ.Ε.Θ. και ο ανασχηματισμός; Τα ξεκατινιάσματα του Φασούλα με το Μίχα, το μαρτύριο της σταγόνας στο Σγουρό, το μιζέριασμα της διαδικασίας επιλογής των Καμίνη και Μπουτάρη, την αντιμετώπιση της επιλογής Τατούλη; Με αυτά και με αυτά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έδωσε την εντύπωση ότι δεν είναι σε θέση να χωρίσει δύο γαϊδουριών άχυρα, και, με τη βοήθεια του «αισθήματος» Κατσέλη-Παπακωνσταντίνου, τις ακατάληπτες και εκτός επισήμων θέσεων δηλώσεις ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στον πρωθυπουργό, την περαίωση, τις διαφαινόμενες υπαναχωρήσεις στο κίνημα των αποδείξεων και στο νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, καθώς και το προεκλογικό (όπως ερμηνεύθηκε) βοήθημα, πολύς κόσμος το βαρέθηκε και έστρεψε τα αυτιά και τα μάτια του προς άλλες κατευθύνσεις.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αυτό που καθάρισε το έδαφος για να πιάσει ο σπόρος της «αντιμνημονιακής ψήφου», το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αυτό που ανέβασε την αξιοπιστία του Σαμαρά και των υπολοίπων, γιατί κατέβασε τη δική του. Όσο για το Γιάννη Δημαρά και τη δημοτικότητα του, ο Γιάννης Δημαράς ήταν η θεία στην οποία πρόστρεξαν τα παιδάκια που πρόγκηξε η μάνα τους. Δεν ήξερε από δουλειές, δεν ήξερε να μαγειρέψει, δεν μπορούσε καλά-καλά ούτε να μιλήσει, αλλά τουλάχιστον την ήξεραν γιατί κάποτε μένανε στο ίδιο σπίτι (σε αντίθεση με το Αλέξη Μητρόπουλο που η μεταμφίεση του ήταν χειρότερη και από την αμφίεση του γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να πείσει).
Εξ αιτίας λοιπόν του ΠΑ.ΣΟ.Κ. άλλαξε η πολιτική ατζέντα και οι Έλληνες, από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίστηκαν (από τα κόμματα της αντιπολίτευσης) σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς». Ανυπόστατος διαχωρισμός, γιατί δεν υπάρχει κανείς σε αυτόν τον τόπο που να είναι υπέρ του μνημονίου. Απλά, η πλειοψηφία τυχαίνει να κατανοεί την αναγκαιότητα του μνημονίου. Το νόημα των εκλογών πήγε περίπατο και οι ψηφοφόροι καλούντο να ρίχνουν στην κάλπη ψήφο κατά του μνημονίου και από την κάλπη να βγαίνει Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης για να λύσει τα τοπικά προβλήματα, ή να διαχειρισθεί το Ε.Σ.Π.Α. Ο ορισμός, δηλαδή, της νοθείας και υποκλοπής της λαϊκής βούλησης.
Και φτάσαμε στη διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού και το δίλημμα που μπήκε. Το να τεθεί ένα τέτοιο δίλημμα στον ελληνικό λαό, ήταν κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε θυσία, γιατί με αυτόν τον τρόπο το κυβερνητικό κόμμα κατέστη συνένοχο στον αποπροσανατολισμό του εκλογικού σώματος από τα προτάγματα και το νόημα των εκλογών. Έτσι όμως όπως, εξ αιτίας των χειρισμών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων της αντιπολίτευσης, ήρθαν τα πράγματα, ο πρωθυπουργός δεν μπορούσε να αποφύγει τη διακαναλική, ώστε, με τα θέματα που τέθηκαν μέσα από αυτή, να δημιουργηθεί μία «ισορροπία του τρόμου» και να αναχαιτιστεί η μαζική απόδραση από τη σκληρή πραγματικότητα, απόδραση που θα έβαζε σε άμεσο κίνδυνο τα συμφέροντα του τόπου και των πολιτών του.
Μετά την πρώτη Κυριακή των εκλογών ακούσαμε έξι-επτά δηλώσεις νίκης, την εκτίμηση όλων των πολιτικών δυνάμεων (πλην ΠΑ.ΣΟ.Κ.) ότι όλοι όσοι προτίμησαν την αποχή, το έκαναν για να μουντζώνουν καλύτερα την κυβέρνηση καθισμένοι στους καναπέδες τους και είδαμε επίσης να μετριέται η δύναμη πολυπαραταξιακών συνδυασμών σαν δύναμη των κομμάτων. Μετά τη δεύτερη Κυριακή όμως, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχοντας συνέλθει λίγο από την εκλογική παραζάλη και κάνοντας συνολική σούμα είδαν, άσχετο αν ντρέπονται να το ομολογήσουν, ότι κυρίως εξ αιτίας τους οι ψηφοφόροι δεν μπόρεσαν να ψηφίσουν νηφάλια και με συνειδητοποίηση του αντικειμένου της ψηφοφορίας. Είδαν ακόμη, άσχετο αν δεν τα συμφέρει να το ομολογήσουν, ότι η αποχή σήμαινε αποστροφή, όχι προς τις πολιτικές προτάσεις της κυβέρνησης (γιατί τότε θα έσπευδαν να τις καταψηφίσουν), αλλά προς την απουσία των εναλλακτικών προτάσεων της αντιπολίτευσης. Είναι, στην ουσία, μία άλλη προσέγγιση του «όλοι ίδιοι είναι», με τη διαφορά ότι ενώ στην κυβέρνηση δίνεται η ευχέρεια ή η ανοχή να προσπαθήσει, η αντιπολίτευση είναι τόσο απαξιωμένη στη συνείδηση του εκλογικού σώματος, ώστε οι ψηφοφόροι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να πάνε να τους ψηφίσουν. Τέλος, όλα τα κόμματα (πλην του Κ.Κ.Ε. που δεν το απασχολούν τέτοια θέματα) είδαν ότι το εκλογικό σώμα όλο και λιγότερο λαμβάνει υπ’ όψη του τις υποδείξεις των κομμάτων, όλο και λιγότερο εμπιστεύεται τους υποψήφιους με κοινοβουλευτικό παρελθόν, όλο και περισσότερο εμπιστεύεται τους πολυπαραταξιακούς συνδυασμούς, όλο και περισσότερο θυμώνει με τις αλαζονικές και υπεροπτικές συμπεριφορές των υποψηφίων.
Αυτές οι εκλογές, τελικά, στείλανε νέα μηνύματα, δυστυχώς όμως, σε παλιά αυτιά. Το πιο σπουδαίο όμως από τα νέα αυτά μηνύματα είναι ότι άρχισε να δημιουργείται ένα νέο, ακηδεμόνευτο για την ώρα, μέτωπο, το μέτωπο ενάντια στην ανάθεση της διαχείρισης της καθημερινότητας μας σε «ειδικούς με καλές συστάσεις». Οι ενδείξεις για τη δημιουργία του είναι τόσο πολλές, όσο και τα ρεύματα που το συγκροτούν. Το μεγαλύτερο από αυτά τα ρεύματα είναι αυτό των «κομματικών προσφύγων», των πολιτών δηλαδή που, ανεξάρτητα από την κομματική τους ένταξη ή συμπάθεια, δεν δέχονται να είναι οι εκτελεστές εντολών που δεν κατανοούν ή με τις οποίες δεν συμφωνούν, δεν δέχονται να στηρίζουν πρόσωπα που δεν έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, δεν δέχονται την αισθητική, το λόγο και την πρακτική του παλαιοκομματισμού. Μαζί με αυτό συμπλέουν ρεύματα της σύγχρονης, μη ισοπεδωτικής, αμφισβήτησης, της σύγχρονης, μη απορριπτικής, αναζήτησης, της σύγχρονης, μη δογματικής οικολογίας, του σύγχρονου, μη αποδομητικού, ακτιβισμού, του σύγχρονου, μη ανταποδοτικού, εθελοντισμού, γενικά εκείνα τα ρεύματα που στέκονται όρθια, αντιστέκονται στην κάθε είδους ασχήμια και παραστέκονται σε κάθε προσπάθεια για την ανεξαρτησία, ελευθερία και χειραφέτηση της σκέψης και την ενιαία δράση, μέσα από ένα δημοκρατικό-προοδευτικό αυτοδιοικητικό κίνημα.
Με τη σκέψη και τις ελπίδες μας στραμμένες προς αυτό το νέο ρεύμα, κοιτάμε μπροστά και προσπαθούμε να χτίσουμε το αύριο με ιδέες και υλικά του σήμερα, αφήνοντας το χθες σε αυτούς που βολεύτηκαν σε αυτό, θυμίζοντας τους μόνο ότι το χθες μπορεί να ήταν το αύριο του προχθές, αλλά σήμερα είναι το προχθές του αύριο.
Τότε θα κλάψεις με μαύρο κλάμα
Παλιό λαϊκό ερωτικό τραγούδι
Κοίτα τι γράφει αυτό το γράμμα
Για να μην κλάψεις με μαύρο κλάμα
Νέο λαϊκό πολιτικό τραγούδι
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μία προσπάθεια ερμηνείας των γεγονότων και των συγκυριών που καθόρισαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, των αποτελεσμάτων που προέκυψαν και των μηνυμάτων που εκπέμφθηκαν.
Οι εκλογές περιλαμβάνουν πάντοτε έναν αριθμό κρισίμων παραμέτρων και η σωστή εκτίμηση τους από τα κόμματα τα οποία συμμετέχουν σε αυτές αποτελεί καθοριστικό όρο για το μέγεθος του εκλογικού αποτελέσματος που θα επιτύχουν. Ο χρόνος διεξαγωγής, τα πολιτικά προτάγματα, η σύνθεση των ψηφοδελτίων, και η αξιοποίηση του προεκλογικού χρόνου αποτελούν μερικές από τις κυριότερες.
Στις αυτοδιοικητικές εκλογές, ο χρόνος διεξαγωγής τους καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία.
Τα πολιτικά προτάγματα, μέχρι κάποια στιγμή, ήταν δεδομένα: Ο Καλλικράτης και η επιτυχής εφαρμογή του για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., η αντίθεση στον Καλλικράτη και η κριτική για την οικονομία για τη Ν.Δ., η αντιμονοπωλιακή, αντιευρωπαϊκή, αντικυβερνητική ρητορική για το Κ.Κ.Ε., η, σε διάφορες διαβαθμίσεις, κριτική στην κυβέρνηση για θέματα οικονομίας, δημοκρατίας, θεσμών για τις διάφορες συνιστώσες του (πρώην;) ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η ήπια αλλά ρηχή κριτική από το ΛΑ.Ο.Σ. Είναι αξιοσημείωτο το ότι, για το σύνολο της αντιπολίτευσης, η πολιτική ζωή στην Ελλάδα φαίνεται να ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2009.
Η σύνθεση των ψηφοδελτίων αποτελεί πάντα πονοκέφαλο για τα κόμματα γιατί, στην ουσία είναι η λύση μίας εξίσωσης με πολλούς άγνωστους. Η επιλογή των προσώπων, η συγκρότηση συνεργασιών, η εξασφάλιση υποστήριξης από ευρύτερους, του στενά κομματικού, χώρους για εκατοντάδες νέους δήμους και δεκατρείς νέες περιφέρειες, δεν είναι εύκολη δουλειά. Ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, φανερά και ίδια για όλους κριτήρια επιλογής, όταν οι συνεργασίες συγκροτούνται με όρους μη ισοτιμίας, με στόχο το χρώμα του χάρτη τη βραδιά των εκλογών και χωρίς να είναι πρώτης προτεραιότητας τα θέματα που απασχολούν τις τοπικές κοινωνίες, και όταν η εξασφάλιση υποστήριξης, σε τοπικό επίπεδο, γίνεται αντικείμενο αθέμιτων συναλλαγών.
Τέλος, ο προεκλογικός χρόνος αρχίζει στην ουσία να μετρά από τη στιγμή που έχουν απαντηθεί τα προηγούμενα ερωτήματα.
Στην αρχή του καλοκαιριού, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πίστευε ότι οι εκλογές θα είναι για αυτό ένας, περίπου, υγιεινός περίπατος, η Ν.Δ. έβλεπε άσχημα καλοκαιρινά όνειρα, το ΛΑ.Ο.Σ. βιαζόταν να πρωτοχρίσει υποψηφίους, το Κ.Κ.Ε., όταν δεν έκλεινε τα λιμάνια, την Ακρόπολη, τα διόδια, ή ότι άλλο προσφερόταν για κλείσιμο, κατήγγελλε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για ότι κακό έχει συμβεί διαχρονικά στην Ελλάδα και, τέλος, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όταν κουραζόταν να συμμαζεύει τις συνιστώσες του, προσπαθούσε να σχηματίσει μέτωπο με «σοσιαλιστικές συλλογικότητες» υπό τον Αλέξη Μητρόπουλο.
Και ξαφνικά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αντί να διαμορφώνει την ατζέντα με τα θέματα της οικονομικής σταθεροποίησης και ανάπτυξής για να δώσει αισιοδοξία και προοπτική στους πολίτες, αντί να κρατάει ψηλά στην επικαιρότητα τον Καλλικράτη για να τον κατανοήσει ο κόσμος και να καταλάβει το διακύβευμα, άρα και τη σημασία, των επερχομένων αυτοδιοικητικών εκλογών, συμπεριφέρεται σαν τον έμπειρο δρομέα των εκατό μέτρων που, στην προπόνηση, «χαρίζει» στους συναθλητές του δέκα μέτρα, ή σαν τον πρωταθλητή του μπιλιάρδου στα σφαιριστήρια της γειτονιάς που, σε όποιον τολμά να αναμετρηθεί μαζί του, στις εκατό καραμπόλες του δίνει είκοσι «αβάντζο».
Τι να του πρωτοθυμηθεί κανείς. Τις καθυστερήσεις, τις αναβολές, τις ανακοινώσεις κατά δόσεις, ή τις επιλογές της επιτροπής ανάδειξης υποψηφίων και τις επιλεκτικές της προτιμήσεις; Το δίμηνο κατά το οποίο αποκλειστικά, σχεδόν, θέματα στην πολιτική ατζέντα ήταν η παρουσία και οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Δ.Ε.Θ. και ο ανασχηματισμός; Τα ξεκατινιάσματα του Φασούλα με το Μίχα, το μαρτύριο της σταγόνας στο Σγουρό, το μιζέριασμα της διαδικασίας επιλογής των Καμίνη και Μπουτάρη, την αντιμετώπιση της επιλογής Τατούλη; Με αυτά και με αυτά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έδωσε την εντύπωση ότι δεν είναι σε θέση να χωρίσει δύο γαϊδουριών άχυρα, και, με τη βοήθεια του «αισθήματος» Κατσέλη-Παπακωνσταντίνου, τις ακατάληπτες και εκτός επισήμων θέσεων δηλώσεις ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στον πρωθυπουργό, την περαίωση, τις διαφαινόμενες υπαναχωρήσεις στο κίνημα των αποδείξεων και στο νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, καθώς και το προεκλογικό (όπως ερμηνεύθηκε) βοήθημα, πολύς κόσμος το βαρέθηκε και έστρεψε τα αυτιά και τα μάτια του προς άλλες κατευθύνσεις.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αυτό που καθάρισε το έδαφος για να πιάσει ο σπόρος της «αντιμνημονιακής ψήφου», το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν αυτό που ανέβασε την αξιοπιστία του Σαμαρά και των υπολοίπων, γιατί κατέβασε τη δική του. Όσο για το Γιάννη Δημαρά και τη δημοτικότητα του, ο Γιάννης Δημαράς ήταν η θεία στην οποία πρόστρεξαν τα παιδάκια που πρόγκηξε η μάνα τους. Δεν ήξερε από δουλειές, δεν ήξερε να μαγειρέψει, δεν μπορούσε καλά-καλά ούτε να μιλήσει, αλλά τουλάχιστον την ήξεραν γιατί κάποτε μένανε στο ίδιο σπίτι (σε αντίθεση με το Αλέξη Μητρόπουλο που η μεταμφίεση του ήταν χειρότερη και από την αμφίεση του γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να πείσει).
Εξ αιτίας λοιπόν του ΠΑ.ΣΟ.Κ. άλλαξε η πολιτική ατζέντα και οι Έλληνες, από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίστηκαν (από τα κόμματα της αντιπολίτευσης) σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονιακούς». Ανυπόστατος διαχωρισμός, γιατί δεν υπάρχει κανείς σε αυτόν τον τόπο που να είναι υπέρ του μνημονίου. Απλά, η πλειοψηφία τυχαίνει να κατανοεί την αναγκαιότητα του μνημονίου. Το νόημα των εκλογών πήγε περίπατο και οι ψηφοφόροι καλούντο να ρίχνουν στην κάλπη ψήφο κατά του μνημονίου και από την κάλπη να βγαίνει Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης για να λύσει τα τοπικά προβλήματα, ή να διαχειρισθεί το Ε.Σ.Π.Α. Ο ορισμός, δηλαδή, της νοθείας και υποκλοπής της λαϊκής βούλησης.
Και φτάσαμε στη διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού και το δίλημμα που μπήκε. Το να τεθεί ένα τέτοιο δίλημμα στον ελληνικό λαό, ήταν κάτι που έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε θυσία, γιατί με αυτόν τον τρόπο το κυβερνητικό κόμμα κατέστη συνένοχο στον αποπροσανατολισμό του εκλογικού σώματος από τα προτάγματα και το νόημα των εκλογών. Έτσι όμως όπως, εξ αιτίας των χειρισμών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων της αντιπολίτευσης, ήρθαν τα πράγματα, ο πρωθυπουργός δεν μπορούσε να αποφύγει τη διακαναλική, ώστε, με τα θέματα που τέθηκαν μέσα από αυτή, να δημιουργηθεί μία «ισορροπία του τρόμου» και να αναχαιτιστεί η μαζική απόδραση από τη σκληρή πραγματικότητα, απόδραση που θα έβαζε σε άμεσο κίνδυνο τα συμφέροντα του τόπου και των πολιτών του.
Μετά την πρώτη Κυριακή των εκλογών ακούσαμε έξι-επτά δηλώσεις νίκης, την εκτίμηση όλων των πολιτικών δυνάμεων (πλην ΠΑ.ΣΟ.Κ.) ότι όλοι όσοι προτίμησαν την αποχή, το έκαναν για να μουντζώνουν καλύτερα την κυβέρνηση καθισμένοι στους καναπέδες τους και είδαμε επίσης να μετριέται η δύναμη πολυπαραταξιακών συνδυασμών σαν δύναμη των κομμάτων. Μετά τη δεύτερη Κυριακή όμως, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχοντας συνέλθει λίγο από την εκλογική παραζάλη και κάνοντας συνολική σούμα είδαν, άσχετο αν ντρέπονται να το ομολογήσουν, ότι κυρίως εξ αιτίας τους οι ψηφοφόροι δεν μπόρεσαν να ψηφίσουν νηφάλια και με συνειδητοποίηση του αντικειμένου της ψηφοφορίας. Είδαν ακόμη, άσχετο αν δεν τα συμφέρει να το ομολογήσουν, ότι η αποχή σήμαινε αποστροφή, όχι προς τις πολιτικές προτάσεις της κυβέρνησης (γιατί τότε θα έσπευδαν να τις καταψηφίσουν), αλλά προς την απουσία των εναλλακτικών προτάσεων της αντιπολίτευσης. Είναι, στην ουσία, μία άλλη προσέγγιση του «όλοι ίδιοι είναι», με τη διαφορά ότι ενώ στην κυβέρνηση δίνεται η ευχέρεια ή η ανοχή να προσπαθήσει, η αντιπολίτευση είναι τόσο απαξιωμένη στη συνείδηση του εκλογικού σώματος, ώστε οι ψηφοφόροι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να πάνε να τους ψηφίσουν. Τέλος, όλα τα κόμματα (πλην του Κ.Κ.Ε. που δεν το απασχολούν τέτοια θέματα) είδαν ότι το εκλογικό σώμα όλο και λιγότερο λαμβάνει υπ’ όψη του τις υποδείξεις των κομμάτων, όλο και λιγότερο εμπιστεύεται τους υποψήφιους με κοινοβουλευτικό παρελθόν, όλο και περισσότερο εμπιστεύεται τους πολυπαραταξιακούς συνδυασμούς, όλο και περισσότερο θυμώνει με τις αλαζονικές και υπεροπτικές συμπεριφορές των υποψηφίων.
Αυτές οι εκλογές, τελικά, στείλανε νέα μηνύματα, δυστυχώς όμως, σε παλιά αυτιά. Το πιο σπουδαίο όμως από τα νέα αυτά μηνύματα είναι ότι άρχισε να δημιουργείται ένα νέο, ακηδεμόνευτο για την ώρα, μέτωπο, το μέτωπο ενάντια στην ανάθεση της διαχείρισης της καθημερινότητας μας σε «ειδικούς με καλές συστάσεις». Οι ενδείξεις για τη δημιουργία του είναι τόσο πολλές, όσο και τα ρεύματα που το συγκροτούν. Το μεγαλύτερο από αυτά τα ρεύματα είναι αυτό των «κομματικών προσφύγων», των πολιτών δηλαδή που, ανεξάρτητα από την κομματική τους ένταξη ή συμπάθεια, δεν δέχονται να είναι οι εκτελεστές εντολών που δεν κατανοούν ή με τις οποίες δεν συμφωνούν, δεν δέχονται να στηρίζουν πρόσωπα που δεν έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, δεν δέχονται την αισθητική, το λόγο και την πρακτική του παλαιοκομματισμού. Μαζί με αυτό συμπλέουν ρεύματα της σύγχρονης, μη ισοπεδωτικής, αμφισβήτησης, της σύγχρονης, μη απορριπτικής, αναζήτησης, της σύγχρονης, μη δογματικής οικολογίας, του σύγχρονου, μη αποδομητικού, ακτιβισμού, του σύγχρονου, μη ανταποδοτικού, εθελοντισμού, γενικά εκείνα τα ρεύματα που στέκονται όρθια, αντιστέκονται στην κάθε είδους ασχήμια και παραστέκονται σε κάθε προσπάθεια για την ανεξαρτησία, ελευθερία και χειραφέτηση της σκέψης και την ενιαία δράση, μέσα από ένα δημοκρατικό-προοδευτικό αυτοδιοικητικό κίνημα.
Με τη σκέψη και τις ελπίδες μας στραμμένες προς αυτό το νέο ρεύμα, κοιτάμε μπροστά και προσπαθούμε να χτίσουμε το αύριο με ιδέες και υλικά του σήμερα, αφήνοντας το χθες σε αυτούς που βολεύτηκαν σε αυτό, θυμίζοντας τους μόνο ότι το χθες μπορεί να ήταν το αύριο του προχθές, αλλά σήμερα είναι το προχθές του αύριο.
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
Αποχή ή απόχη; (2)
Ας μου συγχωρεθεί η επάνοδος στο προχθεσινό θέμα, αλλά η ανερμάτιστη συμπεριφορά αυτών που, ξεκινώντας από μία εικασία περί αποχής, την ανήγαγαν σε προσδοκία αποχής και, τέλος την μετέτρεψαν, στο βαθμό που τους περνούσε, σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, χρειάζεται ένα σύντομο σχολιασμό.
Δεν θα είχαν τόση σημασία οι λόγοι που προκάλεσαν αυτό το «κάλεσμα» μερίδας των Μ.Μ.Ε., καθώς και διαφόρων επωνύμων προσώπων, για αποχή, αν δεν υπήρχε σήμερα συνέχεια, η οποία έχει δύο σκέλη. Το ένα είναι η ερμηνεία του συνόλου της αποχής σαν διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση, κυρίως για την οικονομική πολιτική της και το άλλο η αμφισβήτηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των νεοεκλεγμένων αυτοδιοικητικών αρχών.
Όσον αφορά στο πρώτο, όταν κάποιος δεν πηγαίνει να ψηφίσει δεν ενεργεί πολιτικά, γιατί η πράξη του δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα, ενώ δίνει σοβαρή λαβή για τη συναγωγή πολιτικών συμπερασμάτων που μόνο κατά τύχη μπορούν να έχουν σχέση με τις προθέσεις του. Έτσι, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να ισχυρίζεται, αυθαίρετα, ότι η αποχή σημαίνει διαμαρτυρία για την κακή διακυβέρνηση του τόπου, η κυβέρνηση θα μπορούσε να ισχυρίζεται, εξ ίσου αυθαίρετα, ότι η αποχή σημαίνει απουσία εναλλακτικής λύσης λόγω ανυπαρξίας της αντιπολίτευσης, για να μην προχωρήσουμε στις, αυθαίρετες πάντα, ερμηνείες των διαφόρων ομάδων συμφερόντων.
Ο καθένας λοιπόν από αυτούς που προτίμησαν την αποχή, βλέπει το, όποιο, μήνυμα του να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα αυτών ακριβώς που ήθελε να τιμωρήσει, να καταγγείλει, να εκδικηθεί, να συνετίσει, να, να, να…..
Όσον αφορά στο δεύτερο, σε όλες τις εκλογές η κατάταξη των υποψηφίων βγαίνει από την καταμέτρηση των εγκύρων ψηφοδελτίων και δεν έχει προταθεί, πουθενά και ποτέ, άλλος δημοκρατικότερος τρόπος. Και αυτό δεν είναι τεχνοκρατική ή νομικίστικη θεώρηση της εκλογικής διαδικασίας, είναι η ουσία της.
Καλούνται όλοι όσοι έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν, προσέρχονται όσοι θέλουν να ψηφίσουν, ψηφίζουν και αναδεικνύουν το νικητή. Όσοι δηλαδή ενδιαφέρονται να έχει η περιφέρεια τους και ο δήμος τους αιρετή διοίκηση της προτίμησης τους ψηφίζουν. Όσοι πάλι για οποιονδήποτε, σεβαστό κατ’ αρχή, λόγο δεν επιθυμούν να ψηφίσουν, εκχωρούν αυτόματα το κατοχυρωμένο δικαίωμα τους για επιλογή, σε αυτούς που ψηφίζουν, εν γνώσει τους και με τη θέληση τους. Χάσανε βέβαια μία ευκαιρία συμμετοχής στη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος που θα επηρεάσει και τη δική τους ζωή, αλλά, ευτυχώς, σε δημοκρατία ζούμε, θα έχουν μπροστά τους πολλές ευκαιρίες να το ξανασκεφτούν. Ένα είναι πάντως σίγουρο: οι μετέχοντες χτίζουν τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, οι απέχοντες παραδίνουν την όποια βούληση τους έρμαιο σε κάθε καλόπιστη ή μη ερμηνεία, γιατί η αποχή μπορεί να είναι συμπεριφορά προς την πολιτική, αλλά πολιτική συμπεριφορά δεν είναι.
Δεν θα είχαν τόση σημασία οι λόγοι που προκάλεσαν αυτό το «κάλεσμα» μερίδας των Μ.Μ.Ε., καθώς και διαφόρων επωνύμων προσώπων, για αποχή, αν δεν υπήρχε σήμερα συνέχεια, η οποία έχει δύο σκέλη. Το ένα είναι η ερμηνεία του συνόλου της αποχής σαν διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση, κυρίως για την οικονομική πολιτική της και το άλλο η αμφισβήτηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των νεοεκλεγμένων αυτοδιοικητικών αρχών.
Όσον αφορά στο πρώτο, όταν κάποιος δεν πηγαίνει να ψηφίσει δεν ενεργεί πολιτικά, γιατί η πράξη του δεν παράγει πολιτικό αποτέλεσμα, ενώ δίνει σοβαρή λαβή για τη συναγωγή πολιτικών συμπερασμάτων που μόνο κατά τύχη μπορούν να έχουν σχέση με τις προθέσεις του. Έτσι, η αντιπολίτευση θα μπορούσε να ισχυρίζεται, αυθαίρετα, ότι η αποχή σημαίνει διαμαρτυρία για την κακή διακυβέρνηση του τόπου, η κυβέρνηση θα μπορούσε να ισχυρίζεται, εξ ίσου αυθαίρετα, ότι η αποχή σημαίνει απουσία εναλλακτικής λύσης λόγω ανυπαρξίας της αντιπολίτευσης, για να μην προχωρήσουμε στις, αυθαίρετες πάντα, ερμηνείες των διαφόρων ομάδων συμφερόντων.
Ο καθένας λοιπόν από αυτούς που προτίμησαν την αποχή, βλέπει το, όποιο, μήνυμα του να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα αυτών ακριβώς που ήθελε να τιμωρήσει, να καταγγείλει, να εκδικηθεί, να συνετίσει, να, να, να…..
Όσον αφορά στο δεύτερο, σε όλες τις εκλογές η κατάταξη των υποψηφίων βγαίνει από την καταμέτρηση των εγκύρων ψηφοδελτίων και δεν έχει προταθεί, πουθενά και ποτέ, άλλος δημοκρατικότερος τρόπος. Και αυτό δεν είναι τεχνοκρατική ή νομικίστικη θεώρηση της εκλογικής διαδικασίας, είναι η ουσία της.
Καλούνται όλοι όσοι έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν, προσέρχονται όσοι θέλουν να ψηφίσουν, ψηφίζουν και αναδεικνύουν το νικητή. Όσοι δηλαδή ενδιαφέρονται να έχει η περιφέρεια τους και ο δήμος τους αιρετή διοίκηση της προτίμησης τους ψηφίζουν. Όσοι πάλι για οποιονδήποτε, σεβαστό κατ’ αρχή, λόγο δεν επιθυμούν να ψηφίσουν, εκχωρούν αυτόματα το κατοχυρωμένο δικαίωμα τους για επιλογή, σε αυτούς που ψηφίζουν, εν γνώσει τους και με τη θέληση τους. Χάσανε βέβαια μία ευκαιρία συμμετοχής στη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος που θα επηρεάσει και τη δική τους ζωή, αλλά, ευτυχώς, σε δημοκρατία ζούμε, θα έχουν μπροστά τους πολλές ευκαιρίες να το ξανασκεφτούν. Ένα είναι πάντως σίγουρο: οι μετέχοντες χτίζουν τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, οι απέχοντες παραδίνουν την όποια βούληση τους έρμαιο σε κάθε καλόπιστη ή μη ερμηνεία, γιατί η αποχή μπορεί να είναι συμπεριφορά προς την πολιτική, αλλά πολιτική συμπεριφορά δεν είναι.
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
Αποχή, ή απόχη;
Στις εκλογές για αυτοδιοικητικές αρχές, που έληξαν χθες με την ψηφοφορία του δεύτερου γύρου και την ανάδειξη περιφερειακών και δημοτικών αρχών, υπήρξαν πολλοί οι συντελεστές της επιτυχίας και αποτυχίας των.
Θα αναφερθώ σε έναν από αυτούς, την αποχή, γιατί προβλήθηκε περισσότερο από όλους, και σαν ενδεχόμενο και σαν αποτέλεσμα, γιατί επηρέασε τα τελικά αποτελέσματα, και στην επιλογή και στη δημοκρατική νομιμοποίηση των εκπροσώπων και, τέλος, γιατί φαίνεται να δημιουργείται στο εκλογικό σώμα μια τάση παραίτησης από ένα κατακτημένο και πολύτιμο δημοκρατικό δικαίωμα του.
Η αποχή μπορεί να μην είναι μία καθαρά πολιτική συμπεριφορά, αλλά είναι σίγουρα μία συμπεριφορά προς την πολιτική.
Τα Μ.Μ.Ε., είτε με την ανευθυνότητα, την αισθητική και τη χυδαιότητα των «πρωινάδικων», είτε με τις αναλύσεις των παραθύρων στα κεντρικά δελτία των ειδήσεων, είτε με δηλώσεις πολλών (αδίκως, άνευ προφανούς λόγου, ή και υπόπτως) επωνύμων στον τύπο και τη ραδιοτηλεόραση, κάνανε την αποχή μόδα. Η κάθε μόδα όμως κρύβει πάντα μία μεγάλη παγίδα. Το διαφημιζόμενο «ένδυμα» προβάλλεται από όμορφα και λαμπερά μανεκέν και γι’ αυτό φαντάζει πάντα ωραίο. Αλλοίμονο σε αυτούς ή αυτές που νομίζουν ότι αν φορέσουν ένα ρούχο της μόδας θα γίνουν, αυτόματα, ωραίοι. Όσοι έχουν λίγο μυαλό, καταλαβαίνουν γρήγορα το λάθος τους και το πετάνε, ενώ οι άμυαλοι συνεχίζουν να το φοράνε και κάνουν τους γύρω τους να τους κοροϊδεύουν ή να τους λυπούνται.
Τα κόμματα και, γενικά, οι πολιτικές «συλλογικότητες», που λέει και ο (αλήθεια, τι απέγινε;)κ. Μητρόπουλος, αντιμετωπίζουν την αποχή κατά τα συμφέροντα τους. Συνήθως, την εξορκίζουν γιατί πιστεύουν, τα μεν μεγάλα ότι η πολυσυλλεκτική σύνθεση και εκπροσώπηση τους, και οι γενικόλογες και ευχάριστες στα αυτιά των πολλών διακηρύξεις τους, ελκύουν τους ψηφοφόρους, τα δε μικρότερα για καθαρά στατιστικούς λόγους(όσο πιο πολλοί ψηφίσουν, τόσο πιο πολλούς ψήφους θα πάρουμε). Γι’ αυτό το λόγο, μικροί-μεγάλοι, επιθυμούν τη μαζική προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες.
Αυτά για τις βουλευτικές εκλογές. Στις δημοτικές εκλογές όμως, που διεξάγονται σε δύο γύρους και που στο δεύτερο γύρο συμμετέχουν μόνον οι δύο πρώτοι του πρώτου, στα κόμματα που δεν συμμετέχουν στο δεύτερο γύρο κυριαρχούν διάφορες λογικές που τα κάνουν να προωθούν την επιλογή της αποχής. Η διαβηματική λογική της «απόγνωσης», αυτών που δεν έχουν να περιμένουν τίποτα, από κανένα (από αυτούς που συμμετέχουν στο δεύτερο γύρο). Η απολίτικη λογική της «διαμαρτυρίας», αυτών που ξέρουν τι δεν θέλουν αλλά δεν ψάχνουν να βρουν αυτό που θέλουν, ή, που, εν πάση περιπτώσει, είναι πιο κοντά σε αυτό που θέλουν. Η συναισθηματική λογική της «τιμωρίας», αυτών που κρατούν για τον εαυτό τους το, αποδειγμένα αναποτελεσματικό, δικαίωμα της τιμωρίας και εκχωρούν σε όλους τους άλλους το αποτελεσματικότατο δικαίωμα της επιλογής. Τέλος, η αυτιστική λογική της «ιδεολογικής καθαρότητας» των κομμάτων που πιστεύουν ότι όποιος δεν είναι μαζί τους είναι εχθρός τους και εχθρός του λαού, την αποκλειστικότητα της έκφρασης του οποίου, έχουν μόνον αυτά.
Και ο ψηφοφόρος; Ο ψηφοφόρος που επιλέγει την αποχή σαν εκλογική συμπεριφορά, τι όφελος αποκομίζει;
Αν έχει επιλέξει την αποχή επειδή «φοριέται», τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι δεν του πάει; Αν την έχει επιλέξει μέσα στην απόγνωση του, τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι, εξ αιτίας και της δικής του αποχής, επιλέχτηκε μία λύση, ακόμη χειρότερη από την προηγούμενη; Αν την έχει επιλέξει σαν τρόπο διαμαρτυρίας προς το σύστημα, τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι με αυτόν τον τρόπο διαιωνίζει τη κυριαρχία του συστήματος; Αν την έχει επιλέξει σαν τρόπο τιμωρίας, τι θα κάνει όταν, με την αποχή του, εξασφαλίζει ότι, κατά πάσα βεβαιότητα, θα συνεχίσει να κυβερνάται από αυτούς που θέλει να τιμωρήσει; Αν, τέλος, την έχει επιλέξει για να εξασφαλίσει την καθαρότητα του, τι θα κάνει, έστω και καθαρός, αν δεν φροντίσει να καθαρίσουν και οι άλλοι, και με τη δική του συμμετοχή;
Τι εξυπηρετεί, τελικά, η αποχή;
Νομίζω ότι η αποχή δεν είναι τίποτε άλλο από μία τεράστια απόχη με πολύ παράξενες ιδιότητες:
Μπορούν να την χρησιμοποιούν πολλοί ταυτόχρονα, ο καθένας να ισχυρίζεται ότι είναι ο μοναδικός χρήστης και να μην τρέχει τίποτε.
Τα ψάρια που πιάνουν όλοι μαζί, μπορεί ο καθένας να τα μετράει για δικά του και να μην τρέχει τίποτα.
Μπορεί ο κάθε χρήστης να αρνείται ότι την χρησιμοποίησε, ο κάθε μη χρήστης να διαβεβαιώνει ότι ήταν ο αποκλειστικός χρήστης της και να μην τρέχει τίποτα.
Τέλος υπάρχουν και τα αλιεύματα της απόχης, οι ψηφοφόροι που επέλεξαν την αποχή. Οι χειριστές της απόχης τους λένε ότι είναι καλεσμένοι σε ένα τραπέζι, αυτοί φοράνε τα καλά τους ρούχα και πηγαίνουν και, όταν ρωτάνε που είναι η θέση τους, οι χειριστές της απόχης τους δείχνουν το τηγάνι, τους πετάνε μέσα και όταν ψηθούν τους σερβίρουν, με τα Μ.Μ.Ε. στο ρόλο των σερβιτόρων, στην πελατεία τους, τους οπαδούς τους και το ευρύτερο κοινό, ο καθένας σαν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της απόχης, ο μοναδικός ψαράς, ο μοναδικός μάγειρας.
Συμπερασματικά: Η αποχή είναι απόχη, είναι απάτη, είναι η πολιτική «παραμύθα», που προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση ή ικανοποίηση, δημιουργεί εθισμό και εξάρτηση και οδηγεί στο πλουτισμό τους «εμπόρους» της και στον πολιτικό θάνατο τους «χρήστες» της. Επειδή μάλιστα η "εμπορία και χρήση" της απόχης της αποχής δεν διώκεται, είναι αποκλειστικά δική μας ευθύνη η αποφυγή της χρήσης της και η ενημέρωση των συμπολιτών μας για τους κινδύνους.
Θα αναφερθώ σε έναν από αυτούς, την αποχή, γιατί προβλήθηκε περισσότερο από όλους, και σαν ενδεχόμενο και σαν αποτέλεσμα, γιατί επηρέασε τα τελικά αποτελέσματα, και στην επιλογή και στη δημοκρατική νομιμοποίηση των εκπροσώπων και, τέλος, γιατί φαίνεται να δημιουργείται στο εκλογικό σώμα μια τάση παραίτησης από ένα κατακτημένο και πολύτιμο δημοκρατικό δικαίωμα του.
Η αποχή μπορεί να μην είναι μία καθαρά πολιτική συμπεριφορά, αλλά είναι σίγουρα μία συμπεριφορά προς την πολιτική.
Τα Μ.Μ.Ε., είτε με την ανευθυνότητα, την αισθητική και τη χυδαιότητα των «πρωινάδικων», είτε με τις αναλύσεις των παραθύρων στα κεντρικά δελτία των ειδήσεων, είτε με δηλώσεις πολλών (αδίκως, άνευ προφανούς λόγου, ή και υπόπτως) επωνύμων στον τύπο και τη ραδιοτηλεόραση, κάνανε την αποχή μόδα. Η κάθε μόδα όμως κρύβει πάντα μία μεγάλη παγίδα. Το διαφημιζόμενο «ένδυμα» προβάλλεται από όμορφα και λαμπερά μανεκέν και γι’ αυτό φαντάζει πάντα ωραίο. Αλλοίμονο σε αυτούς ή αυτές που νομίζουν ότι αν φορέσουν ένα ρούχο της μόδας θα γίνουν, αυτόματα, ωραίοι. Όσοι έχουν λίγο μυαλό, καταλαβαίνουν γρήγορα το λάθος τους και το πετάνε, ενώ οι άμυαλοι συνεχίζουν να το φοράνε και κάνουν τους γύρω τους να τους κοροϊδεύουν ή να τους λυπούνται.
Τα κόμματα και, γενικά, οι πολιτικές «συλλογικότητες», που λέει και ο (αλήθεια, τι απέγινε;)κ. Μητρόπουλος, αντιμετωπίζουν την αποχή κατά τα συμφέροντα τους. Συνήθως, την εξορκίζουν γιατί πιστεύουν, τα μεν μεγάλα ότι η πολυσυλλεκτική σύνθεση και εκπροσώπηση τους, και οι γενικόλογες και ευχάριστες στα αυτιά των πολλών διακηρύξεις τους, ελκύουν τους ψηφοφόρους, τα δε μικρότερα για καθαρά στατιστικούς λόγους(όσο πιο πολλοί ψηφίσουν, τόσο πιο πολλούς ψήφους θα πάρουμε). Γι’ αυτό το λόγο, μικροί-μεγάλοι, επιθυμούν τη μαζική προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες.
Αυτά για τις βουλευτικές εκλογές. Στις δημοτικές εκλογές όμως, που διεξάγονται σε δύο γύρους και που στο δεύτερο γύρο συμμετέχουν μόνον οι δύο πρώτοι του πρώτου, στα κόμματα που δεν συμμετέχουν στο δεύτερο γύρο κυριαρχούν διάφορες λογικές που τα κάνουν να προωθούν την επιλογή της αποχής. Η διαβηματική λογική της «απόγνωσης», αυτών που δεν έχουν να περιμένουν τίποτα, από κανένα (από αυτούς που συμμετέχουν στο δεύτερο γύρο). Η απολίτικη λογική της «διαμαρτυρίας», αυτών που ξέρουν τι δεν θέλουν αλλά δεν ψάχνουν να βρουν αυτό που θέλουν, ή, που, εν πάση περιπτώσει, είναι πιο κοντά σε αυτό που θέλουν. Η συναισθηματική λογική της «τιμωρίας», αυτών που κρατούν για τον εαυτό τους το, αποδειγμένα αναποτελεσματικό, δικαίωμα της τιμωρίας και εκχωρούν σε όλους τους άλλους το αποτελεσματικότατο δικαίωμα της επιλογής. Τέλος, η αυτιστική λογική της «ιδεολογικής καθαρότητας» των κομμάτων που πιστεύουν ότι όποιος δεν είναι μαζί τους είναι εχθρός τους και εχθρός του λαού, την αποκλειστικότητα της έκφρασης του οποίου, έχουν μόνον αυτά.
Και ο ψηφοφόρος; Ο ψηφοφόρος που επιλέγει την αποχή σαν εκλογική συμπεριφορά, τι όφελος αποκομίζει;
Αν έχει επιλέξει την αποχή επειδή «φοριέται», τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι δεν του πάει; Αν την έχει επιλέξει μέσα στην απόγνωση του, τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι, εξ αιτίας και της δικής του αποχής, επιλέχτηκε μία λύση, ακόμη χειρότερη από την προηγούμενη; Αν την έχει επιλέξει σαν τρόπο διαμαρτυρίας προς το σύστημα, τι θα κάνει όταν ανακαλύψει ότι με αυτόν τον τρόπο διαιωνίζει τη κυριαρχία του συστήματος; Αν την έχει επιλέξει σαν τρόπο τιμωρίας, τι θα κάνει όταν, με την αποχή του, εξασφαλίζει ότι, κατά πάσα βεβαιότητα, θα συνεχίσει να κυβερνάται από αυτούς που θέλει να τιμωρήσει; Αν, τέλος, την έχει επιλέξει για να εξασφαλίσει την καθαρότητα του, τι θα κάνει, έστω και καθαρός, αν δεν φροντίσει να καθαρίσουν και οι άλλοι, και με τη δική του συμμετοχή;
Τι εξυπηρετεί, τελικά, η αποχή;
Νομίζω ότι η αποχή δεν είναι τίποτε άλλο από μία τεράστια απόχη με πολύ παράξενες ιδιότητες:
Μπορούν να την χρησιμοποιούν πολλοί ταυτόχρονα, ο καθένας να ισχυρίζεται ότι είναι ο μοναδικός χρήστης και να μην τρέχει τίποτε.
Τα ψάρια που πιάνουν όλοι μαζί, μπορεί ο καθένας να τα μετράει για δικά του και να μην τρέχει τίποτα.
Μπορεί ο κάθε χρήστης να αρνείται ότι την χρησιμοποίησε, ο κάθε μη χρήστης να διαβεβαιώνει ότι ήταν ο αποκλειστικός χρήστης της και να μην τρέχει τίποτα.
Τέλος υπάρχουν και τα αλιεύματα της απόχης, οι ψηφοφόροι που επέλεξαν την αποχή. Οι χειριστές της απόχης τους λένε ότι είναι καλεσμένοι σε ένα τραπέζι, αυτοί φοράνε τα καλά τους ρούχα και πηγαίνουν και, όταν ρωτάνε που είναι η θέση τους, οι χειριστές της απόχης τους δείχνουν το τηγάνι, τους πετάνε μέσα και όταν ψηθούν τους σερβίρουν, με τα Μ.Μ.Ε. στο ρόλο των σερβιτόρων, στην πελατεία τους, τους οπαδούς τους και το ευρύτερο κοινό, ο καθένας σαν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της απόχης, ο μοναδικός ψαράς, ο μοναδικός μάγειρας.
Συμπερασματικά: Η αποχή είναι απόχη, είναι απάτη, είναι η πολιτική «παραμύθα», που προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση ή ικανοποίηση, δημιουργεί εθισμό και εξάρτηση και οδηγεί στο πλουτισμό τους «εμπόρους» της και στον πολιτικό θάνατο τους «χρήστες» της. Επειδή μάλιστα η "εμπορία και χρήση" της απόχης της αποχής δεν διώκεται, είναι αποκλειστικά δική μας ευθύνη η αποφυγή της χρήσης της και η ενημέρωση των συμπολιτών μας για τους κινδύνους.
Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010
ΟΜΑΔΑ «ΖΗΤ.Α.» (ΖΗΤώ την Απόδειξη)
(Για ένα πραγματικό Κίνημα των Αποδείξεων)
Βρε παιδί μου, όπως και να το δεις, είμαστε περίεργη ράτσα, και σαν καταναλωτές. Όταν μπαίνουμε σε ένα κατάστημα για να αγοράσουμε κάτι, αντί να γνωρίζουμε από πριν, τι ακριβώς θέλουμε, σε ποιότητα και ποσότητα, καθώς και πόσα χρήματα διαθέτουμε για τη συγκεκριμένη αγορά, θέλοντας να δείξουμε στον καταστηματάρχη ότι είμαστε άρχοντες(;), ότι είμαστε κουβαρντάδες(;), ότι το τελευταίο που μας απασχολεί είναι τα χρήματα(;), ξεκινάμε μαζί του μία κουβέντα που, σχεδόν πάντα, μας οδηγεί στην αγορά προϊόντων της δικής του επιλογής.
Στο χωριό που ζω (αλλά και σε πολλά άλλα χωριά και πόλεις της πατρίδας μας) έχω συναντήσει ανθρώπους που:
-Αντί να κάνουν τα ψώνια της ημέρας, κάνουν τα ψώνια της εβδομάδας γιατί ντρέπονται να ψωνίσουν μικρές ποσότητες.
-Στο ερώτημα αυτού που τους κόβει το τυρί π.χ. που ζητήσανε, «βγήκε λίγο παραπάνω, να το αφήσω;», δίνουν μία απάντηση του τύπου, «’ντάξει μωρέ, και τι έγινε», και ας είναι το λιγάκι παραπάνω σχεδόν το διπλάσιο, και ας το κάνει αυτό κάθε φορά αυτός που κόβει το τυρί.
-Δεν μετράνε ποτέ τα ρέστα που τους δίνουν, για να μη προσβάλουν, λέει, τον ταμία!!! Για τον ίδιο λόγο δεν κοιτάνε και τη ζυγαριά όταν τους ζυγίζουν κάτι!!!
-Δεν πάνε κάθε μέρα στο καφενείο, για να μπορούν, όταν πάνε, να κερνάνε.
-Δεν ζητούν αποδείξεις όταν δεν τους τις δίνουν από μόνοι τους οι καταστηματάρχες, γιατί ντρέπονται!!!
Συμβαίνουν και άλλα πολλά, αλλά ας σταθούμε σήμερα στο θέμα των αποδείξεων γιατί είναι πολύ πιο σημαντικό από όσο φαίνεται και γιατί είναι ένα από τα λίγα που μας φέρνουν, σε καθημερινή βάση, ενώπιον των ευθυνών μας σαν πολίτες, ενώ, ταυτόχρονα, μας κάνει, αν το θέλουμε, συμμέτοχους στο κυνήγι της μάστιγας της φοροδιαφυγής, ή, αν πάλι το θέλουμε, συνένοχους στη διαιώνιση της.
Στο δελτίο τύπου που εξέδωσε στις 19 Μαΐου του 2010 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αναφέρεται ότι στην Ελλάδα φοροδιαφεύγουν ετησίως εισοδήματα της τάξης των 50 δισεκατομμυρίων Ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε απώλεια φόρων ύψους 9 δισεκατομμυρίων Ευρώ, δηλαδή ενός ποσού ίσου με το 3,8% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Αυτό και μόνο το ποσό θα έφτανε για να μειώσουμε το έλλειμμα κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες μέχρι το 2014 (τόσο ζητάει το μνημόνιο) και να μη βάλουμε καθόλου χέρι σε μισθούς, συντάξεις και δώρα.
Υπάρχει ένας τετραψήφιος αριθμός τηλεφώνου, το γνωστό πια «1517» μέσω του οποίου μπορούν οι πολίτες να καταγγείλουν, επώνυμα ή ανώνυμα, παραβάσεις της φορολογικής μονοθεσίας. Είναι μία καινοτομία για τα δικά μας ήθη, που όμως πρέπει να αγκαλιασθεί από όλους μας γιατί η σωστή αξιοποίηση της βοηθά όλους μας, ακόμη και αυτούς που σκοπίμως, δολίως, ή ηλιθίως την χλευάζουν, να ζήσουμε σε ένα κράτος που μπορεί να προσφέρει περισσότερα στους πολίτες του.
Έχω ακούσει και διαβάσει πολλές αντιρρήσεις για αυτήν την καινοτομία. Το επίπεδο, η ουσία και η αισθητική αυτών των αντιρρήσεων είναι τέτοια, που με κάνουν να ελπίζω ότι ο αριθμός 1517 θα μπει για καλά στη ζωή μας. Για να καταλάβετε τι εννοώ, σταχυολογώ μερικές από αυτές τις αντιρρήσεις:
«Δεν θα γίνω εγώ ρουφιάνος του Γιωργάκη». Αν θέλετε, ρίξτε μία ματιά στην ανάρτηση μου της 1-9-2010, με τίτλο, «ΕΝΑΣ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ;». Αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό, και δείχνει ότι σε άλλες χώρες, η καταγγελία της παρανομίας θεωρείται πατριωτικό καθήκον και όχι ρουφιανιά.
«Να τα πάρουν από αυτούς που τα φάγανε». Μα και ο φοροφυγάς δεν είναι ένας από αυτούς που τα φάγανε, τα τρώνε και θα τα τρώνε, αν εμείς δεν κάνουμε τίποτα;
«Να κυνηγήσουν πρώτα τα μεγάλα ψάρια και μετά τους ψιλικατζήδες». Μήπως πολλοί από τους οπαδούς αυτού του επιχειρήματος, έχουν κατατάξει τους εαυτούς των στην κατηγορία των ψιλικατζήδων και θέλουν να παραμείνουν στο απυρόβλητο;
Το χειρότερο από όλα όμως είναι να γίνεται δημοσιογραφική σπέκουλα πάνω σε τέτοιου είδους επιχειρήματα.
Εγώ τουλάχιστον, για πρώτη φορά στα εβδομήντα σχεδόν χρόνια της ζωής μου βλέπω την πολιτεία να κυνηγάει τόσο σοβαρά, μεθοδικά και –ελπίζω- αποτελεσματικά, τη φοροδιαφυγή και, γενικότερα τη διαφθορά. Το να μένουν οι πολίτες έξω από αυτή την προσπάθεια, με τέτοιου είδους μάλιστα δικαιολογίες, δεν είναι ανευθυνότητα; Όταν απαιτώ π.χ. δημόσια υγεία και πρόνοια, δημόσια παιδεία, δημόσια επιδοτούμενες συντάξεις και συγκοινωνίες, και όταν πληρώνω βαρείς φόρους για αυτά, είναι κακό να φροντίζω να πληρώνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι; Γιατί στην ουσία αυτό κάνω όταν καταγγέλλω περιπτώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας. Φροντίζω να μοιράζονται τα φορολογικά βάρη δικαιότερα.
Ήρθε η ώρα λοιπόν για την έναρξη μίας πανεθνικής κινητοποίησης για την ευαισθητοποίηση όλων μας στο θέμα της απόδοσης αποδείξεων για τα χρήματα που εισπράττονται έναντι πώλησης προϊόντων ή προσφοράς υπηρεσιών.
Για να δημιουργηθεί ένα εύρωστο, αποτελεσματικό και ανθεκτικό στο χρόνο «Κίνημα των αποδείξεων» ,πρέπει να γίνει μία σειρά ενεργειών από τα διάφορα εμπλεκόμενα μέρη. Της εκστρατείας πρέπει να ηγηθεί το υπουργείο οικονομίας και να συμμετέχουν όλα τα άλλα υπουργεία, η εκπαιδευτική κοινότητα, το συνδικαλιστικό κίνημα, τα κινήματα νεολαίας, οικολογίας, εθελοντισμού, κ.ά.
Θα μπορούσαν να αναληφθούν δράσεις όπως:
1.- Μάρκετινγκ για τα οφέλη, σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, από τη συλλογή αποδείξεων. Το μάρκετινγκ είναι υποχρέωση του Υπουργείου Οικονομίας, αλλά, για επικοινωνιακούς λόγους και για αύξηση της αποτελεσματικότητας καλό θα είναι να συμμετάσχουν θεσμοί και πρόσωπα που χαίρουν του σεβασμού της ελληνικής κοινωνίας.
2.- Παράλληλο πρόγραμμα, στα πλαίσια της εταιρικής κοινωνικής τους ευθύνης, να «τρέξουν» οργανισμοί πρόσωπα και επιχειρήσεις.
3.- Μάθημα ή σεμινάρια, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης με στόχο την ανάπτυξη φορολογικής συνείδησης.
4.- Σύσταση κίνησης ή φορέα ανάπτυξης δράσης, με γεωγραφική και κλαδική οργανωτική δομή, για τη διάδοση και υλοποίηση της ιδέας της συλλογής αποδείξεων και της δημιουργίας φορολογικής συνείδησης.
5.- Διανομή από τον φορέα της προηγούμενης πρότασης, διακριτικής κονκάρδας που θα μπορούν να φοράνε στο πέτο τους αυτοί που συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα των αποδείξεων.
6.- Ενεργή συμμετοχή Γ.Σ.Ε.Ε. και Α.Δ.Ε.Δ.Υ. στην ανάπτυξη του κινήματος των αποδείξεων.
7.- Έγκαιρη διανομή από το Υπουργείο οικονομίας, υποδείγματος λογιστικού φύλλου για την καταχώρηση και επεξεργασία των συλλεγομένων αποδείξεων στη μορφή που αυτό θέλει.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι όσοι δεν δίνουν αποδείξεις δεν κερδίζουν μόνο κάτι παραπάνω. Κερδίζουν ότι κερδίζουν σε βάρος της οικονομίας μας, παιδείας μας, της υγείας μας, της πρόνοιας μας, των δημοσίων έργων μας, της ζωής μας, της χώρας μας. Η ενεργή δράση μας λοιπόν για την εξάλειψη αυτού του φαινομένου κλοπής σε βάρος του κοινωνικού συνόλου δεν αποτελεί κάρφωμα, δεν αποτελεί ρουφιανιά, αποτελεί πατριωτικό καθήκον.
Βρε παιδί μου, όπως και να το δεις, είμαστε περίεργη ράτσα, και σαν καταναλωτές. Όταν μπαίνουμε σε ένα κατάστημα για να αγοράσουμε κάτι, αντί να γνωρίζουμε από πριν, τι ακριβώς θέλουμε, σε ποιότητα και ποσότητα, καθώς και πόσα χρήματα διαθέτουμε για τη συγκεκριμένη αγορά, θέλοντας να δείξουμε στον καταστηματάρχη ότι είμαστε άρχοντες(;), ότι είμαστε κουβαρντάδες(;), ότι το τελευταίο που μας απασχολεί είναι τα χρήματα(;), ξεκινάμε μαζί του μία κουβέντα που, σχεδόν πάντα, μας οδηγεί στην αγορά προϊόντων της δικής του επιλογής.
Στο χωριό που ζω (αλλά και σε πολλά άλλα χωριά και πόλεις της πατρίδας μας) έχω συναντήσει ανθρώπους που:
-Αντί να κάνουν τα ψώνια της ημέρας, κάνουν τα ψώνια της εβδομάδας γιατί ντρέπονται να ψωνίσουν μικρές ποσότητες.
-Στο ερώτημα αυτού που τους κόβει το τυρί π.χ. που ζητήσανε, «βγήκε λίγο παραπάνω, να το αφήσω;», δίνουν μία απάντηση του τύπου, «’ντάξει μωρέ, και τι έγινε», και ας είναι το λιγάκι παραπάνω σχεδόν το διπλάσιο, και ας το κάνει αυτό κάθε φορά αυτός που κόβει το τυρί.
-Δεν μετράνε ποτέ τα ρέστα που τους δίνουν, για να μη προσβάλουν, λέει, τον ταμία!!! Για τον ίδιο λόγο δεν κοιτάνε και τη ζυγαριά όταν τους ζυγίζουν κάτι!!!
-Δεν πάνε κάθε μέρα στο καφενείο, για να μπορούν, όταν πάνε, να κερνάνε.
-Δεν ζητούν αποδείξεις όταν δεν τους τις δίνουν από μόνοι τους οι καταστηματάρχες, γιατί ντρέπονται!!!
Συμβαίνουν και άλλα πολλά, αλλά ας σταθούμε σήμερα στο θέμα των αποδείξεων γιατί είναι πολύ πιο σημαντικό από όσο φαίνεται και γιατί είναι ένα από τα λίγα που μας φέρνουν, σε καθημερινή βάση, ενώπιον των ευθυνών μας σαν πολίτες, ενώ, ταυτόχρονα, μας κάνει, αν το θέλουμε, συμμέτοχους στο κυνήγι της μάστιγας της φοροδιαφυγής, ή, αν πάλι το θέλουμε, συνένοχους στη διαιώνιση της.
Στο δελτίο τύπου που εξέδωσε στις 19 Μαΐου του 2010 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αναφέρεται ότι στην Ελλάδα φοροδιαφεύγουν ετησίως εισοδήματα της τάξης των 50 δισεκατομμυρίων Ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε απώλεια φόρων ύψους 9 δισεκατομμυρίων Ευρώ, δηλαδή ενός ποσού ίσου με το 3,8% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Αυτό και μόνο το ποσό θα έφτανε για να μειώσουμε το έλλειμμα κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες μέχρι το 2014 (τόσο ζητάει το μνημόνιο) και να μη βάλουμε καθόλου χέρι σε μισθούς, συντάξεις και δώρα.
Υπάρχει ένας τετραψήφιος αριθμός τηλεφώνου, το γνωστό πια «1517» μέσω του οποίου μπορούν οι πολίτες να καταγγείλουν, επώνυμα ή ανώνυμα, παραβάσεις της φορολογικής μονοθεσίας. Είναι μία καινοτομία για τα δικά μας ήθη, που όμως πρέπει να αγκαλιασθεί από όλους μας γιατί η σωστή αξιοποίηση της βοηθά όλους μας, ακόμη και αυτούς που σκοπίμως, δολίως, ή ηλιθίως την χλευάζουν, να ζήσουμε σε ένα κράτος που μπορεί να προσφέρει περισσότερα στους πολίτες του.
Έχω ακούσει και διαβάσει πολλές αντιρρήσεις για αυτήν την καινοτομία. Το επίπεδο, η ουσία και η αισθητική αυτών των αντιρρήσεων είναι τέτοια, που με κάνουν να ελπίζω ότι ο αριθμός 1517 θα μπει για καλά στη ζωή μας. Για να καταλάβετε τι εννοώ, σταχυολογώ μερικές από αυτές τις αντιρρήσεις:
«Δεν θα γίνω εγώ ρουφιάνος του Γιωργάκη». Αν θέλετε, ρίξτε μία ματιά στην ανάρτηση μου της 1-9-2010, με τίτλο, «ΕΝΑΣ ΣΤΑ ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ;». Αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό, και δείχνει ότι σε άλλες χώρες, η καταγγελία της παρανομίας θεωρείται πατριωτικό καθήκον και όχι ρουφιανιά.
«Να τα πάρουν από αυτούς που τα φάγανε». Μα και ο φοροφυγάς δεν είναι ένας από αυτούς που τα φάγανε, τα τρώνε και θα τα τρώνε, αν εμείς δεν κάνουμε τίποτα;
«Να κυνηγήσουν πρώτα τα μεγάλα ψάρια και μετά τους ψιλικατζήδες». Μήπως πολλοί από τους οπαδούς αυτού του επιχειρήματος, έχουν κατατάξει τους εαυτούς των στην κατηγορία των ψιλικατζήδων και θέλουν να παραμείνουν στο απυρόβλητο;
Το χειρότερο από όλα όμως είναι να γίνεται δημοσιογραφική σπέκουλα πάνω σε τέτοιου είδους επιχειρήματα.
Εγώ τουλάχιστον, για πρώτη φορά στα εβδομήντα σχεδόν χρόνια της ζωής μου βλέπω την πολιτεία να κυνηγάει τόσο σοβαρά, μεθοδικά και –ελπίζω- αποτελεσματικά, τη φοροδιαφυγή και, γενικότερα τη διαφθορά. Το να μένουν οι πολίτες έξω από αυτή την προσπάθεια, με τέτοιου είδους μάλιστα δικαιολογίες, δεν είναι ανευθυνότητα; Όταν απαιτώ π.χ. δημόσια υγεία και πρόνοια, δημόσια παιδεία, δημόσια επιδοτούμενες συντάξεις και συγκοινωνίες, και όταν πληρώνω βαρείς φόρους για αυτά, είναι κακό να φροντίζω να πληρώνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι; Γιατί στην ουσία αυτό κάνω όταν καταγγέλλω περιπτώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας. Φροντίζω να μοιράζονται τα φορολογικά βάρη δικαιότερα.
Ήρθε η ώρα λοιπόν για την έναρξη μίας πανεθνικής κινητοποίησης για την ευαισθητοποίηση όλων μας στο θέμα της απόδοσης αποδείξεων για τα χρήματα που εισπράττονται έναντι πώλησης προϊόντων ή προσφοράς υπηρεσιών.
Για να δημιουργηθεί ένα εύρωστο, αποτελεσματικό και ανθεκτικό στο χρόνο «Κίνημα των αποδείξεων» ,πρέπει να γίνει μία σειρά ενεργειών από τα διάφορα εμπλεκόμενα μέρη. Της εκστρατείας πρέπει να ηγηθεί το υπουργείο οικονομίας και να συμμετέχουν όλα τα άλλα υπουργεία, η εκπαιδευτική κοινότητα, το συνδικαλιστικό κίνημα, τα κινήματα νεολαίας, οικολογίας, εθελοντισμού, κ.ά.
Θα μπορούσαν να αναληφθούν δράσεις όπως:
1.- Μάρκετινγκ για τα οφέλη, σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, από τη συλλογή αποδείξεων. Το μάρκετινγκ είναι υποχρέωση του Υπουργείου Οικονομίας, αλλά, για επικοινωνιακούς λόγους και για αύξηση της αποτελεσματικότητας καλό θα είναι να συμμετάσχουν θεσμοί και πρόσωπα που χαίρουν του σεβασμού της ελληνικής κοινωνίας.
2.- Παράλληλο πρόγραμμα, στα πλαίσια της εταιρικής κοινωνικής τους ευθύνης, να «τρέξουν» οργανισμοί πρόσωπα και επιχειρήσεις.
3.- Μάθημα ή σεμινάρια, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης με στόχο την ανάπτυξη φορολογικής συνείδησης.
4.- Σύσταση κίνησης ή φορέα ανάπτυξης δράσης, με γεωγραφική και κλαδική οργανωτική δομή, για τη διάδοση και υλοποίηση της ιδέας της συλλογής αποδείξεων και της δημιουργίας φορολογικής συνείδησης.
5.- Διανομή από τον φορέα της προηγούμενης πρότασης, διακριτικής κονκάρδας που θα μπορούν να φοράνε στο πέτο τους αυτοί που συμμετέχουν ενεργά στο κίνημα των αποδείξεων.
6.- Ενεργή συμμετοχή Γ.Σ.Ε.Ε. και Α.Δ.Ε.Δ.Υ. στην ανάπτυξη του κινήματος των αποδείξεων.
7.- Έγκαιρη διανομή από το Υπουργείο οικονομίας, υποδείγματος λογιστικού φύλλου για την καταχώρηση και επεξεργασία των συλλεγομένων αποδείξεων στη μορφή που αυτό θέλει.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι όσοι δεν δίνουν αποδείξεις δεν κερδίζουν μόνο κάτι παραπάνω. Κερδίζουν ότι κερδίζουν σε βάρος της οικονομίας μας, παιδείας μας, της υγείας μας, της πρόνοιας μας, των δημοσίων έργων μας, της ζωής μας, της χώρας μας. Η ενεργή δράση μας λοιπόν για την εξάλειψη αυτού του φαινομένου κλοπής σε βάρος του κοινωνικού συνόλου δεν αποτελεί κάρφωμα, δεν αποτελεί ρουφιανιά, αποτελεί πατριωτικό καθήκον.
Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ
Ο κ. Κώστας Γεωργουσόπουλος είναι φιλόλογος, ο πιο γνωστός κριτικός θεάτρου, με αξιοθαύμαστες γνώσεις γύρω από αυτό (όταν μιλάει για το θέατρο παρακαλάς να μην τελειώσει ο χρόνος), μεταφραστής και στιχουργός, είναι, με λίγα λόγια, αυτό που εννοούμε όταν αποκαλούμε κάποιον καλλιεργημένο άτομο και πνευματικό άνθρωπο.
Διάβασα χθες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ένα άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Ηλιθιότης» και θέλω να το σχολιάσω γιατί είναι μία επαλήθευση στην πράξη της ρήσης που λέει ότι «τον πραγματικό χαρακτήρα του ανθρώπου τον γνωρίζεις μόνον όταν θίγεται το συμφέρον του».
Μεταφέρω αυτούσιο το άρθρο, για να υπάρχει άμεση γνώση του αντικειμένου των σχολίων μου.
ΗΛΙΘΙΟΤΗΣ
Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010
Διαβάζω πως ετοιµάζεται νόµος που θα περικόπτει, λέει, τις συντάξεις κατά 70% αν ο συνταξιούχος εργάζεται. Αν δεν κάνω λάθος ο συνταξιούχος εισπράττει καταβολές δικές του και εργοδοτικές που έγιναν επί 35 χρόνια που εργαζόταν. Δικά του είναι τα χρήµατα, τα οποία κράτος ή ΙΚΑ εισέπραττε και τόκιζε (αφήνω τα οµόλογα!) 35 χρόνια.
Η σύνταξη καταβάλλεται γιατί εργάστηκε στο παρελθόν. Αν εργάζεται τώρα παράλληλα µε τη σύνταξη, αυτό, και το γνωρίζουν, δεν µπορούν να το απαγορεύσουν, διότι είναι κατάφωρα αντισυνταγµατικό, αφού κάθε εµπόδιο ή απαγόρευση είναι προσβολή στην εφ’ όρου ζωής ανάπτυξη και δηµιουργική δράση της προσωπικότητας. Επειδή λοιπόν δεν µπορούν να απαγορεύσουν την εργασία σου καταργούν το δικαίωµα να εισπράττεις αναδροµικά τον ιδρώτα του παρελθόντος µόχθου σου. Αυτό θα το χαρακτήριζα υπεξαίρεση και κλοπή δεδουλευµένων. Και τόση κουτοπονηριά. Δούλευε, σου λένε, αφού το θες (και το έχεις ανάγκη), πλήρωνε φόρους, έκτακτες εισφορές, περαιώσεις, ασφαλιστικά σε ΟΑΕΕ, για να σε ξεζουµίσω και βάλε και τα 70% της σύνταξής σου ως επανοπροίκι. Ποιος ηλίθιος συνέλαβε αυτόν τον απάνθρωπο κεφαλικό φόρο; Και τι σηµαίνει τάχα εργασία; Η πνευµατική συγγραφική δουλειά; Το να παίζει ο συνταξιούχος ηθοποιός (π.χ. ο Μινωτής) Ληρ µετά τη σύνταξη; Ο εκπαιδευτικός που µεταφράζει; Ο αστυνοµικός που συµπληρώνει τη σύνταξη, τη γλίσχρα, ως σεκιουριτάς; Ο καθηγητής πανεπιστηµίου που σκηνοθετεί, τυπώνει βιβλία, γράφει άρθρα, διδάσκει σε σεµινάρια, συµµετέχει σε ερευνητικά προγράµµατα; Ο γυµναστής που προπονεί µια οµάδα µπάσκετ; Ο δικαστής που παρέχει νοµικές συµβουλές; Ο γιατρός που ως συνταξιούχος µετέχει στις οµάδες SΟS; Αρα και ο συνταξιούχος βουλευτής που συνεχίζει το επάγγελµά του;
Πάνω σε αυτό το κείμενο θα ήθελα να κάνω μερικά σχόλια
1.- Δεν ξέρω αν το γνωρίζει ο κ. Γεωργουσόπουλος, αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, όχι τουλάχιστον για τους ασφαλισμένους στο Ι.Κ.Α. Το γνωρίζω από δική μου πείρα. Το «κόλπο» μάλιστα για να μην χάσει ένας συνταξιούχος του Ι.Κ.Α. το 70% της σύνταξης του ήταν, να μην δουλεύει με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με δελτίο παροχής υπηρεσιών.
2.- Είναι λάθος ότι ο συνταξιούχος εισπράττει, με την σύνταξη του, τις εισφορές τις δικές του και αυτές του εργοδότη του. Σε ένα ασφαλιστικό σύστημα σαν το δικό μας το οποίο, ως προς τη χρηματοδότηση του, έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, οι ασφαλιστικές εισφορές ενός εργαζομένου πληρώνουν τις συντάξεις της προηγούμενης εργασιακής γενιάς, ενώ αυτός συνταξιοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές της επόμενης εργασιακής γενιάς.
3.- Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κανέναν να εργάζεται, αλλά και κανένα εργατικό κίνημα, όπου γης, δεν ζήτησε να αυξηθούν τα χρόνια εργασίας, τουναντίον, οι αγώνες ήταν πάντα για τη μείωση του ορίου συνταξιοδότησης. Και δεν νομίζω ότι στόχος του εργατικού κινήματος ήταν να βγουν οι εργαζόμενοι μία ώρα αρχύτερα στην σύνταξη για να βρουν, σαν συνταξιούχοι, μία δεύτερη δουλειά.
4.- Ο κ. Γεωργουσόπουλος , για να εισαγάγει το στοιχείο της τραγωδίας στην επιχειρηματολογία του, φτιάχνει ένα «τυχαίο μείγμα» (αχταρμά) από δομημένα ομόλογα, φόρους, έκτακτες εισφορές, περαιώσεις, ασφαλιστικές εισφορές σε ΟΑΕΕ και συνταξιούχους βουλευτές, επειδή, ίσως, δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά αφοράν σε διαφορετικές κατηγορίες πολιτών, σε διαφορετικό βαθμό και για διαφορετικούς λόγους και, στην περίπτωση που επηρεάζονται και κάποιοι εργαζόμενοι συνταξιούχοι, δεν επηρεάζονται υπό αυτήν τους την ιδιότητα.
5.-Ο κ. Γεωργουσόπουλος αναρωτιέται, «τι σημαίνει εργασία;». Εργασία βέβαια είναι, κατά ένα συνοπτικό ορισμό, η διάθεση σωματικών, πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων για την παραγωγή έργου. Ότι όμως και να σημαίνει η λέξη εργασία, χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στην αμειβόμενη και στη μη αμειβόμενη εργασία. Η αμειβόμενη εργασία μπορεί να είναι βιοποριστική, επικερδής, ή «αρπαχτή». Η μη αμειβόμενη εργασία μπορεί να είναι δουλεία, χόμπι, ή κοινωνική προσφορά.
6.- Από τα παραδείγματα που αναφέρει ο κ. Γεωργουσόπουλος, για να προκαλέσει τη συμπάθεια μας, το συμπαθέστερο είναι του αστυνομικού (επειδή κάποιοι από αυτούς έχουν όντως μικρές συντάξεις, παρ’ όλο που σε σχέση με άλλους συμπολίτες τους, με τα ίδια προσόντα και τα ίδια ένσημα, είναι προνομιούχοι, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς φεύγουν με την συμπλήρωση εικοσιπενταετίας, παίρνουν σύνταξη μεγαλύτερη από τον τελευταίο τους μισθό και έχουν πληρώσει πολύ λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές από τους αντίστοιχους εργαζόμενους του Ι.Κ.Α.). Όλοι οι άλλοι θα μπορούσαν, αν είχαν αίσθηση κοινωνικότητας, διάθεση συμμετοχής και πρόθεση προσφοράς, να εργάζονται χωρίς αμοιβή. Τότε θα ένοιωθαν ανόθευτη τη δημιουργικότητα τους, καθαρή την πνευματικότητα τους αυθεντική την καλλιέργεια τους.
Νομίζω ότι κανένα από τα επιχειρήματα του κ. Γεωργουσόπουλου δεν στέκει. Από δε τα παραδείγματα που αναφέρει, εμένα το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό
είναι εικόνες γέρων που νομίζουν ότι είναι αναντικατάστατοι, γέρων ακόμη διψασμένων για χρήμα, δόξα και χειροκρότημα, γέρων που προσπαθούν να κρατήσουν μακριά τη μέρα της κηδείας ενώ έχει έλθει η ώρα του θανάτου, γέρων που μισούν τους νέους επειδή δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι οι νέοι που τους κλέβουν το χρόνο, αλλά ο χρόνος τους που σώνεται.
Δεν έχω τίποτα εναντίον των ατόμων της τρίτης ηλικίας, άλλωστε και εγώ συνομήλικος τους είμαι, αλλά δεν μας χρωστάνε τίποτα οι νέοι. Τους χαλάσαμε την ποιότητα της ζωής, τους φορτώσαμε τα δανεικά μας, τους μολύναμε το περιβάλλον, τους δυσκολέψαμε το μέλλον, τους κάψαμε τα όνειρα, ας τους αδειάσουμε τουλάχιστον μερικές θέσεις εργασίας και ας τους αφήσουμε να διαχειριστούν το μέλλον τους. Στο κάτω-κάτω, δικό τους είναι.
Τελειώνω με κάτι που μας δίδασκε στο μάθημα της έκθεσης ο μακαρίτης ο φιλόλογος μας, με αφορμή τους τίτλους των εκθέσεων. Μας έλεγε ότι ο τίτλος σε ένα κείμενο μπαίνει για να επιτύχει δύο στόχους: Για να εντυπωσιάσει και για να προσδιορίσει το περιεχόμενο του κειμένου με δύο-τρεις λέξεις. Σε αυτό το άρθρο, με αυτόν τον τίτλο, ο κ. Γεωργουσόπουλος πέτυχε και τους δύο στόχους.
Διάβασα χθες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ένα άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Ηλιθιότης» και θέλω να το σχολιάσω γιατί είναι μία επαλήθευση στην πράξη της ρήσης που λέει ότι «τον πραγματικό χαρακτήρα του ανθρώπου τον γνωρίζεις μόνον όταν θίγεται το συμφέρον του».
Μεταφέρω αυτούσιο το άρθρο, για να υπάρχει άμεση γνώση του αντικειμένου των σχολίων μου.
ΗΛΙΘΙΟΤΗΣ
Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010
Διαβάζω πως ετοιµάζεται νόµος που θα περικόπτει, λέει, τις συντάξεις κατά 70% αν ο συνταξιούχος εργάζεται. Αν δεν κάνω λάθος ο συνταξιούχος εισπράττει καταβολές δικές του και εργοδοτικές που έγιναν επί 35 χρόνια που εργαζόταν. Δικά του είναι τα χρήµατα, τα οποία κράτος ή ΙΚΑ εισέπραττε και τόκιζε (αφήνω τα οµόλογα!) 35 χρόνια.
Η σύνταξη καταβάλλεται γιατί εργάστηκε στο παρελθόν. Αν εργάζεται τώρα παράλληλα µε τη σύνταξη, αυτό, και το γνωρίζουν, δεν µπορούν να το απαγορεύσουν, διότι είναι κατάφωρα αντισυνταγµατικό, αφού κάθε εµπόδιο ή απαγόρευση είναι προσβολή στην εφ’ όρου ζωής ανάπτυξη και δηµιουργική δράση της προσωπικότητας. Επειδή λοιπόν δεν µπορούν να απαγορεύσουν την εργασία σου καταργούν το δικαίωµα να εισπράττεις αναδροµικά τον ιδρώτα του παρελθόντος µόχθου σου. Αυτό θα το χαρακτήριζα υπεξαίρεση και κλοπή δεδουλευµένων. Και τόση κουτοπονηριά. Δούλευε, σου λένε, αφού το θες (και το έχεις ανάγκη), πλήρωνε φόρους, έκτακτες εισφορές, περαιώσεις, ασφαλιστικά σε ΟΑΕΕ, για να σε ξεζουµίσω και βάλε και τα 70% της σύνταξής σου ως επανοπροίκι. Ποιος ηλίθιος συνέλαβε αυτόν τον απάνθρωπο κεφαλικό φόρο; Και τι σηµαίνει τάχα εργασία; Η πνευµατική συγγραφική δουλειά; Το να παίζει ο συνταξιούχος ηθοποιός (π.χ. ο Μινωτής) Ληρ µετά τη σύνταξη; Ο εκπαιδευτικός που µεταφράζει; Ο αστυνοµικός που συµπληρώνει τη σύνταξη, τη γλίσχρα, ως σεκιουριτάς; Ο καθηγητής πανεπιστηµίου που σκηνοθετεί, τυπώνει βιβλία, γράφει άρθρα, διδάσκει σε σεµινάρια, συµµετέχει σε ερευνητικά προγράµµατα; Ο γυµναστής που προπονεί µια οµάδα µπάσκετ; Ο δικαστής που παρέχει νοµικές συµβουλές; Ο γιατρός που ως συνταξιούχος µετέχει στις οµάδες SΟS; Αρα και ο συνταξιούχος βουλευτής που συνεχίζει το επάγγελµά του;
Πάνω σε αυτό το κείμενο θα ήθελα να κάνω μερικά σχόλια
1.- Δεν ξέρω αν το γνωρίζει ο κ. Γεωργουσόπουλος, αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, όχι τουλάχιστον για τους ασφαλισμένους στο Ι.Κ.Α. Το γνωρίζω από δική μου πείρα. Το «κόλπο» μάλιστα για να μην χάσει ένας συνταξιούχος του Ι.Κ.Α. το 70% της σύνταξης του ήταν, να μην δουλεύει με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με δελτίο παροχής υπηρεσιών.
2.- Είναι λάθος ότι ο συνταξιούχος εισπράττει, με την σύνταξη του, τις εισφορές τις δικές του και αυτές του εργοδότη του. Σε ένα ασφαλιστικό σύστημα σαν το δικό μας το οποίο, ως προς τη χρηματοδότηση του, έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, οι ασφαλιστικές εισφορές ενός εργαζομένου πληρώνουν τις συντάξεις της προηγούμενης εργασιακής γενιάς, ενώ αυτός συνταξιοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές της επόμενης εργασιακής γενιάς.
3.- Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κανέναν να εργάζεται, αλλά και κανένα εργατικό κίνημα, όπου γης, δεν ζήτησε να αυξηθούν τα χρόνια εργασίας, τουναντίον, οι αγώνες ήταν πάντα για τη μείωση του ορίου συνταξιοδότησης. Και δεν νομίζω ότι στόχος του εργατικού κινήματος ήταν να βγουν οι εργαζόμενοι μία ώρα αρχύτερα στην σύνταξη για να βρουν, σαν συνταξιούχοι, μία δεύτερη δουλειά.
4.- Ο κ. Γεωργουσόπουλος , για να εισαγάγει το στοιχείο της τραγωδίας στην επιχειρηματολογία του, φτιάχνει ένα «τυχαίο μείγμα» (αχταρμά) από δομημένα ομόλογα, φόρους, έκτακτες εισφορές, περαιώσεις, ασφαλιστικές εισφορές σε ΟΑΕΕ και συνταξιούχους βουλευτές, επειδή, ίσως, δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά αφοράν σε διαφορετικές κατηγορίες πολιτών, σε διαφορετικό βαθμό και για διαφορετικούς λόγους και, στην περίπτωση που επηρεάζονται και κάποιοι εργαζόμενοι συνταξιούχοι, δεν επηρεάζονται υπό αυτήν τους την ιδιότητα.
5.-Ο κ. Γεωργουσόπουλος αναρωτιέται, «τι σημαίνει εργασία;». Εργασία βέβαια είναι, κατά ένα συνοπτικό ορισμό, η διάθεση σωματικών, πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων για την παραγωγή έργου. Ότι όμως και να σημαίνει η λέξη εργασία, χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στην αμειβόμενη και στη μη αμειβόμενη εργασία. Η αμειβόμενη εργασία μπορεί να είναι βιοποριστική, επικερδής, ή «αρπαχτή». Η μη αμειβόμενη εργασία μπορεί να είναι δουλεία, χόμπι, ή κοινωνική προσφορά.
6.- Από τα παραδείγματα που αναφέρει ο κ. Γεωργουσόπουλος, για να προκαλέσει τη συμπάθεια μας, το συμπαθέστερο είναι του αστυνομικού (επειδή κάποιοι από αυτούς έχουν όντως μικρές συντάξεις, παρ’ όλο που σε σχέση με άλλους συμπολίτες τους, με τα ίδια προσόντα και τα ίδια ένσημα, είναι προνομιούχοι, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς φεύγουν με την συμπλήρωση εικοσιπενταετίας, παίρνουν σύνταξη μεγαλύτερη από τον τελευταίο τους μισθό και έχουν πληρώσει πολύ λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές από τους αντίστοιχους εργαζόμενους του Ι.Κ.Α.). Όλοι οι άλλοι θα μπορούσαν, αν είχαν αίσθηση κοινωνικότητας, διάθεση συμμετοχής και πρόθεση προσφοράς, να εργάζονται χωρίς αμοιβή. Τότε θα ένοιωθαν ανόθευτη τη δημιουργικότητα τους, καθαρή την πνευματικότητα τους αυθεντική την καλλιέργεια τους.
Νομίζω ότι κανένα από τα επιχειρήματα του κ. Γεωργουσόπουλου δεν στέκει. Από δε τα παραδείγματα που αναφέρει, εμένα το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό
είναι εικόνες γέρων που νομίζουν ότι είναι αναντικατάστατοι, γέρων ακόμη διψασμένων για χρήμα, δόξα και χειροκρότημα, γέρων που προσπαθούν να κρατήσουν μακριά τη μέρα της κηδείας ενώ έχει έλθει η ώρα του θανάτου, γέρων που μισούν τους νέους επειδή δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι οι νέοι που τους κλέβουν το χρόνο, αλλά ο χρόνος τους που σώνεται.
Δεν έχω τίποτα εναντίον των ατόμων της τρίτης ηλικίας, άλλωστε και εγώ συνομήλικος τους είμαι, αλλά δεν μας χρωστάνε τίποτα οι νέοι. Τους χαλάσαμε την ποιότητα της ζωής, τους φορτώσαμε τα δανεικά μας, τους μολύναμε το περιβάλλον, τους δυσκολέψαμε το μέλλον, τους κάψαμε τα όνειρα, ας τους αδειάσουμε τουλάχιστον μερικές θέσεις εργασίας και ας τους αφήσουμε να διαχειριστούν το μέλλον τους. Στο κάτω-κάτω, δικό τους είναι.
Τελειώνω με κάτι που μας δίδασκε στο μάθημα της έκθεσης ο μακαρίτης ο φιλόλογος μας, με αφορμή τους τίτλους των εκθέσεων. Μας έλεγε ότι ο τίτλος σε ένα κείμενο μπαίνει για να επιτύχει δύο στόχους: Για να εντυπωσιάσει και για να προσδιορίσει το περιεχόμενο του κειμένου με δύο-τρεις λέξεις. Σε αυτό το άρθρο, με αυτόν τον τίτλο, ο κ. Γεωργουσόπουλος πέτυχε και τους δύο στόχους.
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
ΠΕΡΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΒΙΑΣΜΟΥ (από μία απόσταση οκτώ ημερών)
Στις 25 του Οκτώβρη του 2010 σημειώθηκε ένα νέο ρεκόρ στην ταχύτητα αντίδρασης των κομμάτων της αντιπολίτευσης, στα ανακλαστικά τους δηλαδή, σε σχέση με μία κίνηση του πρωθυπουργού, πιο συγκεκριμένα στη διακαναλική συνέντευξη που έδωσε με θέματα τις δημοτικές εκλογές και την οικονομία.
Πάνω που, Ν.Δ., Κ.Κ.Ε. και ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., καθώς και άλλες αντιμνημονιακές συλλογικότητες, που θα έλεγε και ο Αλέξης Μητρόπουλος, αποφάσισαν, χωριστά από όσο ξέρουμε, να αντιμετωπίσουν ρηξικέλευθα και δυναμικά τις προκλήσεις για την τοπική αυτοδιοίκηση, την περιφερειακή διοίκηση, την αποκέντρωση και την ανάπτυξη που τίθενται από τις 1-1-2011 σε εφαρμογή με τον σχετικό νόμο, το γνωστό σαν «Καλλικράτη», (άλλος με την εξάλειψη του ελλείμματος μέσα σε 12 μήνες, άλλος με άρνηση πληρωμής των υποχρεώσεων μας και άλλος με την απαγόρευση της εισόδου νομοταγών ευρωπαίων πολιτών στην Αττική), πάνω, λέω, που για άλλη μία φορά κάθισαν στο τραπέζι για να δειπνίσουν ΠΑ.ΣΟ.Κ., τους ήρθε η διακαναλική και άρχισαν να τσιμπιούνται και να ψάχνονται. Αλλιώς τα σχεδιάζανε, βλέπεις, και αλλιώς τους βγήκανε. Άλλο είναι να πηγαίνεις για εκλογές εκμεταλλευόμενος τα αρνητικά συναισθήματα ενός λαού που ζει μίαν άσχημη συγκυρία και άλλο να κινδυνεύεις, με την αναίδεια, τηνανευθυνότητα, τον μικρομεγαλισμό και τον παραληρηματικό σου λόγο να προκαλέσεις πολιτική κρίση, να ακυρώσεις την προσπάθεια που κάνει ο τόπος σου να βγει από το βαθύ πηγάδι που βρέθηκε χωμένος και να προκαλέσεις πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Από την ημέρα που δόθηκε η διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού της χώρας έγινε πολύς λόγος για το χρόνο, τη συγκυρία, το περιεχόμενο, τη σκοπιμότητα, τα κίνητρα, το ύφος, μέχρι και για τα σαρδάμ του προέδρου της κυβέρνησης. Όλα τα σχόλια που ακούστηκαν ήταν χρήσιμα. Κάθε σχόλιο είναι χρήσιμο γιατί δίνει τη δυνατότητα να εξαχθούν συμπεράσματα, για τον σχολιαζόμενο αλλά και για τους σχολιάζοντες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά:
Χρόνος : Δεκαπέντε ημέρες πριν από τις εκλογές που θα αναδείξουν τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές, οι οποίες θα κληθούν να υλοποιήσουν μία νέα αρχιτεκτονική αυτοδιοίκησης και αποκεντρωμένης δημόσιας διοίκησης , έναν εντελώς νέο, στην ουσία, θεσμό. Θυμίζουμε εδώ, ότι κανένα από τα κόμματα αυτά δεν ψήφισε το νόμο για τον Καλλικράτη και ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται να διεξαχθούν οι εκλογές μέσα σε συνθήκες νηφαλιότητας, ώστε να εκλεγούν οι καταλληλότεροι για το έργο του Δήμαρχου των νέων δήμων ή του Περιφερειάρχη. Είναι δε πολύ λογικό να πιστεύει ότι οι καταλληλότεροι θα ευρίσκονται μεταξύ αυτών που συμφωνούν με τον Καλλικράτη, ανεξάρτητα από την κομματική τους τοποθέτηση. Το ότι έβαλε σε δεύτερη μοίρα την κομματική προέλευση των υποψηφίων το αποδεικνύουν αρκετές κεντρικές επιλογές του κυβερνώντος κόμματος.
Συγκυρία: Ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, οι αξίες, η οικονομία, η ίδια η χώρα μας, βρίσκονται ακόμη σε βαθειά κρίση. Η εκλεγμένη κυβέρνηση του τόπου προσπαθεί να συμμαζέψει τις συνέπειες των σφαλμάτων της περιόδου 1974-2004 και το, μαύρο-κατάμαυρο, χάλι της περιόδου 2004-2009, το οποίο και μας έριξε στην αγκαλιά της τρόικας και στα νύχια του μνημονίου (και αυτό ας μην το ξεχνάει κανείς και κυρίως οι θλιβεροί πρωταγωνιστές του, οι διατελέσαντες υπουργοί στις κυβερνήσεις της Ν.Δ. αυτής της περιόδου, καθώς και αυτοί, οι εντός της χώρας, που τους ανεχθήκανε ασκώντας στην ουσία, και τότε, αντιπολίτευση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και οι ευρωπαίοι ομοϊδεάτες τους που τους κάλυπταν σιωπώντας). Η διεθνής κοινότητα και οι αγορές ακόμη δυσπιστούν ως προς τις προθέσεις μας και τις δυνατότητες μας και αρκετοί «τζογάρουν» στην αποτυχία, την χρεοκοπία και την καταστροφή μας. Σε αυτήν λοιπόν την ομολογημένα δύσκολη συγκυρία, Ν.Δ., Κ.Κ.Ε., ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, και «λοιπές αντιμνημονιακές δυνάμεις» αποφασίζουν, όπως έχουν το δικαίωμα, να αλλάξουν την ατζέντα των εκλογών και να τις μετατρέψουν σε δημοψήφισμα κατά του μνημονίου. Στόχος τους είναι να αποδείξουν ότι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος είναι κατά του μνημονίου (η μεγαλύτερη ηλιθιότητα, γιατί όλο το εκλογικό σώμα είναι κατά του μνημονίου, άλλο αν οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα του) και, άρα, ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.
Περιεχόμενο, σκοπιμότητα, κίνητρα: Ο πρωθυπουργός της χώρας είπε πολύ λίγα πράγματα, απλώς τα είπε πολλές φορές και με πολλούς τρόπους που, όμως, δεν επιδέχονται πολλές ερμηνείες, η δε ουσία ήταν:
1.- Ψηφίσαμε ένα νέο νόμο για την αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση, ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2011 και θέλουμε η υλοποίηση του να επιτύχει.
2.- Δεν πιστεύουμε στην κομματικοποίηση των εκλογών αυτών και ούτε την επιδιώκουμε και αυτό φαίνεται από τις επιλογές μας, και σε περιφερειακό και σε δημοτικό επίπεδο, ακόμη και σε πολύ μεγάλους δήμους.
3.- Θέλουμε να πάει ο κόσμος στις εκλογές για να εκλέξει τους καλύτερους για τα καθήκοντα του περιφερειάρχη και του δήμαρχου γιατί μόνο έτσι θα πετύχει και θα ριζώσει ο νέος θεσμός, ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές δύσκολες συνθήκες.
4.- Καλοί υποψήφιοι υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αυτοί όμως που κατεβαίνουν κάτω από την αντιμνημονιακή ομπρέλα δεν θα επιλεγούν για τις αυτοδιοικητικές τους ικανότητες, αλλά για τις αντιμνημονιακές τους (οτιδήποτε μπορεί αυτό να σημαίνει). Και αφού θα έχουν εκλεγεί για τις αντιμνημονιακές τους δυνατότητες και δεσμεύσεις δεν θα έχουν καμία υποχρέωση, ίσως, και καμία όρεξη να ασχοληθούν με τα του δήμου τους ή τα της περιφέρειας τους.
5.- Στην απίθανη περίπτωση που το αντιμνημονιακό πνεύμα γίνει πλειοψηφικό ρεύμα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να κυβερνά εφαρμόζοντας το πρόγραμμα της, αλλά γνωρίζοντας ότι ο Καλλικράτης δεν βρίσκεται στα προθυμότερα δυνατά χέρια και ότι, σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, θα αμφισβητείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Όσο αυτό δεν θα έχει επιπτώσεις στις μεγάλες πολιτικές της επιλογές και δεν θα επηρεάζει τις διεθνείς της σχέσεις και δεσμεύσεις δεν θα δημιουργούνται μεγάλα προβλήματα, αλλά από τη στιγμή που, όχι από αδυναμία της, αλλά αντικειμενικά, δεν θα μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση που (αυτό μην το ξεχνάμε γιατί είναι ουσιώδες) άλλοι δημιούργησαν, θα πρέπει να ζητήσει ανανέωση της λαϊκής εντολής για να το κάνει.
Δεν νομίζω να μπορεί να γίνει πιο ξεκάθαρο το μήνυμα που θέλησε να περάσει ο πρωθυπουργός και δεν βλέπω πουθενά το παραμικρό ίχνος εκβιασμού, εκτός αν αποκαλείται εκβιασμός η προσπάθεια του να αποτρέψει το βιασμό του νοήματος των εκλογών του Νοέμβρη και της νοημοσύνης του εκλογικού σώματος. Βέβαια, τώρα όλοι οι αντιμνημονιακοί εταίροι αντιδρούν όπως αυτοί που τους πιάνουν «με την γίδα στην πλάτη» και εφαρμόζουν το «φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης». Η σκοπιμότητα που υπαγόρευσε την αποστολή αυτού του μηνύματος, ήταν η επαναφορά του νοήματος των εκλογών στο προσκήνιο και κίνητρο του η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος, με την αδιατάρακτη συνέχιση της εφαρμογής του κυβερνητικού προγράμματος εξόδου από την κρίση και ανάπτυξης της χώρας.
Ύφος, εκφορά λόγου: Είναι γνωστό ότι ο πρωθυπουργός της χώρας είναι, σαν ομιλητής και σαν συνομιλητής, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων που τον διακρίνει η ευγένεια και η προσήνεια. Ακόμη, στον τόνο της φωνής και στην γλώσσα του σώματος του εκφράζονται με ειλικρίνεια τα συναισθήματα που τον διακατέχουν εκείνη τη στιγμή και του λείπουν (αν αυτό θεωρείται έλλειψη) η θεατρικότητα και η κομπορρημοσύνη. Αν δεχθούμε ότι η πολιτική είναι, μεταξύ άλλων, η τέχνη της πειθούς δια της αλήθειας, τότε θα συμφωνήσουμε ότι οι ρήτορες που λένε πράγματα άνευ σημασίας και οι πολιτικοί άνευ σημασίας που ρητορεύουν δεν μας είναι πια και τόσο απαραίτητοι.
Μέσα μαζικής ενημέρωσης: Και λίγα λόγια για τους δημοσιογράφους που έλαβαν μέρος στη διακαναλική, αλλά και για την αντιμετώπιση της διακαναλικής από όλα τα Μ.Μ.Ε. Είναι λυπηρό το πόσο η λογική του «δελτίου των οκτώ» έχει επικρατήσει ακόμη και σε συνεντεύξεις αυτής της μορφής. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι ερωτήσεις δεν απευθύνονταν καν στον πρωθυπουργό αλλά στους τηλεθεατές, όχι για να τους προβληματίσουν, αλλά για να τους χαϊδέψουν. «Εισαγωγές» μελοδραματικές για να ακολουθήσουν ερωτήσεις άνευ ουσίας γιατί είχαν ήδη υποβληθεί από άλλους και είχαν απαντηθεί. «Παγίδες», όχι για να αναδειχθεί η ουσία αλλά για να επιδειχθεί αυτός που τις στήνει. Το «ύψος του πήχη», η «κόκκινη γραμμή» και οι άλλες πιασάρικες εκφράσεις έδωσαν και πήραν.
Τελικό συμπέρασμα; Μπορεί να μειώθηκε η αντιμνημονιακή διάσταση της πολιτικής ατζέντας, αλλά, δυστυχώς, δεν αυξήθηκε η Καλλικρατική. Στην ουσία, θα πάμε να εκλέξουμε δημοτικές και περιφερειακές αρχές έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας την έγνοια πώς να αποφύγουμε έναν εκβιασμό και ένα βιασμό. Ας είμαστε τουλάχιστον αρκετά νηφάλιοι ώστε να διαλέξουμε τους καλύτερους. Αυτούς που έχουν όραμα, έχουν πρόγραμμα, στηρίζουν την νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης, τον Καλλικράτη.
Πάνω που, Ν.Δ., Κ.Κ.Ε. και ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., καθώς και άλλες αντιμνημονιακές συλλογικότητες, που θα έλεγε και ο Αλέξης Μητρόπουλος, αποφάσισαν, χωριστά από όσο ξέρουμε, να αντιμετωπίσουν ρηξικέλευθα και δυναμικά τις προκλήσεις για την τοπική αυτοδιοίκηση, την περιφερειακή διοίκηση, την αποκέντρωση και την ανάπτυξη που τίθενται από τις 1-1-2011 σε εφαρμογή με τον σχετικό νόμο, το γνωστό σαν «Καλλικράτη», (άλλος με την εξάλειψη του ελλείμματος μέσα σε 12 μήνες, άλλος με άρνηση πληρωμής των υποχρεώσεων μας και άλλος με την απαγόρευση της εισόδου νομοταγών ευρωπαίων πολιτών στην Αττική), πάνω, λέω, που για άλλη μία φορά κάθισαν στο τραπέζι για να δειπνίσουν ΠΑ.ΣΟ.Κ., τους ήρθε η διακαναλική και άρχισαν να τσιμπιούνται και να ψάχνονται. Αλλιώς τα σχεδιάζανε, βλέπεις, και αλλιώς τους βγήκανε. Άλλο είναι να πηγαίνεις για εκλογές εκμεταλλευόμενος τα αρνητικά συναισθήματα ενός λαού που ζει μίαν άσχημη συγκυρία και άλλο να κινδυνεύεις, με την αναίδεια, τηνανευθυνότητα, τον μικρομεγαλισμό και τον παραληρηματικό σου λόγο να προκαλέσεις πολιτική κρίση, να ακυρώσεις την προσπάθεια που κάνει ο τόπος σου να βγει από το βαθύ πηγάδι που βρέθηκε χωμένος και να προκαλέσεις πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Από την ημέρα που δόθηκε η διακαναλική συνέντευξη του πρωθυπουργού της χώρας έγινε πολύς λόγος για το χρόνο, τη συγκυρία, το περιεχόμενο, τη σκοπιμότητα, τα κίνητρα, το ύφος, μέχρι και για τα σαρδάμ του προέδρου της κυβέρνησης. Όλα τα σχόλια που ακούστηκαν ήταν χρήσιμα. Κάθε σχόλιο είναι χρήσιμο γιατί δίνει τη δυνατότητα να εξαχθούν συμπεράσματα, για τον σχολιαζόμενο αλλά και για τους σχολιάζοντες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά:
Χρόνος : Δεκαπέντε ημέρες πριν από τις εκλογές που θα αναδείξουν τις δημοτικές και περιφερειακές αρχές, οι οποίες θα κληθούν να υλοποιήσουν μία νέα αρχιτεκτονική αυτοδιοίκησης και αποκεντρωμένης δημόσιας διοίκησης , έναν εντελώς νέο, στην ουσία, θεσμό. Θυμίζουμε εδώ, ότι κανένα από τα κόμματα αυτά δεν ψήφισε το νόμο για τον Καλλικράτη και ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται να διεξαχθούν οι εκλογές μέσα σε συνθήκες νηφαλιότητας, ώστε να εκλεγούν οι καταλληλότεροι για το έργο του Δήμαρχου των νέων δήμων ή του Περιφερειάρχη. Είναι δε πολύ λογικό να πιστεύει ότι οι καταλληλότεροι θα ευρίσκονται μεταξύ αυτών που συμφωνούν με τον Καλλικράτη, ανεξάρτητα από την κομματική τους τοποθέτηση. Το ότι έβαλε σε δεύτερη μοίρα την κομματική προέλευση των υποψηφίων το αποδεικνύουν αρκετές κεντρικές επιλογές του κυβερνώντος κόμματος.
Συγκυρία: Ένα χρόνο μετά τις εκλογές, το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, οι αξίες, η οικονομία, η ίδια η χώρα μας, βρίσκονται ακόμη σε βαθειά κρίση. Η εκλεγμένη κυβέρνηση του τόπου προσπαθεί να συμμαζέψει τις συνέπειες των σφαλμάτων της περιόδου 1974-2004 και το, μαύρο-κατάμαυρο, χάλι της περιόδου 2004-2009, το οποίο και μας έριξε στην αγκαλιά της τρόικας και στα νύχια του μνημονίου (και αυτό ας μην το ξεχνάει κανείς και κυρίως οι θλιβεροί πρωταγωνιστές του, οι διατελέσαντες υπουργοί στις κυβερνήσεις της Ν.Δ. αυτής της περιόδου, καθώς και αυτοί, οι εντός της χώρας, που τους ανεχθήκανε ασκώντας στην ουσία, και τότε, αντιπολίτευση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και οι ευρωπαίοι ομοϊδεάτες τους που τους κάλυπταν σιωπώντας). Η διεθνής κοινότητα και οι αγορές ακόμη δυσπιστούν ως προς τις προθέσεις μας και τις δυνατότητες μας και αρκετοί «τζογάρουν» στην αποτυχία, την χρεοκοπία και την καταστροφή μας. Σε αυτήν λοιπόν την ομολογημένα δύσκολη συγκυρία, Ν.Δ., Κ.Κ.Ε., ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, και «λοιπές αντιμνημονιακές δυνάμεις» αποφασίζουν, όπως έχουν το δικαίωμα, να αλλάξουν την ατζέντα των εκλογών και να τις μετατρέψουν σε δημοψήφισμα κατά του μνημονίου. Στόχος τους είναι να αποδείξουν ότι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος είναι κατά του μνημονίου (η μεγαλύτερη ηλιθιότητα, γιατί όλο το εκλογικό σώμα είναι κατά του μνημονίου, άλλο αν οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα του) και, άρα, ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση.
Περιεχόμενο, σκοπιμότητα, κίνητρα: Ο πρωθυπουργός της χώρας είπε πολύ λίγα πράγματα, απλώς τα είπε πολλές φορές και με πολλούς τρόπους που, όμως, δεν επιδέχονται πολλές ερμηνείες, η δε ουσία ήταν:
1.- Ψηφίσαμε ένα νέο νόμο για την αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση, ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2011 και θέλουμε η υλοποίηση του να επιτύχει.
2.- Δεν πιστεύουμε στην κομματικοποίηση των εκλογών αυτών και ούτε την επιδιώκουμε και αυτό φαίνεται από τις επιλογές μας, και σε περιφερειακό και σε δημοτικό επίπεδο, ακόμη και σε πολύ μεγάλους δήμους.
3.- Θέλουμε να πάει ο κόσμος στις εκλογές για να εκλέξει τους καλύτερους για τα καθήκοντα του περιφερειάρχη και του δήμαρχου γιατί μόνο έτσι θα πετύχει και θα ριζώσει ο νέος θεσμός, ιδιαίτερα κάτω από τις σημερινές δύσκολες συνθήκες.
4.- Καλοί υποψήφιοι υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, αυτοί όμως που κατεβαίνουν κάτω από την αντιμνημονιακή ομπρέλα δεν θα επιλεγούν για τις αυτοδιοικητικές τους ικανότητες, αλλά για τις αντιμνημονιακές τους (οτιδήποτε μπορεί αυτό να σημαίνει). Και αφού θα έχουν εκλεγεί για τις αντιμνημονιακές τους δυνατότητες και δεσμεύσεις δεν θα έχουν καμία υποχρέωση, ίσως, και καμία όρεξη να ασχοληθούν με τα του δήμου τους ή τα της περιφέρειας τους.
5.- Στην απίθανη περίπτωση που το αντιμνημονιακό πνεύμα γίνει πλειοψηφικό ρεύμα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να κυβερνά εφαρμόζοντας το πρόγραμμα της, αλλά γνωρίζοντας ότι ο Καλλικράτης δεν βρίσκεται στα προθυμότερα δυνατά χέρια και ότι, σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, θα αμφισβητείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Όσο αυτό δεν θα έχει επιπτώσεις στις μεγάλες πολιτικές της επιλογές και δεν θα επηρεάζει τις διεθνείς της σχέσεις και δεσμεύσεις δεν θα δημιουργούνται μεγάλα προβλήματα, αλλά από τη στιγμή που, όχι από αδυναμία της, αλλά αντικειμενικά, δεν θα μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση που (αυτό μην το ξεχνάμε γιατί είναι ουσιώδες) άλλοι δημιούργησαν, θα πρέπει να ζητήσει ανανέωση της λαϊκής εντολής για να το κάνει.
Δεν νομίζω να μπορεί να γίνει πιο ξεκάθαρο το μήνυμα που θέλησε να περάσει ο πρωθυπουργός και δεν βλέπω πουθενά το παραμικρό ίχνος εκβιασμού, εκτός αν αποκαλείται εκβιασμός η προσπάθεια του να αποτρέψει το βιασμό του νοήματος των εκλογών του Νοέμβρη και της νοημοσύνης του εκλογικού σώματος. Βέβαια, τώρα όλοι οι αντιμνημονιακοί εταίροι αντιδρούν όπως αυτοί που τους πιάνουν «με την γίδα στην πλάτη» και εφαρμόζουν το «φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης». Η σκοπιμότητα που υπαγόρευσε την αποστολή αυτού του μηνύματος, ήταν η επαναφορά του νοήματος των εκλογών στο προσκήνιο και κίνητρο του η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος, με την αδιατάρακτη συνέχιση της εφαρμογής του κυβερνητικού προγράμματος εξόδου από την κρίση και ανάπτυξης της χώρας.
Ύφος, εκφορά λόγου: Είναι γνωστό ότι ο πρωθυπουργός της χώρας είναι, σαν ομιλητής και σαν συνομιλητής, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων που τον διακρίνει η ευγένεια και η προσήνεια. Ακόμη, στον τόνο της φωνής και στην γλώσσα του σώματος του εκφράζονται με ειλικρίνεια τα συναισθήματα που τον διακατέχουν εκείνη τη στιγμή και του λείπουν (αν αυτό θεωρείται έλλειψη) η θεατρικότητα και η κομπορρημοσύνη. Αν δεχθούμε ότι η πολιτική είναι, μεταξύ άλλων, η τέχνη της πειθούς δια της αλήθειας, τότε θα συμφωνήσουμε ότι οι ρήτορες που λένε πράγματα άνευ σημασίας και οι πολιτικοί άνευ σημασίας που ρητορεύουν δεν μας είναι πια και τόσο απαραίτητοι.
Μέσα μαζικής ενημέρωσης: Και λίγα λόγια για τους δημοσιογράφους που έλαβαν μέρος στη διακαναλική, αλλά και για την αντιμετώπιση της διακαναλικής από όλα τα Μ.Μ.Ε. Είναι λυπηρό το πόσο η λογική του «δελτίου των οκτώ» έχει επικρατήσει ακόμη και σε συνεντεύξεις αυτής της μορφής. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι ερωτήσεις δεν απευθύνονταν καν στον πρωθυπουργό αλλά στους τηλεθεατές, όχι για να τους προβληματίσουν, αλλά για να τους χαϊδέψουν. «Εισαγωγές» μελοδραματικές για να ακολουθήσουν ερωτήσεις άνευ ουσίας γιατί είχαν ήδη υποβληθεί από άλλους και είχαν απαντηθεί. «Παγίδες», όχι για να αναδειχθεί η ουσία αλλά για να επιδειχθεί αυτός που τις στήνει. Το «ύψος του πήχη», η «κόκκινη γραμμή» και οι άλλες πιασάρικες εκφράσεις έδωσαν και πήραν.
Τελικό συμπέρασμα; Μπορεί να μειώθηκε η αντιμνημονιακή διάσταση της πολιτικής ατζέντας, αλλά, δυστυχώς, δεν αυξήθηκε η Καλλικρατική. Στην ουσία, θα πάμε να εκλέξουμε δημοτικές και περιφερειακές αρχές έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας την έγνοια πώς να αποφύγουμε έναν εκβιασμό και ένα βιασμό. Ας είμαστε τουλάχιστον αρκετά νηφάλιοι ώστε να διαλέξουμε τους καλύτερους. Αυτούς που έχουν όραμα, έχουν πρόγραμμα, στηρίζουν την νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης, τον Καλλικράτη.
Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010
28.10. 2010 (αλλά και κάθε άλλη μέρα)
Οι μεγάλες εθνικές επέτειοι, όπως και οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αποτελούν ετήσιους σταθμούς της ζωής μας. Τέτοιες μέρες, οι ατομικοί μας δρόμοι συγκλίνουν για λίγο και ακολουθούν την ίδια πορεία με αυτήν της ζωής μας σαν κοινωνίας, σαν έθνους, σαν ομόδοξου συνόλου.
Μέσα από την ανάμνηση γεγονότων, προσπαθούμε να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν και να το προεκτείνουμε στο μέλλον, για να αντλήσουμε διδάγματα και να απαντήσουμε σε παλιά αναπάντητα ερωτήματα, να αισθανθούμε, ο καθένας και η καθεμία από εμάς, μέρος του ίδιου συνόλου και, κατά κάποιο τρόπο, να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο, να ακουμπήσουμε ο ένας πάνω στον άλλο, μήπως και νοιώσουμε λιγότερο μόνοι, μήπως και νοιώσουμε περισσότερο δυνατοί.
Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι, δυστυχώς, όλο και λιγότερο νοιώθουμε την ανάγκη να γιορτάσουμε τις επετείους μας και να νοιώσουμε συντοπίτες και συνάνθρωποι, όλο και περισσότερο νοιώθουμε την ανάγκη να απομακρυνθούμε, να φύγουμε, να δραπετεύσουμε.
Να φύγουμε από πού; Να απομακρυνθούμε από ποιους; Και να δραπετεύσουμε από τι;
Σε μία ζωή χωρίς αρχή και χωρίς αρχές, σε μία εποχή που οι τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες που υπάρχουν χρησιμοποιούνται για την καταστροφή του σώματος, του μυαλού, της ψυχής και του περιβάλλοντος, σε ένα τόπο που ο λαός του φαντασιώνεται ένα παρελθόν που δεν έμαθε ή δεν θυμάται και προχωράει ανέτοιμος και ανέμελος προς ένα μέλλον που δεν θέλει να δει, η μόνη δυνατότητα που μας έχει απομείνει είναι να τρέχουμε συνεχώς για να ενώσουμε τα δύο πουθενά: το «πουθενά» από το οποίο ερχόμαστε, με το «πουθενά» προς το οποίο οδεύουμε.
Και να, που στις μέρες μας, τις τόσο αλλοπρόσαλλες, τις τόσο άδειες, τις τόσο δύσκολες, στα ερωτήματα που τίθενται σήμερα, οι απαντήσεις και οι προτάσεις έρχονται από το παρελθόν. Από το παρελθόν, που, και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, αξίζει να το θυμόμαστε.
Λέει ο μεγάλος σύγχρονος ποιητής μας, ο Νίκος Γκάτσος:
Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι’ ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση τούτη θα γίνουν λαμπάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα
Πού πήγες Αφρούλα, του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα, Ελλάδα.
Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, κι’ ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουνε τείχη, να ρίχνουνε πύλες, ν’ αλλάζουνε στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι’ η μπόρα λιακάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα
Το ερώτημα που θέτει ο ποιητής του σήμερα είναι προφανές:
Γιατί δεν υπάρχει συλλογικό όνειρο;
Γιατί δεν γεννιέται συλλογική ελπίδα;
Γιατί δεν αναλαμβάνεται συλλογική δράση;
Ζούμε πράγματι ελεύθεροι, ή ζούμε μία κατ’ επίφαση ελευθερία;
Έχουμε στοιχεία και κριτήρια για να καθορίσουμε στόχους για μία καλύτερη ζωή, να αναγνωρίσουμε ποιοι εμποδίζουν την πραγμάτωση τους και να ξεπεράσουμε τα εμπόδια;
Η απάντηση έρχεται από τον ποιητή του χθες.
Λέει ο μεγάλος μας ποιητής Ανδρέας Κάλβος στη ωδή IV. «ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ», στη συλλογή του ΛΥΡΙΚΑ:
Όσοι το χάλκεον χέρι
Βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία
Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον και αν έπεσεν
ο πτερωθείς και επνίγη
θαλασσωμένος
Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.
Και είναι αυτή μία απάντηση διαχρονική, γιατί ταιριάζει σε κάθε είδος δουλείας, φανερής ή κρυφής, πρόσκαιρης ή μόνιμης, σε κάθε είδος κατακτητή, ξένου ή ντόπιου, βίαιου ή ήπιου. Και, ακόμη, γιατί τονίζει ότι ζωή χωρίς ελευθερία είναι ζωή που δεν αξίζει να την ζει κανείς.
Και το δίδαγμα είναι, να αντιληφθούμε πρώτα το είδος της δουλείας μας, για να μπορέσουμε να επιλέξουμε το είδος της ελευθερίας μας και τη μορφή του αγώνα μας.
Τέλος, ηπρόταση για το μέλλον έρχεται από την ανεξάντλητη πηγή πατριωτικής και κοινωνικήςεγρήγορσης, τον πάντα σύγχρονο και επίκαιρο στρατηγό Μακρυγιάννη ο οποίος γράφει στον επίλογο των απομνημονευμάτων του:
«………………………………………..ένα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω, ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικροί άνθρωποι όσοι αγωνιστήκαμε, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν, δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν και όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνισθεί μόνος του και φκιάσει, ή χαλάσει, να λέει «εγώ». Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ».Και εις το εξής να μάθωμαν γνώση, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωριό, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να είδουνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται εις το καλόν της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας.Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για κατορθώματα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να έχουν την επιρροή για ικανότη».
Υπάρχουν και σήμερα δεσμά, υπάρχουν και σήμερα δουλείες, στον κόσμο και στον τόπο μας και στον καθέναν από εμάς ξεχωριστά, χαλκευμένα από άλλους, χαλκευμένα και από εμάς τους ίδιους. Ας τα εντοπίσουμε, ας κατανοήσουμε τα αίτια και τους αίτιους, για να ξαναχτίσουμε το συλλογικό όνειρο, να ξαναγεννήσουμε τη συλλογική ελπίδα, να πάρουμε πάλι τις τύχες μας στα χέρια μας, να σταματήσουμε τη φυγή για τo πουθενά, και ας οδηγηθούμε από έναν ακόμη μεγάλο ποιητή του παρελθόντος μας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και την «Ιθάκη» του:
Σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μεν η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβαλείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ' εμπορεια Φοινικικά,
και τες καλές πραγματείες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στο νου σου να 'χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν'ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
χωρίς αυτήν δε θα 'βγαινες στο δρόμο.
άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Μέσα από την ανάμνηση γεγονότων, προσπαθούμε να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν και να το προεκτείνουμε στο μέλλον, για να αντλήσουμε διδάγματα και να απαντήσουμε σε παλιά αναπάντητα ερωτήματα, να αισθανθούμε, ο καθένας και η καθεμία από εμάς, μέρος του ίδιου συνόλου και, κατά κάποιο τρόπο, να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο, να ακουμπήσουμε ο ένας πάνω στον άλλο, μήπως και νοιώσουμε λιγότερο μόνοι, μήπως και νοιώσουμε περισσότερο δυνατοί.
Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι, δυστυχώς, όλο και λιγότερο νοιώθουμε την ανάγκη να γιορτάσουμε τις επετείους μας και να νοιώσουμε συντοπίτες και συνάνθρωποι, όλο και περισσότερο νοιώθουμε την ανάγκη να απομακρυνθούμε, να φύγουμε, να δραπετεύσουμε.
Να φύγουμε από πού; Να απομακρυνθούμε από ποιους; Και να δραπετεύσουμε από τι;
Σε μία ζωή χωρίς αρχή και χωρίς αρχές, σε μία εποχή που οι τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες που υπάρχουν χρησιμοποιούνται για την καταστροφή του σώματος, του μυαλού, της ψυχής και του περιβάλλοντος, σε ένα τόπο που ο λαός του φαντασιώνεται ένα παρελθόν που δεν έμαθε ή δεν θυμάται και προχωράει ανέτοιμος και ανέμελος προς ένα μέλλον που δεν θέλει να δει, η μόνη δυνατότητα που μας έχει απομείνει είναι να τρέχουμε συνεχώς για να ενώσουμε τα δύο πουθενά: το «πουθενά» από το οποίο ερχόμαστε, με το «πουθενά» προς το οποίο οδεύουμε.
Και να, που στις μέρες μας, τις τόσο αλλοπρόσαλλες, τις τόσο άδειες, τις τόσο δύσκολες, στα ερωτήματα που τίθενται σήμερα, οι απαντήσεις και οι προτάσεις έρχονται από το παρελθόν. Από το παρελθόν, που, και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, αξίζει να το θυμόμαστε.
Λέει ο μεγάλος σύγχρονος ποιητής μας, ο Νίκος Γκάτσος:
Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι’ ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση τούτη θα γίνουν λαμπάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα
Πού πήγες Αφρούλα, του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα, Ελλάδα.
Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, κι’ ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουνε τείχη, να ρίχνουνε πύλες, ν’ αλλάζουνε στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι’ η μπόρα λιακάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα
Το ερώτημα που θέτει ο ποιητής του σήμερα είναι προφανές:
Γιατί δεν υπάρχει συλλογικό όνειρο;
Γιατί δεν γεννιέται συλλογική ελπίδα;
Γιατί δεν αναλαμβάνεται συλλογική δράση;
Ζούμε πράγματι ελεύθεροι, ή ζούμε μία κατ’ επίφαση ελευθερία;
Έχουμε στοιχεία και κριτήρια για να καθορίσουμε στόχους για μία καλύτερη ζωή, να αναγνωρίσουμε ποιοι εμποδίζουν την πραγμάτωση τους και να ξεπεράσουμε τα εμπόδια;
Η απάντηση έρχεται από τον ποιητή του χθες.
Λέει ο μεγάλος μας ποιητής Ανδρέας Κάλβος στη ωδή IV. «ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ», στη συλλογή του ΛΥΡΙΚΑ:
Όσοι το χάλκεον χέρι
Βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία
Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον και αν έπεσεν
ο πτερωθείς και επνίγη
θαλασσωμένος
Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.
Και είναι αυτή μία απάντηση διαχρονική, γιατί ταιριάζει σε κάθε είδος δουλείας, φανερής ή κρυφής, πρόσκαιρης ή μόνιμης, σε κάθε είδος κατακτητή, ξένου ή ντόπιου, βίαιου ή ήπιου. Και, ακόμη, γιατί τονίζει ότι ζωή χωρίς ελευθερία είναι ζωή που δεν αξίζει να την ζει κανείς.
Και το δίδαγμα είναι, να αντιληφθούμε πρώτα το είδος της δουλείας μας, για να μπορέσουμε να επιλέξουμε το είδος της ελευθερίας μας και τη μορφή του αγώνα μας.
Τέλος, ηπρόταση για το μέλλον έρχεται από την ανεξάντλητη πηγή πατριωτικής και κοινωνικήςεγρήγορσης, τον πάντα σύγχρονο και επίκαιρο στρατηγό Μακρυγιάννη ο οποίος γράφει στον επίλογο των απομνημονευμάτων του:
«………………………………………..ένα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω, ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικροί άνθρωποι όσοι αγωνιστήκαμε, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν, δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν και όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνισθεί μόνος του και φκιάσει, ή χαλάσει, να λέει «εγώ». Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ».Και εις το εξής να μάθωμαν γνώση, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωριό, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να είδουνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται εις το καλόν της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας.Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για κατορθώματα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να έχουν την επιρροή για ικανότη».
Υπάρχουν και σήμερα δεσμά, υπάρχουν και σήμερα δουλείες, στον κόσμο και στον τόπο μας και στον καθέναν από εμάς ξεχωριστά, χαλκευμένα από άλλους, χαλκευμένα και από εμάς τους ίδιους. Ας τα εντοπίσουμε, ας κατανοήσουμε τα αίτια και τους αίτιους, για να ξαναχτίσουμε το συλλογικό όνειρο, να ξαναγεννήσουμε τη συλλογική ελπίδα, να πάρουμε πάλι τις τύχες μας στα χέρια μας, να σταματήσουμε τη φυγή για τo πουθενά, και ας οδηγηθούμε από έναν ακόμη μεγάλο ποιητή του παρελθόντος μας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και την «Ιθάκη» του:
Σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μεν η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβαλείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ' εμπορεια Φοινικικά,
και τες καλές πραγματείες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στο νου σου να 'χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν'ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
χωρίς αυτήν δε θα 'βγαινες στο δρόμο.
άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΛΟΙ ΔΡΑΚΟΙ
Ρώτησε τη φίλη μας την Πελαγία ο τετράχρονος εγγονός της όταν πρωτοαντίκρισε μία σειρά ανεμογεννήτριες αραδιασμένες σε μία κορυφογραμμή: Γιαγιά, τι είναι αυτοί οι μύλοι; Η φίλη μου, αντί να απαντήσει στο ερώτημα του, προτίμησε να του εξάψει τη φαντασία και σκάρωσε την παρακάτω ιστορία: «Είναι δράκοι που κάθονται στην κορφή του βουνού και κουνάνε συνεχώς τα χέρια τους για να μην τολμήσει να πλησιάσει κανείς. Θέλουν να έχουν όλο το βουνό δικό τους για να το διαφεντεύουν και να το κάνουν ότι θέλουν».
Θυμήθηκα αυτό το περιστατικό προχθές που ταξίδευα με τη γυναίκα μου και «πέσαμε» πάνω σε μία μεγάλη συστοιχία ανεμογεννητριών που, καθώς τα σύννεφα έτρεχαν σχεδόν ανάμεσα τους, έμοιαζαν να ταξιδεύουν αμέριμνα, αλλά με σιγουριά, για μέρη άγνωστα σε εμάς. Της το διηγήθηκα και, από κουβέντα σε κουβέντα, αρχίσαμε να ανακαλούμε στη μνήμη μας όσα, κατά καιρούς, είχαμε ακούσει για τις ανεμογεννήτριες και τη χρήση τους για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Σαν απλοί άνθρωποι, βλέπαμε με καλό μάτι την αλλαγή του τρόπου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την περιβαλλοντικά καταστροφική καύση γαιάνθρακα, πετρελαίου ή φυσικού αερίου, στην περιβαλλοντικά καθαρή μετατροπή της αιολικής ενέργειας σε ηλεκτρική. Με δεδομένο δε τον πλούτο της χώρας μας σε αιολικό δυναμικό, σε συνδυασμό με το γεωγραφικό της ανάγλυφο, ελπίζαμε ότι το «πάγωμα» των καμινάδων των θερμοηλεκτρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, θα ήταν θέμα χρόνου.
Αυτό βέβαια που μας έκανε, και μας κάνει ακόμη, εντύπωση είναι οι αντιρρήσεις που προβάλλονται από τοπικές κοινωνίες και από περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφορικά με την εγκατάσταση αιολικών πάρκων. Ψάξαμε λοιπόν να δούμε ποια είναι τα υπέρ και ποια τα κατά μίας τέτοιας εγκατάστασης, και μας προέκυψε η παρακάτω λίστα:
Υπέρ
1.- Οι πρώτες ύλες (άνεμος), βρίσκονται παντού και είναι δωρεάν.
2.- Κατά τη λειτουργία τους δεν παράγονται ρύποι και δεν επηρεάζεται προς το
χειρότερο η εξέλιξη του φαινομένου του θερμοκηπίου.
3.- Είναι ο φθηνότερος τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
4.- Η εγκατάσταση τους δεν καταλαμβάνει πολύ χώρο και δεν εμποδίζει την παράλληλη
ανάπτυξη αγροτικών δραστηριοτήτων.
5.- Αποτελούν βιώσιμη πρόταση για την, μερική τουλάχιστον, απεξάρτηση από τα
συμβατικά καύσιμα και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία
των μικρών, κυρίως, κρατών.
6.- Η τεχνολογία κατασκευής και συντήρησης του εξοπλισμού δεν είναι ιδιαίτερα
σύνθετη και ο χρόνος μεγάλος.
7.- Η λειτουργία τους είναι σχετικά αθόρυβη, σίγουρα δε πολύ πιο αθόρυβη από τη
λειτουργία των συμβατικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.
8.- Πάνω από όλα, η χρήση αιολικής ενέργειας αλλάζει τα ενεργειακά και
περιβαλλοντικά δεδομένα και υπόσχεται ένα βιώσιμο μέλλον σε εμάς και στα
παιδιά μας.
Κατά
1.- Υψηλό κόστος έρευνας, ανάπτυξης και εγκατάστασης.
2.- Ακριβή και χρονοβόρα χαρτογράφηση των περιοχών υψηλού αιολικού δυναμικού.
3.- Μικρός συντελεστής απόδοσης, άρα εκτεταμένες εγκαταστάσεις, άρα μεγάλο κόστος.
4.- Διακυμάνσεις ως προς την απόδοση, που οφείλονται στη μη σταθερή ένταση του
ανέμου.
5.- Κίνδυνος τραυματισμού ή θανάτωσης αποδημητικών πουλιών.
6.- Αισθητική επιβάρυνση του τοπίου.
Από την πρώτη ματιά φαίνεται, εκτός αν μας έχει διαφύγει κάτι πολύ σημαντικό, ότι όλα τα υπέρ, είναι υπέρ της κοινωνίας, υπέρ των φτωχών κρατών, υπέρ του περιβάλλοντος, υπέρ των παιδιών μας. Αντίθετα, όλα τα κατά αποτελούν προφάσεις. Τα τέσσερα πρώτα είναι προφάσεις αυτών που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους, ανεξάρτητα από τις ανεπανόρθωτες ζημιές που προκαλούνται στο πλανήτη μας(πέραν του ότι τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτά έχουν, σε μεγάλο βαθμό, λυθεί), ενώ τα δύο τελευταία είναι προφάσεις δημάρχων που δεν θέλουν να σπάσουν αυγά γιατί έχουν μάθει να τρώνε από την ομελέτα κάποιων άλλων. Τέλος ένα μέρος του οικολογικού κινήματος, όχι μεγάλο, ελπίζω, μετράει την αισθητική του τοπίου σαν σοβαρό λόγο απόρριψης της λύσης των ανεμογεννητριών. Φαίνεται ότι προτιμούν την αισθητική του Αλιβερίου, της Μεγαλόπολης, της Πτολεμαΐδας. Όσο για τους θανάτους των αποδημητικών πουλιών, έχουν καθίσει να μετρήσουν πόσα πουλιά, φυτά, ζώα, άνθρωποι, αποδημούν εις Κύριον λόγω της επιδείνωσης των περιβαλλοντικών συνθηκών, επειδή ακριβώς δεν λειτουργούν αρκετές ανεμογεννήτριες;
Για να γυρίσω πίσω από εκεί που ξεκίνησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας συναντήσαμε και άλλες ανεμογεννήτριες. Και έτσι καθώς ξεχώριζαν όρθιες στο φθινοπωρινό τοπίο, ο όγκος τους και η αργή κίνηση τους δημιουργούσαν ένα αίσθημα σιγουριάς ότι ήρθαν για να μείνουν, να βοηθήσουν, να καθαρίσουν. Τράβηξα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρα στο τηλέφωνο τη φίλη μας την Πελαγία και την παρακάλεσα να διορθώσει λίγο την ιστορία με τους δράκους που είχε φτιάξει για τον εγγονό της και να του πει ότι οι ανεμογεννήτριες είναι οι καλοί μας δράκοι που μας φυλάνε από τις εφτά αδερφές δράκαινες, κόρες του μεγάλου αρχιδράκου, του Κεφαλαίουρα.
Θυμήθηκα αυτό το περιστατικό προχθές που ταξίδευα με τη γυναίκα μου και «πέσαμε» πάνω σε μία μεγάλη συστοιχία ανεμογεννητριών που, καθώς τα σύννεφα έτρεχαν σχεδόν ανάμεσα τους, έμοιαζαν να ταξιδεύουν αμέριμνα, αλλά με σιγουριά, για μέρη άγνωστα σε εμάς. Της το διηγήθηκα και, από κουβέντα σε κουβέντα, αρχίσαμε να ανακαλούμε στη μνήμη μας όσα, κατά καιρούς, είχαμε ακούσει για τις ανεμογεννήτριες και τη χρήση τους για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Σαν απλοί άνθρωποι, βλέπαμε με καλό μάτι την αλλαγή του τρόπου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την περιβαλλοντικά καταστροφική καύση γαιάνθρακα, πετρελαίου ή φυσικού αερίου, στην περιβαλλοντικά καθαρή μετατροπή της αιολικής ενέργειας σε ηλεκτρική. Με δεδομένο δε τον πλούτο της χώρας μας σε αιολικό δυναμικό, σε συνδυασμό με το γεωγραφικό της ανάγλυφο, ελπίζαμε ότι το «πάγωμα» των καμινάδων των θερμοηλεκτρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, θα ήταν θέμα χρόνου.
Αυτό βέβαια που μας έκανε, και μας κάνει ακόμη, εντύπωση είναι οι αντιρρήσεις που προβάλλονται από τοπικές κοινωνίες και από περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφορικά με την εγκατάσταση αιολικών πάρκων. Ψάξαμε λοιπόν να δούμε ποια είναι τα υπέρ και ποια τα κατά μίας τέτοιας εγκατάστασης, και μας προέκυψε η παρακάτω λίστα:
Υπέρ
1.- Οι πρώτες ύλες (άνεμος), βρίσκονται παντού και είναι δωρεάν.
2.- Κατά τη λειτουργία τους δεν παράγονται ρύποι και δεν επηρεάζεται προς το
χειρότερο η εξέλιξη του φαινομένου του θερμοκηπίου.
3.- Είναι ο φθηνότερος τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
4.- Η εγκατάσταση τους δεν καταλαμβάνει πολύ χώρο και δεν εμποδίζει την παράλληλη
ανάπτυξη αγροτικών δραστηριοτήτων.
5.- Αποτελούν βιώσιμη πρόταση για την, μερική τουλάχιστον, απεξάρτηση από τα
συμβατικά καύσιμα και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία
των μικρών, κυρίως, κρατών.
6.- Η τεχνολογία κατασκευής και συντήρησης του εξοπλισμού δεν είναι ιδιαίτερα
σύνθετη και ο χρόνος μεγάλος.
7.- Η λειτουργία τους είναι σχετικά αθόρυβη, σίγουρα δε πολύ πιο αθόρυβη από τη
λειτουργία των συμβατικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.
8.- Πάνω από όλα, η χρήση αιολικής ενέργειας αλλάζει τα ενεργειακά και
περιβαλλοντικά δεδομένα και υπόσχεται ένα βιώσιμο μέλλον σε εμάς και στα
παιδιά μας.
Κατά
1.- Υψηλό κόστος έρευνας, ανάπτυξης και εγκατάστασης.
2.- Ακριβή και χρονοβόρα χαρτογράφηση των περιοχών υψηλού αιολικού δυναμικού.
3.- Μικρός συντελεστής απόδοσης, άρα εκτεταμένες εγκαταστάσεις, άρα μεγάλο κόστος.
4.- Διακυμάνσεις ως προς την απόδοση, που οφείλονται στη μη σταθερή ένταση του
ανέμου.
5.- Κίνδυνος τραυματισμού ή θανάτωσης αποδημητικών πουλιών.
6.- Αισθητική επιβάρυνση του τοπίου.
Από την πρώτη ματιά φαίνεται, εκτός αν μας έχει διαφύγει κάτι πολύ σημαντικό, ότι όλα τα υπέρ, είναι υπέρ της κοινωνίας, υπέρ των φτωχών κρατών, υπέρ του περιβάλλοντος, υπέρ των παιδιών μας. Αντίθετα, όλα τα κατά αποτελούν προφάσεις. Τα τέσσερα πρώτα είναι προφάσεις αυτών που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους, ανεξάρτητα από τις ανεπανόρθωτες ζημιές που προκαλούνται στο πλανήτη μας(πέραν του ότι τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτά έχουν, σε μεγάλο βαθμό, λυθεί), ενώ τα δύο τελευταία είναι προφάσεις δημάρχων που δεν θέλουν να σπάσουν αυγά γιατί έχουν μάθει να τρώνε από την ομελέτα κάποιων άλλων. Τέλος ένα μέρος του οικολογικού κινήματος, όχι μεγάλο, ελπίζω, μετράει την αισθητική του τοπίου σαν σοβαρό λόγο απόρριψης της λύσης των ανεμογεννητριών. Φαίνεται ότι προτιμούν την αισθητική του Αλιβερίου, της Μεγαλόπολης, της Πτολεμαΐδας. Όσο για τους θανάτους των αποδημητικών πουλιών, έχουν καθίσει να μετρήσουν πόσα πουλιά, φυτά, ζώα, άνθρωποι, αποδημούν εις Κύριον λόγω της επιδείνωσης των περιβαλλοντικών συνθηκών, επειδή ακριβώς δεν λειτουργούν αρκετές ανεμογεννήτριες;
Για να γυρίσω πίσω από εκεί που ξεκίνησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας συναντήσαμε και άλλες ανεμογεννήτριες. Και έτσι καθώς ξεχώριζαν όρθιες στο φθινοπωρινό τοπίο, ο όγκος τους και η αργή κίνηση τους δημιουργούσαν ένα αίσθημα σιγουριάς ότι ήρθαν για να μείνουν, να βοηθήσουν, να καθαρίσουν. Τράβηξα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρα στο τηλέφωνο τη φίλη μας την Πελαγία και την παρακάλεσα να διορθώσει λίγο την ιστορία με τους δράκους που είχε φτιάξει για τον εγγονό της και να του πει ότι οι ανεμογεννήτριες είναι οι καλοί μας δράκοι που μας φυλάνε από τις εφτά αδερφές δράκαινες, κόρες του μεγάλου αρχιδράκου, του Κεφαλαίουρα.
Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010
ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ
Είχα σκοπό να αναρτήσω το παρακάτω κείμενο με την έναρξη του σχολικού έτους.
Για αδιευκρίνιστους λόγους το σχολικό έτος δεν ξεκίνησε ακόμη στο σχολείο του χωριού μας. Κάτι οι καθηγητές που δεν ήρθαν ακόμη όλοι, κάτι τα βιβλία που δεν βρήκαν ακόμη το δρόμο τους για το σχολείο μας, κάτι μία κατάληψη για καθαρά εθιμοτυπικούς λόγους (ξέρετε, καλαμπουράκι οι μαθητές, συμπαράσταση οι καθηγητές, αφασία ο σύλλογος γονέων), δεν ένοιωσα ότι το σχολικό έτος άρχισε.
Ας είναι όμως. Κάλιο αργά παρά ποτέ.
Το γράμμα που θα διαβάσετε παρακάτω το βρήκαν στα θρανία τους οι μαθητές της τρίτης λυκείου του Δευτέρου Λυκείου Βριλησσίων την τελευταία ημέρα της σχολικής τους χρονιάς. Ήταν ο τρόπος που είχε επιλέξει ο λυκειάρχης τους να ξεπροβοδίσει τους μαθητές του. Όταν ένας δάσκαλος νοιώθει τόση ανάγκη να πει τέτοια λόγια στους μαθητές του, είναι καλό για όλους μας να τον ακούσουμε, γιατί όλοι τα έχουμε ανάγκη.
ΠΡΟΣ AΠΟΦΟΙΤΟΥΣ ΜΑΣ (2009) ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ( ή μήπως ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΟΣ;)
πάρε τη λέξη μου
δος μου το χέρι σου
Εμπειρίκος
Μακρύς ο δρόμος από την ανία της εκπαίδευσης στη μαγεία της Παιδείας, στη μαγγανία της. Διανύστε τον όμως. Εν ανάγκη με τα γόνατα, και ματωμένα. Αξίζει! ( όπως το θέλει ο ποιητής: να μπορείς να παίζεις φυσαρμόνικα, ακόμη κι αν σου κόψουν τα χέρια. Θυμηθείτε τον Κυναίγειρο, τον Ρίλκε : Κι αν θα μου κόψουν τα χέρια /θα σ’ αγαπώ με το μυαλό μου /κι αν θα μου πάρουν το κεφάλι/ θα σ’ αγαπώ με την καρδιά μου/ κι αν ξεριζώσουν την καρδιά μου/ με το αίμα μου που θ΄ απλωθεί στη γη/ πάλι θα σ’ αγαπώ. Παιδεία, δωρεάν εισιτήριο για έφοδο στον ουρανό και τ΄άστρα (τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ).
Μην περιορίζεστε στα μετρητά, όταν η ζωή προσφέρει αμέτρητα (και δεν το είχα φανταστεί ο ανόητος ότι ο παράδεισος από ένα τίποτα είναι καμωμένος). Αναζητείστε αυτό το τίποτα και το παν που κάποτε είναι ταυτόσημα (λ.χ. σε μια κουβέντα ή ένα μπράβο).
Μην περιορίζετε την πραγματικότητα στα 17 cm της ΤV όταν η πραγματικότητα είναι απεριόριστη και κυρίως όταν υπάρχουν τόσες πραγματικότητες όσες μπορείς να φανταστείς. Ή αλλιώς υπάρχει τίποτα πιο φανταστικό από την ίδια την πραγματικότητα; (Ντοστογιέφσκι). Δημιουργήστε τη δική σας πραγματικότητα, ομορφότερη απ΄ όλες τις άλλες. Έγχρωμη TV, ασπρόμαυρη ζωή. Αντιστρέψτε το σύνθημα. Βάψτε τη ζωή με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Είπαν την ΤV μηχανισμό αχρήστευσης του ανθρώπινου βλέμματος. Μην αχρηστεύετε το πολυτιμότερο. Αναγνώσατε πρόσωπα, το πιο συναρπαστικό ανάγνωσμα που υπάρχει ( το ωραίο σου πρόσωπο το μισό σκεπασμένο με τριαντάφυλλα, το άλλο μισό με χιόνι…Άφησέ με να μαζέψω τον κόσμο απ’ το πρόσωπό σου…Αν διψάσεις θα σου γίνω εγώ το νερό..).
Ο μόνος ιερός τόπος που υπάρχει, μάλλον ο πιο ιερός είναι το ανθρώπινο πρόσωπο. Γι’ αυτό στην κόλαση οι άνθρωποι είναι δεμένοι πισθάγκωνα. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία /κόλαση από τη στέρηση του βλέμματος του άλλου; (βλέπεις είναι οι άλλοι και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα /και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς Εσύ /βλέπεις είναι οι Άλλοι/ και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις /η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να ‘ναι στον αιώνα).
Μη σπαταλάτε τα λεφτά σας σε ευτελή. Σπαταλείστε το μόνο κεφάλαιο που όσο το ξοδεύεις, τόσο αυξάνεται, την Αγάπη (εγώ που νόμιζα ότι δεν είχα τίποτα στον κόσμο είχα χιλιάδες στρέμματα καρδιάς). Σπαταλείστε
τη μισή νιότη σας σε ουτοπίες. Την υπόλοιπη στα έργα της θάλασσας, στα έργα της αγάπης. Ανοίξτε πανιά για το Αδύνατο. Για να φτάσετε στο δυνατό. Αριστοκράτες στην τέχνη, στους τρόπους. Δημοκράτες στη ζωή. Το επαναλαμβάνω. Κανείς δεν ψήλωσε κονταίνοντας άλλους. Μόνο ασκήσεις σε μονόζυγο ήθους δίνουν πόντους ‘για να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα και θα δούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει. Λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα”. Σεφερικά και σταθερά Ψηλά τις καρδιές . Να γίνουμε άνω θρώσκοντες, άνθρωποι. Ψηλώστε πάνω απ΄ τα λουλούδια και τα κυπαρίσσια γιατί δεν είναι πάντα πιο μεγάλος απ΄ το λουλούδι ο άνθρωπος. Σπαταλήστε χρόνο, αλλιώς πώς θ’ ανακαλύψετε τη ζωή; Υιοθετώντας τον χαιρετισμό των φιλοσόφων μη φείδου χρόνου. Η ζωή είναι ωραία αλλά τα ’χει φτιάξει με άλλονε. Επιμένετε και θα ενδώσει και θα σας δώσει. Αλλά επιμένετε (επιμένετε στον εαυτό σας να σας απαντήσει. Μην του επιτρέπετε υπεκφυγές).
Μην εμπιστεύεστε τα εύκολα. Απογοητεύουν εύκολα. Να είστε αναγεννησιακοί (de omnibus dubitandum), για όλα να αμφιβάλλετε, εκτός από ένα (γιατί και η αμφιβολία πρέπει κάπου να πατάει, Wittgenstein), την Αγάπη (η αμφιβολία στην αγάπη είναι αμαρτία, Σαίξπηρ). Εμπιστευτείτε τη θάλασσα. Δεν θα σας προδώσει. Κι ας τη λένε άστατη. Φίλησέ με θάλασσα πριχού σε χάσω . Να λέτε τα άσχημα μπροστά στους φίλους σας. Τα καλά τους πίσω τους. Αντιγράψτε τα καλά του Μείζονος Ελληνισμού. Διαγράψτε τα άσχημα του Μίζερου Ελληνισμού. Μην κόβετε φλέβες, κόψτε λ.χ. το κάπνισμα. Μη χτυπάτε ενέσεις, εν ανάγκη χτυπήστε το κεφάλι σας στον τοίχο, ίσως πάρει μπροστά. Μην τα βάζετε με το γείτονα. Δεν είναι εχθρός. Ο εχθρός είναι μέσα μας, τα ελαττώματά μας. Αυτά πολεμήστε και περιορίστε.
Μην κοιμάστε πολύ. Αυτό σας εξασφαλίζει μια έξτρα ζωή. Μία είναι λίγη. Σοβαροί. Όχι σοβαροφανείς. Ανταγωνιστικοί με τον εαυτό σας. Συναγωνιστικοί με τους άλλους. Στη φλυαρία του λόγου Αριστοκράτες της σιωπής. Κλειστείτε λίγο και στο κελί σας, το αληθινό σας πρόσωπο ν’ ανασύρετε. Αυτό που κανένας καθρέφτης δε δείχνει (έσπασε τον καθρέφτη για να μη βλέπει αυτό τον ξένο). Μην παραπλανηθείτε και χαθείτε στο μαγεμένο δάσος των ναρκωτικών. Μείνετε σε ξέφωτα. Μην πέφτετε στην παγίδα της εκδίκησης (λοιπόν δοκίμασα και την εκδίκηση πάλι εγώ ήμουν ο χαμένος).
Γίνετε καλλιτέχνες της ζωής σας. Ζυμώστε τη λάσπη και φτιάξτε απ’ αυτή χρυσάφι. Βάλτε μέσα σας ήλιο, ουράνιο χρυσάφι (τόσο φως μες στις φλέβες μου έριξα που και η σκέψη μου χλόησε ).Ζήστε την κάθε μέρα σαν να ’ναι η τελευταία. Γιατί κάποτε θα είναι η τελευταία.
Έρως ή τίποτα. Υπάρχει ωραιότερο σύνθημα όταν με ένα τα έχεις όλα;
Αγαπήστε κι αγαπηθείτε. Για να γίνετε αθάνατοι. Μας το επιβεβαιώνουν οι ποιητές μας ( και ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω πως μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπήθηκε Καρυωτάκης, Ελένη, κάνε με αθάνατον μ’ ένα φιλί σου Γκαίτε ). Περισσότερο δοτικοί, λιγότερο απαιτητικοί. Το πρώτο σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο (Αγάπη είναι όχι κυρίως να παίρνεις, αλλά το να δίνεις Γκαίτε).
Μην καίτε τα βιβλία στο τέλος της χρονιάς. Μυρίζει καμένη σάρκα, καμένα μυαλά από Άουσβιτς μεριά. Κάψτε καλλίτερα προλήψεις, προκαταλήψεις και λοιπά λιπαρά. Τα βιβλία είναι για να φωτίζουν. Φωτιστείτε και αυτοαναναφλεχθείτε οι ίδιοι με βιβλία. “Αν δεν καείς εσύ, αν δεν καώ εγώ πώς θα γεννούνε τα σκοτάδια φως; (Χικμέτ). Εκεί που καίνε βιβλία, μία μέρα θα καίνε ανθρώπους” (Τόμας Μαν το 1933, δηλ. το 1943 ήταν κοντά). Κι ακόμη Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο. Είναι ένα όπλο (Μπρεχτ, από το Εγκώμιο στη μάθηση). Λοιπόν μην αυτοπυροβολείστε. Μην αφοπλίζεσθε. Κι ακόμη ένα καλό βιβλίο είναι το τσεκούρι που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Ανοίξτε με βιβλία πανιά για ζεστές θάλασσες, τη θάλασσα τη γαλανή αρχή του κόσμου.
H εκπαίδευση δεν υπάρχει για να βρίσκουν δουλειά οι δάσκαλοι. Υπάρχει για να δίνει Παιδεία στους τροφίμους, επειδή χωρίς παιδεία /ευδία κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να θεμελιωθεί, καμία ισότητα, καμία ποιότητα. Σχολειά και σχολεία: θα πει και δυσκολία και σχόλη. Συνδυάστε τα και ας είναι δύσκολο. Τα μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα. Δουλεύουν μόνο όταν είναι ανοιχτά. Τα σχολεία το ίδιο. Ανοιχτό σχολείο θα πει να μην κάνει διακρίσεις, να πολλαπλασιάζει τα χρώματα, να υπερβαίνει σύνορα ο ουρανός με την αλήθεια του/ο άνθρωπος με την πραγματικότητά του’.
Το καλλίτερο σχολείο δεν είναι εκείνο που έχει τις περισσότερες επιτυχίες (έτσι κι αλλιώς κανένας μαθητής δε χωράει σε μια κόλα χαρτί, σε μια δεκάλεπτη προφορική εξέταση). Το καλλίτερο σχολείο είναι εκείνο που οι μαθητές του το μισούν λιγότερο. Σχολείο, όχι χολείο, να μη δίνει χολή και όξος. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο. Σ΄αυτό κυρίως ήθελα να με κρίνετε. Έκανα για σας λιγότερα από όσα ήθελα και περισσότερα από όσα μπορούσα. Το καλλίτερο σχολείο είναι εκείνο που σε κάνει ευτυχισμένο, ενεργό πολίτη, που σε βοηθάει να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, που τονώνει την αυτοπεποίθησή σου κι αυτοεκτίμηση. Σε αυτά να μας κρίνετε.
H ευτυχία δεν ανεβαίνει στα ρετιρέ γιατί λαχανιάζει. Κάνει ωστόσο μια εξαίρεση. Για το 2ο Λύκειο Βριλησσίων. Γιατί είναι ρετιρέ και πάσης Ελλάδος ( για χάρη του θ΄ανέβαινε και στον έβδομο ουρανό για να το ευτυχήσει). Σύμφωνα με τα στατιστικά το 2ο πλασάρεται στην 10δα ανάμεσα στα 3 χιλιάδες λύκεια όλης της χώρας. Και βέβαια προτιμάμε ένα σχολείο που βγάζει ευτυχισμένους οδοκαθαριστές από ένα που βγάζει νευρωτικούς επιστήμονες, σήμερα που έχουμε έλλειμμα ευτυχίας και πλεόνασμα επιστημόνων (και τι είναι τα πτυχία; Παραφθορά του επιτυχία ή μήπως πτυελοδοχεία; δηλ. είναι για φτύσιμο παρότι φτύνεις αίμα να τα πάρεις;).Το 2ο Λύκειο είναι ευτυχισμένο γιατί πολλές φορές τελειώνατε το μάθημα και δεν φεύγατε (από το συνήθη τόπο του εγκλήματος) μένατε στο χώρο του σχολείου, συζητούσατε, περιμένατε τους φίλους σας από άλλα τμήματα, νιώθατε δικό σας το χώρο. Αυτό το γεγονός με συγκινεί, το εκλαμβάνω ως βαρόμετρο υγείας κι ευτυχίας, ως άμυνα συλλογικότητας που τόσο τη χρειαζόμαστε (επικοινωνώ άρα υπάρχω, σε αντίθεση με το δυτικό ορθολογισμό που προτάσσει το σκέφτομαι άρα υπάρχω).
Και προς ΣΥΝΑΔΑΛΦΟΥΣ Συντροφικός και παρενθετικώς : δουλειά του Διευθυντή είναι να τονώνει, να εμπνέει. Αλλά εσείς μ’ αφήσατε χωρίς δουλειά. Γιατί είσαστε πάνω απ’ το κουράγιο, εσείς είσαστε η έμπνευση. Ζω για να σας θαυμάζω.
Διευθυντής : επάγγελμα για πολύ μοναχικούς. Με εμέμφθη κάποιος ότι δεν δίνω αποβολές, ότι δεν παίρνω κεφάλια. Αλλά τα κεφάλια είναι σαν την Λερναία Ύδρα, ένα κόβεις δύο βγαίνουν. Προτίμησα την πρόληψη από την καταστολή. Ιπποτικά και Ιπποκρατικά: κάλλιον το προλαμβάνειν του θεραπεύειν. Ή ακόμη πιο δύσκολα, το ηρωικότερο : εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές από γιούλια και υάκινθους ετοιμάζω το καινούργιο σπαθί που ταιριάζει στους ήρωες σπαθί/χαμόγελο, όπως το όριζε ο Ναπολέων : περισσότερα κερδίζεις με το χαμόγελο παρά με το σπαθί.
Η ζωή είναι μοναδική μιγαδική και μαγική. Εμπεριέχει και την φαντασία. Αφήστε την ξεκαπίστρωτη, οξυγονώνετέ την συχνότερα. Και βέβαια ονειρεύομαι ζει κανείς μ’ ένα ξερό μισθό; Ονειρεύομαι ένα σχολείο σαν το δικό σας το φετινό, το φωτεινό, αλλά θα είναι τρομερά δύσκολο να το ξαναβρώ. Γιατί βάλατε τον πήχη ψηλά, πολύ ψηλά: Τραβήξανε ψηλά πολύ ψηλά δύσκολο να χαμηλώσουν δύσκολο και να πει κανείς το μπόι τους…Όμως δεν λυπάται αύριο λέει και ξέρει πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι και ο πιο κοντινός στην καρδιά του θεού.
Ονειρεύομαι ένα έναστρο σχολείο, ισάξιο σε λάμψη της έναστρης νύχτας του Βανγκόγκ, με το κίτρινό του να ζωγράφιζα έναν πίνακα με 402 ηλιοτρόπια, τα Πρόσωπά σας.
Εσείς που μετατρέψατε το Βιβλίο Ποινών σε Βιβλίο Τιμών !!! σας ευχαριστώ θερμά που ποτέ δεν με φέρατε στη δύσκολη θέση να επιπλήξω κάποιον από εσάς.
Τι να την κάνω την πραγματικότητα, εγώ έχω το όνειρο, λέει ο ποιητής. Και για μένα όνειρο και πραγματικότητα ήταν ένα: Εσείς. Ή και αλλιώς: όταν πεθάνω θα πάω στην κόλαση. Γιατί τον Παράδεισο τον έζησα κοντά σας, συνταξιδεύοντας εδώ και τρία χρόνια κατεβαίνοντας από την αξέχαστη εκδρομή από το Παναχαϊκό της Αχάϊα Κλάους, εκδρομή που ποτέ δεν τελειώνει…...
Ποιητής είναι αυτός που πηγαίνει πιο πέρα από όσο μπορεί, λέει ο Πεσσόα. Κι εσείς, όλοι ποιητές, μας πήγατε κι εμάς πιο πέρα, ανατολικά της χαράς, δυτικά της λύπης. Σας ευχαριστούμε-ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΣΑΣ- γι΄αυτό και κυρίως γιατί μας δίνετε τη δυνατότητα να ασκούμε ένα άκρως αριστοκρατικό επάγγελμα (επάγγελμά μου : η ψυχή μου), το εκθαμβωτικότερο, και να δροσιζόμαστε στον ίσκιο της ανθισμένης εφηβείας σας, να μένουμε ανέγγιχτοι (εσωτερικά) απ’ τη φθορά χάρη στην αποτελεσματική άμυνα ζώνης της έκπαγλης νεότητός σας
Kαλό σας ταξίδι, καλή επιτυχία, με την πλατυτέρα των σημασιών η λέξη και με την ουσιαστικοτέρα
Ο Αη-Αλύπιος ας σας έχει όλους καλά
για την αντιγραφή
τη συρραφή
τη συγγραφή
Γιάννης Κουβαράς
2ο Λύκειο Βριλησσίων
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)