Θα αρχίσω με την τελευταία πρόταση της τελευταίας μου ανάρτησης, στις δύο του Μάρτη.
Έγραφα: «Με αυτούς λοιπόν τους μύθους, με αυτό το σύστημα, με αυτή την κοινωνία, τελευταίοι, μόνοι κι απελπισμένοι, προσπαθούμε να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, να σταθούμε στα πόδια μας, να βρούμε το δρόμο μας. Γίνεται;»
Ζούμε αυτές τις μέρες το δράμα μίας κοινωνίας που διαπιστώνει, για άλλη μία φορά, ότι το πολιτικό της σύστημα είναι ανίκανο να διαχειριστεί οτιδήποτε δεν έχει άμεση σχέση με την απελπισμένη προσπάθειά του να διασωθεί.
Μόλις η κυβέρνηση «συνεργασίας» ΠΑ.ΣΟ.Κ.- Ν.Δ. περάτωσε τη διαδικασία του κουρέματος του χρέους, και ψήφισε τους εφαρμοστικούς νόμους και τη δανειακή σύμβαση, το πολιτικό σύστημα διαπίστωσε με αυταρέσκεια ότι είχε κάνει το χρέος του (το κάθε κόμμα όπως το εννοούσε) και, ερήμην της συγκυρίας, των ανειλημμένων προς τους δανειστές μας υποχρεώσεων και του κινδύνου χρεοκοπίας που δεν έχει πάψει να υπάρχει, απλά μία μικρή χρονική μετατόπιση έχει υποστεί, ξεκίνησαν ένα προεκλογικό αγώνα όπως τον παλιό καλό καιρό.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. προσπαθεί να συνεχιστεί το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης Παπαδήμου, μπας και περάσουν κάποιοι από τους νόμους που είχε ετοιμάσει, με τη συνεργασία ή, έστω, την ανοχή της Ν.Δ., για να έχει το μισό μόνο κρίμα στο λαιμό του, ενώ, στην περίπτωση που η Ν.Δ. θα αρνηθεί την κατάθεση και συζήτησή τους με προφάσεις του τύπου «δεν ενημερωθήκαμε», «δεν διαβάσαμε το κείμενο» ή «δεν είναι μέρος του έργου αυτής της κυβέρνησης», το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα είναι εν τάξει με τη συνείδησή του, με τους δανειστές και με το προφίλ κάποιων υπουργών του. (Πρόκειται βέβαια για νόμους που, είναι μεν απαραίτητοι για τη λειτουργία της οικονομίας και του κράτους, αλλά αποτελούν και μέρος των δεσμεύσεών μας προς τους δανειστές μας, όπως πχ. τα νομοσχέδια για το φορολογικό σύστημα, για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, κλπ). Το πόσο ειλικρινής είναι η προσπάθειά του για τη συνέχιση του νομοθετικού έργου, φαίνεται από την ανακούφιση με την οποία υποδέχονται οι προτείνοντες υπουργοί τις αρνήσεις της Ν.Δ.
Αν, όπως λέει ο λαός μας, ο καμένος στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι, ο καμένος από τον Καμμένο, τι κάνει;
Η Ν.Δ., βλέποντας την επικίνδυνη μείωση του ρυθμού ανόδου των ποσοστών της στις δημοσκοπήσεις, μετά τις διαγραφές των βουλευτών της, έχει απορρυθμιστεί. Πληρώνοντας ακριβά την ανεύθυνη, κοντόθωρη και επικίνδυνη πολιτική της στάση απέναντι στο μνημόνιο, προσπαθεί να σταματήσει το φυλλορρόημα της με κάθε τρόπο. Ο Σαμαράς έχει δώσει αυστηρή εντολή στο πολιτικό της προσωπικό για σιγή και ακινησία στην προώθηση του νομοθετικού έργου, γιατί, βλέπεις, κάθε νόμος δημιουργεί και κάποιους δυσαρεστημένους, καλό θα είναι λοιπόν ο κόσμος, την ημέρα των εκλογών, να είναι δυσαρεστημένος μόνο από τους νόμους που ψήφισε η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου.
Κατά τα άλλα, κλείνει το μάτι στους πάντες και, στήνοντας ένα παραμύθι για μία ανάπτυξη που, δήθεν, περιμένει έξω από την πόρτα μας και που το άθλιο ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν την αφήνει να μπει, ζητάει ισχυρή εντολή για να επαναδιαπραγματευτεί αυτά που ψήφισε
.
Είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κόμματα που επιδιώκουν να φτωχύνουμε για να μας κάνουν (μετά) πλούσιους, κόμματα που απευθύνονται στο θυμικό, το συναίσθημα και την απογοήτευση των πολιτών μόνο και μόνο για να ανεβάσουν τα ποσοστά τους, χωρίς να προτείνουν τίποτα απολύτως, κόμματα που ζητάνε μία θέση στο κοινοβούλιο με σημαία τους το ρατσισμό και την ξενοφοβία. Είναι όμως τέτοιες οι συνθήκες και τέτοια η απογοήτευση από τις επιδόσεις και την συμπεριφορά των κομμάτων εξουσίας, που δημιουργούνται αυξημένες πιθανότητες για μία πολυκομματική Βουλή – Βαβέλ μετά τις εκλογές, όποτε αυτές γίνουν.
Θα πει κανείς, «μα, έτσι δεν γίνονται πάντα οι εκλογές στην Ελλάδα»; Δεν διαφωνώ, αλλά αν δεν βλέπουμε και τώρα, πού μας έχουν οδηγήσει, μαζί με άλλα, τέτοιου είδους εκλογές, πότε στην ευχή θα το δούμε;
Ένα όμως ακόμα πιο λυπηρό δείγμα του πώς πορευόμαστε είναι αυτό που δείχνει την τύχη που περιμένει αυτούς που εργάζονται, αυτούς που προσπαθούν, αυτούς που επιμένουν.
Στην Ελλάδα των μονοκομματικών κυβερνήσεων και των ισχυρών, ελέω εκλογικού νόμου, κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, δεν κυβερνούσαν πάντα οι εκλεγμένες κυβερνήσεις. Πολλές φορές το πάνω χέρι είχαν κάποιες ισχυρές μειοψηφίες. Οι αγρότες που έκλειναν τους δρόμους για να μην κυκλοφορούν αυτοί που αγόραζαν τα προϊόντα τους και πλήρωναν με τους φόρους τους τις επιδοτήσεις τους. Οι εργαζόμενοι στα δημόσια μέσα μεταφοράς που απεργούσαν για να μην πηγαίνουν στη δουλειά τους αυτοί που πλήρωναν με τους φόρους τους τα ελλείμματά τους. Οι εκπαιδευτικοί που έκλειναν τα σχολεία για να εργάζονται λιγότερο, για να μην αξιολογούνται, για να διορίζονται, παλιότερα, με την επετηρίδα. Οι ιδιοκτήτες φορτηγών βυτιοφόρων και ταξί που χτυπούσαν ανεύθυνα και αλύπητα την οικονομία και τον τουρισμό, για να μην ανοίξει το επάγγελμά τους, για να μπορούν να μεταβιβάζουν τις άδειες τους με μαύρο χρήμα και να τις αφήνουν κληρονομιά στα παιδιά τους. Οι καναλάρχες - εργολάβοι που εκβίαζαν για να παίρνουν δημόσια έργα και να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη σύμφωνα με τις επιθυμίες του κόμματος που υπέκυπτε ή που πλειοδοτούσε στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Η κοινωνία στην Ελλάδα είναι ένα άθροισμα ισχυρών μειοψηφιών που επιβιώνουν, εκβιάζοντας, εξαπατώντας και ταλαιπωρώντας, η κάθε μία όλες τις άλλες. Αυτοί που δεν ανήκουν σε καμία ισχυρή μειοψηφία είναι οι χαμένοι, γι αυτό και έχουν σαν όνειρό τους, όχι να τις εξαφανίσουν, αλλά να ενταχτούν σε κάποια από αυτές.
Στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου υπήρξαν κάποιοι υπουργοί που τόλμησαν να συγκρουστούν με μερικές από αυτές τις ισχυρές μειοψηφίες. Χωρίς να φοβάμαι ότι ξεχνάω πολλούς, αναφέρω την Άννα Διαμαντοπούλου, τον Ανδρέα Λοβέρδο, τον Ηλία Μόσιαλο και τον Γιάννη Ραγκούση.
Η Α. Διαμαντοπούλου συγκρούστηκε με την πιο θλιβερή, μετά τούς δικαστικούς, ισχυρή μειοψηφία, αυτή των πανεπιστημιακών. Η αιτία είναι σε όλους γνωστή. Με πρόσχημα την επίκληση της ανεξαρτησίας των Α.Ε.Ι., αλλά με πραγματική αιτία τη συνέχιση της διοικητικής, διδακτικής και ερευνητικής τους ασυδοσίας, δήλωσαν με περισσή αναίδεια, ότι δεν θα εφαρμόσουν τον Νόμο που ψηφίστηκε από περισσότερους από διακόσιους πενήντα βουλευτές και κάλεσαν για συμπαράσταση τους ψηφοφόρους των, τις ηγεσίες των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση, αλλά ο καθηγητής – Πρωθυπουργός κ. Παπαδήμος μετακίνησε στο υπουργείο ανάπτυξης την κ. Διαμαντοπούλου και διόρισε υπουργό παιδείας τον καθηγητή κ. Μπαμπινιώτη.
Ο Η. Μόσιαλος έκανε δύο κινήσεις που καθόρισαν το πολιτικό του μέλλον.
Η πρώτη ήταν ότι μίλησε για προνόμια βουλευτών. Κάποιοι συνάδελφοί του είπαν ότι «οι κηπουροί δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν». Ένας από αυτούς υπήρξε αρχικηπουρός του πατέρα του Γ. Παπανδρέου, Ανδρέα Παπανδρέου.
Η δεύτερη ήταν ότι συνέταξε ένα σχέδιο νόμου για τα δημόσια Μ.Μ.Ε., με τον οποίο έμπαινε τάξη, λογική και, προ πάντων, προοπτική σε αυτό το σπάταλο ανοργάνωτο και παρασιτικά και παράνομα συντηρούμενο από τις συνδρομές των πολιτών ίδρυμα. Οι εργαζόμενοι όμως σε αυτό το ίδρυμα, μαζί με τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία και τους εργαζόμενους στην παιδεία, αποτελούν τη μεγαλύτερη δεξαμενή ψηφοφόρων στην Β! εκλογική περιφέρεια Αθηνών. Αποτέλεσμα; Η δριμύτερη κριτική στο σχέδιο νόμου έγινε από τον ίδιο αρχικηπουρό, βουλευτή της Β! Αθηνών και, σήμερα, στη θέση του κ. Μόσιαλου βρίσκεται ο δημοσιογράφος κ. Καψής, ο οποίος, μερικά λεπτά μετά την ορκωμοσία του, ενημέρωσε τους δημοσιογράφους της ΕΡΤ ότι θα διορθώσει τα λάθη του προκατόχου του.
Ο Γ. Ραγκούσης συγκρούστηκε με μία ισχυρή μειοψηφία που επί δεκαετίες ταλαιπωρεί, εκμεταλλεύεται και εξαπατά τους χρήστες των υπηρεσιών που προσφέρει, ενώ, ταυτόχρονα, εμπορεύεται με αδιαφανή τρόπο και με μαύρο χρήμα ένα δημόσιο αγαθό. Πρόκειται για τους ιδιοκτήτες ταξί, χαϊδεμένα παιδιά της Ν.Δ. και διαχρονικά προεκλογικά παπαγαλάκια της (ποιος δεν θυμάται τις αυξήσεις κομίστρου που τους είχε δώσει η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή – σε δύο μάλιστα δόσεις – οι οποίες ανέβασαν τόσο το κόστος μεταφοράς, ώστε οι ίδιοι ζήτησαν να μην μπει σε εφαρμογή η δεύτερη δόση γιατί μειώθηκαν επικίνδυνα τα έσοδά των). Αυτοί λοιπόν, αφού ασέλγησαν για μία ακόμη φορά πάνω στην ελληνική κοινωνία, και έχοντας με το μέρος των μία μεγάλη μερίδα τρομαγμένων (για την εκλογική τους τύχη) βουλευτών, κατάφεραν να καθυστερήσουν την ψήφιση του νόμου που θα απελευθέρωνε και θα έβαζε σε μία τάξη το επάγγελμά τους. Στην πρώτη ευκαιρία, ο κ. Ραγκούσης μετακινήθηκε στο υπουργείο άμυνας και ο διάδοχός του κ. Βορίδης, άλλαξε το νόμο και επανέφερε το παλαιό καθεστώς στην ιδιοκτησία, μεταβίβαση και αγοραπωλησία των αδειών, ακυρώνοντας παράλληλα, στην ουσία, και το άνοιγμα του επαγγέλματος.
Τον Α. Λοβέρδο τον άφησα τελευταίο γιατί, παρ’ όλον ότι είναι ένας υπουργός που παράγει έργο και συγκρούεται με ομάδες συμφερόντων, παραμένει ακόμη στη θέση του. Αν προσέξει κάποιος καλύτερα θα δει ότι ο κ. Λοβέρδος, ενώ έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, δεν έχει ακόμη κλείσει κανένα και, το μέτωπο της παροχής νοσηλευτικών υπηρεσιών από ιδιώτες σε βάρος του Ε.Σ.Υ. δεν το έχει αγγίξει ακόμη. Μόλις το ακουμπήσει, θα τον ψάχνουμε κι αυτόν σε κάποιο άλλο υπουργείο.
Βλέπουμε τελικά, με πικρία και απογοήτευση, ότι το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε τη σημερινή κρίση δεν ενδιαφέρεται να κάνει κάτι για να μειώσει τις συνέπειες και τη διάρκειά της, και να χαράξει μία νέα πορεία, και βλέπουμε ακόμη ότι οι ισχυρές μειοψηφίες που κυβερνούσαν χθες κυβερνούν και σήμερα, κάνοντας μάλιστα και επίδειξη δύναμης.
Πόσο θα το αφήσουμε ακόμη να τραβήξει, μέχρι πού θα το αφήσουμε να πάει;