Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Είναι βράδυ με φεγγαράδα. Ο καιρός είναι γλυκός ακόμα, δε φυσάει καθόλου και είμαι ξαπλωμένος στην αμμουδιά του μικρού όρμου, με προσκέφαλο ένα διπλωμένο μπουφάν, να χαζεύω το φεγγάρι. Ούτε που θυμάμαι πόσα βράδια έχω βρεθεί σε αυτή την παραλία, μόνος ή με παρέα, χαρούμενος ή λυπημένος, νηφάλιος ή όχι, ξαπλωμένος ανάσκελα να κοιτάζω το φεγγάρι και τα αστέρια. Και δεν υπάρχει σχεδόν φορά που να μη θυμηθώ ένα βράδυ πριν από εξήντα, και βάλε, χρόνια. Ήταν από εκείνες τις  στιγμές, τις τόσο έντονες που, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε το νόημά τους όταν τις ζούμε, όχι μόνο χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας, αλλά επηρεάζουν απόψεις, αισθητική και πρότυπα για την υπόλοιπη ζωή μας. 

Την εποχή εκείνη τα αυτοκίνητα που υπήρχαν στο νησί μας ήταν όλα κι όλα, τρία ταξί και καμιά δεκαριά περίπου φορτηγά. Τα τελευταία, με την κατάλληλη διασκευή, έπαιζαν όταν χρειαζόταν και ρόλο λεωφορείων. Ένα από αυτά, ενθύμιο του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, αφού είχε οργώσει, ποιος ξέρει πόσους δρόμους της Ευρώπης και ερήμους της Αφρικής, είχε καταλήξει στα μέρη μας και, αν και ταλαιπωρημένο, εκτελούσε τα καθήκοντά του μάλλον αξιοπρεπώς. Μεταφορές από τα χωριά στο λιμάνι και αντίστροφα, σταφύλια στο ληνό και ελιές στο ελαιοτριβείο, στην εποχή του το καθένα, προσκυνητές στα πανηγύρια και επιβάτες στο βαπόρι, αλλά και κουβάλημα βότσαλου και άμμου από τις παραλίες, για τις οικοδομές και την οδοποιία.  Το είχε ένας θείος μου, νέος κι ανύπαντρος τότε, που για εμάς τους μικρούς ήταν ένα είδος ήρωα. Πιστεύαμε ότι πίσω από το τιμόνι ενός φορτηγού τα είχε κανείς όλα. Όνειρο και καημός μου ήταν να με πάρει ένα βράδυ μαζί του για αμμοληψία. Επειδή η αμμοληψία ήταν, υποτίθεται, παράνομη, γινόταν τις νύχτες, με πολλές προφυλάξεις. Με τα πολλά πες-πες, και για να μη μου χαλάσει το χατίρι, μου έταξε πως θα με έπαιρνε σύντομα.

Ένα μεσημέρι ήρθε και μου είπε να κοιμηθώ καλά, γιατί το βράδυ είχε να πάει για αμμοληψία και με ήθελε μαζί του. Κατά τις έντεκα ξεκινήσαμε. Ιούλιος μήνας πρέπει να ήταν, με το φεγγάρι μισοκρυμμένο πίσω από τα σύννεφα μιας προβέντζας, και τον καιρό υγρό και ζεστό. Όταν πλησιάσαμε στον προορισμό μας, έκοψε λίγο ταχύτητα, έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο και σφύριξε σιγά. Δύο φιγούρες πρόβαλαν πίσω από έναν τοίχο και πήδηξαν στην καρότσα του φορτηγού. Ήταν οι εργάτες που θα έκαναν το σάκιασμα. Αρτέμη και Βασίλη τους έλεγαν, ακόμα θυμάμαι τα ονόματά τους.  

Φτάσαμε στην παραλία, σταματήσαμε κοντά στη θάλασσα, οι εργάτες κατέβηκαν από την καρότσα, αφού πέταξαν πρώτα έξω τα φτυάρια και τα σακιά και η δουλειά άρχισε. Ο Αρτέμης κρατούσε ανοιχτό το σακί και μόλις ο Βασίλης το γέμιζε με άμμο, αυτός το σήκωνε μέχρι την πόρτα της καρότσας και ο θείος μου το έπαιρνε και το ντάνιαζε. Η δουλειά αυτή κράτησε αρκετές ώρες κι εγώ, μην έχοντας τίποτα να κάνω, άρχισα πρώτα να βαριέμαι, μετά να μετανιώνω που πήγα και, στο τέλος, να νυστάζω. Τέλειωσε κάποτε το φόρτωμα, πλήρωσε ο θείος μου τους εργάτες κι αυτοί καληνύχτισαν και έφυγαν. Μπήκε τότε στο φορτηγό, αναβόσβησε δυο-τρεις φορές τα φώτα και ξανακατέβηκε. Τον ρώτησα πότε θα φεύγαμε και μου είπε να μπω στην καμπίνα και να ξαπλώσω λίγο γιατί αυτός είχε κάτι να κάνει ακόμα, αλλά δεν θα αργούσε.

 Πριν καλά-καλά κουρνιάσω στη θέση του συνοδηγού, άκουσα ένα πνιχτό γυναικείο γέλιο και ένα «καλώς τη την Ξενούλα μου» από το θείο μου. Σήκωσα το κεφάλι μου και την είδα. Ερχόταν προς το μέρος μας, σινάμενη κουνάμενη, ξυπόλυτη, φορώντας ένα κοντό γαλαζωπό φόρεμα-ρόμπα που με το ζόρι της κούμπωνε. Την είχα ξαναδεί, κι άλλες φορές, όταν ερχόταν για ψώνια στη Χώρα. Τη λέγανε Άστριντ αλλά ήταν πιο γνωστή σαν «Ξένη» γιατί δεν ήταν από τα μέρη μας. Ερχόταν τα καλοκαίρια να δει τον πατέρα της  που ζούσε μόνιμα στο νησί μας, μέλος κάποιας αποστολής, μίλαγε τσάτρα-πάτρα τα ελληνικά, με την τοπική μας διάλεκτο και προφορά, και την καλοχαιρετούσαν όλοι. Ξενούλα και Ξενάκι τη φώναζαν γιατί ήταν πάντα πρόσχαρη και γελαστή. Φιλήθηκαν στα πεταχτά και εξαφανίστηκαν πίσω από κάτι αχαμνά αρμυρίκια.

 Πέρασε ώρα και λαγοκοιμόμουνα, όταν άκουσα πάλι το γέλιο της και την είδα να πηγαίνει προς τη θάλασσα. Προχωρώντας, ξεκούμπωνε τη ρόμπα της και όταν έφτασε στην ακρογιαλιά την πέταξε από πάνω της και βούτηξε στο νερό. Το φεγγάρι που είχε, εδώ και ώρα, βγει από τα σύννεφα, φώτιζε το παιχνίδι της με το νερό και ασήμωνε τα απόνερα που άφηνε το  κορμί της καθώς έκοβε τη θάλασσα. Βλέποντάς τη να κολυμπάει, οι ιστορίες για την Αφροδίτη που αναδύθηκε από τις θάλασσές μας και για τη γοργόνα που γύρευε τον αδερφό της το Μεγαλέξανδρο μου ήρθαν στο νου. Δεν ξέρω αν η νύχτα την ομόρφαινε, ή αν αυτή ομόρφαινε τη νύχτα, ένοιωθα πάντως πως ζούσα μία πολύ όμορφη στιγμή. Όταν χόρτασε το νυχτερινό κολύμπι, βγήκε από το νερό και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας με το παράξενο, νωχελικό  λίκνισμα που δίνει στο σώμα το περπάτημα στην άμμο. Όταν έφτασε κοντά στο αυτοκίνητο, έδωσε άλλο ένα πεταχτό φιλί στο θείο μου και ξάπλωσε.

Ήμουν μικρός ακόμα για να έχει το σώμα και το μυαλό μου τις αντιδράσεις ενός ενήλικου, η θέα όμως του όμορφου κοριτσιού που περπατούσε γυμνό στην άμμο, λουσμένο από το φως του φεγγαριού, έχοντας φόντο πίσω της τη θάλασσα και τη νύχτα, μου δημιουργούσε μία γλυκιά αίσθηση που με διαπερνούσε ολόκληρο. Κι όταν αυτή πλάγιασε, την κοίταζα μαρμαρωμένος, χαμένος σε αισθήσεις και αισθήματα πρωτόγνωρα. Το φεγγάρι να φωτίζει, χωρίς τσιγκουνιά, ένα τέλειο σώμα, ξαπλωμένο σχεδόν ανάσκελα στην άμμο, με το θαλασσινό νερό να στραγγίζει μέσα από τα αυλάκια που σχηματίζονταν στα στήθη, στις κλείδες και στους βουβώνες, εκεί που ενώνουν οι μηροί με το κάτω μέρος της κοιλιάς σχηματίζοντας τις πτυχώσεις που, κατηφορίζοντας, καταλήγουν στο όρος της Αφροδίτης. 

Η πλάτη να ακουμπάει ολόκληρη στη ζεστή ακόμη άμμο, τα χέρια ανοιχτά, η μία παλάμη να αναπαύεται κάτω από τα βρεγμένα δαχτυλιδωτά μαλλιά, ενώ η άλλη, αφημένη ανοιχτή, να κοιτάζει προς τα πάνω περιμένοντας, λες, κάτι να πάρει ή να δώσει. Το κεφάλι γερμένο προς τη μία πλευρά και το υπόλοιπο σώμα, από την κοιλιά και κάτω, το ίδιο, έβλεπαν χωρίς να κοιτούν, έλεγαν χωρίς να μιλούν, προσκαλούσαν χωρίς να καλούν. 

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν πρωτοείδα σε πόστερ το «ξαπλωμένο γυμνό με ανοιχτά τα χέρια» ή  «κόκκινο γυμνό» του Μοντιλιάνι, ήρθε αμέσως στο μυαλό μου η εικόνα της Ξενούλας, ξαπλωμένης γυμνής στη φεγγαρόλουστη αμμουδιά, εκείνο το βράδυ. Το αγόρασα αμέσως και από τότε,  αρχικά στη φοιτητική μου σοφίτα, και μετά, σε κάθε σπίτι που μετακόμιζα, εκτός και εντός Ελλάδας, το έχω πάντα κρεμασμένο για να το βλέπω. Σήμερα, «αναπαύεται» στο τελευταίο του πιστεύω σπίτι, στην κρεβατοκάμαρα του πατρικού μου, λίγη μόνο ώρα δρόμο μακριά από το σημείο που πρωτοαντίκρισα την Ξένη, ξαπλωμένη γυμνή, στη φεγγαρόλουστη αμμουδιά, εκείνο το βράδυ.

Έλεγα στην αρχή ότι κάποιες στιγμές τις κουβαλάμε μαζί μας για όλη μας τη ζωή ακόμα κι αν δεν είχαμε πλήρη συνείδηση του τι συνέβαινε όταν τις ζούσαμε. Έτσι και με εμένα, η εικόνα της Ξένης, γυμνής κάτω από το φεγγάρι, με τις σταγόνες της θάλασσας να στραγγίζουν στο σώμα της, με συνοδεύουν από τότε. Κάπως έτσι φαντάζομαι την αθωότητα, που δεν νοιώθει την ανάγκη να κρύψει τίποτα, την ξενοιασιά, που μπορεί να μετατρέψει σχεδόν τα πάντα σε χαρούμενο παιχνίδι,  τη χωρίς υπολογισμό προσφορά,  που μπορεί να δώσει  ότι καλύτερο έχει και να πάρει χαρά από αυτό το δόσιμο. Και θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που η άποψή μου για το γυμνό διαμορφώθηκε πριν οι ορμές της εφηβείας το περιορίσουν στη σημαντική, αλλά μονοσήμαντη σχέση του με τη ζωή μας.

Η Ξένη συνέχισε να έρχεται στο νησί μας και μετά το θάνατο του πατέρα της. Έρχεται ακόμη, πότε-πότε. Πάντα ξένοιαστη κι αυθόρμητη, πάντα νέα, συνομήλικη λες με τα παιδιά και τα εγγόνια της, να μας θυμίζει πως η χαρά της ζωής είναι μέσα μας, γι αυτό και μπορούμε να τη συναντήσουμε όπου κι αν βρισκόμαστε.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

ΑΥΤΑ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΝΕ. ΕΜΕΙΣ; (2)

Στο χωριό μας, όσον αφορά στο καφενείο, υπάρχουν δύο εποχές. Η μία είναι η «καλοκαίριασε πάλι» και αρχίζει την μέρα που καθόμαστε για καφέ στην αυλή του και η άλλη είναι η «χειμώνιασε πάλι» και είναι η πρώτη μέρα που τον καφέ μας τον παίρνουμε μέσα στην αίθουσά του.


Χθες «χειμώνιασε πάλι». Μπαίνοντας στο καφενείο, και τη στιγμή που προσπαθούσα να βγάλω το βρεγμένο μου μπουφάν, άκουσα το φίλο μου, τον πρώην καπετάνιο, να με φωνάζει και να με καλεί στο τραπέζι του. Πλησίασα, κάθισα, με καλωσόρισε γιατί είχα λείψει για μερικές μέρες, κι άρχισε να με ρωτάει πώς τα πέρασα εκεί που ήμουν. Από τον τόνο στη φωνή του και το βλέμμα στα μάτια του, κατάλαβα πως δεν με ήθελε για να ακούσει τα νέα μου, αλλά για να μου πει τα δικά του και δεν έπεσα έξω. Πριν τελειώσω την πρώτη μου φράση, ξεκίνησε να μου λέει πως πριν από μερικές ημέρες είχε συναντήσει τη πρώην δασκάλα και πως είχανε μία πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα, γιατί άλλο; Για τα παιδιά βέβαια.


Από ότι μου είπε, η αφορμή δόθηκε από μία διαφωνία που είχε η κόρη του με τον άντρα της, μπροστά στο παιδί τους για ένα θέμα που αφορούσε στην αντιμετώπιση μίας παιδικής απαίτησης.


Η ερώτηση λοιπόν που έκανε ο καπετάνιος στη δασκάλα, ήταν αν μπορούν οι γονείς να διαφωνούν μπροστά στα παιδιά τους για θέματα που αφοράν στην ανατροφή και τη συμπεριφορά τους. 


Η απάντηση της δασκάλας ήταν, πάνω-κάτω, η ακόλουθη: 


« Αν οι γονείς είναι νευρικοί και εριστικοί, θα το κάνουν, ούτως ή άλλως. Αυτό θα είναι κακό γιατί το παιδί θα νοιώσει την ένταση της φιλονικίας, ακόμη περισσότερο μάλιστα αν αυτή περιέχει φωνές και ακραίες εκφράσεις. Θα νοιώσει ακόμη λύπη γιατί θα συμπεράνει ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα στα δύο πιο αγαπημένα του πρόσωπα και ανασφάλεια γιατί η ισορροπία του συστήματος ‘’οικογένεια’’ κλονίζεται. Αν πάλι οι γονείς είναι ήρεμοι και νηφάλιοι, μπορούν να διαφωνούν μπροστά στα παιδιά τους. Διαφωνία δεν σημαίνει τσακωμό, κακή συμπεριφορά, ή βία. Γιατί θα πρέπει να προσπαθούν να παρουσιάσουν στο παιδί τους ένα κόσμο ιδανικό χωρίς διαφορές και διαφωνίες; Γιατί να το διδάξουν, με το παράδειγμά τους, ότι η διαφορά απόψεων και η διαφωνία είναι κάτι κακό; Ένα παιδί έτσι μαθημένο, πώς θα υποστηρίζει, όταν μεγαλώσει, τις απόψεις του, πώς θα τολμά να αναπτύξει τα επιχειρήματά του; Τι κι αν αποδειχθεί μπροστά του ότι ο ένας από του δύο γονείς έχει άδικο; Ίσα-ίσα μπορεί η κρίση (και η κριτική) του παιδιού να τους κάνει να είναι πιο προσεκτικοί στο μέλλον. Βέβαια, είναι απαραίτητο η διαφωνία να καταλήξει με τους δύο γονείς να συμφωνούν σε μία από τις δύο θέσεις που υποστήριζαν, για να έχει και το παιδί μίαν απάντηση».


Συμφώνησα με την άποψη της δασκάλας, θέλησα όμως να προεκτείνω λίγο το θέμα.


Λένε οι γονείς, και τις περισσότερες φορές το εννοούν κιόλας, ότι θέλουν να κάνουν τα παιδιά τους ευτυχισμένα. Έχουν, δηλαδή, βάλει σκοπό της ζωής τους να κάνουν τα παιδιά τους να έχουν καλή υγεία, σωστή πνευματική ανάπτυξη και συνεχή ψυχική ευεξία. Η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού έχει ένα τίμημα, τη διάθεση χρόνου, πόρων και, κυρίως, την διαρκή θετική παρουσία τους και συναισθηματική προσφορά τους. Αν το αποτέλεσμα είναι καλό, θα έχουν μίαν ανταμοιβή, την αγάπη, εκτίμηση και σεβασμό των παιδιών τους, καθώς και την ικανοποίηση για τη συμβολή τους στη δημιουργία ευτυχισμένων ανθρώπων.


Συνήθως η βούληση των γονέων για την ευτυχία των παιδιών τους, εκφράζεται με την προσπάθειά τους να τους εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις για μία καλή ζωή ή, τουλάχιστον, για μία ζωή καλύτερη από τη δική τους. Τι σημαίνει όμως καλύτερη ζωή για τον καθέναν από τους δύο γονείς και τι για το παιδί; Και αν, προσωρινά, κάνουμε την παραδοχή ότι ένα μικρό παιδί δεν γνωρίζει τι είναι το καλύτερο για την ευτυχία του, τι γίνεται όταν οι γονείς δεν έχουν την ίδια γνώμη για κάποια από τα «συστατικά» της; Τίνος η άποψη θα επικρατήσει, και με ποιο τρόπο; Θα ακούει το παιδί όλες τις απόψεις και θα επιλέγει όποια θέλει, θα ακούει απόψεις πάνω στις οποίες οι γονείς θα έχουν συμφωνήσει, ή συμβιβασθεί, θα ακούει τους γονείς του να προσπαθεί ο καθένας να επιβάλει τη δική του άποψη, πολλές φορές μάλιστα με τρόπο που το στενοχωρεί και του δημιουργεί ανασφάλεια και λύπη; 


Υποθέσαμε παραπάνω ότι το παιδί, λίγο-πολύ, δεν γνωρίζει πιο είναι το καλό του. Είναι όμως έτσι; Δεν το νομίζω, δεν είμαι καθόλου βέβαιος γι αυτό. Ένα μικρό παιδί δεν έχει την δυνατότητα να εκφράσει αυτά που επιθυμεί, ή δεν επιθυμεί, και του λείπουν η πείρα και οι δεξιότητες για να τα υλοποιήσει, ή να τα αποφύγει. Γνωρίζει όμως θαυμάσια πού πρέπει να καταφύγει για να τα ζητήσει. Στους γονείς, γιατί αυτούς αγαπάει, αυτούς γνωρίζει, αυτούς εμπιστεύεται. 


Από ένστικτο ή διαίσθηση, καταλαβαίνει ότι αυτός είναι ο ρόλος τους και με κάθε τρόπο τους το υπενθυμίζει και τους ζητάει να είναι συνεπείς προς αυτόν. Μπορεί να το κάνει γελώντας ή κλαίγοντας, παίζοντας ή χτυπώντας το κεφάλι του στο πάτωμα. Είναι δείγμα υγειών σχέσεων το να ζητάει ένα παιδί κάτι από τους γονείς του, με οποιοδήποτε από τους παραπάνω τρόπους, γιατί αυτό δείχνει ότι αναγνωρίζει το ρόλο τους, ότι πιστεύει στην πρόθεσή τους για προσφορά, ότι έχει εμπιστοσύνη στον τρόπο ανταπόκρισής τους. Όταν όμως ένα παιδί πάψει να ζητάει από τους γονείς του, υπάρχει πια πολύ σοβαρό πρόβλημα στις σχέσεις των γονέων του με αυτό.


Το τι ζητάει όμως ένα παιδί, με ποιο τρόπο το ζητάει και το πώς αντιδρά όταν δεν παίρνει αυτό που ζητάει, θέλει λίγο ψάξιμο.


Ένα παιδί ζητάει, συνήθως, αυτά που έχει ανάγκη, αυτά που δεν έχει ανάγκη αλλά του τα πρόσφεραν κάποτε και του άρεσαν και αυτά που δεν έχει ανάγκη αλλά που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, του έταξαν. Αυτά που έχει ανάγκη, είναι στοιχειώδη, απαραίτητα και αυτονόητα. Είναι η αγάπη, η τροφή, η στέγη και η καθαριότητα. Όλα τα άλλα, δεν ήταν δικές του επιλογές, κάποια του προσφέρθηκαν, κάποια του επιβλήθηκαν, κάποια διδάχτηκε να του αρέσουν.


Ένα παιδί ζητάει κάτι που θέλει με πολλούς τρόπους, ανάλογα με αυτούς προς τους οποίους απευθύνεται και με τις εμπειρίες που έχει αποκομίσει από προηγούμενες συμπεριφορές τους. Πολύ γρήγορα γνωρίζει τι θα ζητήσει από τη μαμά και τι από το μπαμπά, καθώς και πώς θα το ζητήσει. Τελικά θα καταλήξει στο γονιό που δεν συμπεριφέρεται ανάλογα με τα κέφια του, που έχει την υπομονή να του εξηγεί τους λόγους της άρνησής του, όταν αρνείται, και που δεν έχει διαφορετικές κάθε φορά απαντήσεις για την ίδια ερώτηση, ανάλογα με την κρίση ή τη σκοπιμότητα της στιγμής. 


Τέλος, ένα παιδί, όταν δεν μπορεί να ερμηνεύσει τους λόγους μίας άρνησης, ή όταν του δίνεται κάτι μετά από μίαν απειλή, εκβιασμό ή απόσπαση υπόσχεσης, όταν ξεπεράσει(;) το σοκ από την αμφιβολία για την αγάπη των δικών του, και από την απώλεια της εμπιστοσύνης στην κρίση των, αρχίζει να μηχανεύεται τρόπους ξεπεράσματος των εμποδίων που το δυσκολεύουν να έχει αυτό που θέλει και ο πιο πρόσφορος είναι το ψέμα που, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι τίποτα άλλο από άμυνα στον κίνδυνο μη απόκτησης αυτού που επιθυμεί, ή φόβος για τις κακές επιπτώσεις της αλήθειας.


Και έκλεισα τη συζήτηση λέγοντάς του: «Γιατί λοιπόν καπετάνιο μου προβληματίζεσαι για το αν είναι καλό να διαφωνούν η κόρη σου κι ο άντρας της μπροστά στο παιδί τους για θέματα που αφοράν στη συμπεριφορά του; Αν συμπεριφέρονται αυτοί σωστά στο παιδί τους, αν του προσφέρουν με την ίδια χαρά και προθυμία ότι πρέπει, όσο πρέπει, όπου πρέπει και όταν πρέπει, δεν θα χρειαστεί ποτέ να διαφωνήσουν, και ακόμα περισσότερο να φιλονικήσουν, είτε μπροστά του, είτε όχι. Και αν οι γονείς δεν έχουν κάνει την ανοησία να χωρίσουν την ανατροφή του σε «κεφάλαια» και να τα μοιράσουν μεταξύ τους ,το παιδάκι τους ξέρει μια χαρά τι θέλει και από ποιον, πώς και πότε θα το ζητήσει. Και πρέπει να ξέρουν ότι θα έχουν επιτύχει σαν γονείς, όταν το παιδί τους τα ζητάει όλα και από τους δύο. Και μη ξεχνάς αυτό που σου έχω ξαναπεί: Τα παιδιά, από τη στιγμή που θα γεννηθούν, μεγαλώνουν κάτω από τη «φροντίδα» των γονιών τους, δηλαδή κάτω από την υπόδειξη, καθοδήγηση ή πίεση για εφαρμογή μίας σειράς μεθόδων και πρακτικών τις οποίες έχουν αποφασίσει αυτοί για αυτά, πιστεύοντας, στην καλή περίπτωση, ότι με αυτόν τον τρόπο τους προσφέρουν τη δυνατότητα της δημιουργίας προϋποθέσεων για μία καλή ζωή. Αυτό που κάνουν τελικά, είναι να τους δημιουργούν χώρο για μία καλύτερη, κατά τη γνώμη τους, πραγματικότητα, περιορίζοντας όμως το χώρο της φαντασίας και του ονείρου τους. Έτσι, τα παιδιά αυτά δεν θα μπορέσουν ποτέ να δουν τη ζωή μέσα από τα μάτια της δικής τους φαντασίας και να κάνουν τα δικά τους όνειρα για τη δική τους πραγματικότητα. Το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν, χωρίς φαντασία, να μιμηθούν τη δική μας πραγματικότητα. Γιατί αν κάποιος έχει μάθει να βαδίζει μόνο με τη βοήθεια του χάρτη, μπορεί, σε μία διακοπή ρεύματος να χαθεί και μέσα στο σπίτι του».

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

ΘΥΡΑΝΟΙΞΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Στο νησί της καταγωγής μου, μέσα και γύρω από το παλιό, μισοερειπωμένο, ενετικό κάστρο, χτισμένο στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου που κρέμεται, θαρρείς, πάνω από το δίδυμο λιμανάκι, είναι χτισμένες πολλές, πάνω από είκοσι, εκκλησίες. Μικρές οι πιο πολλές, μονόκλιτες με θολωτή στέγη και με απέριττα καμπαναριά πάνω από την μοναδική πόρτα, στη μέση της μίας από τις μεγάλες πλευρές τους. Μοιάζουν θαρρείς, κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, με λευκοντυμένους προσκυνητές που σκαρφαλώνουν προς την Παναγία του Κάστρου για να ανάψουν ένα κερί και να προσκυνήσουν την εικόνα της, ενώ τις φεγγαρόλουστες βραδιές θυμίζουν φαντάσματα που το φυλάν από επιδρομή πειρατική.

Μία από τις πιο παλιές εκκλησίες, ο Παντοκράτορας, μονόκλιτη, λιθόκτιστη και με θολωτή στέγη, κτίσμα του 1545, ήταν κλειστή για περισσότερα από εκατό χρόνια, με εξαίρεση τα χρόνια της κατοχής, που οι Γερμανοί την είχαν μετατρέψει σε πυριτιδαποθήκη, καταστρέφοντας και την Άγια Τράπεζα. Φέτος, μετά από κάποιες εργασίες συντήρησης από την αρχαιολογική υπηρεσία, ήταν έτοιμη να ξαναλειτουργήσει, μετά βέβαια από τα θυρανοίξια και τον καθαγιασμό της ξαναχτισμένης Άγιας Τράπεζας.

Δεν είμαι θρησκευόμενος, αλλά νοιώθω ωραία όταν βρίσκομαι σε μία εκκλησία στο νησί μου και μου αρέσει να παρακολουθώ μία λειτουργία ή ένα μυστήριο, όταν ο παπάς δεν είναι βιαστικός, οι ψάλτες δεν είναι παράφωνοι και δεν υπάρχουν μεγάφωνα. Έχω άλλωστε πολλά ακούσματα, γιατί ο πατέρας μου έψελνε και με έπαιρνε μαζί του, όταν ήμουν μικρός, σε λειτουργίες, εσπερινούς και τρισάγια. Επειδή η εκκλησία αυτή ανήκε κάποτε στην οικογένειά μας, ήθελα να παρακολουθήσω τη ακολουθία του καθαγιασμού της Άγιας Τράπεζας, τα νέα θυρανοίξια και εγκαίνιά της.

Ήρθε η μέρα που περίμενα και έμελε να είναι η ωραιότερη των φετινών μου διακοπών. Ανέβηκα στο κάστρο με ελαφρό βοριαδάκι, λιακάδα και δροσιά. Ο ουρανός κατακάθαρος, τόσο, που στο βάθος του ορίζοντα, κατά το νοτιά, αχνοφαίνονταν τα βουνά της Κρήτης. Όταν μπήκαμε στην εκκλησία, βρεθήκαμε σε έναν άλλο κόσμο. Το πάτωμα, οι τοίχοι και ο θόλος έλαμπαν από την πάστρα, οι αγιογραφίες ήταν όλες σχεδόν κατεστραμμένες, εικονίσματα δεν υπήρχαν και το φως, που δεν του παίρναν από τη λαμπρότητά του για να φωτιστούν, τα χρώματα από τους τοίχους, την οροφή ή το πάτωμα, ήταν τόσο αγνό και ανόθευτο, που δεν μπορούσες να πεις με σιγουριά αν έμπαινε ή αν έβγαινε από την πόρτα και τα παράθυρα.

Ο επίσκοπος και οι παπάδες, ντυμένοι με λευκά άμφια και λουσμένοι από αυτό το φως, του ήλιου και της εκκλησίας, ξεκίνησαν τη λειτουργία γύρω από την Άγια Τράπεζα, ένα γυμνό ορθογώνιο πέτρινο κτίσμα. Δεν είχε κάλυμμα, γιατί δεν είχε ακόμη αγιασθεί, δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί τα εγκαίνια. Ένα τρικέρι, αναμμένο για τις ανάγκες της ακολουθίας και ακουμπισμένο σε ένα κούφωμα στο κοίλωμα του ιερού, δεν είχε δύναμη να δημιουργήσει σκιές, δεν το άφηνε κι ο ήλιος, και σε μία γωνιά, πάνω σε ένα αναμμένο γκαζάκι, μέσα σε μία κατσαρόλα, έλειωνε κερί. (Το κερί αυτό θα το χρησιμοποιούσαν αργότερα για να βουτήξουν μέσα κομματάκια πανιού από αρχιερατικό σάβανο, και να φτιάξουν έτσι φυλαχτά που μοίρασαν στους πιστούς).Η εκκλησία είχε θαυμάσια ακουστική, ο επίσκοπος οι παπάδες και οι ψάλτες είχαν σωστές φωνές, δεν υπήρχαν ηχητικά συστήματα να σκληραίνουν και να παραμορφώνουν τη μελωδία και το αποτέλεσμα ήταν ένας γλυκός καθαρός και δυνατός ήχος που δεν μπορούσες παρά να τον ακούς με ευχαρίστηση και χαρά.

Είμαι εξοικειωμένος από τα παιδικά μου χρόνια με τις εκκλησίες του νησιού μας και το τελετουργικό της θρησκείας μας, ήταν όμως η πρώτη φορά που αυτό που ένοιωθα θα μπορούσα να το προσδιορίσω σαν κατάνυξη. Και κατάλαβα ότι κατάνυξη δεν είναι το αποτέλεσμα της πίστης και της ευλάβειας, αλλά, αντίθετα, είναι το άνοιγμα που δημιουργεί το μαχαίρι που διαπερνά (κατανύσσει) το πνεύμα των εκκλησιαζομένων και δημιουργεί το πέρασμα για την πίστη. Όταν, διαβαίνοντας την πόρτα μίας εκκλησίας μπορείς, κάτω από ορισμένες ευτυχείς συγκυρίες, να νοιώσεις ότι βρίσκεσαι σε ένα κόσμο τόσο διαφορετικό, τόσο πιο ταιριαστό με τις πνευματικές και αισθητικές σου ανάγκες, σε ένα χώρο καταφύγιο από τα προβλήματα που σε βασανίζουν, σε ένα περιβάλλον κοινών προσδοκιών και αναζητήσεων, δεν χρειάζεται να είσαι πιστός για να αισθανθείς ωραία, είναι όμως και πιο εύκολο να πιστέψεις, αφού αισθάνεσαι ωραία.

Αν πίστη είναι η βεβαιότητα για την ύπαρξη και τις ιδιότητες κάποιας οντότητας, πρέπει να είναι ευτυχείς αυτοί που πιστεύουν στην ύπαρξη μίας τέτοιας οντότητας, με απεριόριστες μάλιστα δυνάμεις και δυνατότητες, παράκλητου αλλά και εντολέα, αρωγού αλλά και διώκτη, δωρητή ζωής αιώνιας αλλά και τιμωρίας αιώνιας. Βέβαια, πίστη που δεν συνοδεύεται από λογική μπορεί να οδηγήσει σε παραίτηση από κάθε προσπάθεια, επειδή «έχει ο Θεός» ή, στο άλλο άκρο, να απαιτούμε όσα θέλουμε και όχι όσα αξίζουμε, επειδή «ο Θεός είναι μεγάλος».

Εκείνο όμως το πρωί, στην εκκλησία του Παντοκράτορα, στο κάστρο, δεν χωρούσαν τέτοιες σκέψεις. Παρασυρμένος από τη διάθεση που μου δημιούργησε το όμορφο πρωινό, παράτησα τον ορθολογισμό έξω από την πόρτα της και αφέθηκα για μία ώρα να με οδηγούν και να με τέρπουν αυτά που αντιλαμβανόμουν με τις αισθήσεις μου. Όταν τελείωσε η λειτουργία και βγήκαμε έξω, ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει, το βοριαδάκι να φυσάει και ο ουρανός να είναι κατακάθαρος.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΜΕ ΣΙΡΟΚΟ

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που για τελευταία φορά είχα βρεθεί στο λιμάνι του νησιού μου με σιρόκο. Στην ουσία πρόκειται για δύο λιμάνια, ένα μικρό και ένα μεγάλο, που στέκονται δίλπα-δίπλα και που οι είσοδοί τους κοιτούν προς το γαρμπή, αλλά το μικρό, που έχει στενή είσοδο, το πιάνει μόνον ο γαρμπής, ενώ το μεγάλο, που έχει μεγαλύτερο άνοιγμα, το πιάνει από γαρμπής μέχρι σιρόκος. Όταν φυσά ο σιρόκος, το θέαμα είναι ανεπανάληπτο, ιδιαίτερα όταν ο αγέρας συνοδεύεται από βροχή και αστραπόβροντα.

Βρέθηκα πάλι εκεί, το Σεπτέμβρη που μας πέρασε, για διακοπές. Μία Τετάρτη πρωί, ο πουνέντες, που μας τυραννούσε τις τρείς τελευταίες μέρες με την υγρασία του, άρχισε να πέφτει, αλλά, μέχρι να έρθει το απόγευμα, τον είχε γυρίσει σε σιρόκο που όλο και δυνάμωνε. Η γυναίκα μου ήταν σε μία συγγενή μας για καφέ κι εγώ διάβαζα στο μπότζιο μας, όταν άρχισε να συννεφιάζει. Πήρε να σουρουπώνει, ο ουρανός είχε μαυρίσει και η βροχή ήταν στο δρόμο. Πήρα τη γυναίκα μου τηλέφωνο και της είπα να ετοιμάζεται γιατί θα περνούσα να την πάρω να κατεβούμε στο λιμάνι. Ούτε πέντε λεπτά δρόμος δεν ήταν με το αυτοκίνητο, της είχα μιλήσει πολλές φορές για το τι γινόταν εκεί με το σιρόκο και είχε έρθει η ώρα να το δει και με τα μάτια της.

Όταν φτάσαμε, έριξε μερικές ψιχάλες και σταμάτησε. Ο αγέρας όμως όλο και δυνάμωνε κι η θάλασσα είχε πια φουσκώσει για τα καλά. Τα κύματα σκάγαν με δύναμη στα βράχια της βορειοδυτικής πλευράς του λιμανιού, εκεί που βρίσκονται, το παλιό, από την εποχή της αγγλοκρατίας, υδραγωγείο, μία μικρή παραλία, απόληξη ενός χειμάρρου, και ένα εκκλησάκι χωμένο στα βράχια, μέσα σε μία μικρή σπηλιά. Στην νοτιοανατολική πλευρά, αφού τους κοβόταν η φόρα στα βράχια, άλλοτε έπεφταν απάνω στο μόλο αφρίζοντας, σα να τον έδερναν και άλλοτε τον καβαλούσαν ήρεμα, σα να τον αγκαλιάζαν κι φτάνανε μισοημερωμένα στην αμμουδιά. Τα σύννεφα είχαν καλύψει όλο τον ορίζοντα, και στη δύση, στο σημείο που κάθε σούρουπο βουτά ο ήλιος στη θάλασσα, ίσα που φαινόταν μία ξεθωριασμένη πορτοκαλιά κουκίδα.

Έρημο το λιμάνι από βάρκες και καΐκια, που είχαν από νωρίτερα μυριστεί την αλλαγή του καιρού και είχαν κρυφτεί στο μικρό λιμανάκι, τον πίσω γιαλό όπως τον λέμε, σα δειλοί εραστές που εγκατέλειψαν το παράνομο κρεβάτι και παράτησαν σύξυλη την ερωμένη τους, στο άκουσμα των πρώτων βημάτων. Λιγοστά τα ανοιχτά μαγαζιά, πιο λίγοι οι άνθρωποι, σχεδόν καθόλου φώτα, αφού τα κοινοτικά δεν είχαν ανάψει ακόμα και ο ήλιος είχε κρυφτεί πριν την ώρα του.

Καθίσαμε σε ένα καφενείο, σε ένα μέρος που μπορούσαμε να βλέπουμε την είσοδο του λιμανιού, το μόλο και το μισοερειπωμένο ενετικό κάστρο και παραγγείλαμε από ένα ποτό. Είχε αρχίσει να βρέχει και το κύμα έφτανε πια στο στηθαίο του δρόμου. Τα κοινοτικά φώτα και τα φώτα που φωτίζουν κάθε βράδυ το κάστρο άναψαν και προσπαθούσαν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να τρυπήσουν το πυκνό σκοτάδι που είχε στο μεταξύ καλύψει το λιμάνι. Το κόκκινο φως του φάρου έμοιαζε να δείχνει το σημείο μίας φανταστικής εξόδου κινδύνου, μόνο που αυτή ήταν προς τη μεριά του κινδύνου.

Και ξαφνικά, ο μεγάλος, από αρχής του κόσμου, σκηνοθέτης, η φύση η ίδια, πήρε την κατάσταση στα χέρια της. Ο αέρας δυνάμωσε, άρχισε να θερίζει τις ομπρέλες της παραλίας και να κυλάει τις ξαπλώστρες, κόπηκε το ρεύμα και τα πάντα καλύφθηκαν από σκοτάδι απόλυτο, άνοιξαν οι ουρανοί και το νερό έπεφτε σε τέτοιες ποσότητες που δεν προλάβαινε να φεύγει από τις υδρορροές και τα αυλάκια του δρόμου, και άρχισε να αστράφτει και να βροντάει συνεχώς. Με τέτοιο άνεμο, βροχή κι αστραπόβροντα, αν ήταν χειμώνας θα είχαμε κλειστεί στα σπίτια μας, είμασταν όμως ακόμα στο τέλος του καλοκαιριού κι αυτό μας έκανε να ξεθαρρεύουμε. Καθόμασταν εκεί, με τον αφρό των κυμάτων να μας βρέχει πια για τα καλά, με τις τέντες να τρέχουν νερά από παντού, με το φως να μην έρχεται και με την (ψευδ)αίσθηση της περιπέτειας έντονη, και δεν χορταίναμε να βλέπουμε τις αστραπές, να ακούμε τη βοή της θάλασσας και τις βροντές, να νοιώθουμε τη δροσιά του ανέμου και του νερού, γλυκού κι αρμυρού.

Λένε ότι στο βαθύ σκοτάδι είσαι σαν τον τυφλό, γιατί δεν βλέπεις καθόλου. Δεν είναι όμως έτσι, τουλάχιστον όχι όταν είσαι σε μέρη που ξέρεις. Η αίσθηση του χώρου και η οπτική μνήμη είναι αρκετές για να σε κάνουν να ξεπερνάς τους νόμους της φυσικής, να μη σε τρομάζει η αδυναμία της όρασης, και η αίσθηση αυτών που δεν βλέπεις να είναι το ίδιο επιβλητική. Με τις αστραπές αυτό γίνεται ολοφάνερο. Όταν αστράφτει, βλέπεις ξαφνικά, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το απέναντί σου τοπίο ολοκάθαρα και όταν η λάμψη της αστραπής σβήσει, αν προσπαθήσεις να ανακαλέσεις στη μνήμη σου αυτό που είδες, στις λεπτομέρειές του, δεν είσαι απόλυτα σίγουρος ότι δεν σου ξέφυγε κάτι. Κι όμως, η αίσθησή σου είναι ότι τα είδες όλα καθαρά. Το δοκίμασα πολλές φορές εκείνο το βράδυ, και το διαπίστωσα «με τα μάτια μου». Τη μία φορά δεν ήμουν σίγουρος ότι είχα δει το κάστρο, την άλλη το μόλο, την τρίτη το φάρο, την επόμενη ένα εκκλησάκι, και πάει λέγοντας.

Και η ζωή όμως, έτσι δεν είναι; Μία σειρά από αστραπές σε ένα σκοτεινό τοπίο. Η κάθε μία από τις αστραπές αυτές, αντιστοιχεί σε μία στιγμή της, που άφησε επάνω μας σημάδια. Ψηλαφούμε τα σημάδια, θυμόμαστε τη χαρά ή τη λύπη που μας προκάλεσαν, θυμόμαστε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, τόπο, χρόνο, πρόσωπα, αλλά ποτέ δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε μίαν ολοκληρωμένη εικόνα αισθημάτων και συναισθημάτων, παθών και παθημάτων, αισθήσεων και παραισθήσεων. Αν είμαστε αισιόδοξοι, πιστεύουμε ότι το ένα φως διαδεχόταν το άλλο, αν όχι, ότι το ένα σκοτάδι διαδεχόταν το άλλο. Γι αυτό και η σύνοψη της ζωής όλων των ανθρώπων, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, είναι ίδια: από το σκοτάδι στο φως κι από εκεί, πάλι στο σκοτάδι και όλο αυτό να επαναλαμβάνεται πολλές φορές, μέχρι να σμίξουν το τελευταίο σκοτάδι με το πρώτο.

Αμ τα λιμάνια; Όποτε μιλάμε για λιμάνι, στο μυαλό μας έρχονται συνειρμικά το, καταφύγιο, ο γυρισμός ,η ασφάλεια, η σιγουριά, με ότι αυτά μπορούν να σημαίνουν. Έτσι είναι, και είναι έτσι γιατί, στο βάθος του μυαλού μας, θέλουμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας κρύβοντας τις άσχημες εκδοχές, κουκουλώνοντας τα άσχημα σενάρια, ξεχνώντας τις άσχημες ιστορίες που κρύβουν τα λιμάνια. Από λιμάνια δεν ξεκίνησαν τα πλοία που ναυάγησαν, τα πλοία που χάθηκαν και κανείς δεν ξέρει τι απόγιναν, τα πλοία που βγήκαν στις θάλασσες για να κουρσέψουν, να κάψουν, να καταστρέψουν; Απλά, τα κακά λιμάνια δεν θέλουμε να τα θυμόμαστε, γιατί ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά λιμάνια, υπάρχουν μόνο καλοί και κακοί καπετάνιοι. Οι καλοί ξέρουν από πού φεύγουν, πού πηγαίνουν, τι κουβαλούν και, κυρίως, ξέρουν να κουμαντάρουν το καράβι τους. Οι κακοί, από την άλλη, νομίζουν ότι ξέρουν τα παραπάνω, ίσως και να ξέρουν κάποια από αυτά, αλλά, βασικά, αρμενίζουν με δεύτερο καπετάνιο την Παναγία ή τον Άγιο Νικόλα, τους οποίους άλλοτε παρακαλούν και άλλοτε βρίζουν, ανάλογα με την περίπτωση, ψάχνουν να βρουν τον φταίχτη για κάθε τι στραβό που τους τυχαίνει, εξαιρώντας πάντα τον εαυτό τους και όταν, σπάνια, φτάνουν στο λιμάνι του προορισμού των κοκορεύονται και κάνουν και το δάσκαλο στους άλλους.

Απόψε όμως, το λιμάνι μας, με το σιρόκο, τη βροχή και τα αστραπόβροντα, μας έδειξε και κάτι άλλο. Η ομορφιά δεν έχει σχήματα, χρώματα, κανόνες, παρά μόνο ψυχές που την αναζητούν, στιγμές που αποκαλύπτεται και μάτια τυχερά που βρίσκονται εκείνες τις στιγμές κοντά για να την απολαύσουν.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Η ΠΟΡΤΑ

Κάθε χρόνο, όταν κατεβαίνουμε στην πατρίδα μου για διακοπές, τις ξεκινούμε με μία λίστα των μερεμετιών που δεν προκάναμε να τελειώσουμε πέρσι,για να τα κάνουμε φέτος, και τις τελειώνουμε με μία λίστα των μερεμετιών που δεν προκάναμε να τελειώσουμε φέτος και που θα πρέπει να περιμένουν μέχρι του χρόνου.

Το παλιό σπίτι βλέπεις, είναι σαν το γέρο. Όλο και κάτι περισσότερο χρειάζεται κάθε φορά για να μπορεί να στέκει, να εξυπηρετεί, να υπηρετεί, να μην καταρρεύσει. Όταν μάλιστα το σπίτι αυτό είναι το πατρικό σου, δηλαδή το αποδεικτικό της συνέχειας της ζωής και ο χώρος της ζωής της ρίζας σου, όλο και πιο πολύ το νοιάζεσαι, όλο και πιο πολύ στενοχωριέσαι όταν το βλέπεις να γερνάει, όλο και πιο πολύ θέλεις να το φροντίσεις.

Ένα από τα φετινά προβλήματα που η λύση τους δεν έπαιρνε αναβολή, ήταν η πίσω πόρτα. Η διάγνωση είχε γίνει πρόπερσι. Το κάτω μέρος είχε σαπίσει, υπήρχε φόβος να διαλυθεί και χρειαζόταν επέμβαση. Επισκευή ή αλλαγή, θα το βλέπαμε όταν ερχόταν η ώρα, αλλά κλείναμε προς τη δεύτερη λύση. Πρόπερσι δεν το βάλαμε μπροστά γιατί έλειπε ο μαραγκός, πέρσι δεν προκάναμε γιατί χρειάστηκε να επιστρέψουμε επειγόντως στην Αθήνα, αλλά φέτος δεν έπαιρνε άλλη αναβολή γιατί οι χαραμάδες είχαν γίνει πια τρύπες, από τις οποίες μόνο γάτες δεν χωρούσαν.

Ο Μηνάς, ο μαραγκός που είχε φτιάξει αυτή την πόρτα, παλιός φίλος, είναι σήμερα πάνω από ογδονταπέντε χρόνων, αλλά έχει και έναν αδερφό, τον Λάζαρο, επίσης μαραγκό και επίσης φίλο, νεότερο, κοντά στα ογδόντα. Δώσαμε λοιπόν ραντεβού στο μαγαζί του δεύτερου, που είναι και πιο κοντά στο σπίτι μου, και τη συμφωνημένη μέρα και ώρα, η γυναίκα μου κι εγώ πήραμε την πόρτα στα χέρια και πήγαμε στο ξυλουργείο. Δεν έγινε τίποτα, γιατί ο Μηνάς το είχε ξεχάσει και είχε πάει με το αυτοκίνητό του για μία δουλειά της γυναίκας του και ο Λάζαρος δεν είχε ειδοποιηθεί από το Μηνά και είχε πάει για ψάρεμα. Το ραντεβού ανανεώθηκε για την επομένη.

Αυτή τη φορά τα καταφέραμε και σμίξαμε. Έβαλε ο ένας αδερφός να φτιάξει καφέ, έπλυνε ο άλλος κάτι αχλάδια που είχε κόψει από την αχλαδιά του, βρέθηκαν και κάτι λαδοπαξίμαδα και λίγο τυρί, ο ήλιος ήταν ακόμα χαμηλούτσικα, κράταγε άμυνα και ο ίσκιος της μουριάς που ήταν έξω από το μαγαζί, και ήταν ότι έπρεπε ένα κολατσιό και μία συζήτηση γύρω από το τι θα κάναμε με την πόρτα. Πριν καλά καλά αρχίσουμε, φάνηκε ένας κοινός μας φίλος που γύριζε από το κυνήγι και καθώς μας είδε και τους τρεις να μιλάμε, με τους καφέδες και τα παξιμάδια πάνω στην πόρτα που ακουμπούσε ξαπλωμένη σε δύο στρίποδα, μας φώναξε: «Χαιρετίζω την τρόικα που συνεδριάζει».

Αυτό ήταν. Έφτασε η λέξη τρόικα για να μας αλλάξει το θέμα, το κέφι και το πρόγραμμα. Το θύμα βέβαια ήμουν εγώ, γιατί, σαν φερμένος από την Αθήνα (παρ’ όλο που εδώ και πολλά χρόνια δεν ζω στην Αθήνα), σαν φιλοκυβερνητικός ( παρ όλο που και αυτοί το ίδιο ήταν ), έπρεπε να έχω επιχειρήματα για όλα όσα έπραττε, ή δεν έπραττε, η κυβέρνηση, καθώς και απαντήσεις για όλα αυτά για τα οποία κατηγορούσαν την κυβέρνηση τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αφού μιλήσαμε για όλα τα σχετικά, από το κούρεμα μέχρι τα σπρεντς, και από την έξοδο από την ευρωζώνη μέχρι τις θαλάσσιες έρευνες της Κύπρου για φυσικό αέριο στο οικόπεδο 12 της κυπριακής ΑΟΖ, και μιας και είχαμε τελειώσει με τον καφέ και τα παξιμάδια, τόλμησα να τους ρωτήσω τι θα κάνουμε με την πόρτα, γιατί η ώρα περνούσε και η γυναίκα μου με τις εγγονές μας με περίμεναν να πάμε στη θάλασσα για μπάνιο.

Γυρίσαμε λοιπόν ξανά την κουβέντα στο κύριο θέμα και γρήγορα συμφωνήσαμε και οι τρεις ότι δεν χρειαζόταν να φτιάξουμε καινούργια πόρτα, αφού μία σωστή επισκευή θα της έδινε παράταση ζωής για μερικά χρόνια ακόμα και θα στοίχιζε πολύ φτηνότερα. Επόμενο ερώτημα για απάντηση ήταν, πώς θα γινόταν η επισκευή, ώστε να έχουμε το βέλτιστο λειτουργικό και αισθητικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό βέβαια με την μεγαλύτερη αντοχή. Καταλήξαμε ότι θα κόβαμε τα σάπια κομμάτια σε τέτοιο σημείο, ώστε η μάτιση του παλιού με το νέο να γινόταν στη μέση της κάτω τραβέρσας που μαζί με την πάνω τραβέρσα και με μία διαγώνια τάβλα κρατούσαν τις κάθετες ραμποτέ σανίδες στη θέση τους. Και ενώ είμαστε έτοιμοι να ανιχνεύσουμε την απάντηση στο τρίτο κρίσιμο ερώτημα, τι ξύλο δηλαδή θα χρησιμοποιούσαμε για να αντικαταστήσουμε αυτά που θα αφαιρούσαμε, ο Μηνάς θυμήθηκε πόσο καλός ήταν ο μακαρίτης ο πατέρας τους, ο γέρο Κοσμάς, μαραγκός κι αυτός, στο να κάνει ματίσεις σχεδόν αόρατες, ακόμη και όταν χρησιμοποιούσε διαφορετικών ειδών ξύλα.

Δε θέλει δα και πολύ ο στραβός για να χάσει το δρόμο του. Από τον πατέρα των αδερφών, θυμηθήκαμε το σιδερά που ήταν απέναντι, το «εργοστάσιο» ηλεκτροπαραγωγής και αναψυκτικών, αλλά και ελαιοτριβείο, που ήταν λίγο πιο πάνω, την ταβέρνα που ήταν λίγο πιο κάτω και, για να μην τα πολυλογώ, μετά από κανένα μισάωρο, είχαμε μνημονεύσει όλα τα μαγαζιά, φούρνους, κουρεία εστιατόρια, χασάπικα, τσαγκάρικα, ψιλικατζίδικα και πολλά άλλα, που είχαν κλείσει και στη θέση τους είχαν ξεφυτρώσει καταστήματα με τουριστικά είδη και παραδοσιακά προϊόντα, όπως και καφετέριες, μπαρ και μεσιτικά γραφεία.

Και πάλι αναγκάστηκα να επαναφέρω την ομάδα στην τάξη, γιατί είχα αρχίσει κιόλας να φοβάμαι ότι δεν θα προλάβαινα το μπάνιο και θα είχα γκρίνια από τις εγγονές μου. Το τρίτο λοιπόν ερώτημα, τι ξύλο δηλαδή θα χρησιμοποιούσαμε, απαντήθηκε σχετικά εύκολα, «από την ίδια τη ζωή», που λένε. Σανίδες ραμποτέ δεν υπήρχαν, δεν υπήρχε ούτε τάβλα τόσο φαρδιά, άσε που θα σκέβρωνε, καταλήξαμε λοιπόν στο κόντρα πλακέ θαλάσσης το οποίο, κατά την άποψη του Λάζαρου ήταν η καλύτερη λύση. Την άποψη αυτή την στήριζε στο ότι στα παλαιότερα χρόνια οι υλοτόμοι έκοβαν τα δένδρα μόνο στη χάση του φεγγαριού, γι αυτό τα ξύλα δεν έπιαναν σκουλήκι ή σαράκι, ενώ τώρα που δεν τηρούν αυτόν τον κανόνα όλα τα ξύλα είναι άχρηστα, εκτός από το κοντραπλακέ θαλάσσης, που και αυτό βέβαια, από ξύλα γίνεται, αλλά για να το λέει ο Λάζαρος, έτσι θα είναι .

Το κακό τρίτωσε, όταν είχαμε πάρει τα μέτρα και είχαμε κόψει το κοντραπλακέ στις διαστάσεις που έπρεπε. Από το πουθενά, φάνηκε ένα φορτηγάκι πράσινο, φορτωμένο με ντομάτες, πεπονάκια και αμπελοφάσουλα. Ο οδηγός ήταν μικροπαραγωγός και μανάβης από την απέναντι στεριά, αλλά και παλιός φίλος των δύο αδερφιών. Αφού λοιπόν χαιρετήθηκαν εγκάρδια και αλληλοπληροφορήθηκαν τα της υγείας των, διαδικασία λίγο χρονοβόρα λόγω της ηλικίας των, άρχισαν μία κουβέντα για το ψάρεμα και το κυνήγι, τα δολώματα και τα καρτέρια, τις φουρτούνες που δεν τους αφήναν να ψαρέψουν και τα ραντίσματα με φυτοφάρμακα στη Ρωσία που σκότωναν τα πουλιά και λιγόστευαν τα κυνήγια. Και ενώ η αγωνία μου αν θα προλάβω το μπάνιο, όλο και μεγάλωνε, ήρθε η λύτρωση με ένα τηλεφώνημα της γυναίκας μου που με πληροφορούσε, αρκούντως συγχισμένη από τη γκρίνια των εγγονών, ότι, λόγω παρόδου της ώρας, το μπάνιο ματαιωνόταν και ότι έλπιζε τουλάχιστον να φάμε μαζί το μεσημέρι.

Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, τα αδέρφια με σύστησαν στο μανάβη, τον Αντώνη, και του είπαν, περιπαίζοντάς με και γελώντας ότι τους είχα πάει μία πόρτα για επισκευή και ότι ήμουν και βιαστικός. Ο μανάβης μου είπε, πηγαίνοντας προς το φορτηγάκι του, πως όσοι βιάζονται, και αργούν και χάνουν. Γύρισε γρήγορα με ένα φορητό ψυγειάκι, ένα μπουκάλι τσίπουρο, ένα λεμόνι και λίγα ατζούρια τρυφερά. Ζήτησε ένα πιάτο, άνοιξε το ψυγειάκι και έβγαλε από μέσα μερικές φούσκες που του τις είχε δώσει το πρωί, πριν μπει στο φεριμπότ, ένας φίλος. Ανοίξαμε τις φούσκες. Τις καθαρίσαμε, τους βάλαμε μπόλικο λεμόνι, φέραν και τα αδέρφια λίγο λάδι και άρχισε η λιτή μας πανδαισία.

Φούσκες, ατζούρια, τσίπουρο, ίσκιος μουριάς και καλή παρέα. Τι άλλο μπορεί να ποθήσει κανείς ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, περιμένοντας δύο παλιούς φίλους φίλους να του επισκευάσουν μία παλιά πόρτα; Τι άλλο να θέλει όταν τα προβλήματα έχουν έρθει στις πραγματικές τους διαστάσεις και δεν στοιχειώνουν, δεν τον αγχώνουν, δεν τον πετροβολούν;

Άλλο ένα λοιπόν λακριντί, όπως εμείς λέμε το κουβεντολόι, ξεκίνησε, από αυτά που δεν έχουν αρχή και τέλος, που πετάγονται από θέμα σε θέμα, χωρίς σειρά, που σχολιάζουν όλους τους γνωστούς καλοπροαίρετα, δίχως να τους θάβουν, που οι υπερβολές και τα αθώα ψέματα καλύπτουν μεγάλο μέρος τους και που, τέλος, όταν κάποια στιγμή τελειώσουν, όλοι αισθάνονται καλύτερα.

Οι άνθρωποι εδώ, στον τόπο μου, ζουν την ίδια πραγματικότητα, την ίδια συγκυρία, την ίδια άσχημη οικονομική και πολιτική κατάσταση με τους ανθρώπους των πόλεων, σε άλλο όμως περιβάλλον. Δεν είναι ότι δεν ενδιαφέρονται, δεν ενημερώνονται, δεν παρακολουθούν τα γεγονότα. Τα δελτία όμως των οκτώ, ή των εννέα, ή οποιασδήποτε άλλης ώρας, μοιάζουν με μία παρένθεση κόλασης σε μία ζωή στον παράδεισο που τους προσφέρουν, ο καθαρός ουρανός, η γαλάζια θάλασσα, η αρμονία της φύσης, τα ανθρώπινα μεγέθη σε όλα, στα σπίτια, στους κήπους, στους δρόμους, οι χαλαροί ρυθμοί στους οποίους κυλάει ο χρόνος και η κοινωνία των συγγενών, των φίλων και των γνωστών.

Για τους κατοίκους των πόλεων όμως, δεν ισχύει το ίδιο. Για αυτούς, τα δελτία των ειδήσεων μοιάζουν με μία παρένθεση κόλασης, σε μία ζωή μέσα σε μίαν άλλη κόλαση που τους προσφέρουν, ο μουντός από τη ρύπανση της ατμόσφαιρας ουρανός, η κακοποίηση, μέχρι εξαφάνισης, της φύσης, τα βρώμικα και απρόσωπα μεγάλα σπίτια, οι βρώμικοι και μποτιλιαρισμένοι δρόμοι, το άγχος για το κυνήγι του χρόνου, μέσα σε μία κοινωνία αγνώστων, ταλαιπωρημένων, άκεφων για κάθε τι, υπάρξεων.

Περνά η ώρα όμως με το κουβεντολόι, οι φούσκες τέλειωσαν, το μπουκάλι με το τσίπουρο κοντεύει να αδειάσει, τα ατζούρια σώνονται κι αυτά, και η πόρτα μου ακόμα περιμένει να επισκευαστεί. Όταν τόλμησα να αναρωτηθώ μεγαλόφωνα, πώς θα κοιμηθούμε το βράδυ δίχως πόρτα, η απάντηση του μανάβη ήταν:
«Ξάπλωσε στο κρεβάτι σου, κι αν έχεις έγνοια για την πόρτα, δεν θα κοιμηθείς και θα φυλάς το σπίτι. Αν πάλι κοιμηθείς, πάει να πει ότι δεν έχεις έγνοια και θα είναι σαν να έχεις πόρτα».

Μου ήρθε τότε στο μυαλό ένας διάλογος που πήρε το αυτί μου την προηγούμενη μέρα στο καφενείο. Ο σερβιτόρος είναι ένα πολύ καλό παιδί, μηχανικός υπολογιστών, που ήρθε πριν τρία χρόνια από τον Πειραιά στον τόπο μας για διακοπές και που δεν λέει ακόμα να φύγει. Επειδή είναι και ομορφόπαιδο και καλαμπουρτζής, οι κοπέλες δεν τον αφήνουν ήσυχο. Μία από αυτές, που έπινε τον καφέ της ρεμβάζοντας, άκουσε από κάποιον τρίτο την ιστορία του και τον ρώτησε:
«Και καλά, πώς και κόλλησες εδώ τόσον καιρό;»
«Έπρεπε να διαλέξω αν θα ζω ή αν θα φυτοζωώ. Διάλεξα το πρώτο», ήταν η απάντησή του.
«Και τι σημαίνει καλή ζωή για σένα;», ξαναρώτησε αυτή.
«Να ανοίγω το πρωί την πόρτα, να βγαίνω με τον καφέ μου στην αυλή, να κάθομαι στο σκαλί, να μυρίζω το βασιλικό, να ρουφάω τον καφέ και να χαϊδεύω το σκύλο μου», της αποκρίθηκε, μονορούφι.
«Μα κι εγώ έχω σπίτι με αυλή, έχω και σκύλο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχισμένη», είπε εκείνη, σαν να αναρωτιόταν φωναχτά.
«Μήπως τις νύχτες σκέφτεσαι πώς θα αποχτήσεις και δεύτερο;» Της αντείπε ο σερβιτόρος, κι εκείνη δεν ξανάνοιξε το στόμα της.

Ο νέος σερβιτόρος, οι γέροι μαραγκοί και ο μανάβης από την απέναντι στεριά, έκαναν φωτεινές τις φετινές μου διακοπές.

Ελπίζω να ανταμώσουμε πάλι του χρόνου.