Πάνε πολλά χρόνια από τότε που για τελευταία φορά είχα βρεθεί στο λιμάνι του νησιού μου με σιρόκο. Στην ουσία πρόκειται για δύο λιμάνια, ένα μικρό και ένα μεγάλο, που στέκονται δίλπα-δίπλα και που οι είσοδοί τους κοιτούν προς το γαρμπή, αλλά το μικρό, που έχει στενή είσοδο, το πιάνει μόνον ο γαρμπής, ενώ το μεγάλο, που έχει μεγαλύτερο άνοιγμα, το πιάνει από γαρμπής μέχρι σιρόκος. Όταν φυσά ο σιρόκος, το θέαμα είναι ανεπανάληπτο, ιδιαίτερα όταν ο αγέρας συνοδεύεται από βροχή και αστραπόβροντα.
Βρέθηκα πάλι εκεί, το Σεπτέμβρη που μας πέρασε, για διακοπές. Μία Τετάρτη πρωί, ο πουνέντες, που μας τυραννούσε τις τρείς τελευταίες μέρες με την υγρασία του, άρχισε να πέφτει, αλλά, μέχρι να έρθει το απόγευμα, τον είχε γυρίσει σε σιρόκο που όλο και δυνάμωνε. Η γυναίκα μου ήταν σε μία συγγενή μας για καφέ κι εγώ διάβαζα στο μπότζιο μας, όταν άρχισε να συννεφιάζει. Πήρε να σουρουπώνει, ο ουρανός είχε μαυρίσει και η βροχή ήταν στο δρόμο. Πήρα τη γυναίκα μου τηλέφωνο και της είπα να ετοιμάζεται γιατί θα περνούσα να την πάρω να κατεβούμε στο λιμάνι. Ούτε πέντε λεπτά δρόμος δεν ήταν με το αυτοκίνητο, της είχα μιλήσει πολλές φορές για το τι γινόταν εκεί με το σιρόκο και είχε έρθει η ώρα να το δει και με τα μάτια της.
Όταν φτάσαμε, έριξε μερικές ψιχάλες και σταμάτησε. Ο αγέρας όμως όλο και δυνάμωνε κι η θάλασσα είχε πια φουσκώσει για τα καλά. Τα κύματα σκάγαν με δύναμη στα βράχια της βορειοδυτικής πλευράς του λιμανιού, εκεί που βρίσκονται, το παλιό, από την εποχή της αγγλοκρατίας, υδραγωγείο, μία μικρή παραλία, απόληξη ενός χειμάρρου, και ένα εκκλησάκι χωμένο στα βράχια, μέσα σε μία μικρή σπηλιά. Στην νοτιοανατολική πλευρά, αφού τους κοβόταν η φόρα στα βράχια, άλλοτε έπεφταν απάνω στο μόλο αφρίζοντας, σα να τον έδερναν και άλλοτε τον καβαλούσαν ήρεμα, σα να τον αγκαλιάζαν κι φτάνανε μισοημερωμένα στην αμμουδιά. Τα σύννεφα είχαν καλύψει όλο τον ορίζοντα, και στη δύση, στο σημείο που κάθε σούρουπο βουτά ο ήλιος στη θάλασσα, ίσα που φαινόταν μία ξεθωριασμένη πορτοκαλιά κουκίδα.
Έρημο το λιμάνι από βάρκες και καΐκια, που είχαν από νωρίτερα μυριστεί την αλλαγή του καιρού και είχαν κρυφτεί στο μικρό λιμανάκι, τον πίσω γιαλό όπως τον λέμε, σα δειλοί εραστές που εγκατέλειψαν το παράνομο κρεβάτι και παράτησαν σύξυλη την ερωμένη τους, στο άκουσμα των πρώτων βημάτων. Λιγοστά τα ανοιχτά μαγαζιά, πιο λίγοι οι άνθρωποι, σχεδόν καθόλου φώτα, αφού τα κοινοτικά δεν είχαν ανάψει ακόμα και ο ήλιος είχε κρυφτεί πριν την ώρα του.
Καθίσαμε σε ένα καφενείο, σε ένα μέρος που μπορούσαμε να βλέπουμε την είσοδο του λιμανιού, το μόλο και το μισοερειπωμένο ενετικό κάστρο και παραγγείλαμε από ένα ποτό. Είχε αρχίσει να βρέχει και το κύμα έφτανε πια στο στηθαίο του δρόμου. Τα κοινοτικά φώτα και τα φώτα που φωτίζουν κάθε βράδυ το κάστρο άναψαν και προσπαθούσαν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να τρυπήσουν το πυκνό σκοτάδι που είχε στο μεταξύ καλύψει το λιμάνι. Το κόκκινο φως του φάρου έμοιαζε να δείχνει το σημείο μίας φανταστικής εξόδου κινδύνου, μόνο που αυτή ήταν προς τη μεριά του κινδύνου.
Και ξαφνικά, ο μεγάλος, από αρχής του κόσμου, σκηνοθέτης, η φύση η ίδια, πήρε την κατάσταση στα χέρια της. Ο αέρας δυνάμωσε, άρχισε να θερίζει τις ομπρέλες της παραλίας και να κυλάει τις ξαπλώστρες, κόπηκε το ρεύμα και τα πάντα καλύφθηκαν από σκοτάδι απόλυτο, άνοιξαν οι ουρανοί και το νερό έπεφτε σε τέτοιες ποσότητες που δεν προλάβαινε να φεύγει από τις υδρορροές και τα αυλάκια του δρόμου, και άρχισε να αστράφτει και να βροντάει συνεχώς. Με τέτοιο άνεμο, βροχή κι αστραπόβροντα, αν ήταν χειμώνας θα είχαμε κλειστεί στα σπίτια μας, είμασταν όμως ακόμα στο τέλος του καλοκαιριού κι αυτό μας έκανε να ξεθαρρεύουμε. Καθόμασταν εκεί, με τον αφρό των κυμάτων να μας βρέχει πια για τα καλά, με τις τέντες να τρέχουν νερά από παντού, με το φως να μην έρχεται και με την (ψευδ)αίσθηση της περιπέτειας έντονη, και δεν χορταίναμε να βλέπουμε τις αστραπές, να ακούμε τη βοή της θάλασσας και τις βροντές, να νοιώθουμε τη δροσιά του ανέμου και του νερού, γλυκού κι αρμυρού.
Λένε ότι στο βαθύ σκοτάδι είσαι σαν τον τυφλό, γιατί δεν βλέπεις καθόλου. Δεν είναι όμως έτσι, τουλάχιστον όχι όταν είσαι σε μέρη που ξέρεις. Η αίσθηση του χώρου και η οπτική μνήμη είναι αρκετές για να σε κάνουν να ξεπερνάς τους νόμους της φυσικής, να μη σε τρομάζει η αδυναμία της όρασης, και η αίσθηση αυτών που δεν βλέπεις να είναι το ίδιο επιβλητική. Με τις αστραπές αυτό γίνεται ολοφάνερο. Όταν αστράφτει, βλέπεις ξαφνικά, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το απέναντί σου τοπίο ολοκάθαρα και όταν η λάμψη της αστραπής σβήσει, αν προσπαθήσεις να ανακαλέσεις στη μνήμη σου αυτό που είδες, στις λεπτομέρειές του, δεν είσαι απόλυτα σίγουρος ότι δεν σου ξέφυγε κάτι. Κι όμως, η αίσθησή σου είναι ότι τα είδες όλα καθαρά. Το δοκίμασα πολλές φορές εκείνο το βράδυ, και το διαπίστωσα «με τα μάτια μου». Τη μία φορά δεν ήμουν σίγουρος ότι είχα δει το κάστρο, την άλλη το μόλο, την τρίτη το φάρο, την επόμενη ένα εκκλησάκι, και πάει λέγοντας.
Και η ζωή όμως, έτσι δεν είναι; Μία σειρά από αστραπές σε ένα σκοτεινό τοπίο. Η κάθε μία από τις αστραπές αυτές, αντιστοιχεί σε μία στιγμή της, που άφησε επάνω μας σημάδια. Ψηλαφούμε τα σημάδια, θυμόμαστε τη χαρά ή τη λύπη που μας προκάλεσαν, θυμόμαστε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, τόπο, χρόνο, πρόσωπα, αλλά ποτέ δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε μίαν ολοκληρωμένη εικόνα αισθημάτων και συναισθημάτων, παθών και παθημάτων, αισθήσεων και παραισθήσεων. Αν είμαστε αισιόδοξοι, πιστεύουμε ότι το ένα φως διαδεχόταν το άλλο, αν όχι, ότι το ένα σκοτάδι διαδεχόταν το άλλο. Γι αυτό και η σύνοψη της ζωής όλων των ανθρώπων, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, είναι ίδια: από το σκοτάδι στο φως κι από εκεί, πάλι στο σκοτάδι και όλο αυτό να επαναλαμβάνεται πολλές φορές, μέχρι να σμίξουν το τελευταίο σκοτάδι με το πρώτο.
Αμ τα λιμάνια; Όποτε μιλάμε για λιμάνι, στο μυαλό μας έρχονται συνειρμικά το, καταφύγιο, ο γυρισμός ,η ασφάλεια, η σιγουριά, με ότι αυτά μπορούν να σημαίνουν. Έτσι είναι, και είναι έτσι γιατί, στο βάθος του μυαλού μας, θέλουμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας κρύβοντας τις άσχημες εκδοχές, κουκουλώνοντας τα άσχημα σενάρια, ξεχνώντας τις άσχημες ιστορίες που κρύβουν τα λιμάνια. Από λιμάνια δεν ξεκίνησαν τα πλοία που ναυάγησαν, τα πλοία που χάθηκαν και κανείς δεν ξέρει τι απόγιναν, τα πλοία που βγήκαν στις θάλασσες για να κουρσέψουν, να κάψουν, να καταστρέψουν; Απλά, τα κακά λιμάνια δεν θέλουμε να τα θυμόμαστε, γιατί ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά λιμάνια, υπάρχουν μόνο καλοί και κακοί καπετάνιοι. Οι καλοί ξέρουν από πού φεύγουν, πού πηγαίνουν, τι κουβαλούν και, κυρίως, ξέρουν να κουμαντάρουν το καράβι τους. Οι κακοί, από την άλλη, νομίζουν ότι ξέρουν τα παραπάνω, ίσως και να ξέρουν κάποια από αυτά, αλλά, βασικά, αρμενίζουν με δεύτερο καπετάνιο την Παναγία ή τον Άγιο Νικόλα, τους οποίους άλλοτε παρακαλούν και άλλοτε βρίζουν, ανάλογα με την περίπτωση, ψάχνουν να βρουν τον φταίχτη για κάθε τι στραβό που τους τυχαίνει, εξαιρώντας πάντα τον εαυτό τους και όταν, σπάνια, φτάνουν στο λιμάνι του προορισμού των κοκορεύονται και κάνουν και το δάσκαλο στους άλλους.
Απόψε όμως, το λιμάνι μας, με το σιρόκο, τη βροχή και τα αστραπόβροντα, μας έδειξε και κάτι άλλο. Η ομορφιά δεν έχει σχήματα, χρώματα, κανόνες, παρά μόνο ψυχές που την αναζητούν, στιγμές που αποκαλύπτεται και μάτια τυχερά που βρίσκονται εκείνες τις στιγμές κοντά για να την απολαύσουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου