Οι μεγάλες εθνικές επέτειοι, όπως και οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αποτελούν ετήσιους σταθμούς της ζωής μας. Τέτοιες μέρες, οι ατομικοί μας δρόμοι συγκλίνουν για λίγο και ακολουθούν την ίδια πορεία με αυτήν της ζωής μας σαν κοινωνίας, σαν έθνους, σαν ομόδοξου συνόλου.
Μέσα από την ανάμνηση γεγονότων, προσπαθούμε να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν και να το προεκτείνουμε στο μέλλον, για να αντλήσουμε διδάγματα και να απαντήσουμε σε παλιά αναπάντητα ερωτήματα, να αισθανθούμε, ο καθένας και η καθεμία από εμάς, μέρος του ίδιου συνόλου και, κατά κάποιο τρόπο, να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο, να ακουμπήσουμε ο ένας πάνω στον άλλο, μήπως και νοιώσουμε λιγότερο μόνοι, μήπως και νοιώσουμε περισσότερο δυνατοί.
Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι, δυστυχώς, όλο και λιγότερο νοιώθουμε την ανάγκη να γιορτάσουμε τις επετείους μας και να νοιώσουμε συντοπίτες και συνάνθρωποι, όλο και περισσότερο νοιώθουμε την ανάγκη να απομακρυνθούμε, να φύγουμε, να δραπετεύσουμε.
Να φύγουμε από πού; Να απομακρυνθούμε από ποιους; Και να δραπετεύσουμε από τι;
Σε μία ζωή χωρίς αρχή και χωρίς αρχές, σε μία εποχή που οι τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες που υπάρχουν χρησιμοποιούνται για την καταστροφή του σώματος, του μυαλού, της ψυχής και του περιβάλλοντος, σε ένα τόπο που ο λαός του φαντασιώνεται ένα παρελθόν που δεν έμαθε ή δεν θυμάται και προχωράει ανέτοιμος και ανέμελος προς ένα μέλλον που δεν θέλει να δει, η μόνη δυνατότητα που μας έχει απομείνει είναι να τρέχουμε συνεχώς για να ενώσουμε τα δύο πουθενά: το «πουθενά» από το οποίο ερχόμαστε, με το «πουθενά» προς το οποίο οδεύουμε.
Και να, που στις μέρες μας, τις τόσο αλλοπρόσαλλες, τις τόσο άδειες, τις τόσο δύσκολες, στα ερωτήματα που τίθενται σήμερα, οι απαντήσεις και οι προτάσεις έρχονται από το παρελθόν. Από το παρελθόν, που, και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, αξίζει να το θυμόμαστε.
Λέει ο μεγάλος σύγχρονος ποιητής μας, ο Νίκος Γκάτσος:
Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι’ ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση τούτη θα γίνουν λαμπάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα
Πού πήγες Αφρούλα, του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα, Ελλάδα.
Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, κι’ ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουνε τείχη, να ρίχνουνε πύλες, ν’ αλλάζουνε στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι’ η μπόρα λιακάδα.
Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα
Το ερώτημα που θέτει ο ποιητής του σήμερα είναι προφανές:
Γιατί δεν υπάρχει συλλογικό όνειρο;
Γιατί δεν γεννιέται συλλογική ελπίδα;
Γιατί δεν αναλαμβάνεται συλλογική δράση;
Ζούμε πράγματι ελεύθεροι, ή ζούμε μία κατ’ επίφαση ελευθερία;
Έχουμε στοιχεία και κριτήρια για να καθορίσουμε στόχους για μία καλύτερη ζωή, να αναγνωρίσουμε ποιοι εμποδίζουν την πραγμάτωση τους και να ξεπεράσουμε τα εμπόδια;
Η απάντηση έρχεται από τον ποιητή του χθες.
Λέει ο μεγάλος μας ποιητής Ανδρέας Κάλβος στη ωδή IV. «ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ», στη συλλογή του ΛΥΡΙΚΑ:
Όσοι το χάλκεον χέρι
Βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία
Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον και αν έπεσεν
ο πτερωθείς και επνίγη
θαλασσωμένος
Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.
Και είναι αυτή μία απάντηση διαχρονική, γιατί ταιριάζει σε κάθε είδος δουλείας, φανερής ή κρυφής, πρόσκαιρης ή μόνιμης, σε κάθε είδος κατακτητή, ξένου ή ντόπιου, βίαιου ή ήπιου. Και, ακόμη, γιατί τονίζει ότι ζωή χωρίς ελευθερία είναι ζωή που δεν αξίζει να την ζει κανείς.
Και το δίδαγμα είναι, να αντιληφθούμε πρώτα το είδος της δουλείας μας, για να μπορέσουμε να επιλέξουμε το είδος της ελευθερίας μας και τη μορφή του αγώνα μας.
Τέλος, ηπρόταση για το μέλλον έρχεται από την ανεξάντλητη πηγή πατριωτικής και κοινωνικήςεγρήγορσης, τον πάντα σύγχρονο και επίκαιρο στρατηγό Μακρυγιάννη ο οποίος γράφει στον επίλογο των απομνημονευμάτων του:
«………………………………………..ένα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω, ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικροί άνθρωποι όσοι αγωνιστήκαμε, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν, δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν και όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνισθεί μόνος του και φκιάσει, ή χαλάσει, να λέει «εγώ». Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ».Και εις το εξής να μάθωμαν γνώση, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωριό, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να είδουνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται εις το καλόν της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας.Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για κατορθώματα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να έχουν την επιρροή για ικανότη».
Υπάρχουν και σήμερα δεσμά, υπάρχουν και σήμερα δουλείες, στον κόσμο και στον τόπο μας και στον καθέναν από εμάς ξεχωριστά, χαλκευμένα από άλλους, χαλκευμένα και από εμάς τους ίδιους. Ας τα εντοπίσουμε, ας κατανοήσουμε τα αίτια και τους αίτιους, για να ξαναχτίσουμε το συλλογικό όνειρο, να ξαναγεννήσουμε τη συλλογική ελπίδα, να πάρουμε πάλι τις τύχες μας στα χέρια μας, να σταματήσουμε τη φυγή για τo πουθενά, και ας οδηγηθούμε από έναν ακόμη μεγάλο ποιητή του παρελθόντος μας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και την «Ιθάκη» του:
Σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μεν η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβαλείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ' εμπορεια Φοινικικά,
και τες καλές πραγματείες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στο νου σου να 'χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν'ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
χωρίς αυτήν δε θα 'βγαινες στο δρόμο.
άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου