Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΚΥΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ


 



Πριν από σαράντα πέντε, περίπου, χρόνια, η Jonni Mitchell, μία εξαίρετη καναδή τραγουδοποιός είχε γράψει ένα ξεχωριστό τραγούδι που είχε τον τίτλο “ Ladies Of The Canyon” (Οι Κυράδες Του Φαραγγιού).  Ήταν στα τελευταία χρόνια της μεταπολεμικής αθωότητας των δυτικών κοινωνιών, των συλλογικών οραμάτων, της κοινωνικής συνοχής, της ανοχής του διαφορετικού. Δεν είχαν ακόμα κάνει την εμφάνισή τους, ο Θατσερισμός και τα Reaganomics, η πτώση των δικτατοριών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η Generation X, η εξόντωση του σέρβικου και του ιρακινού λαού, οι Yappies και τα Golden Boys, οι φοβικοί και χωρίς όραμα Ευρωπαίοι ηγέτες και το σκάσιμο της ελληνικής πολιτισμικής, κοινωνικής, ηθικής, πολιτικής και οικονομικής φούσκας.

Κλεισμένος στο σπίτι για τέταρτη συνεχή μέρα, εξ αιτίας του χιονιού, απολαμβάνοντας τους ήχους της σιωπής και τις αποχρώσεις του λευκού, αναπόλησα παρόμοιες στιγμές στον Καναδά, σαράντα χρόνια πριν, και μου ήρθε στο μυαλό αυτό το ξεχωριστό τραγούδι. Μπορείτε να βρείτε τους στίχους του στη διεύθυνση www.azlyrics.com/lyrics/jonimitchell/ladiesofthecanyon.html


Δίνω σε ελεύθερη απόδοση την τελευταία στροφή, προσπαθώντας στη συνέχεια να μεταφέρω τις εικόνες του στις μέρες μας,  ελπίζω και στην καρδιά μας.
…………………………………………………………………..
Η Τρίνα, πιάνοντας μεράκι και κλωστές,
Να υφαίνει ξεκινά το σχέδιο το δικό της
Η Άννυ, ψήνει τα ψωμάκια και τα κέϊκς της,
Και βγαίνει από το σπίτι της,
Λουλούδια και βατόμουρα μαζεύει
Κι η Εστρέλλα, η ακριβή παρέα τους,
Χαμογελάει χρώματα απλώνοντας,
Πάνω σ’αόρατους κάτασπρους καμβάδες
Με μουσική κι οι τρεις γεμίζουνε,

Του φαραγγιού το βάθος άκρη σ’ άκρη
Ήχοι και χρώματα πλημμύρισαν
 Τις νυσταγμένες ώρες της λιακάδας,
Είναι οι τρεις κυράδες του φαραγγιού

_______________________________________

Κοντεύει πια μεσημέρι. Από την ανοιχτή πόρτα μπαίνει δροσερός ο φθινοπωρινός αέρας και δροσίζει το πρόσωπο και τα μπράτσα της Άννας. Την ευχαριστεί γιατί, ανασκουμπωμένη όπως είναι και ζυμώνει για να φτιάξει μουστοκούλουρα, έχει ζεσταθεί και σταγόνες ιδρώτα αναβλύζουν από το μέτωπό της κατηφορίζοντας προς τα φρύδια της. Τα δυο μικρά της ο Χρίστος και η Κασσιανή, στρουμπουλά και ανέμελα, παίζουν κάτω από το τραπέζι, η μεγάλη, η Κωνσταντίνα, δεν έχει γυρίσει ακόμη από το σχολείο, πρώτη μέρα σήμερα της σχολικής χρονιάς, θα τους μοίραζαν και τα βιβλία, και ο γάτος, ο Μουράτ, λιάζεται ξαπλωμένος στο πρεβάζι του παραθύρου. Ο άντρας της λείπει για δουλειές σε ένα κοντινό χωριό και θα γυρίσει αργά το απόγευμα. Τεντώνεται λίγο για να ξεπιαστεί από το ζύμωμα και το νεανικό κορμί της ξεδιπλώνεται με μεγαλοπρέπεια. Τα τορνευτά πόδια, γάμπες και μηροί, σφίγγονται και διαγράφονται κάτω από το λεπτό της φόρεμα, τα μακριά χέρια απλώνονται, τα στητά στήθη προβάλλουν, το όμορφο κεφάλι γέρνει και τα καστανά μαλλιά καλύπτουν τον έναν ώμο. Είναι όμορφη γυναίκα η Άννα και το ξέρει. Το βλέπει στον καθρέφτη, αλλά πιο πολύ το βλέπει στα βλέμματα των ανδρών που δεν χορταίνουν να την κοιτάζουν. Από τη φύση της δεν είναι προκλητική αλλά, από την άλλη, της αρέσει λίγο που προκαλεί το φθόνο των παντρεμένων γυναικών του χωριού, και έχει γι αυτό τους λόγους της.

Ζυμώνει και σκέφτεται πώς τα έχει καταφέρει έτσι στη ζωή της, στα τριαντατέσσερά της να μεγαλώνει παιδιά σε αυτό το χωριό που αργοπεθαίνει στο τέλος του φαραγγιού, στην αρχή της κοιλάδας, μακριά από τους δικούς της, μέσα σε μία κλειστή κοινωνία που τυπικά μόνον την έχει αποδεχτεί, χωρίς καμία διέξοδο για τον εαυτό της. Και να φανταστεί κανείς ότι, όταν τέλειωσε την αρχιτεκτονική, ονειρευόταν να γυρίσει πρώτα τον κόσμο με ένα σάκο στην πλάτη και μετά να δουλέψει σε κάποιο πρόγραμμα της UNICEF στην Αφρική, ή όπου αλλού μπορούσε, για να βοηθήσει κι αυτή να μικρύνει η φτώχεια και η δυστυχία στον κόσμο. Αλλοιώς όμως τα’ φερε όμως η τύχη. Αγάπησε και παντρεύτηκε το Βασίλη,  συμφοιτητή της στο πολυτεχνείο, και τον ακολούθησε στη φυγή του από την Αθήνα, για μια ζωή κοντά στη φύση. Δεν έχει μόνιμο καημό, αλλά να, ώρες - ώρες της τη δίνει που δεν έκανε αυτά που είχε κάποτε ονειρευτεί, μα πιο πολύ της τη δίνει που της αρέσουν κι αυτά που κάνει τώρα.

Σέρνει μία καρέκλα στο τραπέζι, κάθεται, παίρνει από τη λεκάνη ένα κομμάτι ζυμάρι και αρχίζει να πλάθει κουλουράκια και να τα βάζει στο ταψί. Στο τέλος, πλάθει από ένα αεροπλανάκι, μία βαρκούλα και ένα αυτοκινητάκι για τα παιδιά της και είναι σαν να κάνει ευχή ή ξόρκι, σαν να δίνει μιαν υπόσχεση, ότι αυτά τουλάχιστον, δεν θα έχουν τη δική της μοίρα, θα ξεκολλήσουν κάποια μέρα από δω και, μα με αεροπλάνο, μα με βαπόρι, μα με αυτοκίνητο, θα πάνε εκεί που δεν μπόρεσε να πάει αυτή, θα κάνουν αυτά που δεν μπόρεσε αυτή να κάνει.

Βάζει το ταψί στο φούρνο, ρίχνει μια ματιά στο φαγητό που σιγοβράζει, κοτόπουλο με μπάμιες έχει σήμερα, και κάνει να βγει στην αυλή για να μαζέψει κάτι ρουχαλάκια που είχε ξεπλύνει νωρίτερα και να ρίξει φαί στις κότες, όταν στο άνοιγμα της πόρτας προβάλλει η Κατερίνα. Ψιλή και λεπτή, στα χρόνια της Άννας, ίσως και λίγο πιο μεγάλη αλλά δεν της φαίνεται,  με μακριά ξανθά μαλλιά δεμένα σε ένα χαμηλό κότσο, φοράει ένα μακρύ ριχτό φόρεμα, εμπριμέ με λεπτά ανθάκια, με σφηκοφωλιά στο στήθος και ψηλά τη ζώνη, έχει ριγμένο στους ώμους ένα μεταξωτό μαντήλι στο χρώμα του ροδιού, στα πόδια ίσια δερμάτινα πέδιλα, από αυτά που βρίσκεις ακόμα στο Μοναστηράκι, και στο κεφάλι ένα άσπρο πάνινο πλεχτό με το βελονάκι καπέλο, με ένα κόκκινο λουλούδι κεντημένο επάνω. Τα κρεμαστά ασημένια σκουλαρίκια, το κολιέ με τις πολύχρωμες λεπτές χάντρες και το παράξενο βραχιόλι, ένα κόκκινο κορδελάκι με μια σειρά κοχύλια κρεμασμένα, συμπληρώνουν την εικόνα της που μοιάζει να έχει δραπετεύσει από κάποιο πίνακα του Ρενουάρ.

Η Κατερίνα ζει σε ένα μικρό σπιτάκι στην είσοδο του χωριού. Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Βέλγιο, κόρη μεταναστών, ήρθε πριν μερικά χρόνια στον τόπο των γονιών της να κάτσει λίγο με τη γιαγιά της και να αναρρώσει από μία διπλή, συναισθηματική και επαγγελματική, απογοήτευση. Όλα ξένα στην αρχή, όλα στενάχωρα. Οι χώροι μικροί και οι ανέσεις λιγοστές, τα φαγητά παράξενα, όποιο δεν κοκκίνιζε από την ντομάτα θα ξίνιζε από το λεμόνι, αλλά και ο καημός της να μη φεύγει με τίποτα.  Το έριξε στο διάβασμα και στους μακρινούς περίπατους, πότε στη θάλασσα και πότε στο βουνό, τη μια να μαζεύει κοχύλια ή βότσαλα, την άλλη κουκουνάρια ή αγριολούλουδα. Βρήκε και μία σκυλίτσα, κατάμαυρη, τετραπέρατη και χαδιάρα, Σβούρα τη βάφτισε, της χάρισαν κι ένα καρδερινοκάναρο, το Μελέτη, που δεν έβαζε γλώσσα μέσα κι άρχισε η καρδιά της σιγά-σιγά να μαλακώνει. Όλο και λιγότερο σκεφτόταν αυτά που άφησε πίσω της, όλο και περισσότερο αγαπούσε αυτά που ζούσε. Οι ομορφιές του τόπου, βουνό, θάλασσα και καθαρός αέρας, δέντρα που έχασαν τις κορφές τους στον ουρανό και τις ρίζες τους στη θάλασσα, ουρανός και θάλασσα που σμίγουν, οι τέσσερεις εποχές να είναι τέσσερεις, το κρύο του χειμώνα και η κάψα του καλοκαιριού να μη σε ταλαιπωρούν, αλλά να σε αγκαλιάζουν τρυφερά χωρίς να σου ζητάνε τίποτα, τάπαιξε η Κατερίνα κι έμεινε. Ακόμα βέβαια δεν έχει ξεκαθαρίσει αν έμεινε επειδή της άρεσε ή επειδή φοβόταν να γυρίσει στα μέρη και τους ανθρώπους που την πλήγωσαν, αλλά όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο λίγο το σκέφτεται. Φτιάχνει κοσμήματα, στολίδια και καλαθάκια με βότσαλα και κοχύλια, ξεραμένα φύλλα, κουμπιά και πούλιες, κουκουνάρια και σύρμα και τα πουλάει στα πανηγύρια και στους τουρίστες που ξεστρατίζουν καμιά φορα προς το χωριό. Διδάσκει και γερμανικά σε δυο τρία παιδιά, τα κουτσοφέρνει βόλτα. Όταν έρχεται να δει την Άννα πάντα θα κρατάει κάτι, χόρτα, ή αγριολούλουδα που μαζεύει στο δάσος. Κι όταν η Άννα την ευχαριστεί που κοπιάζει γι αυτήν, της απαντάει: «Εγώ δεν σου φέρνω τίποτα δικό μου, ντελιβεράς της φύσης είμαι».

Κουβεντιάζουν ανέμελα, η ώρα περνάει χωρίς να το καταλαβαίνουν και όταν η Άννα της λέει να μείνει το μεσημέρι για φαΐ, δεν χρειάζεται να της το ξαναπεί. Η Κατερίνα είναι άθλια- κι έχει πλήρη επίγνωση γι αυτό - μαγείρισσα και τρελαίνεται να τρώει στης Άννας, από όταν μάλιστα πέθανε η γιαγιά της, μόνο όταν είναι στης Άννας τρώει ανθρώπινα. Στο μεταξύ, γύρισε η Κωνσταντίνα από το σχολείο, βγήκαν και τα μουστοκούλουρα μοσχοβολιστά και νόστιμα από το φούρνο και η Άννα πιάνει να βάλει τραπέζι.

 Δεν έχει αποσώσει το στρώσιμο κι ακούγεται από το άνοιγμα της πόρτας μία γνωστή φωνή: «Ρε συνωμότριες, ποιους θάβετε πάλι; Εσύ μωρή Άννα, γυναίκα με τρία παιδιά, το ξέρει ο άντρας σου ότι κάνεις παρέα με ξωτικά, νεράιδες και φαντάσματα;» Και – γυρίζοντας προς την Κατερίνα –« εσύ ρε κολλημένο, από πότε έχεις να φας βρε δόλιο; Πάλι σου τέλειωσε το πετρογκάζ;». Είναι, ποιος άλλος, η Στέλλα. Παράξενο που βρίσκεται καθημερινή στο χωριό, αλλά ποιος ξέρει πάλι. Η Στέλλα έχει τα δικά της ωράρια, απροσδιόριστα, άτακτα, απίθανα. Δεν απαιτεί από κανένα να τα ακολουθήσει, αλλά και δεν τα διαπραγματεύεται. Εμφανίζεται ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά χάνεται. Αυτή είναι ντόπια, γέννημα-θρέμμα που λένε, του χωριού, αλλά ζει στην Αθήνα από όταν τέλειωσε το λύκειο και πήγε για σπουδές, συντήρηση βυζαντινών εικόνων και τοιχογραφιών. Δεν διακρίθηκε βέβαια σαν συντηρήτρια, όχι ακόμα τουλάχιστον, αλλά δεν χολοσκάει γι αυτό. Έχει γνωριστεί με δυο-τρεις αγιογράφους φατουρατζήδες και αναλαμβάνει τον καθαρισμό εικόνων που τους πηγαίνουν, από σπίτια κυρίως, για συντήρηση. Συμπληρώνει το εισόδημά της δουλεύοντας σερβιτόρα σε μία καφετέρια στα Πετράλωνα, αλλά με το μυαλό και την καρδιά στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και τη βρίσκει παίζοντας την κιθάρα της και τραγουδώντας με μια φωνή που καθηλώνει. Είναι ακόμη, ερασιτέχνης αστρολόγος και χαρτορίχτρα, χωρίς βέβαια να το παίρνει τόσο σοβαρά όσο δείχνει.

Άλλος είναι ο καημός της Στέλλας. Μέσα σε αυτό το λεπτό, σχεδόν αγορίστικο, σώμα, στο τέλειο κεφάλι με τα πλούσια μαύρα κατσαρά μαλλιά, πίσω από την ανεμελιά το καλαμπούρι και την ακαταστασία, βασιλεύει φόβος, φόβος για το αύριο. Όχι το δικό της, γιατί γι αυτό δεν μπορεί πια να κάνει ούτε σκέψεις, ούτε όνειρα. Ξέρει καλά πως ατομικό αύριο δεν υπάρχει, ξέρει καλά πως το δικό της αύριο πατάει στο αύριο του τόπου της κι αυτό με τη σειρά του, στο αύριο του κόσμου.  Κι αυτό το φοβάται, την τρομάζει. Ζει μόνη της, δεν έχει πολλές ανάγκες, έχει μάθει να την βγάζει με λίγα, της αρέσει κι όλας, κι έχει γι αυτό πολλές ελεύθερες ώρες που τις περνάει στο internet, στα βιβλία και στην τηλεόραση. Από το διάβασμα έχει βγάλει τα παρακάτω συμπεράσματα:- Οι περισσότερες αγάπες δεν διαρκούν πολύ, γιατί η ζήτηση είναι πολύ πιο μεγάλη από την προσφορά.- Οι περισσότεροι πόλεμοι και οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν για ασήμαντες, ανούσιες, καμιά φορά και γελοίες, αφορμές,  αιτία όμως ήταν πάντα το κυνήγι της εξουσίας ή του κέρδους, τελικά του κέρδους.- Όπου και όταν η ζωή μας γίνεται καλύτερη, είναι γιατί η βελτίωσή της σημαίνει θετικά αποτελέσματα για την οικονομική εξουσία και με πρόσθετο αντίτιμο την καταστροφή του περιβάλλοντος, δηλαδή την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, της δικής μας και των επόμενων γενεών.- Τα ΜΜΕ, τα περισσότερα τουλάχιστον, δεν διαμορφώνουν την κοινή γνώμη μέσα από μία αντικειμενική παρουσίαση και ένα νηφάλιο σχολιασμό της πραγματικότητας, κάθε άλλο μάλιστα. Η ισοπέδωση, η διαστροφή, η τρομοκράτηση και η προβολή αξιών που, ενώ δεν έχουν καμία σχέση με την ευτυχία, συνδέονται πάντα και άμεσα με το χρήμα, έχουν καταστήσει τα ΜΜΕ τους μάγους που έχουν μετατρέψει τους λαούς σε άβουλες αγέλες να κουτουλιούνται για τη διεκδίκηση βοσκής σε δηλητηριασμένους λειμώνες.- Η πολιτική εξουσία των διαφόρων κρατών, είναι κάτι σαν τον Πρόεδρο της δημοκρατίας στη χώρα μας, που εγγυάται την πολιτική (εδώ, την οικονομική) ομαλότητα χωρίς να έχει κανένα σχεδόν μέσο να την επαναφέρει όταν διαταραχτεί, επικυρώνει τις αποφάσεις της εκτελεστικής (εδώ, της οικονομικής) εξουσίας και κάθε 31η του Δεκέμβρη μας εύχεται καλή χρονιά. Κι επειδή ο πατέρας της Στέλλας είναι ο σιδεράς του χωριού, αυτή φαντάζεται τον κόσμο σαν ένα τεράστιο σιδεράδικο που  σιδεράς είναι η οικονομική εξουσία, σφυρί κι αμόνι η πολιτική εξουσία, φυσερό και κάρβουνα τα ΜΜΕ και η κοινωνία το μέταλλο που θέλει ο σιδεράς να φέρει στα μέτρα του.

Όταν όμως η Στέλλα αφήνει την Αθήνα για το χωριό της, αφήνει και τις έγνοιες πίσω της. Κι όταν μπαίνει με τη μηχανή της - αυτή τη μηχανή που την καβαλάει πάντα μόνη της γιατί κανείς δεν ρισκάρει να ταξιδέψει μαζί της έτσι που τρέχει - στο φαράγγι που είναι πριν από το χωριό , ξαναγίνεται παιδί. Αγκαλιά της μάνας γίνεται το φαράγγι, σκέπασμα γαλαζοπράσινο οι κορυφές των δέντρων κι η στενή λωρίδα του ουρανού, νανούρισμα και παραμύθι το θρόισμα του αέρα  στις βελόνες και τα κουκουνάρια των πεύκων, στα φύλλα και τα μήλα των κυπαρισσιών. Αράζει τη μηχανή της στην πλατεία, πετάγεται για λίγο στους γονείς της, ίσα για να τους πει δυο λόγια ή να τους πάει καμιά λιχουδιά κι αμέσως φεύγει, σφαίρα, για το σπίτι της Άννας, περνώντας πρώτα από της Κατερίνας, για να μαζευτούνε οι τρεις τους, να αρχίσουν το κουβεντολόι και να ξεχαστούν όπως τα μικρά κοριτσάκια όταν παίζουν το αγαπημένο τους παιχνίδι, τις φιλενάδες.
....................................................
Τα μικρά έχουν τελειώσει με το φαγητό τους και ξάπλωσαν, η Κωνσταντίνα χαζολογάει στην αυλή και καθισμένες τώρα οι τρεις τους γύρω από το τραπέζι έχουν αποφάει και πίνουν τον καφέ τους κουβεντιάζοντας και γελώντας αμέριμνα.
.
Αλήθεια, γιατί αμέριμνα;

Τρία πουλιά είναι, που κάναν τις φωλιές τους σε μέρη που δεν διάλεξαν.
Τρεις οδοιπόροι είναι, που γι αλλού ξεκίνησαν κι αλλού τις έβγαλε ο δρόμος.
Τρία φοβισμένα αγριμάκια είναι, που κρύφτηκαν για να σωθούν, η μια στην οικογένεια, η άλλη στην ομορφιά της φύσης,η τρίτη στην ταχύτητα της μηχανής, στον ήχο της κιθάρας, στους καπνούς της καφετέριας.

Κι όμως μιλάνε και γελάνε αμέριμνα. Τα χαμένα όνειρα, οι απογοητεύσεις και οι φόβοι παραμερίζουν γιατί είναι κι οι τρείς μαζί, γιατί κατάφεραν να κάνουν τους ανασφαλείς κρυψώνες τους κάστρα απόρθητα, γιατί όταν είναι μαζί δεν είναι η Άννα, η Κατερίνα και η Στέλλα. Είναι τα χέρια που απλώνονται, στην κοινωνία που χάνεται και προσπαθεί να γαντζωθεί από κάπου, στη φιλία που φοβάται να φανερωθεί γιατί κανένας δεν τη θέλει και προσπαθεί να πάρει θάρρος από αυτές, στη φύση που αργοπεθαίνει και ελπίζει να μπορέσει να πάρει από τα δικά τους βλαστοκύτταρα για να γιάνει.

Είναι οι νεράιδες του φαραγγιού, είναι οι κυράδες της κοιλάδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου