Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

28.10. 2010 (αλλά και κάθε άλλη μέρα)

Οι μεγάλες εθνικές επέτειοι, όπως και οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αποτελούν ετήσιους σταθμούς της ζωής μας. Τέτοιες μέρες, οι ατομικοί μας δρόμοι συγκλίνουν για λίγο και ακολουθούν την ίδια πορεία με αυτήν της ζωής μας σαν κοινωνίας, σαν έθνους, σαν ομόδοξου συνόλου.

Μέσα από την ανάμνηση γεγονότων, προσπαθούμε να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν και να το προεκτείνουμε στο μέλλον, για να αντλήσουμε διδάγματα και να απαντήσουμε σε παλιά αναπάντητα ερωτήματα, να αισθανθούμε, ο καθένας και η καθεμία από εμάς, μέρος του ίδιου συνόλου και, κατά κάποιο τρόπο, να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο, να ακουμπήσουμε ο ένας πάνω στον άλλο, μήπως και νοιώσουμε λιγότερο μόνοι, μήπως και νοιώσουμε περισσότερο δυνατοί.

Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι, δυστυχώς, όλο και λιγότερο νοιώθουμε την ανάγκη να γιορτάσουμε τις επετείους μας και να νοιώσουμε συντοπίτες και συνάνθρωποι, όλο και περισσότερο νοιώθουμε την ανάγκη να απομακρυνθούμε, να φύγουμε, να δραπετεύσουμε.

Να φύγουμε από πού; Να απομακρυνθούμε από ποιους; Και να δραπετεύσουμε από τι;

Σε μία ζωή χωρίς αρχή και χωρίς αρχές, σε μία εποχή που οι τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες που υπάρχουν χρησιμοποιούνται για την καταστροφή του σώματος, του μυαλού, της ψυχής και του περιβάλλοντος, σε ένα τόπο που ο λαός του φαντασιώνεται ένα παρελθόν που δεν έμαθε ή δεν θυμάται και προχωράει ανέτοιμος και ανέμελος προς ένα μέλλον που δεν θέλει να δει, η μόνη δυνατότητα που μας έχει απομείνει είναι να τρέχουμε συνεχώς για να ενώσουμε τα δύο πουθενά: το «πουθενά» από το οποίο ερχόμαστε, με το «πουθενά» προς το οποίο οδεύουμε.

Και να, που στις μέρες μας, τις τόσο αλλοπρόσαλλες, τις τόσο άδειες, τις τόσο δύσκολες, στα ερωτήματα που τίθενται σήμερα, οι απαντήσεις και οι προτάσεις έρχονται από το παρελθόν. Από το παρελθόν, που, και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, αξίζει να το θυμόμαστε.

Λέει ο μεγάλος σύγχρονος ποιητής μας, ο Νίκος Γκάτσος:

Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι’ ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση τούτη θα γίνουν λαμπάδα.

Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα

Πού πήγες Αφρούλα, του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα.

Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα, Ελλάδα.

Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, κι’ ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουνε τείχη, να ρίχνουνε πύλες, ν’ αλλάζουνε στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι’ η μπόρα λιακάδα.

Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα


Το ερώτημα που θέτει ο ποιητής του σήμερα είναι προφανές:
Γιατί δεν υπάρχει συλλογικό όνειρο;
Γιατί δεν γεννιέται συλλογική ελπίδα;
Γιατί δεν αναλαμβάνεται συλλογική δράση;
Ζούμε πράγματι ελεύθεροι, ή ζούμε μία κατ’ επίφαση ελευθερία;
Έχουμε στοιχεία και κριτήρια για να καθορίσουμε στόχους για μία καλύτερη ζωή, να αναγνωρίσουμε ποιοι εμποδίζουν την πραγμάτωση τους και να ξεπεράσουμε τα εμπόδια;

Η απάντηση έρχεται από τον ποιητή του χθες.

Λέει ο μεγάλος μας ποιητής Ανδρέας Κάλβος στη ωδή IV. «ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ», στη συλλογή του ΛΥΡΙΚΑ:

Όσοι το χάλκεον χέρι
Βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον και αν έπεσεν
ο πτερωθείς και επνίγη
θαλασσωμένος

Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.


Και είναι αυτή μία απάντηση διαχρονική, γιατί ταιριάζει σε κάθε είδος δουλείας, φανερής ή κρυφής, πρόσκαιρης ή μόνιμης, σε κάθε είδος κατακτητή, ξένου ή ντόπιου, βίαιου ή ήπιου. Και, ακόμη, γιατί τονίζει ότι ζωή χωρίς ελευθερία είναι ζωή που δεν αξίζει να την ζει κανείς.

Και το δίδαγμα είναι, να αντιληφθούμε πρώτα το είδος της δουλείας μας, για να μπορέσουμε να επιλέξουμε το είδος της ελευθερίας μας και τη μορφή του αγώνα μας.

Τέλος, ηπρόταση για το μέλλον έρχεται από την ανεξάντλητη πηγή πατριωτικής και κοινωνικήςεγρήγορσης, τον πάντα σύγχρονο και επίκαιρο στρατηγό Μακρυγιάννη ο οποίος γράφει στον επίλογο των απομνημονευμάτων του:

«………………………………………..ένα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω, ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικροί άνθρωποι όσοι αγωνιστήκαμε, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν, δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν και όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνισθεί μόνος του και φκιάσει, ή χαλάσει, να λέει «εγώ». Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ».Και εις το εξής να μάθωμαν γνώση, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωριό, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να είδουνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται εις το καλόν της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας.Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για κατορθώματα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να έχουν την επιρροή για ικανότη».

Υπάρχουν και σήμερα δεσμά, υπάρχουν και σήμερα δουλείες, στον κόσμο και στον τόπο μας και στον καθέναν από εμάς ξεχωριστά, χαλκευμένα από άλλους, χαλκευμένα και από εμάς τους ίδιους. Ας τα εντοπίσουμε, ας κατανοήσουμε τα αίτια και τους αίτιους, για να ξαναχτίσουμε το συλλογικό όνειρο, να ξαναγεννήσουμε τη συλλογική ελπίδα, να πάρουμε πάλι τις τύχες μας στα χέρια μας, να σταματήσουμε τη φυγή για τo πουθενά, και ας οδηγηθούμε από έναν ακόμη μεγάλο ποιητή του παρελθόντος μας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και την «Ιθάκη» του:

Σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μεν η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβαλείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ' εμπορεια Φοινικικά,
και τες καλές πραγματείες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στο νου σου να 'χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν'ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
χωρίς αυτήν δε θα 'βγαινες στο δρόμο.
άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΛΟΙ ΔΡΑΚΟΙ

Ρώτησε τη φίλη μας την Πελαγία ο τετράχρονος εγγονός της όταν πρωτοαντίκρισε μία σειρά ανεμογεννήτριες αραδιασμένες σε μία κορυφογραμμή: Γιαγιά, τι είναι αυτοί οι μύλοι; Η φίλη μου, αντί να απαντήσει στο ερώτημα του, προτίμησε να του εξάψει τη φαντασία και σκάρωσε την παρακάτω ιστορία: «Είναι δράκοι που κάθονται στην κορφή του βουνού και κουνάνε συνεχώς τα χέρια τους για να μην τολμήσει να πλησιάσει κανείς. Θέλουν να έχουν όλο το βουνό δικό τους για να το διαφεντεύουν και να το κάνουν ότι θέλουν».
Θυμήθηκα αυτό το περιστατικό προχθές που ταξίδευα με τη γυναίκα μου και «πέσαμε» πάνω σε μία μεγάλη συστοιχία ανεμογεννητριών που, καθώς τα σύννεφα έτρεχαν σχεδόν ανάμεσα τους, έμοιαζαν να ταξιδεύουν αμέριμνα, αλλά με σιγουριά, για μέρη άγνωστα σε εμάς. Της το διηγήθηκα και, από κουβέντα σε κουβέντα, αρχίσαμε να ανακαλούμε στη μνήμη μας όσα, κατά καιρούς, είχαμε ακούσει για τις ανεμογεννήτριες και τη χρήση τους για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Σαν απλοί άνθρωποι, βλέπαμε με καλό μάτι την αλλαγή του τρόπου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την περιβαλλοντικά καταστροφική καύση γαιάνθρακα, πετρελαίου ή φυσικού αερίου, στην περιβαλλοντικά καθαρή μετατροπή της αιολικής ενέργειας σε ηλεκτρική. Με δεδομένο δε τον πλούτο της χώρας μας σε αιολικό δυναμικό, σε συνδυασμό με το γεωγραφικό της ανάγλυφο, ελπίζαμε ότι το «πάγωμα» των καμινάδων των θερμοηλεκτρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, θα ήταν θέμα χρόνου.
Αυτό βέβαια που μας έκανε, και μας κάνει ακόμη, εντύπωση είναι οι αντιρρήσεις που προβάλλονται από τοπικές κοινωνίες και από περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφορικά με την εγκατάσταση αιολικών πάρκων. Ψάξαμε λοιπόν να δούμε ποια είναι τα υπέρ και ποια τα κατά μίας τέτοιας εγκατάστασης, και μας προέκυψε η παρακάτω λίστα:

Υπέρ

1.- Οι πρώτες ύλες (άνεμος), βρίσκονται παντού και είναι δωρεάν.
2.- Κατά τη λειτουργία τους δεν παράγονται ρύποι και δεν επηρεάζεται προς το
χειρότερο η εξέλιξη του φαινομένου του θερμοκηπίου.
3.- Είναι ο φθηνότερος τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
4.- Η εγκατάσταση τους δεν καταλαμβάνει πολύ χώρο και δεν εμποδίζει την παράλληλη
ανάπτυξη αγροτικών δραστηριοτήτων.
5.- Αποτελούν βιώσιμη πρόταση για την, μερική τουλάχιστον, απεξάρτηση από τα
συμβατικά καύσιμα και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτησία
των μικρών, κυρίως, κρατών.
6.- Η τεχνολογία κατασκευής και συντήρησης του εξοπλισμού δεν είναι ιδιαίτερα
σύνθετη και ο χρόνος μεγάλος.
7.- Η λειτουργία τους είναι σχετικά αθόρυβη, σίγουρα δε πολύ πιο αθόρυβη από τη
λειτουργία των συμβατικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.
8.- Πάνω από όλα, η χρήση αιολικής ενέργειας αλλάζει τα ενεργειακά και
περιβαλλοντικά δεδομένα και υπόσχεται ένα βιώσιμο μέλλον σε εμάς και στα
παιδιά μας.

Κατά

1.- Υψηλό κόστος έρευνας, ανάπτυξης και εγκατάστασης.
2.- Ακριβή και χρονοβόρα χαρτογράφηση των περιοχών υψηλού αιολικού δυναμικού.
3.- Μικρός συντελεστής απόδοσης, άρα εκτεταμένες εγκαταστάσεις, άρα μεγάλο κόστος.
4.- Διακυμάνσεις ως προς την απόδοση, που οφείλονται στη μη σταθερή ένταση του
ανέμου.
5.- Κίνδυνος τραυματισμού ή θανάτωσης αποδημητικών πουλιών.
6.- Αισθητική επιβάρυνση του τοπίου.

Από την πρώτη ματιά φαίνεται, εκτός αν μας έχει διαφύγει κάτι πολύ σημαντικό, ότι όλα τα υπέρ, είναι υπέρ της κοινωνίας, υπέρ των φτωχών κρατών, υπέρ του περιβάλλοντος, υπέρ των παιδιών μας. Αντίθετα, όλα τα κατά αποτελούν προφάσεις. Τα τέσσερα πρώτα είναι προφάσεις αυτών που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους, ανεξάρτητα από τις ανεπανόρθωτες ζημιές που προκαλούνται στο πλανήτη μας(πέραν του ότι τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτά έχουν, σε μεγάλο βαθμό, λυθεί), ενώ τα δύο τελευταία είναι προφάσεις δημάρχων που δεν θέλουν να σπάσουν αυγά γιατί έχουν μάθει να τρώνε από την ομελέτα κάποιων άλλων. Τέλος ένα μέρος του οικολογικού κινήματος, όχι μεγάλο, ελπίζω, μετράει την αισθητική του τοπίου σαν σοβαρό λόγο απόρριψης της λύσης των ανεμογεννητριών. Φαίνεται ότι προτιμούν την αισθητική του Αλιβερίου, της Μεγαλόπολης, της Πτολεμαΐδας. Όσο για τους θανάτους των αποδημητικών πουλιών, έχουν καθίσει να μετρήσουν πόσα πουλιά, φυτά, ζώα, άνθρωποι, αποδημούν εις Κύριον λόγω της επιδείνωσης των περιβαλλοντικών συνθηκών, επειδή ακριβώς δεν λειτουργούν αρκετές ανεμογεννήτριες;

Για να γυρίσω πίσω από εκεί που ξεκίνησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας συναντήσαμε και άλλες ανεμογεννήτριες. Και έτσι καθώς ξεχώριζαν όρθιες στο φθινοπωρινό τοπίο, ο όγκος τους και η αργή κίνηση τους δημιουργούσαν ένα αίσθημα σιγουριάς ότι ήρθαν για να μείνουν, να βοηθήσουν, να καθαρίσουν. Τράβηξα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, πήρα στο τηλέφωνο τη φίλη μας την Πελαγία και την παρακάλεσα να διορθώσει λίγο την ιστορία με τους δράκους που είχε φτιάξει για τον εγγονό της και να του πει ότι οι ανεμογεννήτριες είναι οι καλοί μας δράκοι που μας φυλάνε από τις εφτά αδερφές δράκαινες, κόρες του μεγάλου αρχιδράκου, του Κεφαλαίουρα.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ


Είχα σκοπό να αναρτήσω το παρακάτω κείμενο με την έναρξη του σχολικού έτους.
Για αδιευκρίνιστους λόγους το σχολικό έτος δεν ξεκίνησε ακόμη στο σχολείο του χωριού μας. Κάτι οι καθηγητές που δεν ήρθαν ακόμη όλοι, κάτι τα βιβλία που δεν βρήκαν ακόμη το δρόμο τους για το σχολείο μας, κάτι μία κατάληψη για καθαρά εθιμοτυπικούς λόγους (ξέρετε, καλαμπουράκι οι μαθητές, συμπαράσταση οι καθηγητές, αφασία ο σύλλογος γονέων), δεν ένοιωσα ότι το σχολικό έτος άρχισε.
Ας είναι όμως. Κάλιο αργά παρά ποτέ.
Το γράμμα που θα διαβάσετε παρακάτω το βρήκαν στα θρανία τους οι μαθητές της τρίτης λυκείου του Δευτέρου Λυκείου Βριλησσίων την τελευταία ημέρα της σχολικής τους χρονιάς. Ήταν ο τρόπος που είχε επιλέξει ο λυκειάρχης τους να ξεπροβοδίσει τους μαθητές του. Όταν ένας δάσκαλος νοιώθει τόση ανάγκη να πει τέτοια λόγια στους μαθητές του, είναι καλό για όλους μας να τον ακούσουμε, γιατί όλοι τα έχουμε ανάγκη.


ΠΡΟΣ AΠΟΦΟΙΤΟΥΣ ΜΑΣ (2009) ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ( ή μήπως ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΟΣ;)

πάρε τη λέξη μου
δος μου το χέρι σου
Εμπειρίκος

Μακρύς ο δρόμος από την ανία της εκπαίδευσης στη μαγεία της Παιδείας, στη μαγγανία της. Διανύστε τον όμως. Εν ανάγκη με τα γόνατα, και ματωμένα. Αξίζει! ( όπως το θέλει ο ποιητής: να μπορείς να παίζεις φυσαρμόνικα, ακόμη κι αν σου κόψουν τα χέρια. Θυμηθείτε τον Κυναίγειρο, τον Ρίλκε : Κι αν θα μου κόψουν τα χέρια /θα σ’ αγαπώ με το μυαλό μου /κι αν θα μου πάρουν το κεφάλι/ θα σ’ αγαπώ με την καρδιά μου/ κι αν ξεριζώσουν την καρδιά μου/ με το αίμα μου που θ΄ απλωθεί στη γη/ πάλι θα σ’ αγαπώ. Παιδεία, δωρεάν εισιτήριο για έφοδο στον ουρανό και τ΄άστρα (τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ).
Μην περιορίζεστε στα μετρητά, όταν η ζωή προσφέρει αμέτρητα (και δεν το είχα φανταστεί ο ανόητος ότι ο παράδεισος από ένα τίποτα είναι καμωμένος). Αναζητείστε αυτό το τίποτα και το παν που κάποτε είναι ταυτόσημα (λ.χ. σε μια κουβέντα ή ένα μπράβο).
Μην περιορίζετε την πραγματικότητα στα 17 cm της ΤV όταν η πραγματικότητα είναι απεριόριστη και κυρίως όταν υπάρχουν τόσες πραγματικότητες όσες μπορείς να φανταστείς. Ή αλλιώς υπάρχει τίποτα πιο φανταστικό από την ίδια την πραγματικότητα; (Ντοστογιέφσκι). Δημιουργήστε τη δική σας πραγματικότητα, ομορφότερη απ΄ όλες τις άλλες. Έγχρωμη TV, ασπρόμαυρη ζωή. Αντιστρέψτε το σύνθημα. Βάψτε τη ζωή με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Είπαν την ΤV μηχανισμό αχρήστευσης του ανθρώπινου βλέμματος. Μην αχρηστεύετε το πολυτιμότερο. Αναγνώσατε πρόσωπα, το πιο συναρπαστικό ανάγνωσμα που υπάρχει ( το ωραίο σου πρόσωπο το μισό σκεπασμένο με τριαντάφυλλα, το άλλο μισό με χιόνι…Άφησέ με να μαζέψω τον κόσμο απ’ το πρόσωπό σου…Αν διψάσεις θα σου γίνω εγώ το νερό..).
Ο μόνος ιερός τόπος που υπάρχει, μάλλον ο πιο ιερός είναι το ανθρώπινο πρόσωπο. Γι’ αυτό στην κόλαση οι άνθρωποι είναι δεμένοι πισθάγκωνα. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία /κόλαση από τη στέρηση του βλέμματος του άλλου; (βλέπεις είναι οι άλλοι και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα /και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς Εσύ /βλέπεις είναι οι Άλλοι/ και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις /η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να ‘ναι στον αιώνα).
Μη σπαταλάτε τα λεφτά σας σε ευτελή. Σπαταλείστε το μόνο κεφάλαιο που όσο το ξοδεύεις, τόσο αυξάνεται, την Αγάπη (εγώ που νόμιζα ότι δεν είχα τίποτα στον κόσμο είχα χιλιάδες στρέμματα καρδιάς). Σπαταλείστε
τη μισή νιότη σας σε ουτοπίες. Την υπόλοιπη στα έργα της θάλασσας, στα έργα της αγάπης. Ανοίξτε πανιά για το Αδύνατο. Για να φτάσετε στο δυνατό. Αριστοκράτες στην τέχνη, στους τρόπους. Δημοκράτες στη ζωή. Το επαναλαμβάνω. Κανείς δεν ψήλωσε κονταίνοντας άλλους. Μόνο ασκήσεις σε μονόζυγο ήθους δίνουν πόντους ‘για να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα και θα δούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει. Λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα”. Σεφερικά και σταθερά Ψηλά τις καρδιές . Να γίνουμε άνω θρώσκοντες, άνθρωποι. Ψηλώστε πάνω απ΄ τα λουλούδια και τα κυπαρίσσια γιατί δεν είναι πάντα πιο μεγάλος απ΄ το λουλούδι ο άνθρωπος. Σπαταλήστε χρόνο, αλλιώς πώς θ’ ανακαλύψετε τη ζωή; Υιοθετώντας τον χαιρετισμό των φιλοσόφων μη φείδου χρόνου. Η ζωή είναι ωραία αλλά τα ’χει φτιάξει με άλλονε. Επιμένετε και θα ενδώσει και θα σας δώσει. Αλλά επιμένετε (επιμένετε στον εαυτό σας να σας απαντήσει. Μην του επιτρέπετε υπεκφυγές).
Μην εμπιστεύεστε τα εύκολα. Απογοητεύουν εύκολα. Να είστε αναγεννησιακοί (de omnibus dubitandum), για όλα να αμφιβάλλετε, εκτός από ένα (γιατί και η αμφιβολία πρέπει κάπου να πατάει, Wittgenstein), την Αγάπη (η αμφιβολία στην αγάπη είναι αμαρτία, Σαίξπηρ). Εμπιστευτείτε τη θάλασσα. Δεν θα σας προδώσει. Κι ας τη λένε άστατη. Φίλησέ με θάλασσα πριχού σε χάσω . Να λέτε τα άσχημα μπροστά στους φίλους σας. Τα καλά τους πίσω τους. Αντιγράψτε τα καλά του Μείζονος Ελληνισμού. Διαγράψτε τα άσχημα του Μίζερου Ελληνισμού. Μην κόβετε φλέβες, κόψτε λ.χ. το κάπνισμα. Μη χτυπάτε ενέσεις, εν ανάγκη χτυπήστε το κεφάλι σας στον τοίχο, ίσως πάρει μπροστά. Μην τα βάζετε με το γείτονα. Δεν είναι εχθρός. Ο εχθρός είναι μέσα μας, τα ελαττώματά μας. Αυτά πολεμήστε και περιορίστε.
Μην κοιμάστε πολύ. Αυτό σας εξασφαλίζει μια έξτρα ζωή. Μία είναι λίγη. Σοβαροί. Όχι σοβαροφανείς. Ανταγωνιστικοί με τον εαυτό σας. Συναγωνιστικοί με τους άλλους. Στη φλυαρία του λόγου Αριστοκράτες της σιωπής. Κλειστείτε λίγο και στο κελί σας, το αληθινό σας πρόσωπο ν’ ανασύρετε. Αυτό που κανένας καθρέφτης δε δείχνει (έσπασε τον καθρέφτη για να μη βλέπει αυτό τον ξένο). Μην παραπλανηθείτε και χαθείτε στο μαγεμένο δάσος των ναρκωτικών. Μείνετε σε ξέφωτα. Μην πέφτετε στην παγίδα της εκδίκησης (λοιπόν δοκίμασα και την εκδίκηση πάλι εγώ ήμουν ο χαμένος).
Γίνετε καλλιτέχνες της ζωής σας. Ζυμώστε τη λάσπη και φτιάξτε απ’ αυτή χρυσάφι. Βάλτε μέσα σας ήλιο, ουράνιο χρυσάφι (τόσο φως μες στις φλέβες μου έριξα που και η σκέψη μου χλόησε ).Ζήστε την κάθε μέρα σαν να ’ναι η τελευταία. Γιατί κάποτε θα είναι η τελευταία.
Έρως ή τίποτα. Υπάρχει ωραιότερο σύνθημα όταν με ένα τα έχεις όλα;
Αγαπήστε κι αγαπηθείτε. Για να γίνετε αθάνατοι. Μας το επιβεβαιώνουν οι ποιητές μας ( και ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω πως μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπήθηκε Καρυωτάκης, Ελένη, κάνε με αθάνατον μ’ ένα φιλί σου Γκαίτε ). Περισσότερο δοτικοί, λιγότερο απαιτητικοί. Το πρώτο σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο (Αγάπη είναι όχι κυρίως να παίρνεις, αλλά το να δίνεις Γκαίτε).
Μην καίτε τα βιβλία στο τέλος της χρονιάς. Μυρίζει καμένη σάρκα, καμένα μυαλά από Άουσβιτς μεριά. Κάψτε καλλίτερα προλήψεις, προκαταλήψεις και λοιπά λιπαρά. Τα βιβλία είναι για να φωτίζουν. Φωτιστείτε και αυτοαναναφλεχθείτε οι ίδιοι με βιβλία. “Αν δεν καείς εσύ, αν δεν καώ εγώ πώς θα γεννούνε τα σκοτάδια φως; (Χικμέτ). Εκεί που καίνε βιβλία, μία μέρα θα καίνε ανθρώπους” (Τόμας Μαν το 1933, δηλ. το 1943 ήταν κοντά). Κι ακόμη Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο. Είναι ένα όπλο (Μπρεχτ, από το Εγκώμιο στη μάθηση). Λοιπόν μην αυτοπυροβολείστε. Μην αφοπλίζεσθε. Κι ακόμη ένα καλό βιβλίο είναι το τσεκούρι που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Ανοίξτε με βιβλία πανιά για ζεστές θάλασσες, τη θάλασσα τη γαλανή αρχή του κόσμου.
H εκπαίδευση δεν υπάρχει για να βρίσκουν δουλειά οι δάσκαλοι. Υπάρχει για να δίνει Παιδεία στους τροφίμους, επειδή χωρίς παιδεία /ευδία κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να θεμελιωθεί, καμία ισότητα, καμία ποιότητα. Σχολειά και σχολεία: θα πει και δυσκολία και σχόλη. Συνδυάστε τα και ας είναι δύσκολο. Τα μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα. Δουλεύουν μόνο όταν είναι ανοιχτά. Τα σχολεία το ίδιο. Ανοιχτό σχολείο θα πει να μην κάνει διακρίσεις, να πολλαπλασιάζει τα χρώματα, να υπερβαίνει σύνορα ο ουρανός με την αλήθεια του/ο άνθρωπος με την πραγματικότητά του’.
Το καλλίτερο σχολείο δεν είναι εκείνο που έχει τις περισσότερες επιτυχίες (έτσι κι αλλιώς κανένας μαθητής δε χωράει σε μια κόλα χαρτί, σε μια δεκάλεπτη προφορική εξέταση). Το καλλίτερο σχολείο είναι εκείνο που οι μαθητές του το μισούν λιγότερο. Σχολείο, όχι χολείο, να μη δίνει χολή και όξος. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο. Σ΄αυτό κυρίως ήθελα να με κρίνετε. Έκανα για σας λιγότερα από όσα ήθελα και περισσότερα από όσα μπορούσα. Το καλλίτερο σχολείο είναι εκείνο που σε κάνει ευτυχισμένο, ενεργό πολίτη, που σε βοηθάει να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, που τονώνει την αυτοπεποίθησή σου κι αυτοεκτίμηση. Σε αυτά να μας κρίνετε.
H ευτυχία δεν ανεβαίνει στα ρετιρέ γιατί λαχανιάζει. Κάνει ωστόσο μια εξαίρεση. Για το 2ο Λύκειο Βριλησσίων. Γιατί είναι ρετιρέ και πάσης Ελλάδος ( για χάρη του θ΄ανέβαινε και στον έβδομο ουρανό για να το ευτυχήσει). Σύμφωνα με τα στατιστικά το 2ο πλασάρεται στην 10δα ανάμεσα στα 3 χιλιάδες λύκεια όλης της χώρας. Και βέβαια προτιμάμε ένα σχολείο που βγάζει ευτυχισμένους οδοκαθαριστές από ένα που βγάζει νευρωτικούς επιστήμονες, σήμερα που έχουμε έλλειμμα ευτυχίας και πλεόνασμα επιστημόνων (και τι είναι τα πτυχία; Παραφθορά του επιτυχία ή μήπως πτυελοδοχεία; δηλ. είναι για φτύσιμο παρότι φτύνεις αίμα να τα πάρεις;).Το 2ο Λύκειο είναι ευτυχισμένο γιατί πολλές φορές τελειώνατε το μάθημα και δεν φεύγατε (από το συνήθη τόπο του εγκλήματος) μένατε στο χώρο του σχολείου, συζητούσατε, περιμένατε τους φίλους σας από άλλα τμήματα, νιώθατε δικό σας το χώρο. Αυτό το γεγονός με συγκινεί, το εκλαμβάνω ως βαρόμετρο υγείας κι ευτυχίας, ως άμυνα συλλογικότητας που τόσο τη χρειαζόμαστε (επικοινωνώ άρα υπάρχω, σε αντίθεση με το δυτικό ορθολογισμό που προτάσσει το σκέφτομαι άρα υπάρχω).

Και προς ΣΥΝΑΔΑΛΦΟΥΣ Συντροφικός και παρενθετικώς : δουλειά του Διευθυντή είναι να τονώνει, να εμπνέει. Αλλά εσείς μ’ αφήσατε χωρίς δουλειά. Γιατί είσαστε πάνω απ’ το κουράγιο, εσείς είσαστε η έμπνευση. Ζω για να σας θαυμάζω.
Διευθυντής : επάγγελμα για πολύ μοναχικούς. Με εμέμφθη κάποιος ότι δεν δίνω αποβολές, ότι δεν παίρνω κεφάλια. Αλλά τα κεφάλια είναι σαν την Λερναία Ύδρα, ένα κόβεις δύο βγαίνουν. Προτίμησα την πρόληψη από την καταστολή. Ιπποτικά και Ιπποκρατικά: κάλλιον το προλαμβάνειν του θεραπεύειν. Ή ακόμη πιο δύσκολα, το ηρωικότερο : εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές από γιούλια και υάκινθους ετοιμάζω το καινούργιο σπαθί που ταιριάζει στους ήρωες σπαθί/χαμόγελο, όπως το όριζε ο Ναπολέων : περισσότερα κερδίζεις με το χαμόγελο παρά με το σπαθί.

Η ζωή είναι μοναδική μιγαδική και μαγική. Εμπεριέχει και την φαντασία. Αφήστε την ξεκαπίστρωτη, οξυγονώνετέ την συχνότερα. Και βέβαια ονειρεύομαι ζει κανείς μ’ ένα ξερό μισθό; Ονειρεύομαι ένα σχολείο σαν το δικό σας το φετινό, το φωτεινό, αλλά θα είναι τρομερά δύσκολο να το ξαναβρώ. Γιατί βάλατε τον πήχη ψηλά, πολύ ψηλά: Τραβήξανε ψηλά πολύ ψηλά δύσκολο να χαμηλώσουν δύσκολο και να πει κανείς το μπόι τους…Όμως δεν λυπάται αύριο λέει και ξέρει πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι και ο πιο κοντινός στην καρδιά του θεού.
Ονειρεύομαι ένα έναστρο σχολείο, ισάξιο σε λάμψη της έναστρης νύχτας του Βανγκόγκ, με το κίτρινό του να ζωγράφιζα έναν πίνακα με 402 ηλιοτρόπια, τα Πρόσωπά σας.
Εσείς που μετατρέψατε το Βιβλίο Ποινών σε Βιβλίο Τιμών !!! σας ευχαριστώ θερμά που ποτέ δεν με φέρατε στη δύσκολη θέση να επιπλήξω κάποιον από εσάς.
Τι να την κάνω την πραγματικότητα, εγώ έχω το όνειρο, λέει ο ποιητής. Και για μένα όνειρο και πραγματικότητα ήταν ένα: Εσείς. Ή και αλλιώς: όταν πεθάνω θα πάω στην κόλαση. Γιατί τον Παράδεισο τον έζησα κοντά σας, συνταξιδεύοντας εδώ και τρία χρόνια κατεβαίνοντας από την αξέχαστη εκδρομή από το Παναχαϊκό της Αχάϊα Κλάους, εκδρομή που ποτέ δεν τελειώνει…...
Ποιητής είναι αυτός που πηγαίνει πιο πέρα από όσο μπορεί, λέει ο Πεσσόα. Κι εσείς, όλοι ποιητές, μας πήγατε κι εμάς πιο πέρα, ανατολικά της χαράς, δυτικά της λύπης. Σας ευχαριστούμε-ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΣΑΣ- γι΄αυτό και κυρίως γιατί μας δίνετε τη δυνατότητα να ασκούμε ένα άκρως αριστοκρατικό επάγγελμα (επάγγελμά μου : η ψυχή μου), το εκθαμβωτικότερο, και να δροσιζόμαστε στον ίσκιο της ανθισμένης εφηβείας σας, να μένουμε ανέγγιχτοι (εσωτερικά) απ’ τη φθορά χάρη στην αποτελεσματική άμυνα ζώνης της έκπαγλης νεότητός σας

Kαλό σας ταξίδι, καλή επιτυχία, με την πλατυτέρα των σημασιών η λέξη και με την ουσιαστικοτέρα

Ο Αη-Αλύπιος ας σας έχει όλους καλά

για την αντιγραφή
τη συρραφή
τη συγγραφή

Γιάννης Κουβαράς
2ο Λύκειο Βριλησσίων

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Κράτος-Κάπνισμα 1-0, ή " κράτος-γόπα";

Κυρ λοχαγέ κυρ λοχαγέ
Μας έσπασες τον αργιλέ

Τον έγειρε ο μανδύας σου
Απ’ την απροσεξία σου

Τον έσπασε ο μανδύας σου
Γαμώ την Παναγία σου

Έσπασες και τα καλάμια
Μείναν τα παιδιά χαρμάνια
…………………………………………

(Παλιό λαϊκό «μουρμούρικο» τραγούδι)



Κυρ υπουργέ κυρ υπουργέ
Μας έκλεισες τον καφενέ

Λερώθηκε η θητεία σου
Απ’ την απροσεξία σου

Μας τα’ πριξε η υγεία σου
Γαμώ την Παναγία σου

Έκλεισες και τα μπαράκια
Και μας πνίγουν τα μεράκια
…………………………………………

(Νέο λαϊκό «σιχτίρικο» τραγούδι)


Ήταν αναμενόμενο, ήταν αναπόφευκτο, ήταν μοιραίο να συμβεί. Ο νόμος για την απαγόρευση του καπνίσματος άρχισε να πριονίζεται και από την κυβέρνηση που τον έφερε στη βουλή και τον ψήφισε. Τελικά, σ’ αυτή την κυβέρνηση ο μόνος που λέει ότι δεν φοβάται το πολιτικό κόστος, και το εννοεί, πρέπει να είναι ο πρωθυπουργός. Πάλι καλά!

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Ο Νόμος για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους είναι:
Nόμος αυστηρός, γιατί οι απαγορεύσεις του συνοδεύονται και από κυρώσεις άμεσης επιβολής, σε «ενεργητικούς» και «παθητικούς» παραβάτες.
Nόμος δίκαιος, γιατί αφορά σε όλους τους κατοικούντες στην Ελλάδα, χωρίς οικονομικές, κοινωνικές, ή άλλες διακρίσεις.
Nόμος καθολικής προστασίας της υγείας από τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, σε δημόσιους χώρους.
Nόμος δημοκρατικός γιατί, για πρώτη ίσως φορά, λαμβάνεται υπ’ όψη η θεμελιώδης δημοκρατική αρχή ότι η ελευθερία του καθενός πρέπει να σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για την ελευθερία της προστασίας του πολυτιμότερου μας αγαθού, της υγείας μας.
Nόμος, τέλος, που συνέπεσε με μία άσχημη οικονομική συγκυρία, όχι τόσο επειδή έγινε αιτία να μειωθεί το εισόδημα των «πληττομένων», αλλά επειδή έδωσε την ευκαιρία για κλάψα σε μία κατηγορία επαγγελματιών οι οποίοι, αν έχουν κάτι άξιο για λύπηση, αυτό είναι η πελατεία τους.

Και, για να μην ξεχνιόμαστε, αυτοί που κλαίγονται και ζητούν την κατανόηση μας είναι αυτοί οι ίδιοι που, στις καφετέριες και τα μπαράκια:
-Δεν μας κόβουν αποδείξεις αν δεν τους το ζητήσουμε και, μερικές φορές, όταν τους το ζητάμε, μας πετούν με περιφρόνηση την απόδειξη που άφησε κάποιος άλλος, σαν να μας λένε «πάρε ρε λιγούρη και ξεκόλλα μου».
-Δεν μπορούν να προσφέρουν ένα καλό καφέ, ένα νόστιμο αφέψημα, ένα γνήσιο ποτό, συμπληρωμένα με λίγη ευγένεια και ένα χαμόγελο.
-Σπάνια είναι επιμελημένοι στην εμφάνιση και η εικόνα που έρχεται στο μυαλό μας όταν τους θυμόμαστε είναι, άβαφτα παπούτσια, άπλυτα μπλουτζίν, αξύριστα και νυσταλέα πρόσωπα, άλουστα και αχτένιστα μαλλιά.(Τα ανάλογα ισχύουν και για τους εκπροσώπους του άλλου φύλου).
Είναι αυτοί οι ίδιοι που, στα φαστφουντάδικα, στα σουβλατζίδικα, στις ψησταριές και στα εστιατόρια, πέρα από την αποφυγή παροχής απόδειξης ,τη φτωχή ποιότητα, την έλλειψη ευγένειας και την ατημέλητη εμφάνιση, μας πουλάνε το κατεψυγμένο για νωπό, το ξαναζεσταμένο για φρεσκομαγειρεμένο, το περίσσευμα του Σαββατοκύριακου για σπεσιαλιτέ της Δευτέρας, σε τιμές εστιατορίου πρώτης κατηγορίας.
Είναι αυτοί οι ίδιοι που, στα σκυλάδικα της παραλιακής και στα λοιπά «πολιτιστικά κέντρα», εκτός από αυτά που μνημονεύσαμε παραπάνω, μας στοιβάζουν σαν σαρδέλες, μας σερβίρουν σε ανοιγμένα μπουκάλια μπόμπες, μας πουλάνε λουλούδια μαζεμένα από το πάτωμα και μας χρεώνουν ότι τους καπνίσει.

Πολλοί από αυτούς είναι άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι άλλο στη ζωή τους και επέλεξαν το χώρο της εστίασης και της ψυχαγωγίας σαν την εύκολη λύση, σαν τη λύση της «αρπαχτής». (Βέβαια, σε αυτό βοηθάμε και εμείς γιατί είμαστε σαβουριάρηδες στο φαγητό, άρχοντες στην πληρωμή και αμνήμονες στα παθήματα μας). Άλλοι πάλι, στήσανε αυτές τις επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας τα χρήματα κάποιας κρατικής επιδότησης, που για άλλο λόγο είχαν εισπράξει.
Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, λίγες δυστυχώς, αλλά αυτοί δεν παραπονιούνται γιατί αυτοί, είτε επιτρέπεται, είτε απαγορεύεται το κάπνισμα, έχουν πάντα κόσμο.

Στα άλλα μαγαζιά είναι γεγονός ότι οι πελάτες λιγόστεψαν, γιατί όμως;
Κατ’ αρχή αυτοί που η μείωση του εισοδήματος τους λόγω της κρίσης, ή η απώλεια εισοδήματος λόγω ανεργίας, τους έφερε σε οριακό σημείο ως προς τη δυνατότητα διάθεσης χρημάτων για ψυχαγωγία, ξεκίνησαν τις περικοπές από τα μη αναγκαία. Αν οι μαγαζάτορες, που βρήκαν τον εχθρό στο νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, δεν με πιστεύουν, ας ρίξουν τις τιμές τους, ανεβάζοντας ταυτόχρονα την ποιότητα και την εξυπηρέτηση και θα δουν την πελατεία τους να αυξάνεται σε ρυθμούς που δεν θα ανέμεναν.

Και συ καλέ μου καπνιστή, φτωχέ μου αυτόχειρα, που από τη μια σου λείπει το κάπνισμα στους χώρους που το είχες συνηθίσει, άλλα από την άλλη, στο βάθος της καρδιάς σου, νοιώθεις ωραία που η πολιτεία νοιάζεται για την υγεία σου, τι φταις;
Γιατί αφήνεις αυτούς που ποτέ δεν σε σεβάστηκαν σαν άνθρωπο και σαν πελάτη, να «αγωνίζονται» για το δικαίωμα σου στην αποφρακτική πνευμονοπάθεια, στο φράξιμο των αρτηριών και στον καρκίνο του πνεύμονα;

Και κάτι τελευταίο, αυτό για την κυβέρνηση. Πότε θα πάψει να τρομοκρατείται από ψοφοδεείς βουλευτές, που έχουν μάθει να λένε ναι σε όλους και σε όλα για χάρη αυτού του έρμου του σταυρού, που δεν μπορούν να διακρίνουν τα πραγματικά κίνητρα του κάθε επιτήδειου «παραπονούμενου», «απελπισμένου», ή «αγανακτισμένου» και που το κάθε απίθανο αίτημα της κάθε ομαδούλας το μεταφέρουν σαν καθολική απαίτηση της εκλογικής μας (τους) βάσης;

Γιατί, αν η περαίωση πήγε κάτω σαν καθάρσιο, λόγω της υστέρησης στα έσοδα, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις του μνημονίου, το υπόθετο της κατάργησης ενός τόσο καλού, για όλους, νόμου κανείς δεν θα το πάρει και τότε θα δεί η κυβέρνηση τι σημαίνει πολιτικό κόστος.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

ΘΥΤΕΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΑ

..........

Θα σε θυμηθώ
όπως θέλω εγώ
με τα μάτια κλαμένα, με τα μάτια κλαμένα
μόνο για μένα.
Θα σε θυμηθώ
σαν τρελό φορτηγό
με τα φρένα σπασμένα, με τα φρένα σπασμένα
να πέφτεις σε μένα.
Θα σε θυμηθώ.

..........
(ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΚΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΙΟΣ)

Αρχικά μοιάζει σαν ένα από τα χιλιάδες «καψούρικα» τραγουδάκια που ακούγονται με κατάνυξη στα - κατά τον μακαρίτη Βαγγέλη Γιαννόπουλο – «πολιτιστικά μας κέντρα» και δίνουν ένα καλό νυχτοκάματο στα γκαρσόνια , τις λουλουδούδες και τους παρκαδόρους. Ένας ερωτευμένος, θύμα της αγάπης του προς κάποια άσπλαχνη, την παρακαλάει να τον αγαπήσει κι’ αυτή, και μάλιστα με τρόπο απελπισμένο και, στην κυριολεξία, ξέφρενο. Κι’ όλα αυτά, για να γίνει ευτυχισμένος; Όχι βέβαια! Θέλει να την δει να πέφτει απάνω του, κλαμένη και τρελαμένη. Θέλει να μετατραπεί σε θύτη και, έτσι μόνο να νοιώσει την ευτυχία.

Πάμε παρακάτω:

Ο Αβραάμ, ήταν θύτης του γιού του ή θύμα της πίστης του προς τον Ιεχωβά;

Ο Αγαμέμνων, ήταν θύτης της κόρης του, ή θύμα του χρέους του για την επιτυχία της εκστρατείας στην Τροία;

Ο Πρωτομάστορας, στο γεφύρι της Άρτας, ήταν θύτης της γυναίκας του, ή θύμα του επαγγελματισμού του;

Και αν για τους θύτες ήταν θέμα προτεραιοτήτων, για τα θύματα, τι θέμα ήταν; Μπορούσαν, άραγε, να ξεφύγουν από τη μοίρα τους και, αν ναι, γιατί δεν το έκαναν;

Πάμε ακόμη παρακάτω:

Στο γνωστό σύνδρομο της Στοκχόλμης, όπου κατά την κατάληψη ενός τραπεζικού καταστήματος από κακοποιούς, οι όμηροι ταυτίστηκαν με τους απαγωγείς των σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποιοι από αυτούς συγκέντρωναν χρήματα για τα έξοδα της δίκης των, ενώ κάποιοι άλλοι παρέστησαν στη δίκη των σαν μάρτυρες υπεράσπισης, πόσο θύτες ήταν οι θύτες, πόσο θύματα ήταν τα θύματα;

Στην περίπτωση της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, πολλές φορές το προσφιλέστερο πρόσωπο του νεκρού θεωρείται σαν «θύμα» της απώλειας, (χωρίς βέβαια ο απελθών να θεωρείται θύτης!!!). Πόσα χρόνια όμως μπορεί να κρατήσει, ακόμη και το πιο βαρύ πένθος; Μήπως, από κάποιο σημείο και μετά, ο πενθών, (το «θύμα» δηλαδή) ολοκληρώνεται πια σαν ύπαρξη, λόγω και της βαριάς απώλειας, μέσα από το πένθος; Μήπως φοβάται ότι, αν σταματήσει να πενθεί, θα πάψει να υπάρχει; Και, αν τα πράγματα έχουν έτσι, πόσο «θύμα» είναι ο πενθών;

Τα δύο τελευταία παραδείγματα ίσως να φαντάζουν παράδοξα, επειδή δέχονται περισσότερες της μίας αναγνώσεις, μαζί όμως με τα υπόλοιπα δείχνουν πόσο δυσδιάκριτα είναι, μερικές φορές, τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος. Και χωρίς να υπάρχει πρόθεση μαζικής και άκριτης αθώωσης των απανταχού θυτών, κάθε άλλο μάλιστα, θα ήθελα να σταθώ λίγο στο φαινόμενο της μαζικής και άκριτης μαρτυροποίησης των απανταχού θυμάτων.

Διακρίνονται πολλών ειδών θύματα:

Κατ’ αρχήν, είναι αυτοί που προξενούν κακό στον εαυτό τους προκειμένου να προκαλέσουν καλό σε κάποιον άλλο χωρίς, πολλές φορές, να το έχει ζητήσει αυτός. Είναι αυτοί θύματα; Πιθανό να είναι θύτες του εαυτού τους, με κανένα τρόπο όμως δεν είναι θύματα.

Μετα είναι αυτοί που όταν τα πράγματα δεν γίνονται όπως επιθυμούν -ή, ακόμη και όταν,καποιες φορές, γίνονται - πιστεύουν ότι αδικήθικαν, ρίχτηκαν, αγνοήθηκαν. Αυτοί μπορούν ίσως να θεωρηθούν θύματα της μη ανοχής τους προς το διαφορετικό, πάντως όχι θύματα άλλων.

Τον κύκλο κλείνουν (;) αυτοί οι οποίοι προσφέρονται εύκολα να κάνουν αυτά που άλλοι αποφεύγουν, αρνούνται ή παραμελούν να κάνουν, αυτοί που δεν δείχνουν τη δυσαρέσκεια τους όταν τους εκμεταλλεύονται οι άλλοι, αυτοί που από δειλία ή αδυναμία τους αποφεύγουν τις συγκρούσεις, αυτοί που από έλλειψη αυτοεκτίμησης θεωρούν την αδυναμία τους ανωτερότητα και, τέλος, αυτοί που συνειδητά αποδέχονται το ρόλο του μάρτυρα. Είναι μήπως και αυτοί θύματα; Όχι βέβαια! Όλοι είχαν τουλάχιστον άλλη μία επιλογή την οποία αγνόησαν.

Τελικά, μήπως τα θύματα δεν είναι τόσο πολλά; Μήπως ο λόγος που οι παραπάνω κατηγορίες «θυμάτων» μας είναι οικείες, είναι ακριβώς το ότι, πολλές φορές, διεκδικούν κατανόηση, συμπάθεια, αναγνώριση και, τελικά, υποταγή στην, κατα τη γνώμη τους, ηθική τους ανωτερότητα χωρίς πάντα να το αξίζουν; Μήπως τα πραγματικά θύματα παραμένουν τις περισσότερες φορές άγνωστα – και παρεξηγημένα – γιατί δεν τους παραχωρείται βήμα διαμαρτυρίας, γιατί προτιμούν να υπομένουν σιωπηρά τη μοίρα τους, γιατί η αξιοπρέπεια τους δεν τους επιτρέπει να εκτεθούν στο δημόσιο οίκτο;

Τέλος, δεν είναι λίγοι αυτοί που η καλοσύνη τους, η ανεκτικότητα τους, η ανωτερότητα τους, τους μετατρέπουν σε θύματα των παραπάνω «θυμάτων».

Μπορούμε νομίζω να καταλήξουμε σε δύο σύντομες προτάσεις σαν συμπέρασμα:

Αυτοί που έγιναν θύτες επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή, δεν είναι θύτες, τουλάχιστον όχι πάντα. Γι’ αυτούς, το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους συμπονέσουμε.

Αυτοί που έγιναν θύματα ενώ είχαν άλλη επιλογή, δεν είναι θύματα, τουλάχιστον όχι πάντα. Αυτοί το λιγότερο που μπορούν να κάνουν είναι να σταματήσουν την προσπάθεια να προκαλούν τον οίκτο μας. Αν ιδούν την όποια θυσία επέλεξαν να κάνουν, σαν προσφορά, θα κερδίσουν την αληθινή εκτίμηση κάποιων, ενώ αν συνεχίσουν να παρουσιάζονται – είτε επειδή το πιστεύουν, είτε επειδή υποκρίνονται – σαν Ισαάκ, Ιφιγένειες, ή Γυναίκες του Πρωτομάστορη θα κερδίσουν τον ψεύτικο οίκτο κάποιων άλλων. Η επιλογή θα είναι πάλι δική τους.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

ΑΜΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ, ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ;


Τα παιδιά είναι:

Για να γελάνε, όταν οι μεγάλοι τα αφήνουν να κάνουν ότι θέλουν

Για να κλαίνε, όταν οι μεγάλοι δεν τα αφήνουν να κάνουν ότι θέλουν

Για να τα αγαπάμε, είτε γελάνε, είτε κλαίνε

Τα παιδιά δεν ξέρουν, γι΄αυτό φαντάζονται. (Η εγγονή μου, στα τρία της χρόνια, επειδή δεν μπορούσε να περιγράψει τι είναι χαρά μου είχε πει: «παππού, γιατί όλο θέλω να γελάω, χωρίς να λέμε αστεία»; και επειδή δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο, έλεγε: «δεν μου αρέσει το αύριο, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μου λένε, αύριο θα γυρίσουμε στην Αθήνα»).

Οι μεγάλοι είναι:

Για να γελάνε πίσω από την πλάτη μας, όταν μας κοροϊδεύουν

Για να κλαίγονται μπροστά μας μέχρι να τους πάρουμε χαμπάρι ότι μας κοροϊδεύουν

Για να μας λένε ψέματα ότι μας αγαπάνε και εμείς να κάνουμε ότι τους πιστεύουμε

Οι μεγάλοι δεν φαντάζονται, γι αυτό δεν ξέρουν (Εγώ, αν έπιανα τον εαυτό μου να γελάει χωρίς να μου λένε αστεία, θα ανησυχούσα, γιατί δεν έχω πια φαντασία, κι άμα άκουγα τη λέξη αύριο, θα κοίταζα το ημερολόγιο για να δω τι πρέπει να κάνω γιατί δεν ξέρω τι θέλω να κάνω)


Συμβουλέψαμε, καθοδηγήσαμε, καταπιέσαμε, αγχώσαμε τα παιδιά μας, όλα τα παιδιά, για να αποκτήσουν μια καλή μόρφωση, να βρουν μία καλή δουλειά, να κάνουν ένα καλό γάμο, να ζήσουν μία καλή ζωή.

Όνειρο μας, εκείνα τουλάχιστον να αποκτήσουν αυτά που δεν είχαμε εμείς στην ηλικία τους: Καλό σχολείο, καλό σπίτι, καλά ρούχα, καλά παιχνίδια, μουσική, χορός, σπορ, ταξίδια, όσο μεγαλύτερη οικονομική άνεση είχαμε, τόσο πιο πολλή ετοιματζίδικη αγάπη τους προσφέραμε.

Είτε τα καταφέραμε, είτε όχι, να αποκτήσουν αυτά που δεν είχαμε εμείς, αυτό που σίγουρα καταφέραμε ήταν να μην αποκτήσουν αυτά που είχαμε: Ελεύθερο χρόνο, ελεύθερους χώρους, μία μάνα και μία ζεστή αγκαλιά, μαζί με ένα πιάτο ζεστό φαγητό να μας περιμένουν όταν γυρίζαμε από το παιχνίδι ή από το σχολείο και μία γειτονιά που νοιαζόταν για όλα τα παιδιά της.

Το αποτέλεσμα της προσπάθειας μας;

Η καλή μόρφωση είναι στα χέρια της Δ.Ο.Ε., της Ο.Λ.Μ.Ε., της Π.Ο.Σ.Δ.Ε.Π. και των φροντιστηρίων. Η μάθηση, αντί για πάθος, υποχρέωση. Το πτυχίο, αντί για γνώση, μόρια στο Α.Σ.Ε.Π. Κάθε αξία έχει την τιμή της γι’ αυτό το χρήμα έχει αναγορευθεί στη μεγαλύτερη αξία.

Η καλή δουλειά είναι, ή δωδεκάωρο-και βάλε- με ανασφάλεια και χαμηλές αμοιβές, στον ιδιωτικό τομέα, ή οχτάωρο-και βάλε- με λιγότερη ανασφάλεια και χαμηλότερες αμοιβές, στο δημόσιο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ελεύθερος χρόνος, η κοινωνική ζωή, η ψυχαγωγία, είναι έννοιες σχεδόν άγνωστες.

Ο καλός γάμος σημαίνει ζευγάρια που, την ημέρα που παντρεύονται, έχουν ξεπεράσει τα τριάντα, με την ερωτική φλόγα να ζητάει το πρώτο σέρβις της, με τις πιστωτικές τους κάρτες τιγκαρισμένες από τις κάθε είδους δαπάνες, με μία πολυέξοδη τελετή, ένα δυσβάστακτο στεγαστικό δάνειο και μία μεγάλη πιθανότητα διαζυγίου.

Η καλή ζωή, βασίζεται στα πρότυπα που προβάλλουν τα τηλεοπτικά σκουπίδια, τα περιοδικά lifestyle, οι κάθε είδους προσφορές, υλικές και άυλες, εμπορικές και μη. Η φτώχια δεν μετριέται πια με το πόσα έχεις, αλλά με το πόσα σου λείπουν, κι αυτό για να νοιώθουν όλοι φτωχοί, για να κυνηγάνε όλοι το άπιαστο.

Τώρα τα παιδιά μας μεγαλώσανε και γίνανε σαν κι εμάς. Σαν κι εμάς; Δεν θα το έλεγα. Υπάρχει μία τεράστια διαφορά.

Στην εποχή μας, τα όνειρα μας ήταν καλύτερα από την πραγματικότητα που βιώναμε. Σήμερα, στη δική τους εποχή, η πραγματικότητα που βιώνουν ή που επιδιώκουν είναι καλύτερη από τα όνειρα τους, όχι επειδή είναι αντικειμενικά καλή, αλλά επειδή εμείς ξοδέψαμε τα πιο καλά τους όνειρα για να αγοράσουμε τη δική μας φτηνή πραγματικότητα.

Ο μόνος λόγος που με κάνει να χαίρομαι γιατί δεν είμαι πια μικρός, είναι το ότι δεν έχω να απαντήσω στο ερώτημα: «εσύ, άμα μεγαλώσεις τι θα γίνεις»;