Πρόκειται για μία νέα θεώρηση του εμβληματικού έργου του Θεάτρου
των Σκιών, κοινώς Καραγκιόζη.
Ο Μεγαλέξανδρος, με σαλεμένα τα μυαλά από την άκαρπη
προσπάθεια να παρουσιάσει την αδερφή του, μια περπατημένη και σιτεμένη γοργόνα, σαν παρθένα, για να της βρει γαμπρό,
αλλάζει το όνομα του και, από Μεγαλέξανδρος, το κάνει «Μικραλέκος» και αλλάζει
και το δικό της και από Γοργώ το κάνει «Πρώφα»
(άλλοι λένε ότι προέρχεται από το «σκρόφα», δηλ. γουρούνα, και άλλη ότι είναι
σύντμηση του «ΠΡΩτη Φορά Αριστερά»).
Στην απελπισία του απάνω, βρίσκει το καλύτερο γραφείο
συνοικεσίων, το παγκόσμια γνωστό σαν Δ.Ν.Τ., βρίσκει και τρεις κουμπάρους, (για ευκολία τους αποκαλεί "Θεσμούς"τους μαζεύει και τους τέσσερεις και αρχίζει μία κουβέντα μαζί τους με θέμα το τι ζητάνε
για να του παντρέψουν την Πρώφα.
Οι τρεις κουμπάροι που, εδώ που τα λέμε, χέστηκαν αν παντρευόταν ή όχι η Πρώφα, του
ζητούσαν διάφορα μπας και βγάλουν κανένα φράγκο ή, αλλιώς, βρούνε αφορμή να τον
ξεφορτωθούν, Το γραφείο συνοικεσίων όμως,
που δεν ήθελε να χαλάσει τη φήμη του, του έβαζε όρους που κανένας με τα δικά του
μυαλά δεν θα μπορούσε, με κανένα τρόπο, να τηρήσει, του μαύριζε την ψυχή και
τον έκανε να βλαστημάει την ώρα που αποφάσισε να παντρέψει τη γεροντοκόρη την
αδερφή του.
Σκέφτηκε λοιπόν να ξεφορτωθεί το γραφείο συνοικεσίων αλλά
επειδή δεν τολμούσε να το κάνει μόνος του έτρεξε στους κουμπάρους και το
κατηγορούσε, ζητώντας τους να τον βοηθήσουν να το διώξει. Όταν όμως οι
κουμπάροι του είπαν να ξεχάσει κάτι τέτοιο και ότι, αν έδιωχνε το γραφείο θα
έφευγαν και αυτοί, ο Μικραλέκος λάλησε, άρχισε να βρίζει κλαίγοντας (ή να
κλαίει βρίζοντας, κανένας δεν κατάλαβε ακριβώς) και να πετάει πέτρες
παρακαλώντας (ή να παρακαλάει πετώντας πέτρες, πάλι κανείς δεν κατάλαβε
ακριβώς).
Τώρα πια, βλέποντας ότι η αδελφή του η Πρώφα θα του μείνει
στο ράφι ή, ακόμα χειροτέρα, στα χέρια, έχουν πάρει, αυτός και ο λογιστής του, τους
δρόμους και, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, ζητιανεύουν συμπόνια, κατανόηση και
κανένα καλό λόγο για την Πρώφα. Επειδή όμως ο Μικραλέκος δεν είναι και ότι
καλύτερο από χαρακτήρα, έχει καταφέρει να τσακωθεί με όλον τον κόσμο κι όλοι
του γυρίζουν την πλάτη, τον περιπαίζουν, τον περιγελούν, τον απειλούν.
Τι θα κάνει ο δύστυχος; Τι θα απογίνουν, αυτός κι η Πρώφα; Ποιο
θα είναι το τέλος τους; Κανείς δεν ξέρει, γιατί αυτός που κάνει τη διασκευή του έργου δεν είναι κι αυτός πολύ σόι, καθυστερεί να παραδώσει σελίδες κι όλοι πια ζούμε τη ζωή μέρα τη μέρα, ελπίζοντας για ένα happy end, αλλά φοβούμενοι και για κανένα χάπι ευθανασίας.
Θα δούμε!