Στο χωριό μας, όσον αφορά στο καφενείο, υπάρχουν δύο εποχές. Η μία είναι η «καλοκαίριασε πάλι» και αρχίζει την μέρα που καθόμαστε για καφέ στην αυλή του και η άλλη είναι η «χειμώνιασε πάλι» και είναι η πρώτη μέρα που τον καφέ μας τον παίρνουμε μέσα στην αίθουσά του.
Χθες «χειμώνιασε πάλι». Μπαίνοντας στο καφενείο, και τη στιγμή που προσπαθούσα να βγάλω το βρεγμένο μου μπουφάν, άκουσα το φίλο μου, τον πρώην καπετάνιο, να με φωνάζει και να με καλεί στο τραπέζι του. Πλησίασα, κάθισα, με καλωσόρισε γιατί είχα λείψει για μερικές μέρες, κι άρχισε να με ρωτάει πώς τα πέρασα εκεί που ήμουν. Από τον τόνο στη φωνή του και το βλέμμα στα μάτια του, κατάλαβα πως δεν με ήθελε για να ακούσει τα νέα μου, αλλά για να μου πει τα δικά του και δεν έπεσα έξω. Πριν τελειώσω την πρώτη μου φράση, ξεκίνησε να μου λέει πως πριν από μερικές ημέρες είχε συναντήσει τη πρώην δασκάλα και πως είχανε μία πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα, γιατί άλλο; Για τα παιδιά βέβαια.
Από ότι μου είπε, η αφορμή δόθηκε από μία διαφωνία που είχε η κόρη του με τον άντρα της, μπροστά στο παιδί τους για ένα θέμα που αφορούσε στην αντιμετώπιση μίας παιδικής απαίτησης.
Η ερώτηση λοιπόν που έκανε ο καπετάνιος στη δασκάλα, ήταν αν μπορούν οι γονείς να διαφωνούν μπροστά στα παιδιά τους για θέματα που αφοράν στην ανατροφή και τη συμπεριφορά τους.
Η απάντηση της δασκάλας ήταν, πάνω-κάτω, η ακόλουθη:
« Αν οι γονείς είναι νευρικοί και εριστικοί, θα το κάνουν, ούτως ή άλλως. Αυτό θα είναι κακό γιατί το παιδί θα νοιώσει την ένταση της φιλονικίας, ακόμη περισσότερο μάλιστα αν αυτή περιέχει φωνές και ακραίες εκφράσεις. Θα νοιώσει ακόμη λύπη γιατί θα συμπεράνει ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα στα δύο πιο αγαπημένα του πρόσωπα και ανασφάλεια γιατί η ισορροπία του συστήματος ‘’οικογένεια’’ κλονίζεται. Αν πάλι οι γονείς είναι ήρεμοι και νηφάλιοι, μπορούν να διαφωνούν μπροστά στα παιδιά τους. Διαφωνία δεν σημαίνει τσακωμό, κακή συμπεριφορά, ή βία. Γιατί θα πρέπει να προσπαθούν να παρουσιάσουν στο παιδί τους ένα κόσμο ιδανικό χωρίς διαφορές και διαφωνίες; Γιατί να το διδάξουν, με το παράδειγμά τους, ότι η διαφορά απόψεων και η διαφωνία είναι κάτι κακό; Ένα παιδί έτσι μαθημένο, πώς θα υποστηρίζει, όταν μεγαλώσει, τις απόψεις του, πώς θα τολμά να αναπτύξει τα επιχειρήματά του; Τι κι αν αποδειχθεί μπροστά του ότι ο ένας από του δύο γονείς έχει άδικο; Ίσα-ίσα μπορεί η κρίση (και η κριτική) του παιδιού να τους κάνει να είναι πιο προσεκτικοί στο μέλλον. Βέβαια, είναι απαραίτητο η διαφωνία να καταλήξει με τους δύο γονείς να συμφωνούν σε μία από τις δύο θέσεις που υποστήριζαν, για να έχει και το παιδί μίαν απάντηση».
Συμφώνησα με την άποψη της δασκάλας, θέλησα όμως να προεκτείνω λίγο το θέμα.
Λένε οι γονείς, και τις περισσότερες φορές το εννοούν κιόλας, ότι θέλουν να κάνουν τα παιδιά τους ευτυχισμένα. Έχουν, δηλαδή, βάλει σκοπό της ζωής τους να κάνουν τα παιδιά τους να έχουν καλή υγεία, σωστή πνευματική ανάπτυξη και συνεχή ψυχική ευεξία. Η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού έχει ένα τίμημα, τη διάθεση χρόνου, πόρων και, κυρίως, την διαρκή θετική παρουσία τους και συναισθηματική προσφορά τους. Αν το αποτέλεσμα είναι καλό, θα έχουν μίαν ανταμοιβή, την αγάπη, εκτίμηση και σεβασμό των παιδιών τους, καθώς και την ικανοποίηση για τη συμβολή τους στη δημιουργία ευτυχισμένων ανθρώπων.
Συνήθως η βούληση των γονέων για την ευτυχία των παιδιών τους, εκφράζεται με την προσπάθειά τους να τους εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις για μία καλή ζωή ή, τουλάχιστον, για μία ζωή καλύτερη από τη δική τους. Τι σημαίνει όμως καλύτερη ζωή για τον καθέναν από τους δύο γονείς και τι για το παιδί; Και αν, προσωρινά, κάνουμε την παραδοχή ότι ένα μικρό παιδί δεν γνωρίζει τι είναι το καλύτερο για την ευτυχία του, τι γίνεται όταν οι γονείς δεν έχουν την ίδια γνώμη για κάποια από τα «συστατικά» της; Τίνος η άποψη θα επικρατήσει, και με ποιο τρόπο; Θα ακούει το παιδί όλες τις απόψεις και θα επιλέγει όποια θέλει, θα ακούει απόψεις πάνω στις οποίες οι γονείς θα έχουν συμφωνήσει, ή συμβιβασθεί, θα ακούει τους γονείς του να προσπαθεί ο καθένας να επιβάλει τη δική του άποψη, πολλές φορές μάλιστα με τρόπο που το στενοχωρεί και του δημιουργεί ανασφάλεια και λύπη;
Υποθέσαμε παραπάνω ότι το παιδί, λίγο-πολύ, δεν γνωρίζει πιο είναι το καλό του. Είναι όμως έτσι; Δεν το νομίζω, δεν είμαι καθόλου βέβαιος γι αυτό. Ένα μικρό παιδί δεν έχει την δυνατότητα να εκφράσει αυτά που επιθυμεί, ή δεν επιθυμεί, και του λείπουν η πείρα και οι δεξιότητες για να τα υλοποιήσει, ή να τα αποφύγει. Γνωρίζει όμως θαυμάσια πού πρέπει να καταφύγει για να τα ζητήσει. Στους γονείς, γιατί αυτούς αγαπάει, αυτούς γνωρίζει, αυτούς εμπιστεύεται.
Από ένστικτο ή διαίσθηση, καταλαβαίνει ότι αυτός είναι ο ρόλος τους και με κάθε τρόπο τους το υπενθυμίζει και τους ζητάει να είναι συνεπείς προς αυτόν. Μπορεί να το κάνει γελώντας ή κλαίγοντας, παίζοντας ή χτυπώντας το κεφάλι του στο πάτωμα. Είναι δείγμα υγειών σχέσεων το να ζητάει ένα παιδί κάτι από τους γονείς του, με οποιοδήποτε από τους παραπάνω τρόπους, γιατί αυτό δείχνει ότι αναγνωρίζει το ρόλο τους, ότι πιστεύει στην πρόθεσή τους για προσφορά, ότι έχει εμπιστοσύνη στον τρόπο ανταπόκρισής τους. Όταν όμως ένα παιδί πάψει να ζητάει από τους γονείς του, υπάρχει πια πολύ σοβαρό πρόβλημα στις σχέσεις των γονέων του με αυτό.
Το τι ζητάει όμως ένα παιδί, με ποιο τρόπο το ζητάει και το πώς αντιδρά όταν δεν παίρνει αυτό που ζητάει, θέλει λίγο ψάξιμο.
Ένα παιδί ζητάει, συνήθως, αυτά που έχει ανάγκη, αυτά που δεν έχει ανάγκη αλλά του τα πρόσφεραν κάποτε και του άρεσαν και αυτά που δεν έχει ανάγκη αλλά που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, του έταξαν. Αυτά που έχει ανάγκη, είναι στοιχειώδη, απαραίτητα και αυτονόητα. Είναι η αγάπη, η τροφή, η στέγη και η καθαριότητα. Όλα τα άλλα, δεν ήταν δικές του επιλογές, κάποια του προσφέρθηκαν, κάποια του επιβλήθηκαν, κάποια διδάχτηκε να του αρέσουν.
Ένα παιδί ζητάει κάτι που θέλει με πολλούς τρόπους, ανάλογα με αυτούς προς τους οποίους απευθύνεται και με τις εμπειρίες που έχει αποκομίσει από προηγούμενες συμπεριφορές τους. Πολύ γρήγορα γνωρίζει τι θα ζητήσει από τη μαμά και τι από το μπαμπά, καθώς και πώς θα το ζητήσει. Τελικά θα καταλήξει στο γονιό που δεν συμπεριφέρεται ανάλογα με τα κέφια του, που έχει την υπομονή να του εξηγεί τους λόγους της άρνησής του, όταν αρνείται, και που δεν έχει διαφορετικές κάθε φορά απαντήσεις για την ίδια ερώτηση, ανάλογα με την κρίση ή τη σκοπιμότητα της στιγμής.
Τέλος, ένα παιδί, όταν δεν μπορεί να ερμηνεύσει τους λόγους μίας άρνησης, ή όταν του δίνεται κάτι μετά από μίαν απειλή, εκβιασμό ή απόσπαση υπόσχεσης, όταν ξεπεράσει(;) το σοκ από την αμφιβολία για την αγάπη των δικών του, και από την απώλεια της εμπιστοσύνης στην κρίση των, αρχίζει να μηχανεύεται τρόπους ξεπεράσματος των εμποδίων που το δυσκολεύουν να έχει αυτό που θέλει και ο πιο πρόσφορος είναι το ψέμα που, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι τίποτα άλλο από άμυνα στον κίνδυνο μη απόκτησης αυτού που επιθυμεί, ή φόβος για τις κακές επιπτώσεις της αλήθειας.
Και έκλεισα τη συζήτηση λέγοντάς του: «Γιατί λοιπόν καπετάνιο μου προβληματίζεσαι για το αν είναι καλό να διαφωνούν η κόρη σου κι ο άντρας της μπροστά στο παιδί τους για θέματα που αφοράν στη συμπεριφορά του; Αν συμπεριφέρονται αυτοί σωστά στο παιδί τους, αν του προσφέρουν με την ίδια χαρά και προθυμία ότι πρέπει, όσο πρέπει, όπου πρέπει και όταν πρέπει, δεν θα χρειαστεί ποτέ να διαφωνήσουν, και ακόμα περισσότερο να φιλονικήσουν, είτε μπροστά του, είτε όχι. Και αν οι γονείς δεν έχουν κάνει την ανοησία να χωρίσουν την ανατροφή του σε «κεφάλαια» και να τα μοιράσουν μεταξύ τους ,το παιδάκι τους ξέρει μια χαρά τι θέλει και από ποιον, πώς και πότε θα το ζητήσει. Και πρέπει να ξέρουν ότι θα έχουν επιτύχει σαν γονείς, όταν το παιδί τους τα ζητάει όλα και από τους δύο. Και μη ξεχνάς αυτό που σου έχω ξαναπεί: Τα παιδιά, από τη στιγμή που θα γεννηθούν, μεγαλώνουν κάτω από τη «φροντίδα» των γονιών τους, δηλαδή κάτω από την υπόδειξη, καθοδήγηση ή πίεση για εφαρμογή μίας σειράς μεθόδων και πρακτικών τις οποίες έχουν αποφασίσει αυτοί για αυτά, πιστεύοντας, στην καλή περίπτωση, ότι με αυτόν τον τρόπο τους προσφέρουν τη δυνατότητα της δημιουργίας προϋποθέσεων για μία καλή ζωή. Αυτό που κάνουν τελικά, είναι να τους δημιουργούν χώρο για μία καλύτερη, κατά τη γνώμη τους, πραγματικότητα, περιορίζοντας όμως το χώρο της φαντασίας και του ονείρου τους. Έτσι, τα παιδιά αυτά δεν θα μπορέσουν ποτέ να δουν τη ζωή μέσα από τα μάτια της δικής τους φαντασίας και να κάνουν τα δικά τους όνειρα για τη δική τους πραγματικότητα. Το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν, χωρίς φαντασία, να μιμηθούν τη δική μας πραγματικότητα. Γιατί αν κάποιος έχει μάθει να βαδίζει μόνο με τη βοήθεια του χάρτη, μπορεί, σε μία διακοπή ρεύματος να χαθεί και μέσα στο σπίτι του».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου