Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Το άσχημο δεν είναι ότι η φετινή χρονιά μπορεί να είναι η χειρότερη που θα θυμάμαι (έτσι κι αλλιώς κάποια θα ήταν η χειρότερη), το άσχημο είναι ότι θα είναι καλύτερη από αυτή που έρχεται.

Κι επειδή οι ευχές είναι σαν τα  παραμύθια, μας δίνουν χαρά όταν τις ακούμε, αντί για ευχές, σας δίνω - σαν αντίδωρα – δυο μπουκιές από δύο παραμύθια, που είναι από τα καλύτερα που θυμάμαι.


Η πρώτη,

.................................
… Και ξαναγύρισε στην αλεπού:
-Αντίο, της είπε…
-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.
-Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια, ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
-Ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλο σου είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία.
-Ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλο μου είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία, έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
-Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τούτη την αλήθεια, είπε η αλεπού. Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Απ’ εδώ κι εμπρός θα είσαι για πάντα υπεύθυνος για κείνο που έχεις ημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο σου…
-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλο μου… ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται....
.........................
(ANTOINE DE SAINT – EXUPERY, «Ο Μικρός Πρίγκιπας»)

Κι η δεύτερη

...........................
… Ο Σάλιβαν αναστέναξε, αλλά δεν αντιμίλησε. Είπε μόνο:
«Νομίζω πως θα μου λείψεις Ιωνάθαν».

«Σάλι, ντροπή», του είπε ο Ιωνάθαν επιτιμητικά, «μην είσαι κουτός! Τι προσπαθούμε να μάθουμε κάθε μέρα; Αν η φιλία μας εξαρτάται από πράγματα σαν το χώρο και το χρόνο, τότε, όταν τελικά ξεπεράσουμε το χώρο και το χρόνο, θα ‘χουμε καταστρέψει την ίδια την αδελφοσύνη! Χωρίς όμως αυτήν την εξάρτηση, αν ξεπεράσουμε το χώρο, δεν θα μας απομένει παρά μόνο το εδώ. Αν ξεπεράσουμε το χρόνο, δεν θα μας απομένει παρά το Τώρα. Και, καταμεσής στο Εδώ και στο Τώρα, δεν νομίζεις πως θα βλεπόμαστε οι δυο μας πού και πού;….
..........................

(RICHARD BACH,  «Ο Γλάρος Ιωνάθαν»)

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ



Αυταπάτη, ορισμοί:

1.-Ψευδής πεποίθηση η οποία παρουσιάζεται χωρίς το ανάλογο εξωτερικό ερέθισμα, ενώ έρχεται σε αντίφαση με την κεκτημένη γνώση και εμπειρία του ατόμου…. (iatronet). 

2.-H κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα (Wiktionary).

Σίγουρα θα υπάρχουν πολλοί ακόμα ορισμοί, περισσότερο ή λιγότερο δόκιμοι, το ζητούμενο όμως δεν είναι η ακρίβεια ενός ορισμού, αλλά η ερμηνεία ενός φαινομένου, αυτού της αντίδρασης της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με τα προβλήματα, όπως ο καταποντισμός της οικονομίας, η καταβαράθρωση του κοινωνικού κράτους, η αποσάθρωση των θεσμών, η ανατροπή των αξιών, που αντιμετωπίζει.

Οι τρεις αυταπάτες

Η χθεσινή ομιλία του κ. πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, καθώς και η σημερινή συνέντευξη τύπου, μας έκαναν σοφότερους μόνο κατά το ότι καταλάβαμε, για πολλοστή φορά, ότι δεν έχουμε ξεμπλέξει ακόμα με τις «αυταπάτες» του, ότι μας περιμένουν πολλές ακόμα, ότι ο κ. Τσίπρας, η κυβέρνηση του, το κόμμα του, εκτός από «…κάθε λέξη του συντάγματος…», ήταν, είναι και θα είναι, «κάθε γράμμα της αλήθειας», «κάθε έννοια του ήθους», «κάθε όριο της αγωνιστικότητας», «κάθε ορισμός της αυταπάτης».

Κι όμως, σε επίπεδο κοινωνίας, υπάρχει πάγωμα, αμηχανία, παραίτηση, απαισιοδοξία, κατάθλιψη, που δεν μετουσιώνονται σε πιεστική απαίτηση για αλλαγή πορείας, για τήρηση των υποσχέσεων, για διατήρηση στοιχειωδών κεκτημένων, για εγκατάλειψη παρωχημένων ιδεοληψιών, για απόρριψη αποτυχημένων συνταγών.


Έχω την εντύπωση ότι η κοινωνία έχει αυτόν τον τρόπο «αντίδρασης», γιατί την στοιχειώνουν τρεις μεγάλες αυταπάτες που της υποβλήθηκαν, κυρίως, αλλά όχι μόνον, από την «ριζοσπαστική αριστερά», στις διάφορες μεταμορφώσεις, μεταλλάξεις, εκδοχές και συνιστώσες της, κυρίως από το 1993 και μετά.

Η πρώτη αυταπάτη της κοινωνίας ήταν ότι η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και τους θεσμούς της σήμαινε πως, με αυτόν τον τρόπο, θα εξασφαλίζαμε οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά πλεονεκτήματα και προνόμια, καθώς και ευνοϊκούς συσχετισμούς στο διεθνές περιβάλλον, όχι όμως αναλαμβάνοντας και αντίστοιχες υποχρεώσεις, αλλά σαν είδος αντιπαροχής στην εκ μέρους μας «παροχή αρχαίου πολιτισμού» προς αυτούς. (άποψη που ενδημούσε, λιγότερο ή περισσότερο, και σε άλλους πολιτικούς χώρους).

Η αντίληψη αυτή φανερώθηκε σε όλο της το μεγαλείο στην Πλατεία Συντάγματος τις μέρες της αιμομιξίας των «αγανακτισμένων» της Άνω Πλατείας με αυτούς της Κάτω Πλατείας, εκφράστηκε με λόγο που θα έκανε την «Αυριανή» του Γ. Κουρή να φαντάζει σεμνότερη από τη «Φωνή του Κυρίου» τη Χρυσοπηγής, κορυφώθηκε με την συγκυβέρνηση των ΣΥ.ΡΙΖ.Αν.Ελλ   και κατέληξε σε Χατζιαβάτικους ψευτοπαλικαρισμούς, όπως το “Merkel Go Home” ή «εμείς θα βαράμε το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν».


Η δεύτερη αυταπάτη της κοινωνίας ήταν ότι η «κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση».Η αυταπάτη αυτή έχει πετύχει, σε μεγάλο βαθμό, δύο «στόχους» (η λέξη «στόχους» δεν γράφτηκε τυχαία): Αφ’ ενός, να καταστήσει μοναδικό ένοχο της κρίσης το ΠΑ.ΣΟ.Κ., απαξιώνοντας το σημαντικό έργο που έγινε από τις κυβερνήσεις του και, αφ’ ετέρου, να «εξαφανίσει» από τη σύγχρονη ιστορία της χώρας την εξαετία 2004-2009, την εξαετία των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή, του κύριου δηλαδή αίτιου της δημιουργίας της κρίσης.

Η ενοχοποίηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. βόλευε και την Ν.Δ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., την πρώτη γιατί την «ξέπλενε» στη συνείδηση, όχι μόνο των οπαδών της, αλλά και μεγάλου μέρους της υπόλοιπης κοινωνίας, τον δεύτερο γιατί ήταν ο πλησιέστερος, προς τη μεγάλη δεξαμενή των απογοητευμένων οπαδών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., «αλιέας», πράγμα που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο.  Αλλά, βόλευε και τους δύο ταυτόχρονα για τα μελλοντικά τους σχέδια, ενός νέου μεγάλου αριστεροδέξιου δικομματισμού. Έτσι, υπήρξε, ή, μάλλον, δημιουργήθηκε το κατάλληλο κλίμα για την καλλιέργεια της δεύτερης αυταπάτης της κοινωνίας, «για όλα φταίει το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Ανατρέχοντας στην αρχή του κειμένου, στους ορισμούς, διαπιστώνουμε ότι η δεύτερη αυταπάτη είναι, η ίδια, άλλος ένας ορισμός της λέξης!

Και, τώρα, η τρίτη, και μεγαλύτερη, αυταπάτη της κοινωνίας είναι ότι ο Πρωθυπουργός,  κατά την πρώτη κυβέρνηση των ΣΥ.ΡΙΖ.Αν.Ελλ., έπεσε θύμα αυταπάτης.

 Αλλά, αν υπήρξε, κατά τους ορισμούς, «ψευδής πεποίθηση» ή «παραπλάνηση εαυτού» για την ικανότητα του οικονομικού του επιτελείου, τις προθέσεις των δανειστών, τις αντιδράσεις των αγορών, τις επιπτώσεις μίας εξόδου της χώρας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, την «πόρτα που έφαγαν» από Κινέζους και Ρώσους όταν την χτύπησαν για δανεικά, τα μυαλά της Ζωής, αλλά και της Τασίας, τα σχέδια του Λαφαζάνη για ριφιφί στο νομισματοκοπείο, και άλλα, «ών ούκ έστιν αριθμός», τι περίμενε από τον Καμμένο, τον Φλαμπουράρη, τον Μπαλτά, τον Κουράκη, τον Πολλάκη, τον Κουρουμπλή, τον Χαϊκάλη, τον Στρατούλη, την Φωτίου, τον Κουίκ; (συγνώμη, αν παρέλειψα κανέναν!).

Η συνειδητή υποβάθμιση του ρόλου της Νομοθετικής Εξουσίας, οι συνειδητές παρεμβάσεις στη Δικαστική Εξουσία, η συνειδητή απαξίωση των Ανεξάρτητων Αρχών, η συνειδητή οπισθοδρόμηση στην Παιδεία, η συνειδητή προσπάθεια χειραγώγησης των ΜΜΕ από «νέα τζάκια», η συνειδητή εγκαθίδρυση καθεστώτος ευνοιοκρατίας, η συνειδητή απαξίωση της αξιοκρατίας, το συνειδητό δημοψήφισμα της εξαπάτησης,  οι συνειδητά ψεύτικες υποσχέσεις, η συνειδητή προβολή ανύπαρκτου έργου για επικοινωνιακούς, και μόνο, λόγους, η συνειδητή προβολή της «κωλοτούμπας» σαν μορφής αγώνα και άλλα πολλά, μόνο αυταπάτη δεν σημαίνουν.

Και, έτσι κι αλλιώς, η επίκληση μίας ψυχικής νόσου, όπως είναι η αυταπάτη, από έναν Πρωθυπουργό για τη δικαιολόγηση των αδυναμιών, αστοχιών, σφαλμάτων, «ανομημάτων και αμαρτιών» δικών του και της κυβέρνησης του, είναι καθαρή προσπάθεια εξαπάτησης της κοινωνίας. Δεν απευθύνεται στη λογική της, αλλά στο θυμικό της και βρίσκει ανταπόκριση γιατί της δίνει τη δικαιολογία που ζητάει. Όχι μόνο για να μην παραδεχτεί ότι έκανε λάθος επιλογή, αλλά για να προσπεράσει το λάθος της "δίνοντας μία δεύτερη ευκαιρία"σε ένα νέο άνθρωπο που την πάτησε!

Έτσι λοιπόν, η κοινωνία μας εγκλωβισμένη σε τρεις αυταπάτες, παραδέρνει «δειλή, μοιραία και άβουλη», περιμένοντας, τι;

Κάποιους καλύτερους παραμυθάδες, όταν ξέρει ότι τα παραμύθια τέλειωσαν;

Κάποιους που θα τραβάνε άσους από το μανίκι του σακακιού τους, όταν ξέρει ότι δεν υπάρχουν σακάκια;

Κάποιους που θα της μιλάνε για έναν «άλλο κόσμο», όταν ξέρει ότι αυτός ο «άλλος κόσμος» έχει πάει στον άλλο κόσμο, εδώ και χρόνια, και το μόνο που έχει απομείνει από αυτόν είναι η δυσωδία του;

Ή, τελικά, κάποιους που θα την βγάλουν από τις αυταπάτες της και θα της συμπαρασταθούν με γνώση, παρρησία και ανιδιοτέλεια, μέχρι να μάθει να βρίσκει το δρόμο της και να διεκδικεί το δικαίωμα να χτίσει το μέλλον της;


 Ελπίζω πολύ στο τελευταίο, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι πλησιάζουμε στο «δεν πάει άλλο» και ο δεύτερος είναι ότι η κυβέρνηση, μας οδηγεί προς αυτό το «δεν πάει άλλο» τόσο γρήγορα, που «πιο γρήγορα πεθαίνεις». 

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Τόσο κοντά στον πόνο, τόσο μακριά από τον πόνο του άλλου, αντέχεται;

Κρατήθηκε δύο χρόνια καθαρή, αλλά μέχρι εκεί ήταν. Γύρισε στην κόλαση κι ένας χρόνος ήταν αρκετός για να την στείλει στον άλλο κόσμο, όχι αυτόν που αναζητούσε, στον άλλον άλλο, αυτόν που όλοι θα πάμε, καθαροί και μη.

Ο σύντροφος της, πιο δυνατός, πιο τυχερός, ποιος ξέρει, κρατάει ακόμα. Κάτι η οικογένεια που παραστέκει, κάτι το παιδί που κι αυτός καταλαβαίνει ότι δεν χρωστάει τίποτα, κάτι κάνα δυο μεροκάματα τη βδομάδα που σταυρώνει, τον κάνουν να νοιώθει ότι κάποιος τον χρειάζεται, κάτι μετράει κι αυτό τον στυλώνει.

Το κοριτσάκι τους, τριών και κάτι χρόνων, ξέρει ότι «η μανούλα έφυγε και δεν θα ξανάρθει», ξέρει ότι στον παππού και τη γιαγιά ακουμπάει, είναι όμως κολλημένο στον πατέρα του κι όλο τον ρωτά αν είναι καλά, αν θέλει κάτι, αν την αγαπάει.

Πέρσι, πριν πεθάνει η μητέρα της, της είχε πάρει δώρο για τη γιορτή της μια ζακέτα που της ερχόταν μεγάλη, γι αυτό  τη φύλαξαν για φέτος που θα ήταν πιο ψηλή. Ήξερε ποιος της την είχε φέρει κι όταν την πήρε στα χέρια ρώτησε τη γιαγιά της: «γιαγιά, εγώ σε ποιον θα πω τώρα ευχαριστώ αφού είναι στον ουρανό;» και μιαν άλλη φορά, «γιαγιά, άμα το πω στα πουλάκια που πετάνε ψηλά, θα της το πούνε;» και μια τρίτη,  «γιαγιά τώρα που φοράω τη ζακέτα,  με βλέπει;».

Θα πει κανείς, η μόνη είναι; Τέτοια και χειρότερα συμβαίνουν κάθε μέρα.

Ναι, αλλά είναι διαφορετικό να ακούς την ιστορία από συγγενικό πρόσωπο και είναι βαρύ να την ακούς την ώρα του φαγητού, να λυπάσαι και να συνεχίζεις με το φρούτο.

 Τόσο κοντά στον πόνο, τόσο μακριά από τον πόνο του άλλου, αντέχεται;  

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Άλλη μία «ομάδα»;



Ένας καλός φίλος από τα παλιά, με κάλεσε, μέσα από το f/b να γραφτώ σε μία ομάδαπου λέγεται Ομάδα «ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΡΥΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ»

Η περιγραφή του στόχου της Ομάδας είναι:

 «Η ομάδα αυτή θεωρεί επείγουσα την ανάγκη πραγματοποίησης Ιδρυτικού Συνεδρίου της Κεντροαριστεράς από μηδενική βάση, με στόχο τη συμφωνία για την υπέρβαση του Μνημονίου και την ανασυγκρότηση της χώρας».

Από όσα γνωρίζω, πρόκειται για μία ανοιχτή ομάδα του f/b στην οποία συμμετέχουν αρκετά, γνωστά από τη δημόσια παρουσία και λόγο τους, άτομα, μερικά από τα οποία με τιμούν με τη φιλία τους.

«Ιδρυτικό Συνέδριο της Κεντροαριστεράς» λοιπόν:

Ιδρυτικό, δηλαδή αυτό που θα σημάνει, θα ξεκινήσει, θα πραγματοποιήσει ένα Συνέδριο, δηλαδή μία διαδικασία, μια κίνηση, μία δραστηριότητα, για τη διατύπωση πολιτικών θέσεων, για τη σύνταξη προγράμματος, για την εκλογή οργάνων, και όλα αυτά θα έχουν σαν στόχο την  αναγέννηση (για άλλη μία φορά) της Κεντροαριστεράς.
.
Όλα αυτά τα, πράγματι, πολύ ωραία πράγματα θα γίνουν σε μία συγκεκριμένη χώρα με μία συγκεκριμένη κοινωνία, σε μία συγκεκριμένη συγκυρία.

Μία χώρα που βιώνει, από αιώνες, μία πολιτισμική στασιμότητα, έχοντας αγκιστρωθεί από την αντίληψη ότι ο κόσμος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που της οφείλουν και το γνωρίζουν και σε αυτούς που της οφείλουν και δεν το γνωρίζουν (και που, δυστυχώς, είναι και οι περισσότεροι).

Μία κοινωνία που τα μέλη της «αγαπούν να μισούν», που μπορούν να δρουν μόνον σαν οπαδοί, κι αυτό γιατί η ελευθερία τους φθάνει μέχρι του να επιλέγουν από ποιους θα εξαρτώνται, και που η φιλαυτία τους τους έχει ωθήσει στην επιλογή, η σχέση τους με το κράτος, το σύστημα, το δημόσιο, να είναι σαν τη σχέση του ραγιά με τον χαρατσάρη (φοροεισπράκτορα): να τον ξεγελάσουν για προσωπικό τους όφελος, κι ας έπαιρνε αυτός μετά από όποιον ήθελε το χαράτσι.

Μία συγκυρία που ο λαός είναι «χώμα»: η τερατώδης ανεργία, η δραστική μείωση των εισοδημάτων, η εξάχνωση του κοινωνικού κράτους, η οπισθοδρόμηση στην παιδεία και τον πολιτισμό, ο διωγμός του επιχειρείν, ο άκρατος κρατισμός και η αρνητική επιρροή των κοινωνικών αυτοματισμών στην κοινωνική συνοχή (που ποτέ δεν ήταν αρραγής), σε συνδυασμό με την κυβερνητική ιδεοληπτική υπεροψία, το αυξανόμενο έλλειμμα δημοκρατίας , την άθλια λειτουργία της βουλής συνδυασμένη με την χαμηλή ποιότητα των Κ.Ο. των κομμάτων, καθώς και οι λαμπρές επιδώσεις μας στο ρόλο του διεθνή καρπαζοεισπράκτορα, μας έχουν εξαλείψει κάθε ίχνος σθένους και εθνικής αξιοπρέπειας και μας έχουν μετατρέψει σε άβουλα μελλοντικά θύματα κάθε επίδοξου διεστραμμένου εθνικολαϊκιστή ηγέτη.

 Σε όποιον μου αντιτείνει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι (ή, κάπως έτσι, τέλος πάντων), θα ήθελα τη δική του αφήγηση για το πώς είναι, και σε όποιον μου επισημάνει ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες, αφού συμφωνήσω μαζί του θα τον προειδοποιήσω για τους κινδύνους που κρύβει η διολίσθηση ενός συνεδρίου επανίδρυσης, σε ένα συνέδριο κατανομής ευθυνών.

Σε αυτή λοιπόν τη χώρα, την κοινωνία και την συγκυρία ξεκινάει μία προσπάθεια με στόχο την υπέρβαση του μνημονίου και την ανασυγκρότηση της χώρας!


Παρ’ όλο που δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό στην περιγραφή, γνωρίζοντας τις απόψεις κάποιων από τους συμμετέχοντες, υποθέτω ότι το υποκείμενο υλοποίησης του στόχου θα είναι κάποια πολιτική κίνηση που θα προσπαθήσει να μετεξελιχθεί σε κόμμα της Νέας Κεντροαριστεράς (ας πούμε…).

Αυτό, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι η Νέα Κεντροαριστερά (Ν/Κ, για συντομία) θα πρέπει να είναι έτοιμη να συνομιλήσει, και να πείσει:

-Νέους που το καλύτερο που μπορούν να ελπίσουν για το μέλλον τους είναι, να μην είναι αυτό χειρότερο από το παρόν τους.
-Επιστήμονες που δεν ξέρουν γιατί σπούδασαν.
-Συνταξιούχους που δεν ξέρουν γιατί κόλλαγαν ένσημα.
-Επιχειρηματίες που δεν ξέρουν γιατί τους κυνηγάει η πατρίδα τους.
-Αγρότες που τους έμαθαν ότι παραγωγή σημαίνει «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά» και τώρα τους λένε «σκάσε και σκάβε».
-Επαγγελματίες που πιστεύουν ότι το μαύρο χρήμα, η φοροκλοπή και η φοροδιαφυγή είναι κεκτημένα δικαιώματα.

-Κι όλα αυτά σε μία κοινωνία που οι βουλευτές και οι υπουργοί έχουν το ακαταδίωκτο, οι δικαστικοί καθορίζουν μόνοι τους τις αποδοχές τους και τον κλήρο, σαν την ΕΡΤ, όλοι τον πληρώνουν, αλλά ελάχιστοι τον ακούνε.

Και εδώ, αυτά που αναφέρονται για τις παραπάνω κατηγορίες δεν ισχύουν βέβαια για όλους, ισχύουν όμως για τους περισσότερους και, κυρίως, λόγω της φιλαυτίας και των κοινωνικών αυτοματισμών που αναφέραμε παραπάνω, ο καθένας από εμάς πιστεύει ότι ισχύουν για όλους τους άλλους, εκτός από αυτόν.
 Ας το έχει κι αυτό υπ’ όψη της η Ν/Κ.

 Και κάτι ακόμη, το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου:

Η αποχή, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, έφτασε στο ποσοστό-ρεκόρ του 43,4%. Οι λόγοι ήταν πολλοί, αλλά μπορούν να συγχωνευτούν σε δύο κατηγορίες: Σε αυτούς που ίσχυαν μέχρι τις25 /1/2015 και σε αυτούς που ίσχυσαν μέχρι τις 20/9/2015. 

Η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος και της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού, στο σύνολο τους, η απαισιοδοξία για το μέλλον, η ματαίωση των περισσοτέρων προσδοκιών, η αίσθηση ταπείνωσης και η κόπωση, ενίσχυσαν τη διάθεση για απόσυρση από τα κοινά και περιορισμό στην ιδιώτευση και, τέλος, στην αποχή. Το πιθανότερο είναι, τα ποσοστά αποχής στις επόμενες εκλογές να είναι μεγαλύτερα, για προφανείς λόγους.

Η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος και της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού, και η κατ’ εξακολούθηση ματαίωση των προσδοκιών μετατρέπουν, για το σύνολο σχεδόν του εκλογικού σώματος, σε «κόκκινο πανί» τα πρόσωπα, τις ιδέες και τα σύμβολα που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν χρεωθεί τις αποτυχίες της τελευταίας δεκαπενταετίας. Και οι ψηφοφόροι, όντας πια κάτι μεταξύ απατημένου συζύγου, απελπισμένου ναυαγού και αποκαμωμένου δρομέα, δεν ψάχνουν πια για την ανάσταση του «παλιού». Κάποιοι περιμένουν το «νέο», χωρίς να ξέρουν, οι περισσότεροι, πώς να το αναγνωρίσουν, κάποιοι άλλοι περιμένουν να βρούνε τρόπο να πάρουν τη δόση τους και, τέλος, κάποιοι ακόμα ψάχνουν για "όπλο φονικό", για "να καθαρίσουν μια και καλή". Σε αυτή την τελευταία κατηγορία είναι σχετικά πιο εύκολο να περάσουν οι ψηφοφόροι που φλερτάρουν με την αποχή. 
Ας το έχει και αυτό υπόψη της η Ν/Κ.

Και, για να κλείσω αυτόν τον κύκλο των σκέψεων μου, θα ήθελα να δω στους προβληματισμούς του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Κεντροαριστεράς , να εντάσσονται θέματα όπως:

Πώς ορίζεται η Κεντροαριστερά στην σημερινή Ελλάδα
Πώς ορίζονται το «παλιό» και το «νέο»
Γράφονται νέες αφηγήσεις με παλιούς ήρωες, παλιά σύμβολα, παλιές ιδέες;
Θα είναι η πολιτεία του «νέου», προσφορά χωρίς αντάλλαγμα ή θα συνεχιστεί το πάρε-δώσε, όπως «παλιά»;

Απόψεις ιδέες και προτάσεις υπήρξαν και θα υπάρξουν, αλλά αν δεν υπάρξει η απαιτούμενη αυτογνωσία και αυτοπειθαρχία για τους ρόλους των «παλιών», (προσωπικού, ιδεών και συμβόλων) στο «νέο» εγχείρημα, το μόνο που θα προσφερθεί σε ένα κόσμο που αγωνιά ελπίζοντας, θα είναι άλλη μία απογοήτευση.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

ΑΝΤΙΟ ΞΑΔΕΡΦΕ


Δεν θα σε έλεγα και αδιάφορο για τον τρόπο του ντυσίματος σου, αλλά ούτε και φιγουρίνι, σήμερα όμως, πραγματικά, δεν παιζόσουν.

Πουκάμισο κολλαρισμένο, ο κόμπος της γραβάτας άψογος, σακάκι σωστά κουμπωμένο, παντελόνι ατσάκιστο, τα γυαλιά καθαρισμένα, μόνο το ποσέ σου έλλειπε!

Κι εκείνο το κρυφό χαμόγελο, που τίποτα όμως δεν μπορούσε να το κρύψει, τι να έλεγε, άραγε;

Άβολη η στάση μας, αφού είχαμε έρθει να σε αποχαιρετήσουμε χωρίς να περιμένουμε αντιχαιρετισμό. Μοιρασμένη και η λύπη μας ανάμεσα σε δύο σκέψεις, στο ότι σε χάνουμε και στο ότι αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ.

Την ώρα του καφέ της παρηγοριάς, λέγονται κι ακούγονται πολλά, άλλα για να μνημονεύσουν αυτόν που μόλις έφυγε, άλλα για να μετριάσουν τη θλίψη, άλλα για άσχετα θέματα, πρόσωπα ή αίτια. Το πιο κουφό ακούστηκε από έναν από εμάς, τα πρωτοξάδερφα σου. ( Είμαστε έξη πρώτα ξαδέρφια, τα τρία γεννηθήκαμε τον ίδιο χρόνο, 1941. Μας είχαν ονοματίσει, πριν μας βαφτίσουν, λόγω του πολέμου βέβαια, εσένα, τον πιο μεγάλο, Τσόρτσιλ, τον δεύτερο Ρούσβελτ κι εμένα, τον μικρότερο, Στάλιν).

Είπε λοιπόν ο άνθρωπος:

«Ρε παιδιά, ο μακαρίτης ήταν ο πιο άτυχος από όλους μας. Ορφάνεψε μικρός, μεγάλωσε σε συγγενείς, δεν σπούδασε, το πρώτο bypass στα 35 του, το δεύτερο στα 55 του, ζούσε πάντα με την αγωνία της αδύναμης καρδιάς του, η γυναίκα του έζησε τα τελευταία δέκα, και βάλε, χρόνια της ολικά παράλυτη, τι του έδωσε αυτή η ζωή, τι κατάλαβε που ζούσε;»

Τίποτα από αυτά δεν ήταν ψέμα ή υπερβολή.

 Γιατί όμως εγώ ρε ξάδερφε, αν ήσουν ο πιο άτυχος από όλους μας, σε θυμάμαι πάντα χαμογελαστό, κεφάτο, διαθέσιμο να βοηθήσεις, πρόθυμο να δώσεις, έτοιμο να συγχωρήσεις;

Πώς να ξεχάσω την τόλμη σου να παρατήσεις μια σίγουρη, αλλά βαρετή, δουλειά και, χωρίς ιδιαίτερα εφόδια, να τολμήσεις, να πάρεις το ρίσκο και να πετύχεις σε μίαν άλλη, πολύ πιο απαιτητική;

Πώς να ξεχάσω τη παιδιάστικη χαρά σου και τη λάμψη στα μάτια σου, όταν σκάρωνες καραβάκια ή έπιπλα, όταν μεταμόρφωνες παλιές γκαζιέρες σε πορτατίφ και παλιά κεραμίδια σε ανθοσυνθέσεις,  όταν φύτευες λουλούδια στις γλάστρες του μπαλκονιού σου, ράντιζες τα δένδρα στον κήπο του εξοχικού σου και μάζευες ντομάτες και ζαρζαβατικά από το μποστανάκι σου;

Πώς να θεωρήσω ασήμαντο το ότι ευτύχησες να ζήσεις τη ζωή σου πλάι σε μία τέλεια σύντροφο, να μεγαλώσεις μία κόρη που είχες κάθε λόγο να την καμαρώνεις, και να αποκτήσεις δυο εγγόνια  που μόνο χαρές σου χάρισαν;

Ναι λοιπόν, ήσουν άτυχος ξάδερφε, αλλά αυτό δεν σε εμπόδισε να γίνεις ευτυχισμένος, γιατί, αντί να κάνεις την ατυχία σου άλλοθι και να το ρίξεις στην κλάψα, προτίμησες να κυνηγήσεις εσύ τα όνειρα, πάρα να αφήσεις τους εφιάλτες να σε κυνηγήσουν, κι όλα αυτά, με το γέλιο, το τραγούδι, τον αγώνα.

Ξάδερφε, άτυχος-ξεάτυχος, ήσουν ο καλύτερος από όλους μας!

Καλήν αντάμωση στο πουθενά.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ



Η  E.L. James, συγγραφέας του βιβλίου, «Οι Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι» (Fifty Shades of Grey), το οποίο μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, σκέφτεται στα σοβαρά να εξαντλήσει κάθε πρόσφορο, μέσο, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής στη Δικαιοσύνη, προκειμένου να προστατέψει τα πνευματικά δικαιώματα αλλά και την προσωπική της φήμη, τιμή και υπόληψη, από την βλάβη που της προκαλεί η ελληνική κυβέρνηση.

Όπως διατείνεται η διάσημη(;) συγγραφέας, η ελληνική κυβέρνηση, εδώ και δεκατέσσερις μήνες, κάνει συνειδητά ότι είναι δυνατόν για να δημιουργήσει πρωτογενές υλικό πάνω στο οποίο θα στηρίζεται η συγγραφή παραμυθ-ιστορήματος, η οποία, κατά τη συγγραφέα, έχει κι όλας ξεκινήσει , με τίτλο «Οι Πενήντα Αποχρώσεις του Κόκκινου».

Σαν επιχειρήματα της επικαλείται, την παραπλανητική ομοιότητα των τίτλων, την ομοιότητα στην αφελή προσέγγιση και την κακή ποιότητα του αφηγήματος, καθώς και την ομοιότητα στην κατηγορία κοινού στο οποίο απευθύνεται.

Συνεχίζοντας η E. L. James, λέει ότι αυτό που την έχει εκνευρίσει περισσότερο, είναι η προσπάθεια των συγγραφέων να εξαπατήσουν το αναγνωστικό κοινό, συνειδητά, κατ’ εξακολούθηση και για δικό τους όφελος και κάνει ιδιαίτερη μνεία στην προσπάθεια τους να παρουσιάσουν όλο το χρωματικό φάσμα σαν αποχρώσεις του κόκκινου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται στους αναγνώστες σύγχυση που μετατρέπεται σε λύπη, θυμό, αγανάκτηση και, τέλος, σε απώλεια επαφής με το περιβάλλον.

Τέλος, η συγγραφέας προτείνει να λυθεί ειρηνικά η διαφορά, με την εξέταση, από την πλευρά των συγγραφέων, μιας πρότασης της για αλλαγή του τίτλου, υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες ότι υπέδειξε και μία σειρά τίτλων, όπως:

«Το Κόκκινο που ξέβαψε»

«Ρούχα μαζί που πλύθηκαν, κι έχουνε γίνει ροζ»

«Η αξιοπρέπεια που χάθηκε»

«Από τα δύο στα τέσσερα»

«Το εγχειρίδιο του αριστερού γερμανοτσολιά»

«Αγάπησα την Άγγελα και τα μυαλά στα κάγκελα»

«ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, μας βάλαν από κάτω»

Η E.L. James πρότεινε πολλούς ακόμα τίτλους που, όμως, θα ταίριαζαν περισσότερο σε άλλη κατηγορία βιβλίου, γι αυτό και δεν αναφέρονται.


Το μέλλον θα (μας) δείξει!

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Ένα όνειρο





Χθες το βράδυ, όταν πήγα για ύπνο, είδα ένα παράξενο όνειρο.


Είμαστε, λέει, στην πίστα ενός βρώμικου παλιού σκυλάδικου της εθνικής οδού και χορεύουμε.


Τι παράξενος στ' αλήθεια χορός. Αντίθετα με όλους τους άλλους, ο χορευτής σ' αυτόν,  στέκοντας ακίνητος , χορεύει μόνο με τα χέρια του που τα κουνάει συνεχώς, έτσι που οι παλάμες να χτυπούν η μία την άλλη. Ακούει ο καθένας μας όλους τους άλλους  μέσα στην πίστα να χτυπούν τις παλάμες τους, νομίζει ότι γι αυτόν βαράνε τα  παλαμάκια και συνεχίζει το χορό του, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο πιο καλός χορευταράς.


Όταν τα όργανα σταματήσουν, γυρνάμε όλοι ευχαριστημένοι στα τραπέζια μας κι όταν τα γκαρσόνια μας φέρνουν το λογαριασμό, όλοι συμφωνούμε ότι πιο καλός χορευταράς δεν πρέπει να πληρώσει.  


Φεύγουμε χωρίς να πληρώσει κανένας,  το γκαρσόνι τραβά τα μαλλιά του και ο ιδιοκτήτης του σκυλάδικου μειώνει  τα μεροκάματα του προσωπικού για να ρεφάρει.  


Χθες το βράδυ, πριν πάω για ύπνο, άκουσα στο ραδιόφωνο τα νέα, και κύρια θέματα ήταν η φοροδιαφυγή και το ασφαλιστικό.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ο «ΜΙΚΡΑΛΕΚΟΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΗΡΑΜΕΝΟΝ «OFFICE»


Πρόκειται για μία νέα θεώρηση του εμβληματικού έργου του Θεάτρου των Σκιών, κοινώς Καραγκιόζη.

Ο Μεγαλέξανδρος, με σαλεμένα τα μυαλά από την άκαρπη προσπάθεια να παρουσιάσει την αδερφή του, μια περπατημένη και σιτεμένη  γοργόνα, σαν παρθένα, για να της βρει γαμπρό, αλλάζει το όνομα του και, από Μεγαλέξανδρος, το κάνει «Μικραλέκος» και αλλάζει και το δικό της και από Γοργώ  το κάνει «Πρώφα» (άλλοι λένε ότι προέρχεται από το «σκρόφα», δηλ. γουρούνα, και άλλη ότι είναι σύντμηση του «ΠΡΩτη Φορά Αριστερά»).

Στην απελπισία του απάνω, βρίσκει το καλύτερο γραφείο συνοικεσίων, το παγκόσμια γνωστό σαν Δ.Ν.Τ., βρίσκει και τρεις κουμπάρους, (για ευκολία τους αποκαλεί "Θεσμούς"τους μαζεύει και τους τέσσερεις και αρχίζει μία κουβέντα μαζί τους με θέμα το τι ζητάνε για να του παντρέψουν την Πρώφα.

Οι τρεις κουμπάροι που, εδώ που τα λέμε,  χέστηκαν αν παντρευόταν ή όχι η Πρώφα, του ζητούσαν διάφορα μπας και βγάλουν κανένα φράγκο ή, αλλιώς, βρούνε αφορμή να τον ξεφορτωθούν,  Το γραφείο συνοικεσίων όμως, που δεν ήθελε να χαλάσει τη φήμη του, του έβαζε όρους που κανένας με τα δικά του μυαλά δεν θα μπορούσε, με κανένα τρόπο, να τηρήσει, του μαύριζε την ψυχή και τον έκανε να βλαστημάει την ώρα που αποφάσισε να παντρέψει τη γεροντοκόρη την αδερφή του.

Σκέφτηκε λοιπόν να ξεφορτωθεί το γραφείο συνοικεσίων αλλά επειδή δεν τολμούσε να το κάνει μόνος του έτρεξε στους κουμπάρους και το κατηγορούσε, ζητώντας τους να τον βοηθήσουν να το διώξει. Όταν όμως οι κουμπάροι του είπαν να ξεχάσει κάτι τέτοιο και ότι, αν έδιωχνε το γραφείο θα έφευγαν και αυτοί, ο Μικραλέκος λάλησε, άρχισε να βρίζει κλαίγοντας (ή να κλαίει βρίζοντας, κανένας δεν κατάλαβε ακριβώς) και να πετάει πέτρες παρακαλώντας (ή να παρακαλάει πετώντας πέτρες, πάλι κανείς δεν κατάλαβε ακριβώς).

Τώρα πια, βλέποντας ότι η αδελφή του η Πρώφα θα του μείνει στο ράφι ή, ακόμα χειροτέρα, στα χέρια, έχουν πάρει, αυτός και ο λογιστής του, τους δρόμους και, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, ζητιανεύουν συμπόνια, κατανόηση και κανένα καλό λόγο για την Πρώφα. Επειδή όμως ο Μικραλέκος δεν είναι και ότι καλύτερο από χαρακτήρα, έχει καταφέρει να τσακωθεί με όλον τον κόσμο κι όλοι του γυρίζουν την πλάτη, τον περιπαίζουν, τον περιγελούν, τον  απειλούν.


Τι θα κάνει ο δύστυχος; Τι θα απογίνουν, αυτός κι η Πρώφα; Ποιο θα είναι το τέλος τους; Κανείς δεν ξέρει, γιατί αυτός που κάνει τη διασκευή του έργου δεν είναι κι αυτός πολύ σόι, καθυστερεί να παραδώσει σελίδες κι όλοι πια ζούμε τη ζωή μέρα τη μέρα, ελπίζοντας για ένα happy end, αλλά φοβούμενοι και για κανένα χάπι ευθανασίας.

Θα δούμε!

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Καλή Φώτιση!

Με τα «κατορθώματα» του υπουργού «Δικαιοσύνης» κ. Παρασκευόπουλου (χρήση προϊόντων υποκλοπής για την απόδοση δικαιοσύνης, με όρους και προϋποθέσεις που δημιουργούν μία δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων) και του υπουργού «Πολιτισμού» κ. Μπαλτά (απόλυση όλου του δ.σ. του κέντρου ελληνικού κινηματογράφου επειδή ο Πρόεδρος του άσκησε κριτική για την αδικαιολόγητη απόλυση του Διευθυντή του φεστιβάλ Αθηνών), επαληθεύτηκε για ακόμα μία φορά η σοφή (και ποια δεν είναι σοφή) ρήση του άρτι αναγορευθέντος  «Εθνάρχη της αριστεράς» και πρωθυπουργού των σκληρών διαπραγματεύσεων και της 17ωρης ξαγρύπνιας, Αλέξη Π. Τσίπρα: «ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ» (και της πάνω και της κάτω πλατείας, συμπληρώνω εγώ)!


Αλήθεια τι γίνεται σήμερα; Πέρσι, τέτοια μέρα, παρέα με τον Σεραφείμ, ξαπολούσαμε στο λιμάνι την περιστερά με το βλέμμα να ταξιδεύει στο απέραντο γαλανό, και φέτος, παρέα με τον Παυλόπουλο στο Κολωνάκι, αγναντεύουμε τον πάτο της Δεξαμενής;Του χρόνου, δηλαδή, θα καλέσουμε, για τον αγιασμό, παπά στο σπίτι;