Είναι βράδυ με φεγγαράδα. Ο καιρός είναι γλυκός ακόμα, δε φυσάει καθόλου και είμαι ξαπλωμένος στην αμμουδιά του μικρού όρμου, με προσκέφαλο ένα διπλωμένο μπουφάν, να χαζεύω το φεγγάρι. Ούτε που θυμάμαι πόσα βράδια έχω βρεθεί σε αυτή την παραλία, μόνος ή με παρέα, χαρούμενος ή λυπημένος, νηφάλιος ή όχι, ξαπλωμένος ανάσκελα να κοιτάζω το φεγγάρι και τα αστέρια. Και δεν υπάρχει σχεδόν φορά που να μη θυμηθώ ένα βράδυ πριν από εξήντα, και βάλε, χρόνια. Ήταν από εκείνες τις στιγμές, τις τόσο έντονες που, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε το νόημά τους όταν τις ζούμε, όχι μόνο χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας, αλλά επηρεάζουν απόψεις, αισθητική και πρότυπα για την υπόλοιπη ζωή μας.
Την εποχή εκείνη τα αυτοκίνητα που υπήρχαν στο νησί μας ήταν όλα κι όλα, τρία ταξί και καμιά δεκαριά περίπου φορτηγά. Τα τελευταία, με την κατάλληλη διασκευή, έπαιζαν όταν χρειαζόταν και ρόλο λεωφορείων. Ένα από αυτά, ενθύμιο του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, αφού είχε οργώσει, ποιος ξέρει πόσους δρόμους της Ευρώπης και ερήμους της Αφρικής, είχε καταλήξει στα μέρη μας και, αν και ταλαιπωρημένο, εκτελούσε τα καθήκοντά του μάλλον αξιοπρεπώς. Μεταφορές από τα χωριά στο λιμάνι και αντίστροφα, σταφύλια στο ληνό και ελιές στο ελαιοτριβείο, στην εποχή του το καθένα, προσκυνητές στα πανηγύρια και επιβάτες στο βαπόρι, αλλά και κουβάλημα βότσαλου και άμμου από τις παραλίες, για τις οικοδομές και την οδοποιία. Το είχε ένας θείος μου, νέος κι ανύπαντρος τότε, που για εμάς τους μικρούς ήταν ένα είδος ήρωα. Πιστεύαμε ότι πίσω από το τιμόνι ενός φορτηγού τα είχε κανείς όλα. Όνειρο και καημός μου ήταν να με πάρει ένα βράδυ μαζί του για αμμοληψία. Επειδή η αμμοληψία ήταν, υποτίθεται, παράνομη, γινόταν τις νύχτες, με πολλές προφυλάξεις. Με τα πολλά πες-πες, και για να μη μου χαλάσει το χατίρι, μου έταξε πως θα με έπαιρνε σύντομα.
Ένα μεσημέρι ήρθε και μου είπε να κοιμηθώ καλά, γιατί το βράδυ είχε να πάει για αμμοληψία και με ήθελε μαζί του. Κατά τις έντεκα ξεκινήσαμε. Ιούλιος μήνας πρέπει να ήταν, με το φεγγάρι μισοκρυμμένο πίσω από τα σύννεφα μιας προβέντζας, και τον καιρό υγρό και ζεστό. Όταν πλησιάσαμε στον προορισμό μας, έκοψε λίγο ταχύτητα, έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο και σφύριξε σιγά. Δύο φιγούρες πρόβαλαν πίσω από έναν τοίχο και πήδηξαν στην καρότσα του φορτηγού. Ήταν οι εργάτες που θα έκαναν το σάκιασμα. Αρτέμη και Βασίλη τους έλεγαν, ακόμα θυμάμαι τα ονόματά τους.
Φτάσαμε στην παραλία, σταματήσαμε κοντά στη θάλασσα, οι εργάτες κατέβηκαν από την καρότσα, αφού πέταξαν πρώτα έξω τα φτυάρια και τα σακιά και η δουλειά άρχισε. Ο Αρτέμης κρατούσε ανοιχτό το σακί και μόλις ο Βασίλης το γέμιζε με άμμο, αυτός το σήκωνε μέχρι την πόρτα της καρότσας και ο θείος μου το έπαιρνε και το ντάνιαζε. Η δουλειά αυτή κράτησε αρκετές ώρες κι εγώ, μην έχοντας τίποτα να κάνω, άρχισα πρώτα να βαριέμαι, μετά να μετανιώνω που πήγα και, στο τέλος, να νυστάζω. Τέλειωσε κάποτε το φόρτωμα, πλήρωσε ο θείος μου τους εργάτες κι αυτοί καληνύχτισαν και έφυγαν. Μπήκε τότε στο φορτηγό, αναβόσβησε δυο-τρεις φορές τα φώτα και ξανακατέβηκε. Τον ρώτησα πότε θα φεύγαμε και μου είπε να μπω στην καμπίνα και να ξαπλώσω λίγο γιατί αυτός είχε κάτι να κάνει ακόμα, αλλά δεν θα αργούσε.
Πριν καλά-καλά κουρνιάσω στη θέση του συνοδηγού, άκουσα ένα πνιχτό γυναικείο γέλιο και ένα «καλώς τη την Ξενούλα μου» από το θείο μου. Σήκωσα το κεφάλι μου και την είδα. Ερχόταν προς το μέρος μας, σινάμενη κουνάμενη, ξυπόλυτη, φορώντας ένα κοντό γαλαζωπό φόρεμα-ρόμπα που με το ζόρι της κούμπωνε. Την είχα ξαναδεί, κι άλλες φορές, όταν ερχόταν για ψώνια στη Χώρα. Τη λέγανε Άστριντ αλλά ήταν πιο γνωστή σαν «Ξένη» γιατί δεν ήταν από τα μέρη μας. Ερχόταν τα καλοκαίρια να δει τον πατέρα της που ζούσε μόνιμα στο νησί μας, μέλος κάποιας αποστολής, μίλαγε τσάτρα-πάτρα τα ελληνικά, με την τοπική μας διάλεκτο και προφορά, και την καλοχαιρετούσαν όλοι. Ξενούλα και Ξενάκι τη φώναζαν γιατί ήταν πάντα πρόσχαρη και γελαστή. Φιλήθηκαν στα πεταχτά και εξαφανίστηκαν πίσω από κάτι αχαμνά αρμυρίκια.
Πέρασε ώρα και λαγοκοιμόμουνα, όταν άκουσα πάλι το γέλιο της και την είδα να πηγαίνει προς τη θάλασσα. Προχωρώντας, ξεκούμπωνε τη ρόμπα της και όταν έφτασε στην ακρογιαλιά την πέταξε από πάνω της και βούτηξε στο νερό. Το φεγγάρι που είχε, εδώ και ώρα, βγει από τα σύννεφα, φώτιζε το παιχνίδι της με το νερό και ασήμωνε τα απόνερα που άφηνε το κορμί της καθώς έκοβε τη θάλασσα. Βλέποντάς τη να κολυμπάει, οι ιστορίες για την Αφροδίτη που αναδύθηκε από τις θάλασσές μας και για τη γοργόνα που γύρευε τον αδερφό της το Μεγαλέξανδρο μου ήρθαν στο νου. Δεν ξέρω αν η νύχτα την ομόρφαινε, ή αν αυτή ομόρφαινε τη νύχτα, ένοιωθα πάντως πως ζούσα μία πολύ όμορφη στιγμή. Όταν χόρτασε το νυχτερινό κολύμπι, βγήκε από το νερό και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας με το παράξενο, νωχελικό λίκνισμα που δίνει στο σώμα το περπάτημα στην άμμο. Όταν έφτασε κοντά στο αυτοκίνητο, έδωσε άλλο ένα πεταχτό φιλί στο θείο μου και ξάπλωσε.
Ήμουν μικρός ακόμα για να έχει το σώμα και το μυαλό μου τις αντιδράσεις ενός ενήλικου, η θέα όμως του όμορφου κοριτσιού που περπατούσε γυμνό στην άμμο, λουσμένο από το φως του φεγγαριού, έχοντας φόντο πίσω της τη θάλασσα και τη νύχτα, μου δημιουργούσε μία γλυκιά αίσθηση που με διαπερνούσε ολόκληρο. Κι όταν αυτή πλάγιασε, την κοίταζα μαρμαρωμένος, χαμένος σε αισθήσεις και αισθήματα πρωτόγνωρα. Το φεγγάρι να φωτίζει, χωρίς τσιγκουνιά, ένα τέλειο σώμα, ξαπλωμένο σχεδόν ανάσκελα στην άμμο, με το θαλασσινό νερό να στραγγίζει μέσα από τα αυλάκια που σχηματίζονταν στα στήθη, στις κλείδες και στους βουβώνες, εκεί που ενώνουν οι μηροί με το κάτω μέρος της κοιλιάς σχηματίζοντας τις πτυχώσεις που, κατηφορίζοντας, καταλήγουν στο όρος της Αφροδίτης.
Η πλάτη να ακουμπάει ολόκληρη στη ζεστή ακόμη άμμο, τα χέρια ανοιχτά, η μία παλάμη να αναπαύεται κάτω από τα βρεγμένα δαχτυλιδωτά μαλλιά, ενώ η άλλη, αφημένη ανοιχτή, να κοιτάζει προς τα πάνω περιμένοντας, λες, κάτι να πάρει ή να δώσει. Το κεφάλι γερμένο προς τη μία πλευρά και το υπόλοιπο σώμα, από την κοιλιά και κάτω, το ίδιο, έβλεπαν χωρίς να κοιτούν, έλεγαν χωρίς να μιλούν, προσκαλούσαν χωρίς να καλούν.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν πρωτοείδα σε πόστερ το «ξαπλωμένο γυμνό με ανοιχτά τα χέρια» ή «κόκκινο γυμνό» του Μοντιλιάνι, ήρθε αμέσως στο μυαλό μου η εικόνα της Ξενούλας, ξαπλωμένης γυμνής στη φεγγαρόλουστη αμμουδιά, εκείνο το βράδυ. Το αγόρασα αμέσως και από τότε, αρχικά στη φοιτητική μου σοφίτα, και μετά, σε κάθε σπίτι που μετακόμιζα, εκτός και εντός Ελλάδας, το έχω πάντα κρεμασμένο για να το βλέπω. Σήμερα, «αναπαύεται» στο τελευταίο του πιστεύω σπίτι, στην κρεβατοκάμαρα του πατρικού μου, λίγη μόνο ώρα δρόμο μακριά από το σημείο που πρωτοαντίκρισα την Ξένη, ξαπλωμένη γυμνή, στη φεγγαρόλουστη αμμουδιά, εκείνο το βράδυ.
Έλεγα στην αρχή ότι κάποιες στιγμές τις κουβαλάμε μαζί μας για όλη μας τη ζωή ακόμα κι αν δεν είχαμε πλήρη συνείδηση του τι συνέβαινε όταν τις ζούσαμε. Έτσι και με εμένα, η εικόνα της Ξένης, γυμνής κάτω από το φεγγάρι, με τις σταγόνες της θάλασσας να στραγγίζουν στο σώμα της, με συνοδεύουν από τότε. Κάπως έτσι φαντάζομαι την αθωότητα, που δεν νοιώθει την ανάγκη να κρύψει τίποτα, την ξενοιασιά, που μπορεί να μετατρέψει σχεδόν τα πάντα σε χαρούμενο παιχνίδι, τη χωρίς υπολογισμό προσφορά, που μπορεί να δώσει ότι καλύτερο έχει και να πάρει χαρά από αυτό το δόσιμο. Και θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που η άποψή μου για το γυμνό διαμορφώθηκε πριν οι ορμές της εφηβείας το περιορίσουν στη σημαντική, αλλά μονοσήμαντη σχέση του με τη ζωή μας.
Η Ξένη συνέχισε να έρχεται στο νησί μας και μετά το θάνατο του πατέρα της. Έρχεται ακόμη, πότε-πότε. Πάντα ξένοιαστη κι αυθόρμητη, πάντα νέα, συνομήλικη λες με τα παιδιά και τα εγγόνια της, να μας θυμίζει πως η χαρά της ζωής είναι μέσα μας, γι αυτό και μπορούμε να τη συναντήσουμε όπου κι αν βρισκόμαστε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου