Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ; ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Γιορτάζουμε φέτος τα Χριστούγεννα μίας παράξενης και ταραγμένης εποχής. Παρ’ όλο που δεν φαίνεται φωτιά, ήδη μυρίζει καμένο σε πολλά μέρη της γης. Οι μεγάλες χώρες των παλιών πολιτισμών αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς και άρχισαν να παίρνουν εκδίκηση για τα όσα υπέστησαν από τους για πολλά χρόνια κατακτητές και εκμεταλλευτές των. Οι καταπιεσμένοι της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής αποτινάζουν τα δεσμά τους. Οι νέοι άνθρωποι έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται για το πού τους πηγαίνουν οι μεγαλύτεροι και, όσοι από αυτούς κατανοούν τι σάπιο περιεχόμενο κρύβει το πολυτελές περιτύλιγμα του προβαλλόμενου τρόπου ζωής των δυτικών κοινωνιών, αγανακτούν, αντιστέκονται και διαδηλώνουν. Ας ευχηθούμε να είναι αυτά τα σημάδια της ανατολής μίας καινούργιας ημέρας για τον κόσμο.

Και στον τόπο μας όμως τα πράγματα άλλαξαν. Χριστούγεννα, και δεν μετράμε πια πόσα αυτοκίνητα πέρασαν από τα διόδια της Ελευσίνας και των Αφιδνών, πόσα πλοία αναχώρησαν από τον Πειραιά και τη Ραφήνα, πόσες πτήσεις από το Ε. Βενιζέλος. Δεν μετράμε τα θύματα του Μολόχ της ασφάλτου. Το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας έχει παραμερίσει κάθε άλλο θέμα. Με την πολιτική στα χειρότερά της και την κοινωνία να τα έχει χαμένα, σερνόμαστε σε ένα κατήφορο χωρίς τέλος. Ζούμε με την ελπίδα ότι θα ανέβουμε, χωρίς να κάνουμε τίποτα γι αυτό, επειδή «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Σε μία τέτοια κατάσταση, τι να ευχηθεί κανείς; 

Τι είναι όμως ακριβώς οι γιορτές των Χριστουγέννων και πώς επηρεάζουν τη ζωή μας;

Τα χαρακτηριστικότερα σημεία αναγνώρισης των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, είναι: το χριστουγεννιάτικο δένδρο, ειδωλολατρικό έθιμο της βόρειας Ευρώπης, η ανταλλαγή δώρων, έθιμο των ρωμαϊκών Σατουρναλίων (γιορτή προς τιμή του Κρόνου) και ο Αγιοβασίλης με την κόκκινη στολή και σκούφια, τη μεγάλη κοιλιά και τη μακριά άσπρη γενειάδα, που πρωτοεμφανίστηκε με αυτή τη μορφή σαν διαφήμιση της Κόκα Κόλλα το 1931.


Κανένα από τα τρία παραπάνω στοιχεία δεν έχει σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και το λατρευτικό της τυπικό, τίποτα όμως δεν εμποδίζει τους απανταχού χριστιανούς (και μη) να τα θεωρούν απαραίτητα για ένα «ευπρεπή» εορτασμό των Χριστουγέννων.

Τότε λοιπόν, πού βρίσκονται, η χριστιανική εκκλησία, η χριστιανική θρησκεία, η χριστιανική πίστη αυτές τις «άγιες», όπως αποκαλούνται, ημέρες; Μα, όπου και τις υπόλοιπες. Στις εκκλησίες και στα εμπορικά κέντρα, στα κάλαντα και στα μπουζούκια, στα πανεπιστήμια και στις φυλακές, στις μετάνοιες και  στις βλαστήμιες.

Αυτό δεν είναι, ούτε σχήμα λόγου, ούτε ευφυολόγημα. Με το πέρασμα των αιώνων, η αύξηση της γνώσης, η ανάπτυξη των επιστημών, οι μεγάλες ανακαλύψεις και τα μεγάλα κινήματα αμφισβήτησης, έδωσαν τη δυνατότητα στους σκεπτόμενους ανθρώπους να αγνοήσουν την περιχαράκωση της λατρείας και της πίστης από τα ιερατεία, να την υπερβούν και να προχωρήσουν στην εξατομίκευσή των, όπου ο καθένας, έχοντας διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για το τι είναι χριστιανική θρησκεία, λατρεία και πίστη, τις έχει φέρει στα μέτρα του. Έτσι, υπάρχουν πιστοί που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία, εκκλησιαζόμενοι που δεν ακολουθούν τη χριστιανική διδασκαλία, άπιστοι ή άθεοι (κατά δήλωσή των) που ακολουθούν τη  χριστιανική διδασκαλία, κ.ο.κ. Η παράδοση δεν είναι πλέον τόσο ισχυρή ώστε να διαπλάθει τα άτομα, τα άτομα όμως επιλέγουν από την παράδοση, ότι νομίζουν ότι είναι απαραίτητο.

Υπάρχουν, στην ουσία, σήμερα τρία είδη προσέγγισης του χριστιανισμού. Η θρησκευτική-λατρευτική, η πολιτισμική και η αξιακή.

 Στην πρώτη κατηγορία θα μπορούσαν κυρίως να υπαχθούν, αυτοί που δηλώνουν ότι είναι χριστιανοί, αυτοί που πιστεύουν στην ύπαρξη του Χριστού σαν υιού του Θεού και αυτοί που ακολουθούν το λατρευτικό μέρος της χριστιανικής θρησκείας. (Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που χρησιμοποιούν περισσότερους του ενός από αυτούς τους τρόπους προσέγγισης). Ο αριθμός τους, καθώς περνούν τα χρόνια μειώνεται, εκτός των περιόδων κρίσης, αμφισβήτησης και ανασφάλειας, οπότε σταθεροποιείται, ή και αυξάνεται.

Στην δεύτερη κατηγορία θα μπορούσαν κυρίως να υπαχθούν, αυτοί που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία παρά μόνον για να παραστούν στην τέλεση μυστηρίων (γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, κλπ) και στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αμφιβάλλουν για την ύπαρξη του θεού, αλλά αυτοαποκαλούνται χριστιανοί, και ενδιαφέρονται κυρίως για την ιστορική διάσταση της χριστιανικής θρησκείας, αλλά δεν απαρνούνται τις θρησκευτικές ρίζες τους.Τους συγκινεί, αισθητικά και συναισθηματικά, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και διακόσμηση, η αγιογραφία, τα κείμενα και οι μελωδίες της χριστιανικής υμνογραφίας, βιώνουν με ευχαρίστηση τις διάφορες θρησκευτικές γιορτές και χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο ρήσεις και εκφράσεις των ευαγγελίων (Μετανοούσα Μαγδαληνή, Κρανίου τόπος, Τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ, Χωρίζω την ήρα από το σιτάρι, Νίπτω τας χείρας μου, Ο αναμάρτητος τον λίθον βαλέτω, Η πίστις μετακινεί και όρη, για να αναφέρω μόνο μερικά). Ο αριθμός τους, καθώς περνούν τα χρόνια αυξάνεται, κυρίως από μία ανάγκη επιστροφής σε ότι θεωρούν σαν ρίζες τους.

Τέλος, στην τρίτη κατηγορία θα μπορούσαν να υπαχθούν αυτοί που είτε με το αξιακό σύστημα που αποδέχονται, είτε με τον τρόπο της ζωής που επιλέγουν, έχουν αντικειμενικά αποδεχθεί τη φιλοσοφία του χριστιανισμού. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, ενώ έχουν απορρίψει το ρόλο της εκκλησίας, ίσως και της θρησκείας, έχουν διαμορφώσει μία κοσμική σκέψη, λογική και νοοτροπία, που είναι, περισσότερο ή λιγότερο, χριστιανική. Ο τρόπος που ορίζονται και εκφράζονται στις δυτικές κοινωνίες τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι αρχές της ελευθερίας της ισότητας και της αδελφοσύνης, ο διαχωρισμός της θρησκευτικής από την πολιτική εξουσία, η ηθική και το δίκαιο, έχουν τη βάση τους, ή συμπίπτουν, με τη χριστιανική διδασκαλία, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ευαγγέλια. 

Δεν γνωρίζω σε ποια κατηγορία ανήκω, δεν ξέρω αν είμαι καν πιστός. Ξέρω όμως ότι μου αρέσει να παρακολουθώ μία ιερή ακολουθία σε υποβλητικό περιβάλλον, με καλλίφωνους ψάλτες και  χωρίς μικροφωνικές εγκαταστάσεις. Να θαυμάζω ένα περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ένα ψηφιδωτό, ή μία εικόνα της Παναγίας, να συγχαίρω σε ένα γάμο ή να συλλυπούμαι σε μία κηδεία. Να προσπαθώ να μη βλάπτω τους συνανθρώπους μου, να τηρώ τους νόμους, είτε τους αποδέχομαι, είτε όχι, και να νοιάζομαι και για ανθρώπους που δεν γνωρίζω.

Χριστούγεννα σήμερα και όλη η οικογένεια, γονείς, παιδιά κι εγγόνια, θα μαζευτούμε στο σπίτι του μεγαλύτερου, θα φάμε μαζί, θα διασκεδάσουμε, θα ανταλλάξουμε ευχές και δώρα κάτω από το έλατο και θα γκρινιάξουμε και λίγο, γιατί πέρσι είμασταν καλύτερα από εφέτος. Εκατομμύρια οικογένειες σε όλο τον κόσμο θα κάνουν, λίγο-πολύ, το ίδιο. Είναι, άραγε, όλοι τους χριστιανοί; Πολύ περισσότερες οικογένειες δεν θα μπορέσουν να το κάνουν και κάποιες από αυτές, πάρα πολλές, δεν θα έχουν φαγητό στο τραπέζι τους, δεν θα έχουν καν τραπέζι. Έχει άραγε σημασία αν είναι χριστιανοί ή όχι;

Χριστούγεννα σήμερα και συνηθίζεται να κάνουμε ευχές. Έχω κι εγώ μία. Θα ήθελα:
-Να λιγοστέψει η αδικία, η ανισότητα και η δυστυχία στον κόσμο
-Να σταματήσουν οι πόλεμοι και οι σκοτωμοί
-Να πάψουμε να καταστρέφουμε τον πλανήτη μας
-Να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τα χρήσιμα και καλά από τα άχρηστα και  βλαβερά και να επιθυμούμε τα πρώτα
-Να αγωνιζόμαστε για να κερδίσουμε όσα αξίζουμε και όχι όσα θέλουμε να έχουμε
-Να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον εαυτό μας, για να τον δούμε απ’ έξω, όπως μας βλέπουν οι άλλοι, να τον γνωρίσουμε, να τον νοιώσουμε μέλος μίας μεγάλης κοινωνίας και όχι μίας μικρής ομάδας
-Να αγαπήσουμε και να σεβαστούμε τον τόπο μας όπως το σπίτι μας
-Να νοιαστούμε για τον άγνωστο όσο για το γνωστό, για τον απέναντι όπως για το διπλανό

Τέλος, θα ήθελα να μην περιμένω να γίνουν όλα τα παραπάνω από κάποιους άλλους, αλλά να κάνω κι εγώ ότι είναι δυνατό για να γίνουν πραγματικότητα.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!!!


Μια Κυριακή πρωί, πάνε πάνω από δύο μήνες, μπήκε η Χρύσα φουριόζα στο σπίτι του αδερφού της και, χωρίς καλά-καλά να χαιρετήσει, άρχισε να μας μιλάει για κάποιον, του κινήματος, λέει, «δεν πληρώνω» που, στα διόδια της Μαλακάσας, της είχε ξύσει το χρώμα του αυτοκινήτου της με ένα κλειδί, επειδή, ενώ οι  «επαναστάτες της κακιάς ώρας», όπως τους απεκάλεσε, είχαν σηκώσει τις μπάρες και άφηναν τα αυτοκίνητα να περνάν ελεύθερα, αυτή ήθελε, σώνει και καλά, να πληρώσει διόδια. Και επειδή η Χρύσα δεν σηκώνει τέτοιες συμπεριφορές, αφού τον έβρισε, πήγε και κουβάλησε έναν αστυφύλακα από το περιπολικό που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο κάτω και του υπέβαλε και μήνυση.

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, Κυριακή πάλι, μας ξαναπέτυχε η Χρύσα, τον αδερφό της και μένα, να πίνουμε παρέα τον καφέ μας και μας ρώτησε αν θέλαμε να ακούσουμε τη συνέχεια με τον τύπο που της είχε ξύσει το χρώμα του αυτοκινήτου της.

Τη Χρύσα την ξέρω από κοριτσάκι, αφού είναι αδελφή του καλύτερού μου φίλου. Εργαζόμενη (τέως), μάνα και γιαγιά (νυν και αεί), της έλαχε να μεγαλώνει τον εγγονό της μικρής της κόρης, αφού αυτή δουλεύει σε άλλη πόλη και μπορεί να έρχεται μόνο κάποια Σαββατοκύριακα να τους βλέπει. Σαν κηδεμόνας του εγγονού της , αλλά και σαν γυναίκα-ενεργός πολίτης, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στο σύλλογο γονέων και κηδεμόνων του σχολείου του. Κατέβηκε λοιπόν στις εκλογές του συλλόγου και βγήκε πρόεδρος. Το απολαμβάνει το προεδριλίκι, ήταν και παλιά συνδικαλίστρια, αλλά κυρίως απολαμβάνει το να είναι χρήσιμη στη μικρή κοινωνία του σχολείου, δίνοντας λύσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται, κυρίως με τον καλό της λόγο και με τη χρήση της κοινής λογικής, αλλά και με δυναμικές μεθόδους, όποτε χρειάζεται.

Ξεκίνησε λοιπόν την αφήγησή της λέγοντάς μας ότι στην αρχή της σχολικής χρονιάς παρουσιάστηκε στο σύλλογο γονέων ένα πρόβλημα που δεν ήταν ούτε μικρό, ούτε συνηθισμένο. Είχε πάει Νοέμβρης κι ακόμα δεν είχε έρθει στο σχολείο πετρέλαιο για τη θέρμανση του κτιρίου. Ρώτησε, έμαθε, έτρεξε, έφτασε μέχρι το γραφείο της περιφέρειας. Οι πληροφορίες λειψές, οι ελπίδες λίγες και η προοπτική ενός χειμώνα με κρύες τάξεις, να ακουμπάει τη βεβαιότητα. Όλοι της λέγανε, τελικά, ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Εκεί που διαφέρανε οι απόψεις, ήταν στην απόδοση της ευθύνης. Ξεκινούσαν από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, περνούσαν από τους, κατά τη γνώμη του καθενός, αρμόδιους υπουργούς, συνέχιζαν στο Δήμαρχο και τον περιφερειάρχη, και κατέληγαν στην τρόικα και το ΔΝΤ. Για τους γονείς των παιδιών πάλι, έφταιγαν η διευθύντρια του σχολείου και η πρόεδρος του συλλόγου γονέων, η μεν πρώτη γιατί είχε αερόθερμο και δεν την ένοιαζε, η δε δεύτερη γιατί δεν είχε τσαγανό να πάει στους αρμόδιους και να παλέψει για το πετρέλαιο των παιδιών τους.

Σκεφτόταν η Χρύσα τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να εξασφαλίσει το πετρέλαιο του χειμώνα. Τα μέτραγε έτσι, τα μέτραγε κι αλλιώς, και υπολόγιζε ότι αν έβαζε από εφτά ευρώ κάθε γονιός, θα μπορούσαν, με μία λογική χρήση του καλοριφέρ, να βγάλουν μία χαρά τους κρύους μήνες. Δίσταζε όμως να φέρει το θέμα σε γενική συνέλευση του συλλόγου γιατί οι γονείς μπορεί να χαλούσαν χρήματα για να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε ανάγκη των παιδιών τους, αλλά στο σύλλογο γονέων, ούτε τη συνδρομή τους δεν πλήρωναν, οι πιο πολλοί.

 Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι κάποιοι γονείς ετοιμάζονταν για κατάληψη του σχολείου «πήρε ανάποδες». Έτσι κι αλλιώς, θεωρούσε ατελέσφορο μέσο πάλης τις καταλήψεις, γιατί μπορεί μία κατάληψη να είχε νόημα σε ένα χώρο παραγωγής, που κάθε μέρα αργίας αναστάτωνε το πρόγραμμα της επιχείρησης και μείωνε τα έσοδα του επιχειρηματία. Αν όμως  στόχος της ήταν να αλλάξει η συμπεριφορά και ο τρόπος σκέψης ενός πολιτικού συστήματος δομημένου πάνω σε πελατειακές σχέσεις και να επιταχυνθούν οι ρυθμοί λειτουργίας μίας γραφειοκρατίας εθισμένης στην ελάσσονα προσπάθεια και στην αποφυγή ανάληψης ευθυνών, τότε ήταν μία άστοχη και αναποτελεσματική μέθοδος πάλης, αν δεν ήταν επαναστατική γυμναστική. Άσε που φέτος τα άδεια ταμεία του κράτους ήταν μία σκληρή πραγματικότητα που την βίωναν όλοι και γι αυτό, κατά τη γνώμη της, η λύση θα έπρεπε να έλθει από τους ίδιους. Κυρίως όμως, θεωρούσε εγκληματικό να χάνουν τα παιδάκια το μάθημά τους, για οποιοδήποτε λόγο.

Κάλεσε λοιπόν βιαστικά μία έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του συλλόγου, με στόχο να τους πείσει να τσοντάρουν όλοι από δέκα ευρώ για να κάνουν τα παιδιά τους μάθημα σε ζεστές τάξεις. Πίστευε ότι η πρόταση ήταν λογική και ότι θα γινόταν από όλους αποδεκτή. Επειδή το θέμα ήταν σοβαρό είχαν μαζευτεί πολλοί γονείς. Η αίθουσα των εκδηλώσεων είχε γεμίσει και μερικοί είχαν μείνει κι απ’ έξω.

Η συζήτηση προχωρούσε ομαλά, εκτός από λίγες αντιρρήσεις, για το αν θα υπήρχε εξασφάλιση ότι θα πλήρωναν όλοι και όχι μόνο κάποιοι, ή για το ότι έπρεπε, τελικά, να πληρώσει το κράτος. Η Χρύσα  καταλάβαινε ότι δεν θα είχε μεγάλο πρόβλημα να περάσει την πρόταση, ετοιμαζόταν μάλιστα να την βάλει σε ψηφοφορία, όταν ζήτησε το λόγο μία μητέρα, μέλος του Δ.Σ. του συλλόγου. Ξεκίνησε την ομιλία της λέγοντας στους γονείς ότι μπορούν να μαζέψουν τα ίδια και περισσότερα λεφτά χωρίς να δώσουν τίποτα στο σύλλογο και αμέσως, μετά το ευχάριστο σοκ της προσδοκίας του «τσάμπα» που τους δημιούργησε, τους ανέπτυξε ένα σχέδιο δράσης για τη δημιουργία ενός μπαζάρ που θα έκανε ο σύλλογος με είδη που θα έφτιαχναν ή θα εύρισκαν οι γονείς, θα τα έβαζαν σε έκθεση και θα τα πουλούσαν. Τους έδωσε ιδέες, τους μοίρασε ρόλους, τους πρότεινε πιθανούς χορηγούς, τους έβαλε διορίες και έβαλε και ένα συμβολικό έπαθλο για εκείνο το γονιό που θα μάζευε τα περισσότερα δώρα. 

Οι γονείς  καλοάκουσαν την πρόταση, άρχισαν να την κουβεντιάζουν μεταξύ τους, η Χρύσα είχε αρχίσει να χαμογελάει, όταν, από το βάθος της αίθουσας ακούστηκε μία φωνή να λέει: «Μην είσαστε κορόιδα, πάλι από εμάς θα τα πάρουν για να μην στενοχωρήσουν αυτούς που τα φάγανε και μας έφεραν εδώ το ΔΝΤ,  την τρόικα και το μνημόνιο. Κάνω την πρόταση να ξεκινήσουμε από αύριο κατάληψη διαρκείας, για να φέρουν πετρέλαιο στο σχολείο και για να βάλουμε και μείς ένα λιθαράκι στο αντιμνημονιακό μέτωπο, ρε γαμώτο!!».

Η Χρύσα, μόλις άκουσε τα πρώτα λόγια, σήκωσε το κεφάλι της να δει ποιος ήταν αυτός που είχε πάρει το λόγο χωρίς να τον ζητήσει και έμεινε κόκκαλο. Αυτός που μιλούσε δεν ήταν άλλος από αυτόν που είχε μηνύσει για το επεισόδιο στα διόδια της Μαλακάσας. Κράτησε όσο μπορούσε την ψυχραιμία της, και αφού τον άφησε να τελειώσει πήρε το λόγο. «Φίλες και φίλοι», είπε. «Προσπαθούμε από την αρχή της σχολικής χρονιάς να εξασφαλίσουμε καύσιμα για τη θέρμανση του σχολείου. Κοντεύει να βγει ο Νοέμβρης κι ακόμα πετρέλαιο δεν έχουμε. Μαζευτήκαμε εδώ για να δούμε πώς θα μπορέσουν τα παιδιά μας να κάνουν μάθημα σε ζεστές τάξεις. Ακούστηκαν δύο προτάσεις, τις οποίες θα συνοψίσω και θα βάλω σε ψηφοφορία. Η μία είναι ¨για το αντιμνημονιακό μέτωπο, ρε γαμώτο¨ και η άλλη είναι ¨για το πετρέλαιο, ρε γαμώτο¨. Πόσοι είναι υπέρ της πρώτης;» Σηκώθηκαν εφτά χέρια. «Πόσοι είναι υπέρ της δεύτερης;» σηκώθηκαν τα υπόλοιπα. Δεν μπήκαν στον κόπο να τα μετρήσουν, γιατί ήταν πάνω από εκατό.

Έτσι έληξε η συνέλευση και από την άλλη μέρα ξεκίνησε το τρέξιμο για το μπαζάρ.

Το μπαζάρ έγινε τελικά το περασμένο Σαββατοκύριακο. Είχα πάει κι εγώ -όχι θα γλύτωνα από τη Χρύσα - και πολύ το ευχαριστήθηκα. Με εντυπωσίασε, κατ ’αρχή, το πλήθος και η ποικιλία των ειδών που προσφέρονταν για πώληση. Από σπιτικά γλυκά και ποτά, μέχρι εργόχειρα και από παιχνίδια και βιβλία, μέχρι γλαστρούλες με λουλούδια. Αυτό όμως που μου άρεσε πιο πολύ ήταν το ότι είχα πολλά χρόνια να δω τόσο πολλούς ανθρώπους, κυρίως γονείς με τα παιδιά τους, να χαίρονται πραγματικά τις στιγμές που ζούσανε. Ένα μελίσσι που βούιζε χαρούμενα ήταν το σχολείο, με τα παιδάκια να τρέχουν ανέμελα και τους γονείς, να είναι οι περισσότεροι αγοραστές ταυτόχρονα και πωλητές και να χαίρονται διπλά γιατί, είτε πουλούσαν είτε αγόραζαν, έμπαιναν λεφτά στο σύλλογο, έμπαινε πετρέλαιο στο ντεπόζιτο του σχολείου.

 Μάθαμε από τη Χρύσα την άλλη μέρα ότι όχι μόνον εξασφαλίστηκε το πετρέλαιο της χρονιάς, αλλά υπήρχαν και χρήματα για να μπαλωθούν και κάποιες άλλες μικροανάγκες.

Αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, αυτό που συνέβηκε δεν ήταν βέβαια κανένα γεγονός μεγάλης κλίμακας, ήταν όμως κάτι που δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Ένα πρόβλημα απασχολούσε μία ομάδα ανθρώπων, και το μόνο που χρειάστηκε για να λυθεί ήταν, μία απλή γυναίκα που πήρε το θέμα απάνω της, μερικοί εθελοντές που τρέξανε λίγο περισσότερο από τους άλλους, λίγη κοινή λογική και λίγη θέληση για συνεννόηση. Όλα τα άλλα ήρθαν μόνα τους. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κατάφεραν το ακατόρθωτο, έστω και για λίγο.  Δεν περίμεναν να έρθει η λύση από αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα, δεν είπαν ότι δεν τους αφορά, δεν κοίταξαν να το φορτώσουν ο ένας στον άλλο και, το σημαντικότερο, ενώθηκαν σε ένα κοινό σκοπό. Έστω για λίγο, έπαψαν να είναι πελάτες, έστω για λίγο, ξανάγιναν πολίτες.

Και το ερώτημα που προβάλλει, πιο κρίσιμο από κάθε άλλη φορά είναι: Πότε, και πώς, θα γίνουν πιο πολλοί; Πότε, και πώς, θα είναι για πιο πολύ;

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΜΕ ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΚΕΦΑΛΙΑ, ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;



«…Προτιμώ ένα σπασμένο μάρμαρο από ένα σπασμένο κεφάλι, είτε παιδιού 13 χρόνων, είτε αστυνομικού…».
Από ομιλία του κ. Υπουργού Π.Π.
Τύπος, 7/12/2011



Μιλώντας στη Βουλή, κατά τη διάρκεια επίκαιρης ερώτησης, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη είπε, μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στις διαδηλώσεις της περασμένης Τρίτης για τη μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου:

« ... άκουγα χθες ένα κόμμα, την Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Μπακογιάννη, να ζητάει την παραίτηση μου γιατί λέει δεν ισοπεδώσαμε τη διαδήλωση των μαθητών προχθές και γιατί η αστυνομία επέτρεψε να σπάσουν ένα μάρμαρο, γιατί ένα μάρμαρο ήταν αυτό το οποίο έσπασαν στην πλατεία Συντάγματος. Εγώ θέλω να πω καθαρά. Ότι προσωπικά προτιμώ ένα σπασμένο μάρμαρο από ένα σπασμένο κεφάλι, είτε παιδιού 13 χρόνων, είτε αστυνομικού. Είναι η αντίληψη μου. Είναι η αντίληψη της παράταξής μας. Είναι η δημοκρατική μας συνείδηση», πρόσθεσε και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «για να μπορούμε να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται πολύ σοβαρή εκπαίδευση για τους αστυνομικούς, να μπορούν να ανταποκριθούν σε συνθήκες έντασης. Σε συνθήκες σύγκρουσης. Γι αυτό χρειάζεται αναβάθμιση της εκπαίδευσής τους σε τρία επίπεδα. Πρώτο επίπεδο, η ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Ο αστυνομικός πρέπει να ενημερώνεται από την πρώτη μέρα που μπαίνει στο Σώμα και να εκπαιδεύεται πάνω σε αυτό, ότι το πρώτο μέλημά του είναι η διαφύλαξη των δικαιωμάτων των πολιτών…».

Οι προτιμήσεις του κ. Υπουργού προστασίας του Πολίτη αποτελούν, έτσι κι αλλιώς είδηση, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για το τόσο σοβαρό θέμα της επιλογής μεταξύ σπασμένων μαρμάρων ή σπασμένων κεφαλιών. Όλοι, υποθέτω και ελπίζω, εκτός ίσως από κάποιους διεστραμμένους κρανιοχειρουργούς, ακόμα και αν δεν έχουν την αντίληψη του κ Υπουργού, δεν ανήκουν στην παράταξή τους  και δεν έχουν  τη δημοκρατική τους συνείδηση, θα προτιμούν τα σπασμένα μάρμαρα από τα σπασμένα κεφάλια.

Δεν γνωρίζω αν ο όρκος που έδωσε ο κ. Υπουργός ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, καλύπτει και τέτοιου είδους προβληματισμούς και αναζητήσεις, είμαι σίγουρος όμως ότι θα περιελάμβανε θέματα όπως η προστασία των πολιτών, η προστασία της λειτουργίας των πόλεων, η προστασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, η προστασία του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, ίσως και κάποια ακόμα που μου διαφεύγουν, και όλα αυτά με ταυτόχρονη τήρηση των νόμων και του συντάγματος του κράτους μας. Άλλωστε, η αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων είναι που θα κάνει τους πολίτες να απαντήσουν σωστά σε ένα άλλο ερώτημα που σίγουρα τον ενδιαφέρει, δηλαδή αν ευχαριστήθηκαν πιο πολύ την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο κ. Υπουργός, ή την ημέρα που αντικαταστάθηκε.

Γιατί το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα από τα λεγόμενα του κ. Υπουργού είναι ότι δεν θέλει, δεν τολμά ή δεν γνωρίζει πώς να ασχοληθεί με τα ζητήματα του υπουργείου του, ότι προτιμά να χτίζει ένα προφίλ που θα είναι συμπαθητικό στους κομματικούς του συσχετισμούς, καθώς και στους ψηφοφόρους της εκλογικής του περιφέρειας, μιας και οι περισσότεροι δεν διαμένουν εκεί που ψηφίζουν, ότι προτιμά να μην έχει συγκεντρώσεις έξω από το σπίτι του, ότι θέλει να αγνοεί πως οι νεκροί με τα απανθρακωμένα σώματα που θρηνήσαμε πρόσφατα σκεπάζονται σήμερα από μάρμαρα που δεν σπάσανε.


Γιατί η εκπαίδευση των αστυνομικών, στην οποίαν αναφέρεται, δεν είναι θέμα του υπουργείου παιδείας για να το σχολιάζει σαν κριτής της αρμόδιας υπουργού, δικό του θέμα είναι, όπως θέμα του κάθε υπουργού προστασίας του πολίτη είναι να επιλέγονται σωστά αυτοί που εισέρχονται στο αστυνομικό σώμα για να μην «μπαίνουν στο σώμα για να την αράξουν, να βρουν μια καλή δουλειά…» όπως  είπε ο ίδιος στη βουλή, αλλά και να ελέγχονται όταν «την αράζουν», όπως δεν είπε και δεν πράττει.

Γιατί, τέλος, εκτός από τα σπασμένα και τα γερά κεφάλια, υπάρχουν και τα άδεια κεφάλια. Με αυτά, τι θα γίνει; Πότε, επιτέλους, θα επιλέξουμε να μην εξαρτάται από αυτά η ζωή μας;

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Χρόνια πολλά, Νίκο.


Αγίου Νικολάου σήμερα, και κάθε τέτοια μέρα τον φέρνω στο νου μου. Γιορτάζει, βλέπεις.

Έχω χρόνια να τον συναντήσω, από όταν έπαψα να μένω στην Αθήνα. Μέχρι πριν φύγω τον έβλεπα τις Πρωτομαγιές στη συγκέντρωση της Γ.Σ.Ε.Ε., ή σε καμία απεργιακή πορεία. Παρ’ όλο που είμαστε συνταξιούχοι και οι δύο, αυτός πιο πριν από μένα, μας άρεσε να κατεβαίνουμε στις πορείες, για χάρη των παλιών ημερών, αλλά και γιατί προβλήματα για τους εργαζόμενους υπήρχαν, υπάρχουν και, καθώς φαίνεται, όλο και θα μεγαλώνουν.

Όταν όμως, όπως σήμερα, τον σκέφτομαι, στο νου μου έρχεται η μορφή και η φιγούρα του όπως ήταν στα νιάτα του, στα νιάτα μας, πολλά χρόνια πριν. Ψηλός, αδύνατος αλλά νευρώδης, σκουρόχρωμος, με κατσαρά μαλλιά και καστανά μάτια και με την καλοσύνη ζωγραφισμένη στη μορφή του. Ήταν συνδικαλιστής, στους βιομηχανικούς εργάτες, και ενεργός πολίτης, με καθαρό μυαλό, καθαρές ιδέες, καθαρή ζωή.

Πάνε χρόνια που χωρίσανε οι δρόμοι μας, μου έλεγε όμως ότι θα πάει κι αυτός να μείνει μόνιμα στο νησί του, όταν θα πάντρευε την κόρη του. Απ’ ότι ξέρω, εκεί βρίσκεται τώρα, στην όμορφη Ιθάκη. 

Θυμάμαι ένα απόγευμα, προς τα τέλη του 1992, γυρίζοντας από ένα πολύ πετυχημένο συλλαλητήριο και κουβεντιάζοντας για το μέλλον και τις προοπτικές του συνδικαλιστικού κινήματος, διαφωνήσαμε, για άλλη μία φορά. Πραγματιστής εγώ, ρομαντικά αισιόδοξος  ο Νίκος, προσπαθούσαμε, από τη σκοπιά του ο καθένας, να εκτιμήσουμε πού θα βρισκόταν το συνδικαλιστικό κίνημα μετά από είκοσι χρόνια. Αυτός πίστευε ότι η πορεία του θα ήταν ανοδική γιατί οι εργαζόμενοι, πέρα από την αγωνιστικότητα και τη μαχητικότητά τους, θα αποκτούσαν και λογική συνευθύνης για τη λειτουργία και τις επιδόσεις των επιχειρήσεων που δούλευαν. Εγώ πάλι του αντίλεγα ότι το παιχνίδι θα παιζόταν στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων  και στις εξελίξεις στα Βαλκάνια, που είχαν από τότε αρχίσει να δείχνουν ότι θα εξελίσσονταν σε μία πηγή φτηνού και καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού. Δυστυχώς, και παρ’ όλον ότι υπήρξαν και πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τις εξελίξεις, ήμουν εγώ αυτός που δικαιώθηκε, παρ’ όλο που πολύ θα ήθελα να είχε δικαιωθεί αυτός. 
    
Σήμερα όμως, μετά τριάντα σχεδόν χρόνια από εκείνο το απόγευμα, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. 

Με τους θεσμούς ροκανισμένους και ετοιμόρροπους , κύρια από αυτούς που έπρεπε να τους προστατεύουν, με την οικονομία ρημαγμένη από το οικουμενικό και διαχρονικό αλισβερίσι του πελατειακού κράτους και της πολιτικής εξουσίας του, με τους μικρούς και μεγάλους πελάτες της, με την κοινωνία κατακερματισμένη και τους πολίτες χωρίς προσανατολισμό, όραμα και στόχους και με το συνδικαλιστικό κίνημα, ανύπαρκτο σχεδόν στον ιδιωτικό τομέα και θλιβερά γραφειοκρατικό και ανήμπορο στο δημόσιο, βιώνουμε μία εθνική και διεθνή κρίση, εγκλωβισμένοι παράλληλα σε λογικές και νοοτροπίες που τις σέρνουμε εδώ και εκατοντάδες χρόνια, στην πορεία μας σαν λαός, όπως σέρναν παλιά οι κατάδικοι μια σιδερένια μπάλα δεμένη με αλυσίδα στο πόδι τους για να μην μπορούν να δραπετεύσουν.

Όπως είπα, δεν επικοινωνώ πια με το Νίκο, αλλά δεν έχει και τόση σημασία, γιατί τον θυμάμαι πολύ συχνά και συχνά, με το νου μου, κουβεντιάζω μαζί του και τον ευχαριστώ. Τον ευχαριστώ γιατί με το καθαρό του μυαλό, την αγνή του καρδιά  και το απίστευτο πείσμα του, βοήθησε πολλούς εργαζόμενους να μη χάσουν το δρόμο τους, να μην αναλωθούν στο κυνήγι μιας ζωής που δεν τους ταίριαζε, να μην απλώσουν τα όνειρά τους έξω από το χώρο που θα μπορούσαν να πραγματωθούν χωρίς να τους αλλοτριώσουν, να μη συμβιβασθούν για να την βγάλουν καθαρή. Τον ευχαριστώ ακόμα, γιατί κοντά του γνώρισα τι σημαίνει ανεκτικότητα, ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη. Τέλος τον ευχαριστώ γιατί δίπλα του κατάλαβα την ευτυχία της αρμονίας λόγου, πράξης και τρόπου ζωής.

Νίκο θα ήθελα πολύ να μπορούσα να περάσω από το φούρνο στα Εξάρχεια, να πάρω μία σακούλα από εκείνα τα λαδοκούλουρα τα ζυμωμένα με σπανάκι, ή κρεμμύδι, ή ντομάτα, που τόσο σου αρέσουν και να έρθω στο γραφείο του σωματείου σου, να σου ευχηθώ τα χρόνια πολλά. Δε γίνεται, αλλά δεν πειράζει. Εμείς οι μεγάλοι έχουμε την πολυτέλεια των μικρών παιδιών, έχουμε όσο χρόνο θέλουμε στη διάθεσή μας. Μπορούμε λοιπόν να αναπολούμε, να ξαναζούμε στιγμές που μας φάνηκαν ξεχωριστές, να φέρνουμε κοντά μας πρόσωπα που αγαπήσαμε. Αυτό θα κάνω κι εγώ απόψε, θα σε συναντήσω, θα σου ευχηθώ χρόνια πολλά και θα σου ζητήσω να συγχωρήσεις όσους από εμάς «φροντίσαμε», άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, να είμαι εγώ, κι όχι εσύ, αυτός που δικαιώθηκε.