Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

ΠΕΡΙ ΔΩΡΩΝ

Ποτέ δεν ένοιωσα την ανάγκη να δώσω ή να πάρω δώρο σε μέρες σημειωμένες στο ημερολόγιο, γιορτές, γενέθλια, επετείους, γάμους, αποφοιτήσεις κλπ. Θέλω να κάνω δώρο σε κάποιον, όταν βρω κάτι που θα μου αρέσει και, ταυτόχρονα, νοιώθω ότι, σε αυτόν που θα το χαρίσω, θα του αρέσει η πράξη περισσότερο από το αντικείμενο. Θέλω να παίρνω για δώρα πράγματα που μου αρέσουν, από ανθρώπους που ξέρω ότι ευχαριστούνται όταν μου τα προσφέρουν. Ένα δώρο όμως είναι πάντα ένα δώρο, πάντα, σχεδόν, δίνει μικρή ή μεγάλη ευχαρίστηση, και υπάρχουν πάντα τρόποι αυτή η ευχαρίστηση να μεγαλώσει.

Εγώ, φερ’ ειπείν, όταν μου χαρίζουν ένα δώρο, καθυστερώ όσο γίνεται να το ανοίξω. Αν είναι δυνατό, το ανοίγω όταν έχει φύγει αυτός που μου το χάρισε και έχω μείνει πια μόνος μου.
Ανοίγοντας το περιτύλιγμα πολύ προσεκτικά για να μην το καταστρέψω, προσπαθώ, με όσες αισθήσεις μπορώ να χρησιμοποιήσω, να μαντέψω το είδος του δώρου, παρ’ όλο που δεν έχω ποτέ αγωνία για το είδος, αλλά για το αν θα μου αρέσει.
Πάντα χαίρομαι όταν αντικρίζω το δώρο, τελικά όμως η χαρά μου δεν εξαρτάται μόνο από την αξία, την ποιότητα ή το πόσο μου αρέσει, αλλά και από το αν γνωρίζω ότι ευχαριστήθηκε και αυτός που μου το χάρισε.
Όταν μου στέλνουν δώρο με κούριερ, τα πράγματα είναι διαφορετικά, επειδή προτιμώ να το παίρνω από τα χέρια αυτού που μου το προσφέρει. Δεν κοιτάζω ποτέ τον κούριερ στα χέρια, γιατί δεν είναι ο φορέας, αλλά ο μεταφορέας. Αντίθετα, χωρίς να μου φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος, τον κοιτάζω στα παπούτσια, μην τυχόν και κουβαλάει λάσπες, στα μούτρα, μη και δεν είναι ξυρισμένος, στο γιακά του πουκαμίσου του, μη και δεν είναι καθαρός.

Υπάρχουν δώρα που μας κάνουν εντύπωση και μένουν στη μνήμη μας, επειδή είμαστε μικροί όταν τα πήραμε, ή επειδή ήταν τα πρώτα, στο είδος τους, που πήραμε.

Γι αυτό, ας πούμε, και δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μου δερμάτινη σάκα όταν ήμουν ένδεκα ετών. Μου την δώρισε μία θεία μου στην αρχή της σχολικής χρονιάς. Μέχρι τότε, κρατούσα μία πάνινη, κρεμασμένη στους ώμους. Όταν πήγα στο σχολείο κρατώντας την σάκα στο χέρι, «σαν μεγάλος», νόμιζα ότι όλοι στο δρόμο με κοίταζαν με ζήλεια.
Δεν θα ξεχάσω ακόμη το πρώτο μακρύ παντελόνι που φόρεσα, όταν ήμουν δώδεκα ετών. Μου το έραψε η νόνα μου από ένα παλιό παντελόνι του πατέρα μου για να το φορέσω στη γιορτή μου. Θυμάμαι ότι την παραμονή το βράδυ ξενύχτησα δίπλα της αγωνιώντας αν θα προλάβει να το τελειώσει και την άλλη μέρα στην εκκλησία καμάρωνα για το παντελόνι μου σαν το γύφτικο σκεπάρνι.
Τέλος, δεν θα ξεχάσω το πρώτο μου ρολόι, δώρο που έκανα εγώ στον εαυτό μου όταν ήμουν δεκατριών ετών, με λεφτά που μάζεψα δουλεύοντας ένα καλοκαίρι.

Υπάρχουν πάλι κάποια άλλα δώρα που, χωρίς αυτό να ήταν απαραίτητα στόχος του δωρητή, κουβαλάνε κάποιο συμβολισμό.

Τέτοιο δώρο είναι ένας πίνακας που τον έχει ζωγραφίσει ένας έφηβος, δεκατεσσάρων ετών, τρόφιμος φυλακών για ανηλίκους. Παριστάνει ένα παιδί με τα χέρια σηκωμένα ψηλά και το κεφάλι στραμμένο προς τον ουρανό. Ο νεαρός ζωγράφος δεν φοβάται τα χρώματα και μέσα από αυτά βγάζει όλο του το συναίσθημα και τον πόνο. Όλο; Ίσως και όχι. Τα υψωμένα χέρια δεν έχουν παλάμες και το στραμμένο προς τον ουρανό πρόσωπο δεν έχει μάτια, αυτιά, μύτη, στόμα. Σαν τι να θέλει, άραγε, να μας πει; Ίσως ότι, όταν είναι κανείς στη φυλακή δεν του χρειάζονται τα χέρια: ποιόν να αγκαλιάσει; Αλλά ούτε και το πρόσωπο: ποιόν να δει και να ακούσει; Με ποιόν να μιλήσει; Ή μήπως θέλει, άραγε, να μας πει ότι μερικά πράγματα δεν μπορούν να φυλακιστούν; Τα χέρια μπορούν πάντα να ζωγραφίζουν, το στόμα να μιλάει, τα μάτια να βλέπουν τα αυτιά να ακούν, το μυαλό να σκέφτεται.
Επειδή είμαι αριστερόχειρας, ζερβοκουτάλα με έλεγε η μάνα μου, ένας φίλος μου χάρισε ένα ρολόι του τοίχου για αριστερόχειρες. Οι ώρες είναι γραμμένες από τα δεξιά προς τα αριστερά και, το ίδιο γυρνάνε κι οι δείκτες. Σαν σύλληψη είναι ανόητο, αλλά ο συμβολισμός του είναι χαρακτηριστικότατος: Δείχνει την αντίληψη της κοινωνίας που βλέπει το διαφορετικό σαν το αντίθετο του συνηθισμένου και, κατ’ επέκταση, σαν κάτι κακό. (Θυμάμαι που μου έλεγαν για ένα δάσκαλο που έλεγε στους μαθητές του ότι με το δεξί χέρι γράφουν οι χριστιανοί, ενώ με το αριστερό γράφουν οι κουκουέδες).
Μιαν άλλη φορά πάλι, μου έφεραν από την Ινδία ένα ωραίο ξύλινο σκαλιστό κουτί. Το περιεχόμενο του ήταν δέκα μικρά βαζάκια που το καθένα είχε μέσα κι από ένα διαφορετικό μπαχαρικό. Μέχρι εδώ όλα καλά, με τη διαφορά ότι το είδος του μπαχαρικού που περιείχε το κάθε βαζάκι ήταν γραμμένο στο καπάκι. Ο κίνδυνος να μην ξέρω, μετά από λίγο καιρό, τι είχε το κάθε βαζάκι ήταν προφανής. Από την άλλη πλευρά όμως σκέφτηκα ότι κάπως έτσι είμαστε πια κι εμείς. Βαζάκια που δεν ενδιαφέρει το περιεχόμενο αλλά τι γράφει το καπάκι, το οποίο είναι, άλλοτε η μάρκα του αυτοκινήτου, άλλοτε η μάρκα της κολόνιας, του ρολογιού, του κινητού, του παπουτσιού ή του ρούχου, ή ακόμη η γειτονιά, το σχολείο των παιδιών, κοκ. Σιγά-σιγά μάλιστα, από βάζα με ωραίο περιεχόμενο, μετατρεπόμαστε σε βάζα με λάθος περιεχόμενο, μετά σε βάζα χωρίς περιεχόμενο, κάποια από αυτά προσφερόμενα για κάθε περιεχόμενο.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να χωρίσει κανείς τα δώρα σε κατηγορίες:
Δώρα σε ανθρώπους που αγαπάμε και δώρα σε ανθρώπους για να μας αγαπάνε.
Δώρα σε ανθρώπους επειδή είναι καλοί μαζί μας και δώρα σε ανθρώπους για να μην είναι κακοί μαζί μας.
Δώρα σε ανθρώπους που μας έχουν υποχρεώσει και δώρα για να υποχρεώσουμε ανθρώπους.

Τελικά, εκτός από εξαιρέσεις, η φύση είναι η μόνη που μας κάνει δώρα από αγάπη και μόνο. Δώρα πολλά, μοναδικά, ωφέλιμα, με απλοχεριά και χωρίς αντάλλαγμα, με στοργή και με φροντίδα. Γιατί μας νοιώθει όλους παιδιά της, χωρίς διακρίσεις και προνόμια, χωρίς φυλές και χρώματα, χωρίς σκοπιμότητες και υστεροβουλίες. Γιατί θέλει την ευτυχία μας, χωρίς ζήλειες, φθόνο και μισαλλοδοξία. Γιατί είμαστε σάρκα από τη σάρκα της, πριν, κατά και μετά από την ανθρώπινη ζωή μας. Γι αυτό μας καλωσορίζει, μας φροντίζει και μας κατευοδώνει, από την ανατολή μέχρι τη δύση μας, καθημερινά, από τη μία ανατολή μέχρι την άλλη, από τη μία δύση μέχρι την άλλη. Και το μόνο που περιμένει από εμάς, χωρίς να μας το ζητάει, είναι να την αφήσουμε να μας προσφέρει τα δώρα της.

Είναι τόσο πολύ;
Είναι τόσο κακό;
Είναι τόσο δύσκολο;

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

ΕΝΑΣ ΩΡΑΙΟΣ ΝΕΟΣ

Μουντός καιρός, με υγρασία αλλά και δροσιά. Λες και δεν θέλει να φύγει ο χειμώνας, λες και δεν θέλει να έρθει η άνοιξη. Μάης μήνας και τα μάτια στα κλήματα και στις συκιές, μόλις που ξύπνησαν.

Στέκει ορθή στην πλατεία, αφού τα καθίσματα του κλειστού καφενείου δεν έχουν στεγνώσει ακόμη από την πρωινή βροχή, και περιμένει το λεωφορείο καπνίζοντας ένα ακόμη τσιγάρο. Απομεσήμερο, και βασιλεύει ερημιά. Τα μαγαζιά της περιοχής ανοίγουν μόνο πρωινές ώρες, κι όσο για ξένους, λιγοστοί ακόμη.

Βυθισμένη στη μοναξιά και τις σκέψεις της, ξαφνιάζεται από μία φωνή, με ξενική προφορά, που ακούγεται από πίσω της: «Με συγχωρείτε κυρία, μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου πείτε πού είναι ο σταθμός του μετρό»;

Γυρίζει και μαρμαρώνει. Η θέα του νέου που της απευθύνει το λόγο την έχει, κυριολεκτικά, συγκλονίσει. Ψηλός, λεπτός, καστανός με γαλανά μάτια και μακριά μέχρι τους ώμους μαλλιά, μικρότερος από τα παιδιά της, την κοιτάζει κατάματα μιλώντας της, και αυτό το βλέμμα του την διαλύει. Του απαντάει και νοιώθει ότι μιλάει πολύ αργά για να κρατήσει το χρόνο. Όταν την ευχαριστεί και απομακρύνεται, με το ζόρι κρατιέται να μην τον συνοδέψει μέχρι το μετρό. Αντί να απαντήσει στην ευχαριστία του με το τυπικό «παρακαλώ», του λέει « εγώ σας ευχαριστώ», και της έρχεται να τον φιλήσει.

Και καθώς αυτός απομακρύνεται, γυρίζει και αυτή και, σχεδόν τρέχοντας, μπαίνει στο λεωφορείο που έχει στο μεταξύ έρθει, χώνεται στο κάθισμά της και απλώνει στο διπλανό τις τσάντες της για να μην την ενοχλήσει κανείς.

Προσπαθεί να συμμαζέψει το μυαλό της και να εξηγήσει τι είναι αυτό που της συμβαίνει. Κοντά στα εξήντα της, σύζυγος, μητέρα και γιαγιά, σε ένα χρόνο να βγαίνει στη σύνταξη, με προβλήματα να πιέζουν και εκκρεμότητες να τρέχουν, τέτοιο σκίρτημα, τέτοιο χτυποκάρδι, τέτοιο κόψιμο στην ανάσα, όχι μόνο δεν τα περίμενε, αλλά έχει τόσα πολλά χρόνια να τα νοιώσει που έχει ξεχάσει και την ύπαρξή τους.

Μπορεί να μην είναι ο ωραιότερος άντρας που είχε δει ποτέ της , σίγουρα όμως είναι από τους πιο γλυκούς. Έχει πάνω του κάτι από το Χριστό και από τον Άδωνη. Η φωνή του ηχεί σαν απαλή μουσική και έχει κάτι από τη ζέστη του χαδιού. Το βλέμμα του μοιάζει πιο πολύ να σε διαβάζει, παρά να σε κοιτάζει. Κι ο ίσκιος του, είναι η χάρη του κυπαρισσιού και η δροσιά του πλάτανου μαζί. Να μη θέλεις να τον αφήσεις, ακόμη κι όταν έχει συννεφιά.

Σκέφτεται και απορεί, πώς, και πότε, πρόλαβε να σχηματίσει τόσο πλήρη εικόνα για κάποιον που τον έχει δει μόνο για δυο λεπτά, που έχει αλλάξει μόνο δυο λόγια μαζί του. Κάποια στιγμή καταλαβαίνει, με έκπληξη κι ίσως και με λίγο τρόμο, ότι δεν σκέφτεται, τον σκέφτεται. Ότι δεν τον σκέφτεται μόνο με το μυαλό της, αλλά και με το σώμα της. Ότι τον θέλει, αλλά χωρίς να ξέρει πώς. Ότι δεν τον νοιώθει σαν αντικείμενο πόθου, αλλά σαν τον πόθο τον ίδιο. Ότι, βλέποντάς τον δεν επιθυμεί τον έρωτα, αλλά την επιθυμία για έρωτα, που για τόσα χρόνια της έχει λείψει.

Κι αρχίζουν, ο νους κι η καρδιά της, για άλλη μία φορά, το ίδιο ταξίδι, την ίδια διαδρομή, την ίδια αναδρομή, την ίδια επιδρομή στην ψυχή της.

Εδώ και πολλά χρόνια μια σκέψη και ένα ερώτημα τη βασανίζουν. Μήπως η ζωή της, δεν είναι, απλά, κάτι διαφορετικό από αυτό που επιθυμεί, αλλά κάτι που την βλάφτει και τη σημαδεύει, κάτι που την κάνει να νοιώθει ότι σπαταλιέται και πάει στράφι. Με μία ασαφή αίσθηση αποτυχίας του γάμου της και μία δυσκολία να προσδιορίσει με ακρίβεια αυτά που την πληγώνουν, μονίμως προσπαθεί να βρει ποια ήταν τα όχι που έπρεπε να πει και δεν τα είπε, τα ναι που δεν έπρεπε να πει και τα είπε, τι ήθελε να ακούσει και δεν τ’ άκουσε, τι δεν ήθελε και τ’ άκουσε. Άλλες φορές νομίζει ότι το πετυχαίνει, άλλες όχι. Αυτή όμως η εναγώνια και χωρίς βέβαιο αποτέλεσμα αναζήτηση, την φθείρει συναισθηματικά, πνευματικά, ψυχικά και κοινωνικά, την κάνει απόμακρη και απρόσιτη, την κλείνει στο όστρακό της.

Κι εκεί που κοντεύει, για άλλη μία φορά, να χαθεί στο λαβύρινθό της, η εικόνα του νέου που συνάντησε πριν λίγη ώρα στην αφετηρία, γυρίζει για ακόμη μία, καλοδεχούμενη και ειρηνική, κατάληψη στο μυαλό και το σώμα της. Στο μυαλό, σαν αναπλήρωση κάποιας έλλειψης από καιρό αναμενόμενη. Στο σώμα, σαν οφειλή από καιρό καθυστερούμενη. Μυαλό και σώμα χαίρονται στην προσμονή της αναπλήρωσης της έλλειψης, της εξόφλησης της οφειλής. Βουλιάζει κι άλλο στο κάθισμά της και παραδίνεται στην αίσθηση της γλυκιάς κατάληψης, της γλυκιάς εγκατάλειψης μέχρι που το λεωφορείο φτάνει στο τέρμα. Η βροχή που έχει ξαναρχίσει και το σχεδόν τσουχτερό κρύο την επαναφέρουν στην πραγματικότητά της.

Τον σκέφτεται έντονα την επόμενη μέρα, της έρχεται στο μυαλό και τη μεθεπόμενη. Καθώς όμως περνάνε οι μέρες, φαίνεται ποιος θα ήταν ο νικητής στην πάλη ανάμεσα στο όμορφο όνειρο και την ασήμαντη πραγματικότητά της. Σκυφτή πάλι, πάνω από το σχεδιαστήριο στο γραφείο της, πάνω από τη σιδερώστρα στο σπίτι της, φαντάζεται ότι το χθες ήταν καλύτερο, για να το γλυκάνει, ότι το αύριο θα είναι καλύτερο, για να το αντέξει.

Όσο για τον ωραίο νέο, θα είναι πάντα εκεί, σε μιαν αφετηρία, αναμένοντας, προσκαλώντας, προκαλώντας, Όμως, αν η αφετηρία αυτή είναι για ένα νέο προορισμό, ή για μία ακόμα επιστροφή στη βάση, δεν εξαρτάται από αυτόν.

Αυτή, αυτό, δεν το ξέρει;

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ;

Αίσθηση προκάλεσε η αναφορά, στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής, της αντιπροέδρου του Β΄ τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Φλωρεντίας Καλδή, ότι 800 με 850 συνταξιούχοι βουλευτές έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη διεκδικώντας να ισχύσει και για αυτούς η ρύθμιση για τα αναδρομικά των δικαστικών, για το χρονικό διάστημα 2003-2007.
………………………………………………………………………………………………………………………………. Να σημειωθεί ότι το θέμα των αναδρομικών είχε τεθεί και στην προηγούμενη Βουλή, επί προεδρίας Δημήτρη Σιούφα και είχε ληφθεί απόφαση να μην καταβληθούν αυτά τα αναδρομικά στους εν ενεργεία βουλευτές. Τη συγκεκριμένη απόφαση υπενθύμισε ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Απ. Κακλαμάνης, σημειώνοντας ότι δεν πρέπει να υπάρξει συνειρμός σε βάρος του Κοινοβουλίου, από ενέργειες και διεκδικήσεις πρώην μελών του.
………………………………………………………………………………………………………………………………Σημειώνεται ότι από τη στιγμή που δικαιωθεί έστω και ένας συνταξιούχος βουλευτής που έχει προσφύγει στη Δικαιοσύνη, τότε θα ανοίξει ο δρόμος για να διεκδικήσουν αυξήσεις πέρα από τους συνταξιούχους, και οι εν ενεργεία βουλευτές εφόσον το επιθυμούν.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Ant1online.gr 4 Μαΐου 2011



Το θέμα είναι γνωστό, παλιό, λυπηρό και αρκούντως όζον. Σε μία καθόλα νόμιμη, αλλά καθόλου ηθική διελκυστίνδα, τα μέλη των δύο εξουσιών, νομοθετικής και δικαστικής, έχουν λύσει κατά τον καλύτερο – γι αυτά – τρόπο το θέμα των μισθών και των συντάξεών τους για τις υπηρεσίες που προσφέρουν στον ελληνικό λαό, εν ονόματι και κατ εντολή του οποίου ασκούν το λειτούργημα(;) τους.

Και αν στην περίπτωση των δικαστών περισσεύει η αμετροέπεια, στην περίπτωση των βουλευτών περισσεύει η υποκρισία. Γιατί, τι άλλο τάχα μπορεί να σημαίνει η αίσθηση (τι είδους άραγε, αλγεινή, ευχάριστη, ευφορίας, δυσφορίας, κάτι άλλο;) που προκλήθηκε στα μέλη της επιτροπής θεσμών της Βουλής από την αναφορά της αντιπροέδρου του Β! τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κ. Φλωρεντίας Καλδή, «ότι 800 με 850 συνταξιούχοι βουλευτές έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη διεκδικώντας να ισχύσει και γι αυτούς η ρύθμιση για τα αναδρομικά των δικαστικών, για το χρονικό διάστημα 2003-2007»; Δεν το γνώριζαν, δεν το φαντάζονταν, δεν το ανέμεναν, δεν το πίστευαν; Ποιος το πιστεύει αυτό; Ποιος τους πιστεύει αυτούς;

Ειπώθηκε από έγκριτο μέλος της επιτροπής ότι «δεν πρέπει να υπάρξει συνειρμός σε βάρος του Κοινοβουλίου, από ενέργειες και διεκδικήσεις πρώην μελών του». Μα γιατί αυτός ο διαχωρισμός; Τα πρώην μέλη, δεν ήταν κάποτε νυν, τα νυν μέλη δεν θα γίνουν κάποτε πρώην; Οι νυν είναι οι καλοί και οι πρώην οι κακοί; Ποιό είναι το μυστικό που κρατάει τους νυν, άξιους επαίνου και θαυμασμού, ενώ μετατρέπει τους πρώην, σε άξιους ψόγου και κατακραυγής;

Πολύ φοβάμαι ότι δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Πολύ φοβάμαι ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά. Πολύ φοβάμαι ότι, σε αγαστή σύμπνοια, οι πρώην δρουν σαν λαγοί των νυν και οι νυν σαν κάλυψη των πρώην.

Το ότι μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα, είναι ενδιαφέρον, όσο δε πιο πολλές είναι οι εξαιρέσεις, τόσο το καλύτερο. Επειδή όμως στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, μετράει πολύ η κυρίαρχη εντύπωση για την ποιότητά τους, κάποιοι πρέπει να φροντίζουν για αυτή και αυτοί δεν μπορούν να είναι άλλοι από εκείνους που τους υπηρετούν.

Αντί αυτού όμως τα (κακά!) μέλη του κοινοβουλίου σκέπτονται και πράττουν σαν τους (κακούς!) συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ οι οποίοι έδιναν επί σειράν ετών «μάχες» για φτηνό ρεύμα, φτηνό νερό, φτηνές μεταφορές, φτηνές τηλεπικοινωνίες, δωρεάν παιδεία, δωρεάν υγεία και ότι άλλο φτηνό και δωρεάν βάλλει ο νους του ανθρώπου, ενώ με τη συνεργασία ανεύθυνων, ασχέτων και φαύλων διοικήσεων και υπουργών επετύγχαναν αμοιβές και προνόμια που ανέβαζαν το κόστος των υπηρεσιών που προσέφεραν, χωρίς να βελτιώνουν τουλάχιστον, το αντίθετο συνέβαινε, την ποιότητά τους.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Για να φρεσκάρουμε τη μνήμη μας, αναφέρω, τον τρόπο εφαρμογής του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας, της παραγραφής, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, βαριών ποινικών αδικημάτων, τα άδεια έδρανα, τον τρόπο συμμετοχής και αμοιβής των στις διάφορες επιτροπές της βουλής, τις κάθε λογής απαλλαγές, ατέλειες και αμοιβές σε είδος, τους διορισμούς συγγενών στο προσωπικό της βουλής, το πλήθος αποσπασμένων δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούν στα γραφεία τους, τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς των και ίσως και κάποια ακόμη που μου διαφεύγουν ή δεν γνωρίζω.

Και όλα αυτά για την καλύτερη λειτουργία του κοινοβουλίου, της πολιτείας, της δημοκρατίας. Μόνο που κι εδώ, όπως και με τους (κακούς!) συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ, και το κόστος των υπηρεσιών που προσφέρουν ανεβαίνει διαρκώς και βελτίωση ο λαός δεν βλέπει.

Θα αναρωτιούνται, ίσως, κάποιοι γιατί να έχουμε τέτοιας σύνθεσης (ή, μήπως, αποσύνθεσης;) κοινοβούλιο και, κάποιοι άλλοι, τι πρέπει να γίνει για να βελτιωθεί η κατάσταση.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Για να γίνει κάποιος/α βουλευτής πρέπει να το θελήσει, να το ζητήσει, να μπει σε κάποιο συνδυασμό και, τέλος, να εκλεγεί.

Το καλό σενάριο είναι:

• Να το θελήσει επειδή αισθάνεται την ανάγκη, έχει την επιθυμία και καλύπτει κάποιες πολιτικές, κοινωνικές, επαγγελματικές και ηθικές προδιαγραφές, για να προσφέρει στον τόπο του.
• Να το ζητήσει από το κόμμα με το οποίο έχει τη μεγαλύτερη πολιτική και ιδεολογική συγγένεια και/ή έχει προσφέρει αφιλοκερδώς και εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε αυτό.
• Να μπει στους εκλογικούς συνδυασμούς του κόμματος της προτίμησής του μετά από μία αξιοκρατική διαδικασία επιλογής.
• Να εκλεγεί με τις δικές του δυνάμεις, το δικό του λόγο, τα δικά του οικονομικά μέσα και μέσα από ένα εκλογικό σύστημα που βοηθάει τους πολίτες να επιλέξουν τους καλύτερους.

Το κακό σενάριο είναι:

• Να το θελήσει για προσωπικούς και ιδιοτελείς λόγους.
• Να το ζητήσει από το κόμμα που έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες νίκης
• Να μπει στους εκλογικούς συνδυασμούς του κόμματος της επιλογής του, μετά από παρεμβάσεις και πιέσεις ομάδων συμφερόντων.
• Να εκλεγεί με την υποστήριξη ομάδων συμφερόντων, αναλαμβάνοντας και αντίστοιχες δεσμεύσεις προς αυτές, μέσα από ένα εκλογικό σύστημα που υποχρεώνει του πολίτες να ψαρεύουν σε θολά νερά.

Η εμπειρία δείχνει ότι το κακό σενάριο είναι αυτό που εξελίσσεται πάντα, με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις.

Υπάρχει όμως πολύ συγκεκριμένος λόγος που το καλό σενάριο δεν έχει καμία τύχη.

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ, τι είδους βουλευτές επιδιώκει συνειδητά η πλειοψηφία των πολιτών να στείλει σαν εκπροσώπους της στο κοινοβούλιο;

• Θέλουμε οι βουλευτές να μας λένε την αλήθεια, ή αυτό που μας αρέσει να ακούμε;
• Θέλουμε οι βουλευτές να λύνουν τα προβλήματα του τόπου, ή τα δικά μας;
• Θέλουμε τους βουλευτές να ψηφίζουν κανόνες για το σύνολο, ή εξαιρέσεις για εμάς;
• Θέλουμε βουλευτές που θα είναι γνωστοί για το έργο, την προσφορά και την αξιοσύνη τους ή, απλά, αναγνωρίσιμους αστέρες της μικρής οθόνης, της πίστας, των κοσμικών κύκλων και των γηπέδων;
• Χρησιμοποιούμε το μυαλό και την καρδιά μας μπροστά στη κάλπη, αναλογιζόμενοι την ευθύνη της στιγμής και τη σημασία της ψήφου, ή εκτελούμε την εντολή ή την παράκληση του κόμματος, του γονιού, του παιδιού, του αφεντικού, του παπά, του δάσκαλου, του αστυνόμου, του Λάκη, του Μάκη, του Σάκη, ή δεν ξέρω κι εγώ τίνος άλλου;

Και εδώ η εμπειρία δείχνει ότι τα κριτήριά μας δεν βοηθούν πολύ στην ποιοτική αναβάθμιση του κοινοβουλίου.


Και ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει για να βελτιωθεί η κατάσταση; Για να δούμε κι εδώ τι μπορούμε να προτείνουμε:

• Πρέπει να δημιουργηθούν κίνητρα και προϋποθέσεις ώστε το λειτούργημα του βουλευτή να είναι αυτόματα ελκυστικό για τους άριστους και αυτόματα αποτρεπτικό για τους άχρηστους. Το σύνταγμα, ο εκλογικός νόμος και ο κανονισμός της βουλής είναι τα κατάλληλα εργαλεία. Το θέμα πρέπει, χωρίς φοβίες, αναστολές και μίζερους υπολογισμούς, να μπει άμεσα σε δημόσια διαβούλευση. Οι ανιδιοτελείς, ανώνυμοι, ενεργοί και υπεύθυνοι πολίτες, σίγουρα θα έχουν να προτείνουν πολλά και ενδιαφέροντα.
• Πρέπει να μπει μάθημα στα σχολεία, για τη λειτουργία του πολιτεύματος, της διοίκησης και των θεσμών, καθώς και για έννοιες όπως δημόσιο συμφέρον, καταναλωτική αντίληψη, εθελοντισμός, κοινωνία και κοινωνική προσφορά. Η διδασκαλία του θα πρέπει να έχει ομοιογένεια, ώστε να διδάσκονται όλοι τα ίδια πράγματα, ποιότητα, ώστε να διδάσκονται όλοι τα καλύτερα από τους καλύτερους, πολυφωνία, ώστε να παρουσιάζονται περισσότερες της μιας απόψεις και η ύλη να συνοδεύεται από πλούσια προτεινόμενη βιβλιογραφία. Θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα διαδραστικής διδασκαλίας του, μέσω διαδικτύου.
• Πρέπει η πολιτεία, σαν ιδιοκτήτης του φάσματος των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, να δεσμεύσει, από τον χρόνο που παραχωρεί, μερικά λεπτά κάθε μέρα για προβολή κοινωνικών μηνυμάτων, καθώς και μηνυμάτων «αντιπαραπληροφόρησης» για προστασία των πολιτών από βλαπτική, ψευδή ή λανθασμένη πληροφόρηση.

Επαναλαμβάνω, κλείνοντας, ότι για όλα αυτά τα θέματα και για τα θέματα των νόμων περί βουλευτικής ασυλίας, καθώς και ευθύνης υπουργών, πολιτικού προσωπικού και δημοσίων λειτουργών, θα έπρεπε ήδη να έχει, με ευθύνη της κυβέρνησης, ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος και να μην περιμένουμε τις τυπικές ημερομηνίες της συνταγματικής αναθεώρησης, γιατί περνάει το μήνυμα ότι, επειδή το υπάρχον πολιτικό σύστημα μπορεί να ζει και να αναπτύσσεται μόνο μέσα σε συνθήκες σήψης, δεν θέλει την καθαρτήρια αλλαγή που θα το ελευθερώσει, αλλά τη σήψη που θα το διατηρήσει.

Αν έτσι είναι τα πράγματα, κρίμα. Αν δεν είναι έτσι, δυο φορές κρίμα. Είτε μία φορά όμως, είτε δύο, το κρίμα στο λαιμό τους και αν οι αίτιοι καταβαραθρωθούν πολιτικά θα είναι επιλογή τους και λίγο μας ενδιαφέρει. Ο τόπος μας, όμως, τι φταίει;

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ

Έκτακτο γιατί, έστω και για τρεις ώρες, μας έβγαλε από τη μούχλα, τη μιζέρια και την απαισιοδοξία που, εδώ κι ενάμιση χρόνο, μας σπρώχνουν σχεδόν όλοι, σχεδόν όλα.

Έκτακτο, γιατί όλοι οι συμμετέχοντες, και οι συμμετέχουσες, ήταν έκτακτοι άνθρωποι.

Έκτακτο, γιατί λίγες φορές έχω δει στον τόπο μου τόση και τέτοια ποιότητα ψυχής, φρονήματος και γνώσης, συγκεντρωμένα στον ίδιο μέρος, την ίδια στιγμή, με τον ίδιο στόχο.

Δελτίο, τέλος, γιατί τέτοια δρώμενα δεν τα βρίσκουμε πια ούτε με το δελτίο.

Αναφέρομαι στην παρουσία του Μουσικού Σχολείου Βόλου χθες το βράδυ σε εκπομπή της ΝΕΤ.

Είναι ένα γυμνάσιο – λύκειο, με 450 περίπου μαθητές και μαθήτριες, χωρισμένους σε 21 συνολικά τμήματα που διδάσκονται μαθήματα γενικής παιδείας και μουσικά μαθήματα. (Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο, http://mousiko-volou.blogspot.com).

Αυτό που είδανε οι τυχεροί που παρακολούθησαν την εκπομπή, ήταν πράγματι εξαίρετο. Επρόκειτο για μία παραγωγή με τραγούδια συγχρόνων και πολύ γνωστών συνθετών και στιχουργών που αποδόθηκαν από τη συμφωνική ορχήστρα, τη λαϊκή ορχήστρα και τη χορωδία του σχολείου, σε μία αρμονικότατη και μελωδικότατη από κοινού εκτέλεση.
Δεν ήταν μόνο η ποιότητα και η διάθεση των - παιδιών και εφήβων - ερμηνευτών. Δεν ήταν μόνο η αγάπη των καθηγητών προς τη δουλειά τους και προς τους μαθητές τους. Δεν ήταν μόνο το διάχυτο αίσθημα συνύπαρξης και συνεργασίας ανθρώπων που προσπαθούν για τον ίδιο σκοπό. Ήταν όλα αυτά μαζί και πάνω από όλα αυτά, αυτό που συνέβαινε φαινόταν «στα πρόσωπα, στα σώματα, στα μάτια και στα στόματα» παιδιών και δασκάλων.

Πρώτη φορά γνώρισα δασκάλους να προσφέρουν τόσα πολλά και να είναι έτοιμοι να προσφέρουν ακόμη περισσότερα, χωρίς διαπραγματεύσεις για ανταλλάγματα, να αποδίδουν την επιτυχία του σχολείου στους μαθητές τους, να καμαρώνουν γι αυτούς και να λένε ότι τέτοιους μαθητές θα θέλανε να έχουν όλοι οι δάσκαλοι, τέτοια παιδιά όλοι οι γονείς, τέτοιους πολίτες όλοι οι τόποι.

Πρώτη φορά άκουσα μαθητές να χειροκροτούν τους δασκάλους τους και να μην είναι καζούρα, να λένε ότι τους αρέσει το σχολείο γιατί περνάνε καλά εκεί και ότι εξ αιτίας της μουσικής γίνονται καλύτεροι και στα μη μουσικά μαθήματα.

Πρώτη φορά, τέλος είδα με τα μάτια μου τι μπορεί να κάνει η μουσική, όχι σαν διασκέδαση αλλά σαν αγωγή. Κοίταζα τα παιδιά και δεν ξεχώριζα αγόρια από κορίτσια, όμορφα από άσχημα, χοντρά από αδύνατα, ψηλά από κοντά. Αυτό που έβλεπα ήταν θέληση στα βλέμματα, χαρά στα πρόσωπα, ζωή στη στάση και στην κίνηση. Αυτό που έβλεπα είναι ότι η γενιά που έρχεται στο προσκήνιο, θα έχει τη μαγιά που θα χρειαστεί για να γίνουμε πάλι μία χώρα που θα βρει το δρόμο της μέσα από το μόχθο, την αυτογνωσία, το μέτρο.

Ευχαριστώ τα παιδιά και τους δασκάλους του Μουσικού Σχολείου Βόλου για τη χαρά και την ελπίδα που μας χάρισαν.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

ΕΞΟΔΟΣ: ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ

Μπροστά πηγαίνει η νεκροφόρα, άδεια. Ένα παλιό ταξί Mercedes, μετασκευασμένο σε πολυτελές όχημα της τελευταίας διαδρομής, το οποίο, μαζί με τον επιβάτη του, μόλις έχει μεταφέρει και την εικαζόμενη, αλλά σχεδόν βέβαιη, ματαιοδοξία του (ή αυτή των οικείων του) για μία εντυπωσιακή αποχώρηση.

Κανείς δεν γνωρίζει τίνος ιδέα ήταν να ηγείται της εξόδιας πομπής η νεκροφόρα. Ο μόνος που θα είχε λόγο να το θέλει, ελπίζοντας ίσως σε μία διαδρομή επιστροφής, είτε μετά από ανακάλυψη ανθρώπινου σφάλματος, είτε μετά από αποκάλυψη θεϊκής εύνοιας, είναι ο ίδιος ο νεκρός, αυτός όμως δεν ήξερε τίποτα, ούτε καν για το πρώτο σκέλος, αυτό της αναχώρησης, ώστε να έχει την πρόνοια να ρυθμίσει τα του δευτέρου, αυτού της επιστροφής.

Την νεκροφόρα ακολουθούν, ο παπάς με το ευαγγέλιο, το παπαδάκι με το θυμιατό, ο ψάλτης με κάποιο βιβλίο κι΄αυτός, και μερικά στεφάνια που τα κρατάνε πρόσωπα που δείχνουν θλιμμένα και είναι αξύριστα, ατημέλητα και μαυροντυμένα.

Ακολουθεί ο ίδιος ο νεκρός, ξαπλωμένος στο ολοκαίνουργιο, αμεταχείριστο, φέρετρό του, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν ένα είδος τετρακίνητου, αφού το μεταφέρουν, με αργό, τελετουργικό και συγχρονισμένο βηματισμό τέσσερεις μαυροφορεμένοι, γνώστες των λεπτομερειών της τελευταίας διαδρομής. Ντυμένος με μεγάλη επιμέλεια, καλοσιδερωμένο ριγέ κοστούμι, γυαλισμένα παπούτσια, πουκάμισο και γραβάτα στην τρίχα, ξύρισμα και μακιγιάζ της τελευταίας στιγμής, με μαντήλι στο τσεπάκι και το σήμα των ολυμπιακών αγώνων στο πέτο του σακακιού του, λες και πηγαίνει σε σοβαρό επαγγελματικό ραντεβού, ή σε τηλεοπτική εκπομπή. Μόνο το κινητό τηλέφωνο από το χέρι του λείπει. Αν η γενικότερη κατάστασή του δεν ήταν τόσο προφανής θα μπορούσε να κινεί το φθόνο.

Έπεται στην πομπή η σύζυγος, η οποία, κατ’ επανειλημμένες δηλώσεις της προς τον ίδιο, αλλά και προς τρίτους, «χαράμισε τη ζωή της μαζί του», κλαίουσα και οδυρόμενη, εγκάρδια, πηγαία και ειλικρινά. Όποιος τους γνώρισε σαν ζευγάρι θα παραξενεύεται με την παντοιοτρόπως εκδηλούμενη λύπη της, αν όμως μπει στον κόπο να χρησιμοποιήσει λίγο το μυαλό του, θα την κατανοήσει πλήρως.

Από σήμερα η χήρα είναι μόνη της και έχει την απόλυτη ευθύνη για τον εαυτό της. Με λίγα λόγια, δεν μπορεί πια να του χρεώνει λάθη, αδυναμίες, αστοχίες και ατολμίες της. Όση ζωή της έχει απομείνει – και λογικά έχει μπόλικη ακόμη – θα την χαραμίζει, ή δεν θα την χαραμίζει, από μόνη της και με δική της ευθύνη. Αυτό είναι ένα απροσδόκητο και δυσβάσταχτο φορτίο που, σίγουρα, δεν μπορεί να το σηκώσει, έτσι τουλάχιστον νομίζει.

Για ότι θα της συμβαίνει, δεν θα φταίει πλέον ο χαρακτήρας του μακαρίτη, οι απαιτήσεις του, οι ιδιοτροπίες του, η κακή ανατροφή του, το σόι του, τα γονίδιά του, αυτός τέλος πάντων. Και επειδή η ίδια γνωρίζει, υποσυνείδητα έστω, ότι πολλά από αυτά που του φόρτωνε δεν ήταν ακριβώς έτσι, απλά, αυτήν έτσι την βόλευε, γιατί την απάλλασσε από τις ευθύνες της και, ταυτόχρονα, την αθώωνε, πόσο μάλλον που αυτός τις πιο πολλές φορές δεν αντιδρούσε, τρομάζει στην ιδέα ότι θα βρίσκεται, σε κάθε ευκαιρία, αντιμέτωπη με τον πραγματικό αίτιο του χαραμίσματος της ζωής της, τον εαυτό της.

Αυτό μπορεί βέβαια και να της βγει, τελικά, σε καλό, γιατί με το θάνατό του, μη έχοντας πια κάποιον ο οποίος θα φταίει για όλες τις στραβές της, θα προσπαθεί να κάνει λιγότερες στραβές και, δόξα στο θεό, μυαλό γι αυτό δεν της λείπει.

Η χήρα, στη μοναχική πορεία της, υποβαστάζεται, τρόπος του λέγειν, γιατί μια χαρά στέκει, από τα δύο παιδιά τους, γιό και κόρη τα οποία δεν δείχνουν σημεία συντριβής, ή, έστω, μεγάλης θλίψης κι αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναμενόμενο, αφού οι σχέσεις τους με τον μακαρίτη ήταν σχεδόν συμβατικές. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους είχαν φύγει από το πατρικό τους, είχαν δημιουργήσει δικές τους οικογένειες και οι επαφές τους, κυρίως τηλεφωνικές, όλο και αραίωναν. Στο κάτω κάτω δεν είχαν και πολλές απαιτήσεις. Ένα δώρο, σε αυτούς και τα παιδιά τους, για τις γιορτές και τα γενέθλια τους, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα τους, κανένα ταξιδάκι αναψυχής, ένα τσοντάρισμα στη δαπάνη αλλαγής αυτοκινήτου ή επίπλων, η αντικατάσταση των λάπτοπς και των κινητών, αλλά και η καλή του υγεία, για να μην έχουν να τον τρέχουν σε γιατρούς και σε νοσοκομεία, ήταν ότι περίμεναν από αυτόν. Όσο για τα κληρονομικά, γνωρίζουν ότι όσο ζει η μητέρα τους δεν θα έρθει κανένα από τα ακίνητά του στην πλήρη κυριότητά τους, αλλά για τα μετρητά, που πρέπει να είναι αρκετά, έχουν μία σχετική αδημονία και περπατώντας δίπλα στην περίλυπη μητέρα τους, όλο και το ψιλοσκέφτονται.

Τα αδέλφια του ,αδελφός και δύο αδελφές, και ταυτόχρονα συνέταιροί του στην οικογενειακή επιχείρηση, ακολουθούν τη σύζυγο και η όποια λύπη τους για την απώλεια του αδελφού τους μετατρέπεται σε συντριβή μπροστά στις μαύρες προοπτικές που διαγράφονται για το μέλλον της εταιρίας την οποία κουμαντάριζε, με αξιοσημείωτη, ομολογουμένως επιτυχία, ο μακαρίτης, ενώ αυτοί είχαν εκουσίως περιορίσει τη συμβολή τους στη δίκαιη, οφείλουμε να παραδεχτούμε, διανομή των κερδών. Οι πρώτες προτάσεις για πώληση είχαν αρχίσει να πέφτουν κατά την πορεία προς το μνήμα και συμφωνούσαν και οι τρεις ότι το μεγάλο πρόβλημα θα ήταν να πεισθεί η γυναίκα του.

Την πομπή συμπληρώνουν μακρινοί συγγενείς, παλιοί γνωστοί από το σχολείο, το στρατό και τη δουλειά, συντοπίτες και γενικά όλοι αυτοί που συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια σε κηδείες κοινών γνωστών, θυμούνται τα παλιά και περνάνε μια – δυο ευχάριστες ώρες.

Θα είναι παράλειψη αν δεν αναφερθεί η παρουσία, στην ουρά της πομπής, δύο-τριών σκυλιών από αυτά που συχνάζουν στα κοιμητήρια και τρέφονται, κυρίως, με κόλλυβα, αρτίδια και παξιμαδάκια, προσβλέποντας στην ημέρα της δευτέρας παρουσίας, μετά την έλευση της οποίας θα έχουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στα κόκκαλα που αφθονούν στην περιοχή της δράσης τους.

Συμπερασματικά, μία κηδεία είναι μία στιγμή ορόσημο γιατί, εκτός από το νεκρό για τον οποίο ανοίγεται μόνον ένας λάκκος, για όλους τους άλλους ανοίγονται νέες προοπτικές οι οποίες ανεφέρθησαν ή υπαινίχθησαν στις προηγούμενες παραγράφους και γι αυτό δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθούν. Ίσως έτσι να εξηγείται και προπορεία της νεκροφόρας, σαν συμβολισμός του ότι η ζωή δεν τελειώνει σε ένα μνήμα, αλλά συνεχίζεται και πέρα από αυτό, μέχρι το επόμενο, που κανείς, ούτε και αυτοί που παρακολουθούν τη σημερινή κηδεία, δεν γνωρίζει για ποιόν θα ανοιχθεί.