Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Τι περιμένουμε; Τι μας περιμένει;

Στη χώρα μας, προσπαθώντας να αναλύσουμε μία κατάσταση ή να ερμηνεύσουμε μία κοινωνική συμπεριφορά, κάνουμε, σχεδόν πάντα, το σφάλμα να προσεγγίζουμε το θέμα με ιδεολογικούς όρους και να τα χρεώνουμε ή να τα πιστώνουμε σε πολιτικούς χώρους. Λάθος, γιατί δεν υπάρχουν πάντα ιδεολογίες πάνω στις οποίες θα μπορούσε να γίνει αναφορά ή αντιστοίχιση. Λάθος, γιατί τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, δεν εκφράζουν κοινωνικές ομάδες, ούτε εκπροσωπούν κοινωνικά συμφέροντα. Απλά, εκπροσωπούν πελατείες διαφορετικών συμφερόντων και πήραν, κατά την ίδρυση τους, το όνομα και τη θέση τους στο πολιτικό φάσμα, ανάλογα με το ποια πελατεία πλειοψηφούσε κάτω από τη στέγη τους κατά το χρόνο της ίδρυσης τους.

Γι αυτό, όλα τα κόμματα, ακόμη και αυτά που αυτοαποκαλούνται ταξικά, στεγάζουν, σε διαφορετικές αναλογίες το καθένα, πολλών λογιών πελατείες. Για τον ίδιο λόγο, όλα τα κόμματα είναι αρχηγικά, άσχετα με το τι διακηρύσσουν, αλλιώς θα αποτελούσαν συνομοσπονδίες αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων.

Στην ουσία, η κοινωνία μας έχει μία οριζόντια διαστρωμάτωση, με τόσο μεγάλη όμως, σε μέγεθος και συχνότητα, κινητικότητα των ατόμων της από στρώμα σε στρώμα, ή και ταυτόχρονη παρουσία σε περισσότερα του ενός στρώματα, ώστε να αποτελεί ένα απροσδιόριστο, αδύνατο να χαρτογραφηθεί, να ερμηνευθεί και, τελικά, να λειτουργήσει με όρους κοινωνίας, νεφέλωμα. Αυτή λοιπόν η κοινωνία - νεφέλωμα, δεν μπορούσε, νομοτελειακά, να δημιουργήσει, εκθρέψει και διατηρήσει ένα πολιτικό σύστημα διαφορετικό από το υπάρχον.

Πελατειακές σχέσεις, στρογγυλεμένος λόγος, ναι σε όλα, «με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα», με ανάξιους μικρομαγαζάτορες και πελάτες, αντί για άξιους πολιτικούς και πολίτες, με πολιτικές μέχρι, όχι την επόμενη τετραετία, αλλά τον επόμενο ανασχηματισμό, με προγραμματισμό του τύπου «έχει ο θεός», με παρεμβάσεις του τύπου «παναγιά μου βόηθα» και πάει λέγοντας. Μέχρι που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και προσπαθεί απεγνωσμένα τώρα η σημερινή κυβέρνηση να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.
Μερικά από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, πιστοποιούν το αδιέξοδο και δείχνουν τους κινδύνους που ελλοχεύουν.

Δεν πληρώνω

Πολλά έχουν γραφτεί και, σίγουρα, θα γραφτούν πολύ περισσότερα για το «κίνημα δεν πληρώνω», σε μία χώρα που, η παραβατικότητα είναι μαγκιά, που οι νόμοι είναι καλοί αλλά για τους άλλους, που πάντα φταίει κάποιος άλλος εκτός από εμάς, στη μοναδική χώρα που το μηδέν έχει από μόνο του αξία, χωρίς να χρειάζεται να προηγείται κάποιος άλλος αριθμός. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Στα διόδια των εθνικών δρόμων, κάποιοι έχουν δίκιο γιατί δεν έχουν δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν εναλλακτικές διαδρομές, κάποιοι άλλοι γιατί προπληρώνουν έργα που θα γίνουν, ή που έχουν σταματήσει να γίνονται. Όσοι άλλοι δεν πληρώνουν είναι, απλά, τζαμπατζήδες που εκμεταλλεύονται τους συμπολίτες τους χρησιμοποιώντας δρόμους για τους οποίους πληρώνουν άλλοι. Αλλά και αυτοί που έχουν δίκιο, το χέρι τους στην τσέπη των υπολοίπων βάζουν, τζαμπατζήδες είναι και αυτοί (έχει άραγε τώρα, εδώ, νόημα η λέξη συμπολίτες;).

Στα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών υπήρχαν πάντα τζαμπατζήδες, αλλά η πλειοψηφία τους ήταν, είτε παιδιά που το έβρισκαν και λίγο παιχνίδι, είτε τόσο φτωχοί, ώστε για αυτούς να σημαίνει κάτι η εξοικονόμηση ενός ποσού ίσου με το αντίτιμο ενός εισιτηρίου. Και αυτοί όμως απολαμβάνουν ένα κοινωνικό αγαθό σε βάρος των συνανθρώπων τους (έχει άραγε τώρα, εδώ, νόημα η λέξη συνάνθρωποι;).

Το «κίνημα δεν πληρώνω», αν και πρωτοεμφανίστηκε σαν μία αυθόρμητη πρωτοβουλία, είναι καπελωμένο οργανωτικά και υποκινούμενο από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Η ξύλινη γλώσσα των συνθημάτων τους και η κοινοτοπία των επιχειρημάτων τους, η προσήλωση τους στη λογική του «νόμος είναι ότι μου καπνίσει» και η συμπεριφορά τους, ως νέων «Ρομπέν των μπαρών», προς αυτούς που δεν συμφωνούν μαζί τους και θέλουν να πληρώσουν διόδια ή εισιτήρια (προπηλακισμοί προς τους ίδιους και πρόκληση φθορών προς τα οχήματα τους), μαρτυρά την ταυτότητα τους. Αυτό όμως δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ότι οποιοδήποτε κόμμα, λαϊκό ή κυριλέ, αριστερό, κεντρώο ή δεξιό, θα μπορούσε να ηγηθεί μίας τέτοιας εκστρατείας, γιατί δεν θα απευθυνόταν στο πολιτικό κριτήριο ή τις ιδεολογικές αναφορές και ευαισθησίες της κοινωνίας, αλλά σε άτομα που πιστεύουν ότι δεν φταίνε ποτέ και για τίποτα, που αυτοεξαιρούνται από την υποχρέωση της τήρησης των νόμων, που έχουν μόνο απαιτήσεις από την πολιτεία, που ζούνε με την βεβαιότητα ότι η κοινωνία, ή τους χρωστάει, ή είναι πόρνη. Και, δυστυχώς, τα άτομα αυτά γίνονται ολοένα και πιο πολλά.

Δημόσια γη, δημόσια περιουσία


Τη δημόσια γη δεν την σεβάστηκε το κράτος, γι αυτό και ανέχτηκε, αν δεν κάλυψε κιόλας, την καταπάτηση της. Δεν την σεβάστηκε και η κοινωνία, γι αυτό και κάποιοι την καταπάτησαν ενώ όλοι οι άλλοι βλέπανε και δεν κατήγγελλαν, αν δεν ζήλευαν κι όλας, τους καταπατητές. Και όταν κάποιοι που τους χρωστάμε, μας είπαν «κάνετε κάτι ρε παιδιά και με τις δημόσιες επιχειρήσεις και τη δημόσια περιουσία να μας ξοφλήσετε στην ώρα σας, πήραμε όλοι, κυβέρνηση, κόμματα και λαός, τα καρυοφύλλια και πιάσαμε τις ραχούλες για να φυλάξουμε τα άγια χώματα από τον ξενομπάτη. Πού ξέρεις σου λέει, αν δεν την (ξε)πουλήσουμε, μπορεί να καταφέρουμε να καταπατήσουμε και την υπόλοιπη.

Η δημόσια περιουσία έχει αποκτηθεί με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων. Αυτή τη στιγμή η χώρα μας βρίσκεται σε μία πολύ δύσκολη θέση, με τα χρέη, παρ’ όλη την προσπάθεια, να σωρεύονται και με τις προοπτικές εξόδου από την κρίση δυσοίωνες. Αν η ορθή και συνετή αξιοποίηση αυτής της περιουσίας βοηθάει στην έξοδο από την κρίση, ενώ η μη αξιοποίηση της τραβάει το καράβι στον πάτο, νομίζω ότι δεν υπάρχει δίλημμα. Με το καράβι στον πάτο, δεν μπορούμε να ζήσουμε, με το καράβι να αρμενίζει, μπορούμε, ίσως, και να ξαναφτιάξουμε δημόσια περιουσία.

Ας βάλουμε λοιπόν τα καρυοφύλλια παρά πόδα, ας κατεβούμε από τις ραχούλες κι ας κάνουμε ότι μπορούμε, όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του.

Κοινή ωφέλεια και δημόσιος χαρακτήρας


Κάθε φορά που απεργεί μία επιχείρηση κοινής ωφέλειας, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων προβάλλουν τα στήθη τους για να προστατέψουν τον κοινωφελή και δημόσιο χαρακτήρα της. Και εγώ μαζί τους, αρκεί να συμφωνήσουμε για το τι σημαίνει κοινωφελής και τι δημόσιος. Για εμένα, σαν χρήστη κοινωφελών υπηρεσιών, κοινωφελής είναι μία επιχείρηση όταν προσφέρει στο κοινό ασφαλείς, αξιόπιστες, σύγχρονες, μικρού κόστους και καθολικές, στα όρια του χώρου που καλύπτει, υπηρεσίες. Αν μία δημόσια επιχείρηση είναι και κοινωφελής, δεν έχω καμία αντίρρηση, αν όμως δεν είναι, με ενδιαφέρει να γίνει κοινωφελής για να ωφελεί την κοινωνία, αλλιώς, δεν με ενδιαφέρει.

Μπορεί όλη η χώρα να στήνεται μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, μπορεί οι καναλάρχες να παίζουν τα παιχνίδια τους, μπορεί κάποιοι καραγκιόζηδες των τηλεπαραθύρων να μας προκαλούν από λύπηση μέχρι αηδία, μπορεί οι εκφωνητές και εκφωνήτριες – τηλεστάρ να δίνουν τη, χωρίς ήθος, κανόνες και δεοντολογία, μάχη της τηλεθέασης. Είναι όμως κατάντημα για το εργατικό κίνημα, και μάλιστα αυτό που μάχεται για το δημόσιο και κοινωφελή χαρακτήρα των ΔΕΚΟ, να κρύβεται, κρύβοντας τις υλικές και άυλες αποδοχές και απολαβές του, να «τιμωρεί» την εταιρία που, για το καλό της οποίας υποτίθεται ότι αγωνίζεται, προτρέποντας τους επιβάτες να μη πληρώνουν το αντίτιμο των υπηρεσιών που τους προσφέρει, ή να γελοιοποιείται, κρεμώντας εργαζόμενους «εσταυρωμένους κασκαντέρ» από τις ταράτσες των κτηρίων της διοίκησης. Αφού όμως, τόσο πια κόπτονται για το δημόσιο συμφέρον, γιατί δεν αναρτούν στο διαδίκτυο όλες τις Σ.Σ.Ε. (με τα παραρτήματα τους), που έχουν συνομολογήσει τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια, με φαύλες, άσχετες και ανεύθυνες διοικήσεις, με τη σύμφωνη γνώμη ή πίσω από την πλάτη ακόμη πιο φαύλων, άσχετων και ανεύθυνων υπουργών, να δει όλος ο κόσμος από πού αρχίζει και πού τελειώνει το ενδιαφέρον τους για τον κοινωφελή και δημόσιο χαρακτήρα των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται;

Μία επίσκεψη


Πριν από μερικές ημέρες, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επισκέφτηκε τα ναυπηγεία Ελευσίνας «ύστερα από πρόσκληση των εργαζομένων», όπως αναγράφεται στο σχετικό δελτίο τύπου. Από τη σύντομη δήλωση του ξεχωρίζω την τελευταία παράγραφο: «Και αυτό είναι – επαναλαμβάνω – το μήνυμα που θέλω να περάσω στον κόσμο. Ένα μήνυμα Ελπίδας μέσα από εδώ, από μία βαριά βιομηχανία, η οποία ξέρει να παράγει, να αποδίδει και να μας βγάζει ασπροπρόσωπους».

Δεν χαίρομαι καθόλου με αυτή τη δήλωση, γιατί, αν ο μέλλων πρωθυπουργός της χώρας είναι τόσο βαθειά νυχτωμένος ώστε να θεωρεί τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, μία βαριά βιομηχανία, η οποία ξέρει να παράγει, να αποδίδει και να μας βγάζει ασπροπρόσωπους, θα πρέπει να αρχίσω να φοβάμαι πολύ. Ισολογισμούς, δεν του δείξανε; Σχέση κρατικών αναθέσεων προς αναλήψεις εργασιών για ιδιώτες, δεν ζήτησε να δει; Γιατί τέτοια κολακεία; Γιατί τέτοιος Μαυρογιαλούρικος λόγος; Έλεος πια.

Ακόμη, δεν χαίρομαι καθόλου, γιατί η γλώσσα του σώματος λέει πολλά. Σε ένα άλλο σημείο της δήλωσης του, λέει; «…η Ελλάδα μπορεί, με το προσωπικό της, τους τεχνίτες της, τους εργάτες της, να προοδεύσει…». Άξιζε να τον δει κανείς, όταν έβγαινε η λέξη «εργάτες» από το στόμα του. Το πρόσωπο του είχε μία έκφραση, σαν να τους ζητούσε συγνώμη που τους έβρισε. Γιατί όμως; Κι αυτοί «προσωπικό της Ελλάδας» είναι. Έλεος πια.

Πλατεία Ταχρίρ, ή πλατεία «Καφρίρ»;

Πρώην αρχηγός πολιτικού κόμματος και νυν αρχηγός μετώπου, παρότρυνε τους διαδηλωτές της πρόσφατης γενικής απεργίας να παραμείνουν στην πλατεία Συντάγματος, κατά το πρότυπο των πολιτών της Αιγύπτου, και να απαιτήσουν να φύγει η κυβέρνηση Παπανδρέου. Μα καλά, δεν μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει το πολιτισμικό χάσμα που μας χωρίζει από το φίλο αιγυπτιακό λαό; Δεν είδε ότι εκεί οι άνθρωποι όταν διαδηλώνουν, δεν καταστρέφουν δεν καίνε δεν κατεδαφίζουν, δεν μαγαρίζουν, και μάλιστα υπό την σιωπηρή ή ηχηρή κάλυψη ή συμπαράσταση «μετώπων», «κομμάτων», «συσπειρώσεων», «συλλογικοτήτων», «δικτύων» κλπ; Δεν πήρε το μάτι του τους πολίτες με τις σκούπες που καθάριζαν την πλατεία που χρησιμοποιούσαν για τις διαδηλώσεις τους; Δεν κατάλαβε ότι οι Αιγύπτιοι νοιάζονταν για την πλατεία τους, γιατί την θεωρούν δική τους, δηλαδή ότι ανήκει σε όλους και δεν την διεκδικεί ο καθένας για τον εαυτό του, για να στήσει το αυθαίρετο κτίσμα του, κόμμα του, μέτωπο του, καπετανάτο του, ή ότι άλλο; Δεν τον ενοχλεί να κλέβει ιδέες από τον γραφικό σκηνοθέτη που έκανε Τσικνοπέμπτη μπροστά στο σπίτι πρώην υπουργού, θα κάνει κούλουμα μπροστά σε σπίτι πρώην πρωθυπουργού και Πάσχα δεν ξέρω πού;

Και τώρα, τι;


Βρισκόμαστε, σαν κοινωνία και σαν χώρα, σε βαθειά κρίση, που το οικονομικό σκέλος της δεν είναι, δυστυχώς, το μεγαλύτερο. Η απουσία αυτογνωσίας, η κυριαρχία του συναισθήματος πάνω στη λογική, η άρνηση ευθυνών, η αποφυγή της νομιμότητας με αντίστοιχη έλξη προς την παραβατικότητα, το κυνήγι άπιαστων και άχρηστων ονείρων, η ιδιώτευση, η παραίτηση, η απαισιοδοξία, είναι οι βόμβες που απειλούν τα θεμέλια της όποιας κοινωνίας έχει απομείνει, τα βαρίδια που κάνουν το κράτος να μην λειτουργεί, το βάραθρο που στα βάθη του γκρεμίζονται η παιδεία, η υγεία, η πρόνοια, το χρηματιστήριο που στα ταμπλό του κατρακυλούν καθημερινά οι αξίες των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, του πολιτισμού, του ήθους. Την κατάληξη την γνωρίζουμε, την φοβόμαστε, την βλέπουμε να έρχεται, αλλά τι κάνουμε για να αποφύγουμε τα χειρότερα;

Έχουμε μία κυβέρνηση που έχει όλη τη νομιμοποίηση που προσφέρεται στα δημοκρατικά καθεστώτα, αυτή της λαϊκής ετυμηγορίας. Για το πόσο καλή ή κακή είναι , υπάρχουν πολλές απόψεις και είμαι έτοιμος να τις σεβαστώ όλες, ακόμη και αυτές με τις οποίες διαφωνώ. Από την άλλη όμως πλευρά, ελάχιστοι είναι στην Ελλάδα αυτοί που πιστεύουν ότι από τα κόμματα που κατέβηκαν στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, θα μπορούσε να αναδειχθεί καλύτερη λύση. Η κυβέρνηση του Πα.Σο.Κ. σίγουρα δεν ήταν προετοιμασμένη να αντικρίσει αυτό που αντίκρισε την επομένη των εκλογών, στην οικονομία, στη διοίκηση, στους θεσμούς, γι αυτό και βρέθηκε ανέτοιμη να το διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο. Το έργο που είχε να επιτελέσει ήταν τιτάνιο, ακόμη και κάτω από μία ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, πόσο μάλλον με άδεια ταμεία, με ανύπαρκτη αξιοπιστία και με το πιστόλι των δανειστών στον κρόταφο. Σύντομα, όλοι γνωρίζαμε τους κινδύνους για τη χώρα και το λαό, και ο καθένας περίμενε από το – κακό στραβό κι ανάποδο, αλλά το μόνο υπαρκτό και σε θέση να δράσει- πολιτικό σύστημα, να κάνει κάτι. Και αντί για αυτό το κάτι, τι είδαμε και τι βλέπουμε;

Ο πρωθυπουργός δεν είναι τέλειος αλλά είναι ο μακράν καλύτερος όλων των άλλων, για αυτή τη συγκυρία. Παρ’ όλες τις αδυναμίες του σε θέματα συντονισμού και οργάνωσης, έχει τουλάχιστον ένα βασικό όραμα για τον τόπο, , δεν φοβάται να συγκρουστεί με κατεστημένα συμφέροντα, δεν κρατάει το μπακαλοτέφτερο του πολιτικού κόστους, έχει διεθνές κύρος και είναι ακούραστος. Μεγάλο βαρίδι του βέβαια, είναι το υπουργικό του συμβούλιο, όπου, πλην εξαιρέσεων, οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση τους, είτε κρυπτόμενοι, είτε κλαψουρίζοντας και, περίπου, ζητώντας συγνώμη, είτε διακινώντας σε δημοσιογραφικά, συνδικαλιστικά και «συστημικά» γραφεία τη «δυσφορία» και τη «διαφωνία» τους. Ακόμη, πάλι πλην εξαιρέσεων, φαίνεται να υπάρχει έλλειψη στελεχών που γνωρίζουν τη ζωή εκ των παθημάτων τους και όχι εκ των μαθημάτων τους, γιατί, άλλο το σχολείο της ζωής και άλλοη ζωή του σχολείου.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται κι αυτά μπροστά στην ίδια πραγματικότητα και έχουν χρέος, από τη θέση στην οποία τα τοποθέτησε η λαϊκή ετυμηγορία, να συμβάλουν, με τον καλύτερο τρόπο που γνωρίζουν και μπορούν, για την έξοδο της χώρας από τη δεινή της θέση, χωρίς να είναι απαραίτητο να κάνουν εκπτώσεις στις θέσεις τους, με πρώτη βέβαια την αξιωματική αντιπολίτευση που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για την σημερινή κατάσταση. Και, όσο μεν αφορά στην αξιωματική αντιπολίτευση, δεν είναι βοήθεια στον τόπο το να προσπαθείς να πλήξεις την κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι, με τον τρόπο που το κάνεις, αν κυβερνήσεις, θα πας ότι θα έχει απομείνει από αυτόν τον τόπο πενήντα χρόνια πίσω. Από τα μικρότερα κόμματα, το ένα ζει στο παρελθόν κλεισμένο σαν αχιβάδα, το άλλο ζει στον κόσμο του διασπώμενο σαν αμοιβάδα και το τρίτο ζει στο μέλλον ελπίζοντας για κανένα πιο ευρύχωρο διαμέρισμα στην πολυκατοικία.

Τέλεια λύση δεν φαίνεται στον ορίζοντα, γιατί δεν υπάρχει τέλεια λύση, ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν θα υπάρξει. Αν δεν μπορέσει όμως το πολιτικό σύστημα να εργαστεί, μέσα από τις διαφωνίες και τις διαφορές του, για την έξοδο της χώρας από την κρίση και όχι για την με κάθε τρόπο και μέσον επικράτηση του κάθε κόμματος, τότε μας περιμένουν πολύ χειρότερα. Αν μας κρατάει κάτι ζωντανούς, είναι το θεμιτό και κατανοητό ενδιαφέρον των δανειστών μας να πάρουν πίσω αυτά που τους χρωστάμε. Αν από δική μας αδυναμία χαθεί αυτό το ενδιαφέρον, οι μόνοι που θα ενδιαφέρονται για την Ελλάδα, θα είναι οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι και κάποιοι από τους σημερινούς της κατοίκους, όσοι και σήμερα.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Τα καφενεία τα γνωρίζω από πολύ μικρός, όμως, τα πιο πολλά χρόνια τα γνώριζα από μακριά.

Στον τόπο της καταγωγής μου, στα καφενεία σύχναζαν οι παλιοί μετανάστες που είχαν επιστρέψει στον τόπο τους, οι τουρίστες και οι δημόσιοι υπάλληλοι που βρίσκονταν εκεί με μετάθεση. Στις γειτονιές της Αθήνας που μεγάλωσα, στα καφενεία έμπαινα σαν παιδί για να πω τα κάλαντα στις γιορτές και, αργότερα, για να ψηφίσω στις εκλογές, γιατί εκείνα τα χρόνια τα σχολεία ήταν λίγα, δεν φτάνανε για εκλογικά κέντρα και ψηφίζαμε και στα καφενεία. Πρωτοπήγα σε καφενείο σαν θαμώνας, πριν από έξι χρόνια, όταν δηλαδή, συνταξιούχος πια, εγκατέλειψα οριστικά την Αθήνα και ήρθα να μείνω μόνιμα σε χωριό. Το συμπέρασμα μου είναι ότι σε αυτά τα έξη χρόνια έχω περάσει πολλές ώρες στο καφενείο, αλλά, γενικότερα, έχω χάσει πάνω από μισό αιώνα καφενείο.

Το καφενείο σε ένα χωριό, λόγω των μηδαμινών, σχεδόν, εναλλακτικών δυνατοτήτων αξιοποίησης, ή ανάλωσης, του ελεύθερου χρόνου, είναι ένας χώρος εντελώς απαραίτητος, τόσο απαραίτητος, που δεν θα μπορούσα να φανταστώ ένα χωριό δίχως καφενείο. Γιατί το καφενείο, δεν είναι μόνο χώρος κατανάλωσης καφέ, τεΐου, ροφημάτων, αφεψημάτων, ηδυπότων και αλκοολούχων (για να θυμηθούμε λίγο τη γλώσσα με την οποία αναγράφονταν τα προσφερόμενα είδη μέχρι μισόν αιώνα πριν), είναι και πολλά άλλα πράγματα μαζί.

Το καφενείο είναι, πρώτα απ’ όλα, χώρος κοινωνικής συνεύρεσης. Κάτω από τη στέγη του, οι συγχωριανοί, αλλά και όσοι άλλοι τυχαίνει να βρίσκονται εκεί, νοιώθουν ότι ανήκουν στην ίδια, συμφωνούσα ή διαφωνούσα, ενωμένη ή διαιρεμένη, αδελφωμένη ή σπαρασσόμενη ομάδα και ότι έχουν κατακτήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις συνύπαρξης και συναναστροφής. Στα πλαίσια αυτά, λειτουργεί και σαν χώρος πληροφόρησης και σχολιασμού για τα όσα συμβαίνουν στο χωριό, αλλά και ευρύτερα, καθώς και σαν χώρος τεχνικής ενημέρωσης, από τα νέα φυτοφάρμακα και λιπάσματα, μέχρι τα νέα αιρκοντίσιον, τα νέα τετρακίνητα και τα νέα χάπια σφρίγους.

Το καφενείο είναι ακόμη και χώρος ποικίλων μορφών ψυχαγωγίας. Στα πιο παλιά χρόνια, πριν από την κυριαρχία της τηλεόρασης, κάποια μεγάλα καφενεία προσφέρονταν, κατά περίπτωση, για κινηματογραφικές προβολές, ακόμη και για θεατρικές παραστάσεις. Στις μέρες μας, εκτός από την πρέφα και το θανάση, το ούζο και το τσίπουρο, εξακολουθούν να υπάρχουν οι (πραγματικές ή φανταστικές) αφηγήσεις των ψαράδων και των κυνηγών, η αφήγηση παλιών περιστατικών που έχουν χαραχτεί στη μνήμη των γεροντότερων, τα καλοπροαίρετα πειράγματα, αλλά και τα δημοφιλή σήριαλς, καθώς και τα καθημερινώς τεκταινόμενα ανά τους εγχωρίους, αλλά και διεθνείς, στίβους , γήπεδα, παγοδρόμια, αρένες κλπ αθλητικούς χώρους, αφού, καφενείο χωρίς καφέ μπορεί να υπάρχει, αλλά καφενείο χωρίς τηλεόραση, αποκλείεται.

Το καφενείο, τέλος, είναι χώρος συναλλαγών και διαμεσολάβησης, αφού κάτω από τη στέγη του κλίνονται οικονομικές συμφωνίες για αγοραπωλησίες γης, για οικοδομικές εργασίες, για μεροκάματα στα κτήματα. Και αν κάποιος έχει ασκημένο αυτί, όλο και θα πιάσει καμιά συζήτηση για κάποια μετάθεση φαντάρου, για κάποια αναστολή απόφασης κατεδάφισης αυθαιρέτου, για κάποια πρόσληψη στο δημόσιο, για κάποια επιδότηση.
Το καφενείο έχει πολλά πρόσωπα. Άλλο είναι το καφενείο τις καθημερινές, άλλο τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές. Άλλο είναι το χειμώνα και άλλο το καλοκαίρι. Το χωριό μπορεί να είναι πάνω σε πέρασμα, σε ωραίο σημείο και να είναι και φιλόξενο, ή μπορεί να είναι δυσπρόσιτο, σε άσχημο σημείο και αφιλόξενο. Ο καφές κάτω από τη σκιά της λεύκας, της μουριάς, του πεύκου, ή της φλαμουριάς, το καλοκαίρι, είναι τελείως διαφορετική εμπειρία από το τσάι του βουνού πίσω από τα τζάμια, κοντά στη σόμπα, το χειμώνα. Η αφήγηση του μετανάστη που γυρίζει στον τόπο του για διακοπές, ή και του επισκέπτη του Σαββατοκύριακου, είναι τελείως διαφορετική από την εξιστόρηση των θεμάτων της καθημερινότητας από τους ντόπιους.

Το καφενείο έχει το δικό του ημερολόγιο. Σε αυτό, εκτός από τις καθημερινές, τις Κυριακές και τις επίσημες αργίες, είναι σημειωμένες οι τοπικές γιορτές, τα τοπικά πανηγύρια και οι τοπικές επέτειοι, γιατί είναι μέρες που το χωριό ζωντανεύει κατ’ εξαίρεση και σαν τέτοιες επηρεάζουν και τη λειτουργία του καφενείου. Κάποια γεγονότα γίνονται στο χωριό περισσότερο, ή με διαφορετικό τρόπο, αντιληπτά από ότι στην πόλη, και το καφενείο είναι ο πιο ευαίσθητος δέκτης αυτής της διαφορετικότητας. Εθνικές επέτειοι, ιερά μυστήρια, γιορτές, εκλογές και πολιτιστικά γεγονότα, φέρνουν περισσότερο κόσμο στο καφενείο, περισσότερη συναναστροφή, περισσότερη πληροφόρηση, περισσότερη ανταλλαγή απόψεων και σχολίων, περισσότερη ζωή.

Το καφενείο έχει και τους χαρακτηριστικούς του τύπους. Τον φλύαρο και τον αμίλητο. Τον κουβαρντά που κερνάει όλο τον κόσμο και αυτόν που ποτέ δεν έχει ψιλά ή που ποτέ δεν προλαβαίνει να βγάλει πρώτος το πορτοφόλι του. Τον ξερόλα και αυτόν που συμφωνεί με όλους, χωρίς να λέει ποτέ τη γνώμη του. Για αυτούς, αλλά και για όλους τους άλλους, υπάρχει χώρος, λόγος, βήμα, ανοχή, αφού οι πιο πολλοί συνυπάρχουν συμπληρωματικά, και ο καθένας καταξιώνει την ύπαρξη των άλλων.
Τέλος, το καφενείο έχει και τους επαγγελματικούς επισκέπτες του. Κινέζοι μικροπωλητές, τσιγγάνες χαρτορίχτρες, παραγωγοί οπωρικών, οσπρίων και μελιού, και επαίτες είναι οι πιο συνηθισμένοι. Βοηθάνε κι αυτοί, με τον τρόπο τους, στην αλλαγή της κουβέντας, της διάθεσης, του περάσματος της ώρας. Μας βοηθάνε ακόμη να επιδεικνύουμε τη διαπραγματευτική μας ικανότητα στις πενταροδεκάρες, όταν, την ίδια στιγμή πληρώνουμε καμαρωτοί τις παραφουσκωμένες τιμές στα μαγαζιά που ψωνίζουμε.

Αν ένα χωριό έχει περισσότερα από ένα καφενεία, η επιλογή του καφενείου γίνεται με πολλά κριτήρια. Κριτήρια παρέας, ποιότητας μεζέ, φιλίας ή συγγένειας με τον καφετζή, πολιτικά, μεγέθους οθόνης τηλεόρασης, κλπ. Η αλλαγή καφενείου, αν δεν υπαγορεύεται από επιθυμία για ισότιμη υποστήριξη όλων των καφενείων, μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες, όπως, φιλονικία, διαφωνία με την κυριαρχούσα άποψη, ένταξη σε άλλη παρέα, ανεύρεση καλλιτέρων υπηρεσιών.

Ίσως, ένα καφενείο να είναι και άλλα πράγματα που δεν έχω δει ή αντιληφθεί ακόμη. Έχω όμως την εντύπωση ότι το καφενείο, στα πλαίσια και τα όρια του χωριού, είναι ένα μη γραπτό μη ηλεκτρονικό μη κωδικοποιημένο, αλλά πολύ δραστήριο, πολύ εύχρηστο, πολύ λειτουργικό διαδίκτυο, blog, facebook και twitter μαζί, τρία σε ένα. Εσείς, τι λέτε;

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑΓΙΟΥΛΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΑ

Χιονίζει ασταμάτητα από χθες. Άργησαν τα χιόνια να έρθουν και φέτος, κάθε χρόνο όλο και πιο αργά έρχονται, αλλά ήρθαν όμορφα. Λίγο κρύο, λίγος αέρας, πολύ χιόνι. Καθώς το χιόνι έχει φτάσει στο μισό μέτρο, είμαστε αποκλεισμένοι, αλλά νοιώθουμε ασφαλείς μιας και υπάρχουν τα απαραίτητα, για μερικές τουλάχιστον μέρες.

Κάθεται μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στο παράθυρο. Μπροστά της, πολύχρωμα χαρτόνια, κουμπιά, χάντρες και μάλλινες κλωστές, ένα σωληνάριο κόλλα και ένα ψαλίδι, ένα ντοσιέ με σχέδια και πατρόν.

Είναι χαρούμενη γιατί ετοιμάζει αποκριάτικα στολίδια για το δωμάτιο των εγγονιών της. Ακόμη, είναι χαρούμενη γιατί έξω από το παράθυρο αντικρίζει το δάσος και τo βουνό σκεπασμένα με έναν ολόφρεσκο κάτασπρο μανδύα χιονιού. Κάθε τόσο σταματάει αυτό που κάνει, κοιτάζει έξω και αφαιρείται, ενώ το πρόσωπο της γαληνεύει κι άλλο και στα χείλη της σκάζει ένα χαμόγελο ευχαρίστησης. Από το ραδιόφωνο ακούγεται μία μουσική που της αρέσει και στο φούρνο ετοιμάζεται το μεσημεριανό φαγητό.

Κι εγώ, καθισμένος απέναντι, να διαβάζω στην εφημερίδα τις ειδήσεις που συνιστούν την επικαιρότητα της ημέρας. Διαβάζω για τις κινητοποιήσεις στις αστικές συγκοινωνίες και τον ΟΣΕ, την ταλαιπωρία του επιβατικού κοινού, την απογοήτευση του εμπορικού κόσμου για άλλη μία χαμένη περίοδο εκπτώσεων. Διαβάζω για την απεργία των γιατρών του ΙΚΑ και των νοσοκομείων, καθώς και των φαρμακοποιών, την ταλαιπωρία των ασφαλισμένων, γέρων, φτωχών κι ανήμπορων στην πλειοψηφία τους, την ανησυχία και το φόβο των ασθενών για την εξέλιξη της υγείας τους. Διαβάζω για το "κίνημα" άρνησης πληρωμής των διοδίων, κίνημα που δημιούργησε η απληστία των κατασκευαστών του εθνικού οδικού δικτύου και η εγκληματική ασυνειδησία των κυβερνήσεων που υπέγραψαν τις συμβάσεις εκμετάλλευσης των διοδίων από αυτούς, και το οποίο γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από μηδενιστικές δυνάμεις με λογικές παρασιτικής επιβίωσης, και από σωτήρες που είναι έτοιμοι να αναπηδήσουν από την κιβωτό, μετά από τον κατακλυσμό που οι ίδιοι θα έχουν προκαλέσει.

Κάποια στιγμή, σηκώνω το βλέμμα και την ξαναβλέπω αφοσιωμένη στη χαρτοκοπτική της. Αφαιρούμαι κοιτάζοντας την και διάφορα, τωρινά και περασμένα, περνάνε από το μυαλό μου. Δεν έχει σημασία τι, γιατί πάντα, μετά από τέτοιου είδους αναδρομές καταλήγω στο ίδιο ερώτημα. Ποιο να είναι άραγε το μυστικό που την κάνει να είναι τόσο ήρεμα, τόσο αβίαστα, τόσο τρυφερά καλή στους διαφορετικούς ρόλους που κρατάει ταυτόχρονα, με τόση επιτυχία, κάθε μέρα, στο "έργο" της ζωής της, αυτούς της γιαγιάς, της μητέρας και της συζύγου (και όχι μόνο);

Ασυνείδητα, παρορμητικά, ξαναπιάνω την εφημερίδα στα χέρια μου και ξαναδιαβάζω τις ειδήσεις για τις μεταφορές, για τους γιατρούς και τους φαρμακοποιούς, για τους απελευθερωτές (και τους τζαμπατζήδες) των διοδίων. Σηκώνω πάλι τα μάτια και την ξανακοιτάζω, και αισθάνομαι ότι το μυστικό της επιτυχίας της αρχίζει να αποκαλύπτεται μπροστά μου.

Αν η καρδιά της, λέω, ήταν ένα σύστημα μεταφορών, θα μετέφερε τον καθένα στην ώρα του, όπου ήθελε, όσο συχνά ήθελε, κι αυτός, για κόμιστρο θα έδινε ότι ήθελε, αν ήθελε.

Αν η αγκαλιά της, λέω, ήταν ένα σύστημα υγείας, θα αγκάλιαζε τον καθένα, για να τον φροντίσει, να τον γιατρέψει, να τον παρηγορήσει, να του δώσει ένα φιλί και να τον στείλει στους δικούς τοu, κι αυτός, για νοσήλια θα έδινε ότι ήθελε, αν ήθελε.

Αν τα χέρια της, λέω, ρύθμιζαν τα διόδια, θα σήκωναν τις μπάρες για να μπορεί να τρέξει ο καθένας σε καλοκατασκευασμένους και καλοσυντηρημένους δρόμους, να πάει όπου θέλει, για δουλειά ή για βόλτα, καθημερινή ή σκόλη, κι αυτός, για διόδια θα έδινε ότι ήθελε, αν ήθελε.

Την παρατηρώ πάλι. Τώρα έχει σηκώσει το κεφάλι και κοιτάζει έξω από το παράθυρο, απορροφημένη από το θέαμα του χιονιού που συνεχίζει να πέφτει. Ο χρόνος, στο διάβα του, αφήνει απάνω μας, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο, τα ίχνη του. Στην περίπτωση της, τα ίχνη του χρόνου δεν είναι ίχνη φθοράς, είναι αποτυπώματα αγώνα αγάπης γόνιμης και μόνιμης. Οι σκληρές παλάμες, οι άσπρες τρίχες που κερδίζουν στη μάχη τους ενάντια στις καστανές, οι ελαφρά κυρτωμένοι ώμοι, οι κύκλοι κάτω από τα πάντα μεγάλα και εκφραστικά μάτια, οι ρυτίδες που αρχίζουν να γίνονται μόνιμο χαρακτηριστικό του όμορφου προσώπου, δεν είναι τίποτε άλλο από ένσημα φροντίδας, εύσημα προσφοράς, παράσημα αγάπης προς τέσσερεις γενιές δικών της, και όχι μόνον, ανθρώπων.

Ναι, είμαι σίγουρος τώρα. Στο μυστικό της τόσο ήρεμης, αβίαστης και τρυφερής επιτυχίας της στους διαφορετικούς της ρόλους, το κοινό συστατικό στοιχείο είναι η προσφορά. Αυθόρμητη, άδολη, πηγαία, από καρδιάς, χωρίς προσμονή ανταμοιβής. Προσφορά που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, να μην εκτιμηθεί, να μην προκαλέσει αισθήματα ευγνωμοσύνης. Γι αυτό και όσοι χρησιμοποιούν το "σύστημα μεταφορών" της, όσοι θεραπεύονται από το "σύστημα υγείας" της, όσοι περνάνε από τα "διόδια" της, όλο και κάτι θέλουν να της δώσουν, κάτι να της αφήσουν. Κι αυτή, με αυτό το κάτι πορεύεται, από αυτό το κάτι παίρνει δύναμη, για αυτό το κάτι, την αγάπη τους, συνεχίζει το καθημερινό της έργο με τους πολλούς ρόλους, το φανατικό κοινό, και τις αμέτρητες παραστάσεις.

Το χιόνι συνεχίζει να πέφτει, το φαγητό ετοιμάστηκε, η ονειροπόληση σταματάει, το όνειρο συνεχίζεται.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Παλιότερα, άκουγα ειδήσεις από όσο πιο πολλούς σταθμούς μπορούσα, όσο πιο πολλές ώρες μπορούσα. Το ίδιο και με τον τύπο. Εφημεριδοφάγο με λέγανε οι φίλοι μου και μάλλον είχαν δίκιο, αφού ξεκινούσα το διάβασμα των εφημερίδων πρωί-πρωί στα μανταλάκια των περιπτέρων, συνέχιζα στο υπηρεσιακό λεωφορείο και τελείωνα το βράδυ στο κρεβάτι. Όμως, από κάποια στιγμή και μετά, όλο και πιο συχνά, είχα την υποψία ότι οι ειδήσεις δεν μου έδιναν την πληροφόρηση που είχα ανάγκη, δεν μου έλυναν τα προβλήματα ενημέρωσης, δεν είχαν την ποιότητα που ανέμενα. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η υποψία μου εδραιωνόταν, ενώ ταυτόχρονα γινόταν πλέον ξεκάθαρο ότι τα δελτία ειδήσεων έμοιαζαν όλο και πιο πολύ με τα φαγητά που μοιράζανε παλιότερα οι αεροπορικές εταιρίες στους επιβάτες της τουριστικής θέσης: Ένας δίσκος με πολλά διαμερίσματα, μέσα στα οποία, τυλιγμένα σε ζελατίνα, αναπαύονταν τακτοποιημένα διάφορα μικροεδέσματα τα οποία ο επιβάτης κατανάλωνε σχεδόν ασυναίσθητα, για να βάλει κάτι στο στόμα του, για να περάσει την ώρα του, για να μην πάνε χαμένα, μιας και τα πλήρωσε, αλλά, όταν κατέβαινε από το αεροπλάνο, δεν θυμόταν τι είχε φάει. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ ειδήσεις από ένα μόνο τηλεοπτικό και από ένα μόνο ραδιοφωνικό σταθμό, με κριτήρια την πολυθεματικότητα, τη νηφαλιότητα και την ορθή χρήση της γλώσσας. Ένα ραδιοφωνικό δελτίο το πρωί και ένα τηλεοπτικό το βράδυ και αυτό είναι όλο. Όσο για τον τύπο, ας είναι καλά το διαδίκτυο. Περιπλανιέμαι στις ιστοσελίδες και στα portals των εφημερίδων και των σταθμών, καθώς και σε κάποια εξαίρετα ιστολόγια δημοσιογράφων με ονοματεπώνυμο. Το συμπέρασμα μου είναι ότι, ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, από καταναλωτής ραδιοτηλεοπτικού και έντυπου υλικού έχω μετατραπεί σε αποδέκτη ειδήσεων για αξιολόγηση και, αποδοχή ή απόρριψη.

Αλήθεια όμως, τι είναι είδηση; Δεν γνωρίζω τι νόημα δίνουν στη λέξη οι ασχολούμενοι επαγγελματικά με τη συλλογή (ή κατασκευή) και μετάδοση ειδήσεων, δεν ξέρω αν δίνουν όλοι τον ίδιο ορισμό στη λέξη, δεν ξέρω καν αν ενδιαφέρονται όλοι να εννοούν το ίδιο πράγμα. Επειδή όμως, για να μιλήσουμε για τις ειδήσεις θα πρέπει να έχουμε μία ελάχιστη συμφωνία για το τι εννοούμε, θα προσπαθήσω μία, όσο το δυνατό πιο απλή, διατύπωση.
Είδηση λοιπόν, στο χώρο των μ.μ.ε., είναι η μετάδοση ανεπεξέργαστης ή επεξεργασμένης γνώσης ή πληροφορίας, για γεγονότα που συνέβησαν, συμβαίνουν ή θα συμβούν (παρ’ όλον ότι η λέξη γεγονός αναφέρεται αποκλειστικά στο παρελθόν) και που, κατά γενική παραδοχή, θεωρούνται αρκετά σημαντικά, ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα ώστε η μετάδοση τους να καλύπτει τις ανάγκες του κοινού για ενημέρωση. Τα κυριότερα από τα στοιχεία τα οποία συμβάλλουν στην ποιότητα των ειδήσεων, άρα και της ενημέρωσης, γενικότερα, είναι:
-Επικαιρότητα
-Αντικειμενικότητα στην προσέγγιση και την παρουσίαση
-Αλήθεια στην παράθεση των γεγονότων
-Σφαιρικότητα στην κάλυψη του θέματος
-Νηφαλιότητα στο ύφος
-Σεβασμός προς τους αδύναμους, τους απόντες, τους μη (ακόμη) ένοχους
-Ποικιλία στη θεματολογία
-Σωστή και δόκιμη χρήση της γλώσσας
-Πλαίσιο δεοντολογίας ώστε το περιεχόμενο, το ήθος και το ύφος των ειδήσεων να καθορίζουν την αναγνωσιμότητα, την ακροαματικότητα και τη θεαματικότητα, και όχι το αντίστροφο.

Ας αναλογιστούμε τώρα τους λόγους για τους οποίους οι ειδήσεις που διαβάζουμε, ακούμε ή βλέπουμε, ανταποκρίνονται ελάχιστα ή καθόλου στα παραπάνω κριτήρια.

Εφημερίδες:

Ιδιοκτησία: Οι εφημερίδες, ιδίως αυτές με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία, έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Φέρουν ιστορικούς τίτλους χωρίς να έχουν ιστορική συνέχεια, η σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου τους αλλάζει συχνά, οι ιδιοκτήτες τους δεν προέρχονται από το χώρο του τύπου, αλλά από τους χώρους των κατασκευών, των προμηθειών και, τελευταία, του εφοπλισμού και χρησιμοποιούν τα έντυπα τους, καλυμμένα ή απροκάλυπτα, σαν μέσο δελεασμού, εκβιασμού ή εκμαυλισμού της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και της πολιτικής, γενικότερα.

Τίτλοι ειδήσεων: Ενώ θα έπρεπε να προκαλούν το ενδιαφέρον και να ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της είδησης, συνήθως, το μόνο που επιδιώκουν είναι να κεντρίζουν την περιέργεια να κρύβουν την αλήθεια και να παραπλανούν, ενώ έχουν ελάχιστη ή καθόλου σχέση με το περιεχόμενο.

Περιεχόμενο ειδήσεων: Οι ειδήσεις που αναφέρονται στην δραστηριότητα της εκάστοτε κυβέρνησης σπάνια είναι αντικειμενικές. Όσες ασκούν αντιπολιτευτική πολιτική για θέματα που δεν απειλούν τα στενά επιχειρησιακά τους συμφέροντα, προβάλλουν τις πλευρές της είδησης που δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις για την κυβέρνηση, ενώ παραλείπουν ή διαστρέφουν αυτές που δημιουργούν θετικές εντυπώσεις. Όσων πάλι θίγονται τα στενά επιχειρησιακά τους συμφέροντα, μετά από κάποιες «προειδοποιητικές βολές» και εφ όσον δεν «συνετισθεί» το κυβερνητικό στέλεχος που εναντιώνεται σε αυτά, αρχίζουν ένα πόλεμο λάσπης, συκοφαντίας και διαβολής, εναντίον του αρχικά, και αν αυτό δεν αποδώσει, ο πόλεμος επεκτείνεται προς όλη την κυβερνητική παράταξη. Το δυστύχημα, βέβαια, είναι ότι υπάρχουν φορές που κυβερνητικά στελέχη «συνετίζονται».

Υπόλοιπη ύλη: Όλες έχουν αθλητικές και οικονομικές στήλες, επειδή αυτά ενδιαφέρουν μεγάλο μέρος των αναγνωστών τους, αλλά και επειδή οι ιδιοκτησίες τους, είτε ασχολούνται με το «άθλημα» της οικονομίας, είτε τα «οικονομάνε» από τον αθλητισμό. Κατά τα άλλα, έχουν, κατά καιρούς, διαφορετικές ομάδες κοινού σαν στόχο, π.χ. άλλες τους συντηρητικούς, άλλες τους προοδευτικούς, άλλες τους ανώριμους, άλλες τους φοβισμένους, άλλες τους καλλιεργημένους, άλλες του κυνηγούς, άλλες τους υποψιασμένους, άλλες τους ψωνισμένους, κ.ο.κ.

Προσφορές: Επειδή όμως, από τη μία πλευρά ο κόσμος τους έχει καταλάβει, ενώ από την άλλη, η τηλεόραση και το διαδίκτυο τους μειώνουν όλο και πιο πολύ το αναγνωστικό κοινό, καταφεύγουν στην προσφορά δώρων που λειτουργούν σαν κράχτες. Και, βέβαια, ενώ αυτό δεν αυξάνει δραματικά τον αριθμό των αναγνωστών τους (πολλοί κρατάνε τις προσφορές και πετάνε την εφημερίδα), αυξάνει την κυκλοφορία τους, άρα και τα έσοδα τους από διαφήμιση.

Ραδιόφωνο:

Το ιδιοκτησιακό τοπίο είναι, στους σταθμούς μεγάλης ακροαματικότητας, το ίδιο περίπου με αυτό των εφημερίδων μεγάλης αναγνωσιμότητας. Οι τίτλοι των ειδήσεων έχουν μεγαλύτερη σχέση με το περιεχόμενο τους από ότι στις εφημερίδες, επιδιώκουν όμως στον ίδιο βαθμό να παραπλανήσουν τους ακροατές τους και να κρύψουν την αλήθεια από αυτούς. Στους ραδιοφωνικούς σταθμούς επίσης, υπάρχει πιο συγκεκριμένη στόχευση ως προς το κοινό, με τους μουσικούς και τους αθλητικούς σταθμούς να καρπώνονται τη μερίδα του λέοντος. Επειδή εδώ κυριαρχεί ο ζωντανός προφορικός λόγος οι ακροατές γίνονται καθημερινά μάρτυρες της αγραμματοσύνης της πλειονότητας των εκφωνητών, των σχολιαστών, των δημοσιογράφων. Ακόμη, για να ελαττώσουν όσο περισσότερο γίνεται το κόστος λειτουργίας τους, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί χρησιμοποιούν κατά κόρον τις επαναλήψεις εκπομπών και τις «κονσέρβες μουσικής». Τέλος εφαρμόζουν και αυτοί το δέλεαρ των δώρων, κυρίως υπό τύπον κληρώσεων.

Τηλεόραση:

Ιδιοκτησία: Και εδώ, ισχύει ότι στις εφημερίδες και στο ραδιόφωνο, με τη διαφορά ότι η τηλεόραση, σαν μέσο που έχει τη δυνατότητα να μεταδίδει ειδήσεις από τον τόπο που συμβαίνουν, την ώρα που συμβαίνουν, έχει πολύ μεγαλύτερο κοινό από τον τύπο και το ραδιόφωνο. Αυτό το τελευταίο, δίνει τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών καναλιών να συμμετέχουν από καλύτερες θέσεις στο «παιχνίδι» του δελεασμού, εκβιασμού και εκμαυλισμού της εξουσίας και της πολιτικής.

Ειδήσεις: Τα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, ιδιαίτερα στα ιδιωτικά κανάλια με μεγάλη θεαματικότητα, έχουν χάσει κάθε μέτρο και αυτό δεν είναι τυχαίο. Όταν ένας σταθμός δεν κυνηγάει την είδηση, αλλά τους αριθμούς της AGB, για να εξασφαλίσει μεγαλύτερο κομμάτι από τη διαφημιστική πίττα και όταν λειτουργεί με κύριο στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιοκτητών του, είναι, περίπου, νομοτελειακό να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα στοιχεία εκείνα που κινούν την περιέργεια, χωρίς να προβληματίζουν, που αναδεικνύουν την κλειδαρότρυπα αλλά όχι το κλειδί, που δίνουν τις απαντήσεις που θέλουν οι ιδιοκτήτες, χωρίς να πολυνοιάζονται αν ταιριάζουν στα ερωτήματα που τέθηκαν. Ακόμη και σε επίπεδο συμβολισμών, τα μετα(παρα)μορφωμένα από τις πλαστικές επεμβάσεις πρόσωπα των τηλεπαρουσιαστριών και η αμφίεση (κοστούμι από τη μέση και πάνω, που φαίνονται, και τζηνς με αθλητικά παπούτσια από τη μέση και κάτω, που δεν φαίνονται) των τηλεπαρουσιαστών, προδιαθέτουν τον τηλεθεατή για την παραμόρφωση και την εξαπάτηση που τον περιμένει. Η τηλεόραση όμως, πέρα από τη δυνατότητα μετάδοσης των ειδήσεων σε πραγματικό χρόνο, έχει την πρόσθετη δυνατότητα να φέρνει τα πρόσωπα που ενδιαφέρουν την κοινή γνώμη στα σαλόνια των τηλεθεατών και να τα θέτει στην κρίση τους με όρους όμως που επιλέγει αυτή. Με το σύστημα των «τηλεμαχιών», πολλά δελτία ειδήσεων μετατρέπονται σε φόρα διαλόγου κωφών, με τον παρουσιαστή σε ένα ρόλο, πολύ συχνά, αντίστοιχο του ρόλου του «πουλημένου διαιτητή» σε ένα στημένο ματς ή του «πολιτικού προβοκάτορα» σε μία στημένη αντιπαράθεση ή, τέλος, του «ανακριτή, εισαγγελέα και δικαστή» σε μία δίκη της οποίας η απόφαση έχει βγει, πριν καν ξεκινήσει. Αυτά τα δελτία είναι συνήθως μονοθεματικά γιατί στοιχίζουν φθηνότερα, βομβαρδίζουν αποτελεσματικότερα τον τηλεθεατή, και περνάνε ευκολότερα, μιας και είναι το μοναδικό, το μήνυμα που θέλει το κανάλι. Θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μην αναφερθεί ότι στα δελτία ειδήσεων «παίζονται» μόνον οι δυσάρεστες ειδήσεις, λες και θα ήταν κακούργημα να γελάσει λιγάκι το χειλάκι μας.

Υπόλοιπο πρόγραμμα: Το υπόλοιπο πρόγραμμα εξυπηρετεί δύο στόχους: Χαμηλό κόστος και διαμόρφωση στον τηλεθεατή αντιλήψεων όπως, ότι η ευτυχία εξαρτάται από την κατανάλωση, άρα, είναι θέμα χρημάτων (σήριαλς και εκπομπές lifestyle), ότι υπάρχουν πάντα κάποιοι που είναι σε χειρότερη θέση από εμάς (ειδήσεις και επιλεγμένα ντοκυμαντέρ), ότι πίσω σχεδόν από κάθε τι υπάρχει μία παγκόσμια συνωμοσία έξω από τη γνώση και τον έλεγχο μας (ειδήσεις και εκπομπές από ανθρώπους μειωμένων επαγγελματικών προσόντων και χαμηλού δείκτη νοημοσύνης). Έτσι, ο τηλεθεατής πηγαίνει κάθε βράδυ για ύπνο, λειψά και άσχημα ενημερωμένος, στενοχωρημένος γιατί δεν έχει τα χρήματα που έχουν οι ήρωες του, χαρούμενος που δεν ζει κάτω από τις άθλιες συνθήκες των ειδήσεων και των ντοκυμαντέρ που μόλις παρακολούθησε και ψυχοπλακωμένος γιατί όλοι συνωμοτούν εναντίον του. Το επόμενο πρωί που ξυπνάει δεν είναι ένας ενεργός πολίτης, έτοιμος να δώσει τη μάχη του για μία καλύτερη ζωή, είναι μία μπάλα ζυμάρι διαθέσιμη για πλάσιμο από τον κάθε λογής επιτήδειο «φούρναρη ψυχών». Και επειδή όλα τα προηγούμενα δημιουργούν άγχος, κατάθλιψη και αρνητικές συμπεριφορές, έχει προβλεφτεί και το απόλυτο μέσο μαζικής εκτόνωσης: Οι αθλητικές εκπομπές, το μαζικό αγχολυτικό, το απόλυτο ηρεμιστικό, το λεξοτανίλ του λαού.

Κρατικά Μ.Μ.Ε.

Δεν μπορούν να μπουν σε σύγκριση με τα ιδιωτικά Μ.Μ.Ε. για πολλούς λόγους. Αν ξαναδούμε όμως τα στοιχεία που συμβάλλουν στην ποιότητα της ενημέρωσης, θα διαπιστώσουμε ότι υπερέχουν σαφώς των ιδιωτικών, ανεξάρτητα από τυχόν παρεμβάσεις της οποιασδήποτε κυβέρνησης στη λειτουργία τους. Άλλωστε οι κυβερνήσεις, αν και όταν παρεμβαίνουν, επηρεάζουν, κυρίως, την αντικειμενικότητα των ειδήσεων, αλλά ποιος βάζει το χέρι του στη φωτιά ότι οι ειδήσεις στα ιδιωτικά Μ.Μ.Ε. είναι αντικειμενικές;(Είναι όμως λυπηρό, η κρατική ραδιοτηλεόραση, που υπερέχει τόσο πολύ των ιδιωτικών Μ.Μ.Ε. σε αλήθεια, σφαιρικότητα, νηφαλιότητα, ύφος, σεβασμό, ποικιλία, γλώσσα και δεοντολογία να μην είναι σε θέση, με τόσες χιλιάδες άτομα προσωπικό, να επιτύχει μία σύνδεση με ένα εξωτερικό συνεργείο με την πρώτη)

Διαδίκτυο

Γενικά: Το διαδίκτυο είναι ένα σχετικά σύγχρονο μέσο ενημέρωσης, ψυχαγωγίας, μόρφωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Ενώ είναι γνωστή η ύπαρξη του για πάνω από σαράντα χρόνια, η χρήση του αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, αλλά το διαδίκτυο μπήκε, κυριολεκτικά, σχεδόν σε κάθε σπίτι κατά την τελευταία δεκαετία, όταν η τιμή, οι δυνατότητες και η φιλική προς τον άνθρωπο χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τους έκαναν προσιτούς στο ευρύ κοινό και ιδιαίτερα στους νέους.
Το διαδίκτυο, έχει δύο βασικά πλεονεκτήματα: Είναι πολύ διασπαρμένο, τεχνολογικά, χωρικά και θεματικά για να ελεγχθεί και να ποδηγετηθεί, ενώ, ταυτόχρονα, είναι πολύ γρήγορα εξελισσόμενο για να μπορέσουν να το παρακολουθήσουν, όχι σαν τεχνολογία, αλλά σαν αντίληψη και σαν μέσο έκφρασης, οι φυσικοί αντίπαλοι του, οι παλαιότερες γενιές.
Μία από τις πρώτες, μεταφορικές, ονομασίες που δόθηκαν στο διαδίκτυο ήταν «παγκόσμιο χωριό». Τυχαίο; Δεν νομίζω. Ας δούμε από λίγο πιο κοντά το καφενείο ενός χωριού. Δεν είναι μόνο χώρος κοινωνικής συναναστροφής, είναι και πολλά άλλα μαζί. Είναι χώρος ενημέρωσης (ειδήσεις, πληροφορίες, φήμες, κουτσομπολιά κλπ), ψυχαγωγίας (πρέφα, τάβλι, παρακολούθηση αθλητικών συναντήσεων κλπ), μόρφωσης (ανταλλαγή πληροφοριών για φυτοφάρμακα, ζωοτροφές, μετεωρολογία κλπ) και κοινωνικής δικτύωσης (γεννήσεις, θάνατοι, προξενιά, γάμοι, κλπ).Έχει πολλές ομοιότητες με ένα «προφορικό διαδίκτυο». Όλοι μπορούν να στέλνουν μηνύματα, όλοι να παίρνουν, ο καθένας με το ύφος, την παιδεία, την αξιοπιστία και τις πηγές που διαθέτει, όλοι να τυχαίνουν μερικές στιγμές της προσοχής των άλλων, όλοι να φεύγουν ικανοποιημένοι και, επιπλέον, στο καφενείο του χωριού υπάρχει το τσάι του βουνού με μέλι και το τσίπουρο με στραγάλια.

Ένα νέο Μ.Μ.Ε.: Το διαδίκτυο, προβάλλει πια σαν σοβαρός ανταγωνιστής των άλλων Μ.Μ.Ε., πολλοί μάλιστα εκτιμούν ότι σε λίγα χρόνια, τα έντυπα, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση θα έχουν ένα μικρό, συμπληρωματικό, μερίδιο και ρόλο στην ενημέρωση. Με το διαδίκτυο, η ενημέρωση δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια, δεν θα είναι ποτέ πια σαν το δίσκο με τα φαγητά στην τουριστική θέση του αεροπλάνου. Ο καθένας θα μπορεί να διαλέγει το φαγητό που θέλει, για να φάει ή να σερβίρει σε άλλους να φάνε, σε ένα παγκόσμιο εστιατόριο, όπου όλοι είναι ιδιοκτήτες και, ταυτόχρονα, πελάτες .Σαν κάθε τι καινούργιο, το διαδίκτυο αντιμετωπίζεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους μεταχείρισης. Από επιφύλαξη μέχρι λατρεία, από σεβασμό μέχρι δόλια χρήση, από πέννα για γραφή μέχρι καλάμι για καβάλημα, από μέσο περιπλάνησης μέχρι όχημα αποπλάνησης. Η ανωνυμία που προσφέρει, σπάνια χρησιμοποιείται σαν πέπλος σεμνότητας, ενώ τις πιο πολλές φορές είναι βήμα προβολής ψεύδους, υπερβολής, χυδαιότητας. Αυτό βέβαια προσφέρει ένα μόνιμο επιχείρημα στους επικριτές του διαδικτύου για να το αμφισβητήσουν σαν έγκυρο και αξιόπιστο μέσο ενημέρωσης, γιατί αυτοί ξεχνούν, ή κάνουν πως ξεχνούν, ότι, αν εξαιρέσει κανείς την, πολλές φορές, φτωχή, άκοσμη και δυσνόητη γραφή των ανωνυμογράφων, τα ψεύδη, οι υπερβολές και οι χυδαιότητες των ωχριούν, στην κυριολεξία, μπροστά στα αντίστοιχα καλοδιατυπωμένα, κόσμια και σοβαροφανή ψεύδη, υπερβολές και χυδαιότητες πολλών αστέρων της έντυπης, ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής ενημέρωσης. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε λιθοβολισμό, έτσι και στο λιθοβολισμό του διαδικτύου, όσο πιο αμαρτωλοί οι λιθοβολούντες, τόσο πιο μεγάλους λίθους ρίχνουν.

Οδικός χάρτης: Πώς, λοιπόν, «επιβιώνει» κανείς στο διαδίκτυο; Ειλικρινά δεν ξέρω. Μπορώ όμως να πω τι κάνω εγώ και να παρακαλέσω άλλους, νεότερους και εμπειρότερους από μένα, να με βοηθήσουν να κάνω ακόμη περισσότερα , ώστε, όταν κλείνω τη μηχανή αναζήτησης να έχω την βεβαιότητα ότι δεν κορο
όιδεψα ή κοροϊδεύτηκα, δεν παγίδεψα ή παγιδεύτηκα, δεν παραμύθιασα ή παραμυθιάστηκα. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

-Προσπαθώ να ξεχωρίσω τις ειδήσεις που μου κινούν το ενδιαφέρον, από αυτές που μου κινούν την περιέργεια, να διαβάσω τις πρώτες, να απορρίψω τις δεύτερες.
-Αν έχω κάποια είδηση, μήνυμα ή ιδέα, την επικοινωνώ, χωρίς να με απογοητεύει η ιδέα ότι το «κοινό μου» είναι μικρό, μια και κανένα κοινό δεν είναι ασήμαντο.
-Δεν περιορίζομαι σε μία μόνο πηγή ειδήσεων, ακόμη και αν «την πάω» γιατί η πηγή αυτή, αργά ή γρήγορα «θα με στείλει». (οι πηγές βέβαια δεν μας απογοητεύουν επειδή είναι μοναδικές, αλλά επειδή εμείς δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι την πατήσαμε).
-Παίρνω τις πληροφορίες μου από διαφορετικές πηγές, έστω και αν γνωρίζω ότι κάποιες από αυτές εκπροσωπούν συγκεκριμένα συμφέροντα.
-Ψάχνω με επιμονή να αλιεύσω και «καλές» ειδήσεις, ειδήσεις που αναδεικνύουν τις θετικές πλευρές των ανθρώπων, την ανθρώπινη όψη της κοινωνίας. Είναι εκπληκτικό το πόσες καλές ειδήσεις υπάρχουν.
-Σχολιάζω αυτά που με δυσαρεστούν, αλλά και αυτά που με ευχαριστούν.
-Οτιδήποτε καινούργιο παρουσιάζεται σαν «τέλειο», «απόλυτο» ή «πανάκεια» μου κινεί την υποψία. Οτιδήποτε καινούργιο δεν είναι ώριμο και οτιδήποτε ανώριμο δεν μπορεί να είναι τέλειο.
-Προσπαθώ να χειρίζομαι τη γλώσσα όσο πιο σωστά μπορώ, ακόμη κι αν αυτό μου παίρνει περισσότερο χρόνο. Αν είναι να διασωθεί και να σωθεί η γλώσσα μας, αυτό θα γίνει από τους πολλούς ανώνυμους και όχι από τους λίγους, επώνυμους, άρχοντες των δελτίων.
Ίσως, ασυνείδητα, να κάνω και άλλα, ίσως όχι. Ένα είναι σίγουρο, αυτά που δεν κάνω είναι περισσότερα από αυτά που κάνω, αλλά ψάχνοντας συνεχώς, όλο και κάτι βρίσκω. Το διαδίκτυο είναι ένα νέο ταξίδι, μακρύ, συναρπαστικό, αισιόδοξο. Ας το κάνουμε και ευχάριστο, αποτελεσματικό και ωφέλιμο. Είναι στο χέρι μας.