Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

SUZANNE, ΟΠΩΣ ΚΡΙΝΑΚΙ

*Η ιδέα για την αφήγηση που ακολουθεί, γεννήθηκε
 από το τραγούδι του Leonard Cohen, Suzanne:
 (www.azlyrics.com/lyrics/leonardcohen/suzanne.html )
 __________________________________________________




Εκείνο το καλοκαίρι το αποφάσισε. 

Τρία χρόνια το δούλευε στο μυαλό του, από τότε που ξεμπάρκαρε σε εκείνη την παράξενη πόλη. Χτισμένη πάνω σε ένα νησί, όπως το χωριό του, γύρω - γύρω νερό, όπως στο νησί του,  αλλά χιλιάδες μίλια μακριά από τη θάλασσα, γιατί αυτό το νησί ήταν μέσα σε ένα μεγάλο ποτάμι, τόσο μεγάλο, που το ανεβοκατέβαιναν, καθημερινά, κάθε λογής καράβια.
.
Φέτος αποφάσισε να ξαναταξιδέψει, στη διάρκεια της καλοκαιρινής του άδειας. Θα νοίκιαζε ένα μικρό ταχύπλοο και θα έβαζε πλώρη για τις πηγές ενός παραπόταμου του μεγάλου ποταμιού. Το είχε προετοιμάσει αυτό το ταξίδι, το δούλευε όλο το χειμώνα στο μυαλό του, στο χάρτη και στους τουριστικούς οδηγούς. Και επειδή η φύση σε εκείνη την περιοχή, όπως και σε όλη τη χώρα, ήταν πανέμορφη, όσα βράδια θα του επέτρεπε ο καιρός θα τα περνούσε στο ύπαιθρο. 

Βρισκόταν στην τρίτη μέρα του ταξιδιού του και είχε πολλές ευκαιρίες να χαρεί για την απόφασή του. Η εποχή ήταν ότι έπρεπε για ταξίδι στο ποτάμι που, Ιούλιος βλέπεις, αργά πια για να είναι ορμητικό, νωρίς ακόμη για να είναι παγωμένο, κυλούσε αργά ανάμεσα στις όχθες του, λες και δεν ήθελε να τις ενοχλήσει ή να τους κάνει ζημιά. Δάσος κι από τις δύο μεριές, κέδροι και σφεντάμια, φτελιές και  οξιές, αγριοκαστανιές και βελανιδιές, βατομουριές, φτέρες κι αγριολούλουδα, ένα όργιο πράσινου που έσφυζε από ζωή. Είδε κάστορες να στήνουν φράγματα, σκίουρους να μαζεύουν καρπούς και να τους κρύβουν για το χειμώνα, αγριόπαπιες να πετάνε πάνω από το ποτάμι, κάπου πήρε το μάτι του κι ένα ελάφι. 

Το δάσος διακοπτόταν κάθε τόσο από αγροκτήματα που κατέληγαν στην όχθη του ποταμιού,  μικρούς οικισμούς και μερικά πανδοχεία – χάνια. Τα δύο πρώτα βράδια δείπνησε σε τέτοια πανδοχεία, τράβηξε τη βάρκα του έξω και, βάζοντάς την έτσι που να του δημιουργεί απάγγειο,   μπήκε στον υπνόσακό του και κοιμήθηκε μετρώντας τα άστρα.

Το ίδιο ξεκίνησε να κάνει και το τρίτο βράδυ. Ξαπλωμένος ανάσκελα, χωμένος στον υπνόσακο, είχε αρχίσει να χαζεύει τα αστέρια, όπως έκανε όταν ταξίδευε. Στη βραδινή βάρδια, ανέβαινε από το μηχανοστάσιο να πάρει λίγο αέρα, παρατηρούσε τα αστέρια στον ουράνιο θόλο και ξεχνιόταν. Απόψε όμως, αλλιώς ήρθαν τα πράγματα. Η ρέμβη του διακόπηκε απότομα γιατί ξαφνικά ο ουρανός σκιάστηκε και, ώσπου να το καλοκαταλάβει, κρύφτηκε από ένα κεφάλι που είχε σκύψει από πάνω του και τον παρατηρούσε.

Ανακάθισε ξαφνιασμένος να δει  ποιος ήταν αυτός που τον κοίταζε καλά – καλά κι είδε ότι «αυτός» ήταν μία κοπέλα. Καθώς σήκωσε κι αυτή λίγο το κεφάλι της και της το φώτισε το φεγγάρι, φανερώθηκε ένα όμορφο νεανικό, σχεδόν κοριτσίστικο, πρόσωπο, στεφανωμένο με ίσια μαλλιά κι ένα μικρό φτερό δεμένο πάνω τους να κρέμεται από τη δεξιά μεριά. Χωρίς να ξέρει ακόμα τι συμβαίνει, αλλά με το ένστικτο του κυνηγού σε εγρήγορση, βγήκε από τον υπνόσακο, τον έστρωσε πιο κοντά στη βάρκα, κάθισε, ακούμπησε την πλάτη του στο ξύλο της πλευράς της και της έκανε νόημα με το χέρι του να κάτσει δίπλα του. Αυτή, λες και το περίμενε, έβγαλε τα παπούτσια της, ένα ζευγάρι ελαφρά μοκασίνια, σήκωσε λίγο το μακρύ της φόρεμα και κάθισε οκλαδόν απέναντί του. Έκανε με μία ελαφριά κίνηση του χεριού πίσω τα μαλλιά της και κοιτώντας ψηλά τον ρώτησε: 

-Ξένε, από πού έρχεσαι και προς τα πού πηγαίνεις; 

Της αποκρίθηκε, μέσες – άκρες, για τα σχέδιά του να φτάσει μέχρι τις πηγές  και τότε ήρθε η δεύτερη ερώτηση:

- Και τι σε νοιάζει πού είναι οι πηγές, αφού ξέρεις πού είναι οι εκβολές; Τι σε νοιάζει από πού αρχίζει, αφού ξέρεις πού τελειώνει;

-Δεν με νοιάζει ούτε το ένα ούτε το άλλο, της απάντησε, αλλά αυτό που θέλω να γνωρίσω είναι τι υπάρχει ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Η αρχή και το τέλος δεν έχουν σημασία και αξίζουν, το πολύ, όσο αξίζει το ανάμεσα, αλλά ποτέ παραπάνω.

-Λίγο ανάποδα τα λες ξένε, άμα ξέρεις το τέλος, τότε την αρχή και τη μέση μπορείς να τις φανταστείς και να τις ορίσεις γιατί σε ένα τέλος που το ξέρεις, μπορείς να επιλέξεις την αρχή και τη διαδρομή, ενώ ξέροντας μόνο την αρχή ποτέ δεν μπορείς να ορίσεις πού, κι από πού θα σε βγάλει.

-Μα, τι μου λες τώρα, το ποτάμι είναι χαραγμένο εδώ και εκατομμύρια χρόνια, οι πηγές, η διαδρομή, οι εκβολές, τι να φανταστώ και τι να ορίσω;

Κάθησαν για λίγο σιωπηλοί, όπως συμβαίνει συχνά με αυτούς που δεν γνωρίζονται και τους είναι δύσκολο, στην αρχή τουλάχιστον, να κρατήσουν ένα διάλογο ζωντανό.

Ήταν αυτή που μίλησε πάλι πρώτη:

-Ξένε, έλα στην καλύβα μου να σε φιλέψω τσάι.

Δεν χρειάστηκε να το ξαναπεί. Σε τρία λεπτά βρίσκονταν στην καλύβα της, ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά από την όχθη του ποταμιού, χωμένο στο δάσος. Του είπε να κάτσει κι άρχισε να βράζει νερό για το τσάι. Έκατσε αυτός και την παρακολουθούσε, και το πρώτο που κατάλαβε ήταν ότι δεν ήταν λευκή, ή, τουλάχιστο, μόνο λευκή. Το χρώμα του δέρματός της ήταν σκούρο, αλλά όχι το σκούρο της σοκολάτας. Το κεφάλι της στόλιζαν δύο μεγάλα, υγρά γκριζοπράσινα μάτια, μία λεπτή, ελάχιστα γαμψή μύτη κι ένα έντονα γραμμένο στόμα. Μέτρια στο μπόι, λεπτή με αρμονικές αναλογίες, φορούσε ένα φαρδύ φόρεμα με γεωμετρικά σχέδια, στις αποχρώσεις του καφέ, και τα ίσια μαύρα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της και της σκέπαζαν τη μισή πλάτη. Το λαιμό της στόλιζε ένα χαϊμαλί, ένα δερμάτινο κορδόνι που είχε περασμένο ένα κομμάτι σκαλισμένο κόκκαλο και το κεφάλι της, όπως και τον καρπό του αριστερού χεριού της, στόλιζαν δερμάτινες λουρίδες κεντημένες με μικρές πολύχρωμες  χάντρες.

Το κορίτσι της καλύβας έβαλε το τσάι σε δύο κούπες, το έφερε στο τραπέζι και κάθισε απέναντί του. Δοκίμασε αυτός μία ρουφηξιά, μα αυτό μόνο τσάι δεν ήταν. Με χρώμα προς το σταχτί, λίγο πικρό, λίγο στυφό κι είχε μία μυρωδιά που θύμιζε φρούτα κι αρώματα και μπαχαρικά μαζί. Για να πει κάτι τη ρώτησε:

 -Μόνη σου το φτιάχνεις το τσάι;

-Ναι, ήταν η απάντησή της, το τσάι είναι φρέσκο, αλλά η συνταγή παλιά. Έτσι το έφτιαχνε η μητέρα μου, η γιαγιά μου κι η προγιαγιά μου. Το πίνουμε πάντα βράδυ γιατί μας ξεφορτώνει από τον κόπο της μέρας και μας δίνει δύναμη να περάσουμε τη νύχτα.

-Και τι τη θέλετε τη δύναμη; Η νύχτα είναι για να ξεκουραζόμαστε, έτσι δεν είναι;

-Στο κρεβάτι πέφτεις παρέα με τις έγνοιες της μέρας κι αν δεν τις διώξεις πριν σε πάρει ο ύπνος δεν ξεκουράζεσαι.

- Από πού είναι το τσάι σας, από πού είσαι εσύ; Γιατί, για να πω την αλήθεια, δεν μου μοιάζεις ότι είσαι από αυτά τα μέρη.

-Το τσάι είναι φτιαγμένο από φυτά της περιοχής, όσο για μένα, κι εγώ από την περιοχή κατάγομαι,  μόνο που ο πατέρας μου δεν είναι από αυτά τα μέρη, αυτός είναι δικός σας.

Θέλησε να κάνει τον έξυπνο και συνέχισε:

-Εντάξει λοιπόν, σας διώχνει τι έγνοιες, τις διώχνει όμως όλες; Μήπως φέρνει άλλες;

Χαμογέλασε και του απάντησε:

-Κοίτα ξένε, οι έγνοιες που σούρχονται στο κρεβάτι, δεν έχουν νόημα αν είναι μόνο δικές σου και δεν είναι έγνοιες αν τις έχει κι άλλος μαζί σου. Πιες τώρα το τσάι σου.

Η βραδιά ήταν υγρή και λίγο ζεστή, το φεγγάρι φώτιζε τον ουρανό και βγήκανε στην μπροστινή βεράντα για να πάρουν λίγη δροσιά. Κάθησαν σε μία σκουριασμένη κούνια και συνέχισαν να μιλάνε, πότε για το ένα και πότε για το άλλο. Καθώς περνούσε η ώρα, όλο και πιο πολύ ξανοίγονταν, όλο και πιο πολύ γνώριζε ο ένας τον άλλο. Όχι μόνο από αυτά που έλεγαν, αλλά κι από τον τρόπο που τα έλεγαν, όχι μόνο από αυτά που εννοούσαν, αλλά κι από αυτά που υπονοούσαν, μα, κυρίως, από τη γλώσσα του σώματος. 

Αυτό που του συνέβαινε απόψε, δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Είχε απέναντί του μία νέα και όμορφη γυναίκα, ενδιαφέρουσα, άλλοτε απόμακρη αλλά όχι ψυχρή, άλλοτε δεκτική αλλά όχι θερμή, άλλα να λέει με το στόμα κι άλλα με το σώμα, άλλα να φαίνεται ότι σκέφτεται και άλλα ότι θέλει, σκέτο μυστήριο. Τον ευχαριστούσε πολύ η παρουσία της και η συντροφιά της, αλλά δεν ένοιωθε αυτό που θα περίμενε σε κάποια άλλη παρόμοια περίσταση: ερωτική, σαρκική καλύτερα, επιθυμία. Κάποια στιγμή τη ρώτησε το όνομά της.

-Σουζάν, του απάντησε.

-Σουζάν; Και τι όνομα είναι αυτό, τι σημαίνει;

-Έχει ελληνική ρίζα, και αφορά σε ένα πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης. Η Σουσάννα είχε κατηγορηθεί για μοιχεία και την έσωσε ο προφήτης Δανιήλ. Το εβραϊκό της όνομα ήταν Σωσάννα, που στα παλαιά εβραϊκά σημαίνει Κρίνος, Κρινάκι. Οι Έλληνες που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη, παράλλαξαν το Σωσάννα σε Σουσάννα και από εκεί προήλθε το Σουζάν. Εσένα όμως ξένε, πώς σε λένε;

-Ιωάννη, Γιάννη. Το έχεις ξανακούσει;

-Και το δικό σου ελληνικό είναι, παραλλαγή, από τη μετάφραση της παλαιάς διαθήκης κι αυτό, του εβραϊκού ονόματος Γιεχόαναν ή Γιόαναν,που σημαίνει Δώρο Θεού. Αυτά μου τα έχει μάθει ο πατέρας μου, μετανάστης από την Ολλανδία, Εβραίος στην καταγωγή.

Το "Κρινάκι» λοιπόν και το «Δώρο του Θεού», βρέθηκαν μαζί μια ζεστή βραδιά του Ιουλίου, στη βεράντα μιας καλύβας. Ότι ήταν να πουν τα στόματα το είχαν πει και τώρα μένανε σιωπηλοί, αφημένοι στο ανεπαίσθητο λίκνισμα της σκουριασμένης κούνιας. Είχε πάει πια περασμένα μεσάνυχτα, όταν η Σουζάν σηκώθηκε, έφυγε για λίγο και γυρίζοντας του είπε:

-Έλα, σου έστρωσα να πλαγιάσεις, είναι αργά και θα είσαι κουρασμένος.

Του είχε στρώσει καθαρά σεντόνια στο κρεβάτι της, κι αυτή βολεύτηκε σε έναν καναπέ που χώριζε το δωμάτιο από την κουζίνα. 

Ξάπλωσε αυτός και έμεινε να χαζεύει από το ανοιχτό παράθυρο τα αστέρια να ταξιδεύουν καρφωμένα στον καλοκαιρινό ουρανό. Με το μυαλό στη Σουζάν που κοιμόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, φορώντας ένα μπόξερ κι ένα αντρικό αμάνικο φανελάκι, παραδομένη ανέμελα σε έναν ήσυχο ύπνο.

Γύρισε το κεφάλι του κι απόμεινε να την κοιτάζει, φέρνοντας στο μυαλό του όσα του είχε πει απόψε. Για τη μητέρα της που πέθανε πέρσι, για τον πατέρα της που τους παράτησε όταν αυτή ήταν δύο ετών, για τη γιαγιά της που την μεγάλωσε και που ζούσε μερικά χιλιόμετρα δυτικότερα, για τις βόλτες που της άρεσε να κάνει στην ερημία του δάσους, για το κυνήγι και το ψάρεμα, για το πώς γνώριζε τα βότανα και πώς διάβαζε την πανσέληνο, για το πώς ήξερε το μέλλον, για το πώς μιλούσε με τα πουλιά και τα ζώα, για το πώς, μέσα σε τόση ελευθερία, ένοιωθε φυλακισμένη. Τόσο μεγάλη ζωή σε τόσο μικρή ηλικία! Τόσες πολλές γνώσεις σε τόσο λίγο σχολείο! Τόσο μεγάλη σύνεση μαζί με τόση παιδική αθωότητα!

 Είχε αρχίσει να αχνοφέγγει όταν τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε όταν είχε πια ξημερώσει για τα καλά και ένοιωσε τη ζέστη ενός άλλου σώματος που ακουμπούσε πάνω του. Κατάλαβε ότι ήταν η Σουζάν, αλλά παραξενεύτηκε όταν την είδε, ξαπλωμένη ανάσκελα, να κοιτάζει τα δοκάρια του ταβανιού και να κλαίει. Πέρασε το χέρι του κάτω από το σβέρκο της, την έφερε πιο κοντά του τη φίλησε στο μέτωπο και έμεινε ακίνητος. Άρχισε η Σουζάν να μιλάει:

-Γλυκέ μου Γιάννη, πάρε με μαζί σου, δεν μπορώ άλλο εδώ, δεν μπορώ άλλο μόνη μου. Δεν ξέρω πια τι να κάνω με τις μέρες και τις ώρες μου, δεν μπορώ να χαράξω το δρόμο μου, δεν μπορώ να φανταστώ πού θα με βγάλει. Μόλις κοιμήθηκες πήγα και μάζεψα φύλλα, τα έκαψα και, την ώρα που καίγονταν διάβασα στον καπνό ότι από εδώ και πέρα, όποτε θα είμαστε μαζί θα είμαστε καλά. Πάρε με μαζί σου για όσο καιρό θα το θέλουμε κι οι δυο μας, μετά βλέπουμε.

Ταράχτηκε. Δεν περίμενε μία τέτοια εξέλιξη και δεν την επιθυμούσε, όχι γιατί ήταν σίγουρος ότι δεν το ήθελε, αλλά ακριβώς επειδή φοβόταν ότι το ήθελε. Μόνος σε ξένο τόπο, πηγμένος από τη μονοτονία, θες οι ατέλειωτοι χειμώνες, θες η έλλειψη φίλων και συγγενών, ώρες-ώρες επιθυμούσε τη ζωή στο καράβι. Εκεί τουλάχιστον, για ότι δεν μπορούσε να κάνει ή να έχει, υπήρχε πάντα η ίδια, σοβαρή , δικαιολογία: Τι μπορεί να κάνει ή να επιθυμήσει κανείς μεσοπέλαγα; Εδώ όμως; Ένα όμορφο, καλό, λίγο παράξενο βέβαια, μοναχικό κορίτσι του ζητούσε να ενώσουν τις μοναξιές τους και να προχωρήσουν, όσο πάει, μαζί. Τι τον τρόμαζε; 

Σηκώθηκε, πήρε από το ψυγείο ένα κουτί χυμό και βγήκε στη βεράντα. Από το παράθυρο έβλεπε τη Σουζάν, ξαπλωμένη ακόμα, να έχει γυρίσει από τη μεριά του τοίχου και να δείχνει σαν να κοιμάται. Μπήκε πάλι, ακροπατώντας, πήρε τα ρούχα του κι έφυγε σαν τον κλέφτη. Έριξε τη βάρκα στο νερό μπήκε μέσα και άφησε το ρεύμα να τον παρασέρνει. Και, ξαφνικά, το μυαλό και το σώμα του πλημμύρισαν από την παρουσία της. Ενώ είχε αγκαλιάσει με το μυαλό του το τέλειο κορμί της, δεν άφησε το σώμα του να την πλησιάσει και τώρα το σώμα του πονούσε. Ενώ, είχε θαυμάσει με το μυαλό του την πλήρη ενσωμάτωσή της με το φυσικό κόσμο και το τοπίο και την ολοκληρωτική αφομοίωσή της από αυτά, είχε αποδεχτεί με κατανόηση την σχεδόν παγανιστική αντίληψή της για τα φυσικά φαινόμενα και τις δοξασίες των αυτοχθόνων, είχε σκλαβωθεί από την απόλυτη ειλικρίνειά της, είχε εντυπωσιασθεί από τη θετική της άποψη και την αγάπη της για όλους και για όλα, ήταν αυτά τα ίδια που τον τρόμαξαν και τον έκαναν να φύγει χωρίς ένα αντίο, ένα ευχαριστώ, ένα καλή αντάμωση και τώρα το σώμα του τον πονούσε. Κι ενώ το μυαλό του τον τραβούσε μακριά της, το σώμα του ήθελε να τον φέρει πίσω.

Όταν βγήκε από το συλλογισμό του, κατάλαβε ότι το ρεύμα τον παράσερνε προς τα εκεί από όπου είχε έρθει. Έβαλε μπρος τη μηχανή και στράφηκε πάλι προς τις πηγές. Περνώντας  από το μέρος που ξεκίνησε το πρωί, το σώμα του πήρε, τελικά, τον έλεγχο της κατάστασης. Σταμάτησε έσυρε τη βάρκα του έξω και κατευθύνθηκε προς την καλύβα της. Τη βρήκε ξαπλωμένη ακόμα στο κρεβάτι να παίζει αφηρημένα με τις χάντρες του δερμάτινου βραχιολιού της κοιτάζοντας την ξύλινη στέγη. Την πλησίασε, πλάγιασε δίπλα της και την πήρε στην αγκαλιά του. Κι αυτή σαν να τον περίμενε, σαν να το περίμενε, μαζεύτηκε σαν μωρό και κούρνιασε βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό.

Και σμίξανε. Δεν ήταν ερωτικό ξέσπασμα ή δίψα της σάρκας. Ήταν μια αμοιβαία βούληση για λίγο χρόνο ερωτικής συνύπαρξης και ευτυχίας, ήταν μία επιλογή των σωμάτων τους που την επικρότησαν οι ψυχές τους. Έζησαν και χάρηκαν την ένωσή τους ήρεμα, γλυκά, χωρίς βία και πάθος, με τα σώματα, τις καρδιές και τα μυαλά συντονισμένα σε μία τελετή προσκομιδής, σαν να πρόσφερε ο καθένας τους τον εαυτό του δώρο στον άλλο. 

Το μεσημέρι τους βρήκε καθιστούς στη σκουριασμένη κούνια της βεράντας. Αυτός δεν ήξερε πώς να σπάσει τη σιωπή, γιατί θα έπρεπε να την σπάσει με έναν αποχαιρετισμό. Κάποια στιγμή, αυτή σηκώθηκε μπήκε στην καλύβα και μετά από λίγο γύρισε κρατώντας ένα μικρό ταγαράκι με λίγα φαγώσιμα κι ένα μπουκάλι νερό μέσα. 

-Έλα γλυκέ μου Γιάννη, μεσημέριασε. Πρέπει να συνεχίσεις το δρόμο σου, ίσως κι εγώ το δικό μου. Οι πηγές, μα πιο πολύ η διαδρομή, όπως λες, σε περιμένουν. Να ξέρεις πάντως, ότι κάθε δρόμος έχει και σταυροδρόμια που ίσως να αξίζει τον κόπο να τα πάρει κανείς. Μην περιμένεις την ανάγκη να σε βάλει να διαλέξεις γιατί τότε δεν υπάρχουν, συνήθως, επιλογές. 

Τον φίλησε απαλά στα χείλη και μπήκε στην καλύβα.

Σηκώθηκε αυτός και με βαριά βήματα, πήγε στη βάρκα, έβαλε μπρος τη μηχανή και συνέχισε το ταξίδι προς τις πηγές.

-Σε λίγες μέρες θα ξαναπεράσω από εδώ, σκέφτηκε.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΚΥΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ


 



Πριν από σαράντα πέντε, περίπου, χρόνια, η Jonni Mitchell, μία εξαίρετη καναδή τραγουδοποιός είχε γράψει ένα ξεχωριστό τραγούδι που είχε τον τίτλο “ Ladies Of The Canyon” (Οι Κυράδες Του Φαραγγιού).  Ήταν στα τελευταία χρόνια της μεταπολεμικής αθωότητας των δυτικών κοινωνιών, των συλλογικών οραμάτων, της κοινωνικής συνοχής, της ανοχής του διαφορετικού. Δεν είχαν ακόμα κάνει την εμφάνισή τους, ο Θατσερισμός και τα Reaganomics, η πτώση των δικτατοριών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η Generation X, η εξόντωση του σέρβικου και του ιρακινού λαού, οι Yappies και τα Golden Boys, οι φοβικοί και χωρίς όραμα Ευρωπαίοι ηγέτες και το σκάσιμο της ελληνικής πολιτισμικής, κοινωνικής, ηθικής, πολιτικής και οικονομικής φούσκας.

Κλεισμένος στο σπίτι για τέταρτη συνεχή μέρα, εξ αιτίας του χιονιού, απολαμβάνοντας τους ήχους της σιωπής και τις αποχρώσεις του λευκού, αναπόλησα παρόμοιες στιγμές στον Καναδά, σαράντα χρόνια πριν, και μου ήρθε στο μυαλό αυτό το ξεχωριστό τραγούδι. Μπορείτε να βρείτε τους στίχους του στη διεύθυνση www.azlyrics.com/lyrics/jonimitchell/ladiesofthecanyon.html


Δίνω σε ελεύθερη απόδοση την τελευταία στροφή, προσπαθώντας στη συνέχεια να μεταφέρω τις εικόνες του στις μέρες μας,  ελπίζω και στην καρδιά μας.
…………………………………………………………………..
Η Τρίνα, πιάνοντας μεράκι και κλωστές,
Να υφαίνει ξεκινά το σχέδιο το δικό της
Η Άννυ, ψήνει τα ψωμάκια και τα κέϊκς της,
Και βγαίνει από το σπίτι της,
Λουλούδια και βατόμουρα μαζεύει
Κι η Εστρέλλα, η ακριβή παρέα τους,
Χαμογελάει χρώματα απλώνοντας,
Πάνω σ’αόρατους κάτασπρους καμβάδες
Με μουσική κι οι τρεις γεμίζουνε,

Του φαραγγιού το βάθος άκρη σ’ άκρη
Ήχοι και χρώματα πλημμύρισαν
 Τις νυσταγμένες ώρες της λιακάδας,
Είναι οι τρεις κυράδες του φαραγγιού

_______________________________________

Κοντεύει πια μεσημέρι. Από την ανοιχτή πόρτα μπαίνει δροσερός ο φθινοπωρινός αέρας και δροσίζει το πρόσωπο και τα μπράτσα της Άννας. Την ευχαριστεί γιατί, ανασκουμπωμένη όπως είναι και ζυμώνει για να φτιάξει μουστοκούλουρα, έχει ζεσταθεί και σταγόνες ιδρώτα αναβλύζουν από το μέτωπό της κατηφορίζοντας προς τα φρύδια της. Τα δυο μικρά της ο Χρίστος και η Κασσιανή, στρουμπουλά και ανέμελα, παίζουν κάτω από το τραπέζι, η μεγάλη, η Κωνσταντίνα, δεν έχει γυρίσει ακόμη από το σχολείο, πρώτη μέρα σήμερα της σχολικής χρονιάς, θα τους μοίραζαν και τα βιβλία, και ο γάτος, ο Μουράτ, λιάζεται ξαπλωμένος στο πρεβάζι του παραθύρου. Ο άντρας της λείπει για δουλειές σε ένα κοντινό χωριό και θα γυρίσει αργά το απόγευμα. Τεντώνεται λίγο για να ξεπιαστεί από το ζύμωμα και το νεανικό κορμί της ξεδιπλώνεται με μεγαλοπρέπεια. Τα τορνευτά πόδια, γάμπες και μηροί, σφίγγονται και διαγράφονται κάτω από το λεπτό της φόρεμα, τα μακριά χέρια απλώνονται, τα στητά στήθη προβάλλουν, το όμορφο κεφάλι γέρνει και τα καστανά μαλλιά καλύπτουν τον έναν ώμο. Είναι όμορφη γυναίκα η Άννα και το ξέρει. Το βλέπει στον καθρέφτη, αλλά πιο πολύ το βλέπει στα βλέμματα των ανδρών που δεν χορταίνουν να την κοιτάζουν. Από τη φύση της δεν είναι προκλητική αλλά, από την άλλη, της αρέσει λίγο που προκαλεί το φθόνο των παντρεμένων γυναικών του χωριού, και έχει γι αυτό τους λόγους της.

Ζυμώνει και σκέφτεται πώς τα έχει καταφέρει έτσι στη ζωή της, στα τριαντατέσσερά της να μεγαλώνει παιδιά σε αυτό το χωριό που αργοπεθαίνει στο τέλος του φαραγγιού, στην αρχή της κοιλάδας, μακριά από τους δικούς της, μέσα σε μία κλειστή κοινωνία που τυπικά μόνον την έχει αποδεχτεί, χωρίς καμία διέξοδο για τον εαυτό της. Και να φανταστεί κανείς ότι, όταν τέλειωσε την αρχιτεκτονική, ονειρευόταν να γυρίσει πρώτα τον κόσμο με ένα σάκο στην πλάτη και μετά να δουλέψει σε κάποιο πρόγραμμα της UNICEF στην Αφρική, ή όπου αλλού μπορούσε, για να βοηθήσει κι αυτή να μικρύνει η φτώχεια και η δυστυχία στον κόσμο. Αλλοιώς όμως τα’ φερε όμως η τύχη. Αγάπησε και παντρεύτηκε το Βασίλη,  συμφοιτητή της στο πολυτεχνείο, και τον ακολούθησε στη φυγή του από την Αθήνα, για μια ζωή κοντά στη φύση. Δεν έχει μόνιμο καημό, αλλά να, ώρες - ώρες της τη δίνει που δεν έκανε αυτά που είχε κάποτε ονειρευτεί, μα πιο πολύ της τη δίνει που της αρέσουν κι αυτά που κάνει τώρα.

Σέρνει μία καρέκλα στο τραπέζι, κάθεται, παίρνει από τη λεκάνη ένα κομμάτι ζυμάρι και αρχίζει να πλάθει κουλουράκια και να τα βάζει στο ταψί. Στο τέλος, πλάθει από ένα αεροπλανάκι, μία βαρκούλα και ένα αυτοκινητάκι για τα παιδιά της και είναι σαν να κάνει ευχή ή ξόρκι, σαν να δίνει μιαν υπόσχεση, ότι αυτά τουλάχιστον, δεν θα έχουν τη δική της μοίρα, θα ξεκολλήσουν κάποια μέρα από δω και, μα με αεροπλάνο, μα με βαπόρι, μα με αυτοκίνητο, θα πάνε εκεί που δεν μπόρεσε να πάει αυτή, θα κάνουν αυτά που δεν μπόρεσε αυτή να κάνει.

Βάζει το ταψί στο φούρνο, ρίχνει μια ματιά στο φαγητό που σιγοβράζει, κοτόπουλο με μπάμιες έχει σήμερα, και κάνει να βγει στην αυλή για να μαζέψει κάτι ρουχαλάκια που είχε ξεπλύνει νωρίτερα και να ρίξει φαί στις κότες, όταν στο άνοιγμα της πόρτας προβάλλει η Κατερίνα. Ψιλή και λεπτή, στα χρόνια της Άννας, ίσως και λίγο πιο μεγάλη αλλά δεν της φαίνεται,  με μακριά ξανθά μαλλιά δεμένα σε ένα χαμηλό κότσο, φοράει ένα μακρύ ριχτό φόρεμα, εμπριμέ με λεπτά ανθάκια, με σφηκοφωλιά στο στήθος και ψηλά τη ζώνη, έχει ριγμένο στους ώμους ένα μεταξωτό μαντήλι στο χρώμα του ροδιού, στα πόδια ίσια δερμάτινα πέδιλα, από αυτά που βρίσκεις ακόμα στο Μοναστηράκι, και στο κεφάλι ένα άσπρο πάνινο πλεχτό με το βελονάκι καπέλο, με ένα κόκκινο λουλούδι κεντημένο επάνω. Τα κρεμαστά ασημένια σκουλαρίκια, το κολιέ με τις πολύχρωμες λεπτές χάντρες και το παράξενο βραχιόλι, ένα κόκκινο κορδελάκι με μια σειρά κοχύλια κρεμασμένα, συμπληρώνουν την εικόνα της που μοιάζει να έχει δραπετεύσει από κάποιο πίνακα του Ρενουάρ.

Η Κατερίνα ζει σε ένα μικρό σπιτάκι στην είσοδο του χωριού. Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Βέλγιο, κόρη μεταναστών, ήρθε πριν μερικά χρόνια στον τόπο των γονιών της να κάτσει λίγο με τη γιαγιά της και να αναρρώσει από μία διπλή, συναισθηματική και επαγγελματική, απογοήτευση. Όλα ξένα στην αρχή, όλα στενάχωρα. Οι χώροι μικροί και οι ανέσεις λιγοστές, τα φαγητά παράξενα, όποιο δεν κοκκίνιζε από την ντομάτα θα ξίνιζε από το λεμόνι, αλλά και ο καημός της να μη φεύγει με τίποτα.  Το έριξε στο διάβασμα και στους μακρινούς περίπατους, πότε στη θάλασσα και πότε στο βουνό, τη μια να μαζεύει κοχύλια ή βότσαλα, την άλλη κουκουνάρια ή αγριολούλουδα. Βρήκε και μία σκυλίτσα, κατάμαυρη, τετραπέρατη και χαδιάρα, Σβούρα τη βάφτισε, της χάρισαν κι ένα καρδερινοκάναρο, το Μελέτη, που δεν έβαζε γλώσσα μέσα κι άρχισε η καρδιά της σιγά-σιγά να μαλακώνει. Όλο και λιγότερο σκεφτόταν αυτά που άφησε πίσω της, όλο και περισσότερο αγαπούσε αυτά που ζούσε. Οι ομορφιές του τόπου, βουνό, θάλασσα και καθαρός αέρας, δέντρα που έχασαν τις κορφές τους στον ουρανό και τις ρίζες τους στη θάλασσα, ουρανός και θάλασσα που σμίγουν, οι τέσσερεις εποχές να είναι τέσσερεις, το κρύο του χειμώνα και η κάψα του καλοκαιριού να μη σε ταλαιπωρούν, αλλά να σε αγκαλιάζουν τρυφερά χωρίς να σου ζητάνε τίποτα, τάπαιξε η Κατερίνα κι έμεινε. Ακόμα βέβαια δεν έχει ξεκαθαρίσει αν έμεινε επειδή της άρεσε ή επειδή φοβόταν να γυρίσει στα μέρη και τους ανθρώπους που την πλήγωσαν, αλλά όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο λίγο το σκέφτεται. Φτιάχνει κοσμήματα, στολίδια και καλαθάκια με βότσαλα και κοχύλια, ξεραμένα φύλλα, κουμπιά και πούλιες, κουκουνάρια και σύρμα και τα πουλάει στα πανηγύρια και στους τουρίστες που ξεστρατίζουν καμιά φορα προς το χωριό. Διδάσκει και γερμανικά σε δυο τρία παιδιά, τα κουτσοφέρνει βόλτα. Όταν έρχεται να δει την Άννα πάντα θα κρατάει κάτι, χόρτα, ή αγριολούλουδα που μαζεύει στο δάσος. Κι όταν η Άννα την ευχαριστεί που κοπιάζει γι αυτήν, της απαντάει: «Εγώ δεν σου φέρνω τίποτα δικό μου, ντελιβεράς της φύσης είμαι».

Κουβεντιάζουν ανέμελα, η ώρα περνάει χωρίς να το καταλαβαίνουν και όταν η Άννα της λέει να μείνει το μεσημέρι για φαΐ, δεν χρειάζεται να της το ξαναπεί. Η Κατερίνα είναι άθλια- κι έχει πλήρη επίγνωση γι αυτό - μαγείρισσα και τρελαίνεται να τρώει στης Άννας, από όταν μάλιστα πέθανε η γιαγιά της, μόνο όταν είναι στης Άννας τρώει ανθρώπινα. Στο μεταξύ, γύρισε η Κωνσταντίνα από το σχολείο, βγήκαν και τα μουστοκούλουρα μοσχοβολιστά και νόστιμα από το φούρνο και η Άννα πιάνει να βάλει τραπέζι.

 Δεν έχει αποσώσει το στρώσιμο κι ακούγεται από το άνοιγμα της πόρτας μία γνωστή φωνή: «Ρε συνωμότριες, ποιους θάβετε πάλι; Εσύ μωρή Άννα, γυναίκα με τρία παιδιά, το ξέρει ο άντρας σου ότι κάνεις παρέα με ξωτικά, νεράιδες και φαντάσματα;» Και – γυρίζοντας προς την Κατερίνα –« εσύ ρε κολλημένο, από πότε έχεις να φας βρε δόλιο; Πάλι σου τέλειωσε το πετρογκάζ;». Είναι, ποιος άλλος, η Στέλλα. Παράξενο που βρίσκεται καθημερινή στο χωριό, αλλά ποιος ξέρει πάλι. Η Στέλλα έχει τα δικά της ωράρια, απροσδιόριστα, άτακτα, απίθανα. Δεν απαιτεί από κανένα να τα ακολουθήσει, αλλά και δεν τα διαπραγματεύεται. Εμφανίζεται ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά χάνεται. Αυτή είναι ντόπια, γέννημα-θρέμμα που λένε, του χωριού, αλλά ζει στην Αθήνα από όταν τέλειωσε το λύκειο και πήγε για σπουδές, συντήρηση βυζαντινών εικόνων και τοιχογραφιών. Δεν διακρίθηκε βέβαια σαν συντηρήτρια, όχι ακόμα τουλάχιστον, αλλά δεν χολοσκάει γι αυτό. Έχει γνωριστεί με δυο-τρεις αγιογράφους φατουρατζήδες και αναλαμβάνει τον καθαρισμό εικόνων που τους πηγαίνουν, από σπίτια κυρίως, για συντήρηση. Συμπληρώνει το εισόδημά της δουλεύοντας σερβιτόρα σε μία καφετέρια στα Πετράλωνα, αλλά με το μυαλό και την καρδιά στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και τη βρίσκει παίζοντας την κιθάρα της και τραγουδώντας με μια φωνή που καθηλώνει. Είναι ακόμη, ερασιτέχνης αστρολόγος και χαρτορίχτρα, χωρίς βέβαια να το παίρνει τόσο σοβαρά όσο δείχνει.

Άλλος είναι ο καημός της Στέλλας. Μέσα σε αυτό το λεπτό, σχεδόν αγορίστικο, σώμα, στο τέλειο κεφάλι με τα πλούσια μαύρα κατσαρά μαλλιά, πίσω από την ανεμελιά το καλαμπούρι και την ακαταστασία, βασιλεύει φόβος, φόβος για το αύριο. Όχι το δικό της, γιατί γι αυτό δεν μπορεί πια να κάνει ούτε σκέψεις, ούτε όνειρα. Ξέρει καλά πως ατομικό αύριο δεν υπάρχει, ξέρει καλά πως το δικό της αύριο πατάει στο αύριο του τόπου της κι αυτό με τη σειρά του, στο αύριο του κόσμου.  Κι αυτό το φοβάται, την τρομάζει. Ζει μόνη της, δεν έχει πολλές ανάγκες, έχει μάθει να την βγάζει με λίγα, της αρέσει κι όλας, κι έχει γι αυτό πολλές ελεύθερες ώρες που τις περνάει στο internet, στα βιβλία και στην τηλεόραση. Από το διάβασμα έχει βγάλει τα παρακάτω συμπεράσματα:- Οι περισσότερες αγάπες δεν διαρκούν πολύ, γιατί η ζήτηση είναι πολύ πιο μεγάλη από την προσφορά.- Οι περισσότεροι πόλεμοι και οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν για ασήμαντες, ανούσιες, καμιά φορά και γελοίες, αφορμές,  αιτία όμως ήταν πάντα το κυνήγι της εξουσίας ή του κέρδους, τελικά του κέρδους.- Όπου και όταν η ζωή μας γίνεται καλύτερη, είναι γιατί η βελτίωσή της σημαίνει θετικά αποτελέσματα για την οικονομική εξουσία και με πρόσθετο αντίτιμο την καταστροφή του περιβάλλοντος, δηλαδή την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, της δικής μας και των επόμενων γενεών.- Τα ΜΜΕ, τα περισσότερα τουλάχιστον, δεν διαμορφώνουν την κοινή γνώμη μέσα από μία αντικειμενική παρουσίαση και ένα νηφάλιο σχολιασμό της πραγματικότητας, κάθε άλλο μάλιστα. Η ισοπέδωση, η διαστροφή, η τρομοκράτηση και η προβολή αξιών που, ενώ δεν έχουν καμία σχέση με την ευτυχία, συνδέονται πάντα και άμεσα με το χρήμα, έχουν καταστήσει τα ΜΜΕ τους μάγους που έχουν μετατρέψει τους λαούς σε άβουλες αγέλες να κουτουλιούνται για τη διεκδίκηση βοσκής σε δηλητηριασμένους λειμώνες.- Η πολιτική εξουσία των διαφόρων κρατών, είναι κάτι σαν τον Πρόεδρο της δημοκρατίας στη χώρα μας, που εγγυάται την πολιτική (εδώ, την οικονομική) ομαλότητα χωρίς να έχει κανένα σχεδόν μέσο να την επαναφέρει όταν διαταραχτεί, επικυρώνει τις αποφάσεις της εκτελεστικής (εδώ, της οικονομικής) εξουσίας και κάθε 31η του Δεκέμβρη μας εύχεται καλή χρονιά. Κι επειδή ο πατέρας της Στέλλας είναι ο σιδεράς του χωριού, αυτή φαντάζεται τον κόσμο σαν ένα τεράστιο σιδεράδικο που  σιδεράς είναι η οικονομική εξουσία, σφυρί κι αμόνι η πολιτική εξουσία, φυσερό και κάρβουνα τα ΜΜΕ και η κοινωνία το μέταλλο που θέλει ο σιδεράς να φέρει στα μέτρα του.

Όταν όμως η Στέλλα αφήνει την Αθήνα για το χωριό της, αφήνει και τις έγνοιες πίσω της. Κι όταν μπαίνει με τη μηχανή της - αυτή τη μηχανή που την καβαλάει πάντα μόνη της γιατί κανείς δεν ρισκάρει να ταξιδέψει μαζί της έτσι που τρέχει - στο φαράγγι που είναι πριν από το χωριό , ξαναγίνεται παιδί. Αγκαλιά της μάνας γίνεται το φαράγγι, σκέπασμα γαλαζοπράσινο οι κορυφές των δέντρων κι η στενή λωρίδα του ουρανού, νανούρισμα και παραμύθι το θρόισμα του αέρα  στις βελόνες και τα κουκουνάρια των πεύκων, στα φύλλα και τα μήλα των κυπαρισσιών. Αράζει τη μηχανή της στην πλατεία, πετάγεται για λίγο στους γονείς της, ίσα για να τους πει δυο λόγια ή να τους πάει καμιά λιχουδιά κι αμέσως φεύγει, σφαίρα, για το σπίτι της Άννας, περνώντας πρώτα από της Κατερίνας, για να μαζευτούνε οι τρεις τους, να αρχίσουν το κουβεντολόι και να ξεχαστούν όπως τα μικρά κοριτσάκια όταν παίζουν το αγαπημένο τους παιχνίδι, τις φιλενάδες.
....................................................
Τα μικρά έχουν τελειώσει με το φαγητό τους και ξάπλωσαν, η Κωνσταντίνα χαζολογάει στην αυλή και καθισμένες τώρα οι τρεις τους γύρω από το τραπέζι έχουν αποφάει και πίνουν τον καφέ τους κουβεντιάζοντας και γελώντας αμέριμνα.
.
Αλήθεια, γιατί αμέριμνα;

Τρία πουλιά είναι, που κάναν τις φωλιές τους σε μέρη που δεν διάλεξαν.
Τρεις οδοιπόροι είναι, που γι αλλού ξεκίνησαν κι αλλού τις έβγαλε ο δρόμος.
Τρία φοβισμένα αγριμάκια είναι, που κρύφτηκαν για να σωθούν, η μια στην οικογένεια, η άλλη στην ομορφιά της φύσης,η τρίτη στην ταχύτητα της μηχανής, στον ήχο της κιθάρας, στους καπνούς της καφετέριας.

Κι όμως μιλάνε και γελάνε αμέριμνα. Τα χαμένα όνειρα, οι απογοητεύσεις και οι φόβοι παραμερίζουν γιατί είναι κι οι τρείς μαζί, γιατί κατάφεραν να κάνουν τους ανασφαλείς κρυψώνες τους κάστρα απόρθητα, γιατί όταν είναι μαζί δεν είναι η Άννα, η Κατερίνα και η Στέλλα. Είναι τα χέρια που απλώνονται, στην κοινωνία που χάνεται και προσπαθεί να γαντζωθεί από κάπου, στη φιλία που φοβάται να φανερωθεί γιατί κανένας δεν τη θέλει και προσπαθεί να πάρει θάρρος από αυτές, στη φύση που αργοπεθαίνει και ελπίζει να μπορέσει να πάρει από τα δικά τους βλαστοκύτταρα για να γιάνει.

Είναι οι νεράιδες του φαραγγιού, είναι οι κυράδες της κοιλάδας.