Τον τελευταίο μήνα έλαβα από τρεις φίλους μου, αγαπητούς και σοβαρούς, ένα e-mail με το ίδιο περιεχόμενο: Ένα posting από κάποιον ο οποίος, με αφορμή την αγορά ενός μικροέπιπλου από κατάστημα της πολυεθνικής εταιρείας ειδών οικιακού εξοπλισμού ΙΚΕΑ, μέσα από μία σειρά συλλογισμών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ΙΚΕΑ εκμεταλλεύεται εμάς τους Έλληνες, αφού τα ίδια είδη τα πουλάει φθηνότερα σε άλλες χώρες, και τελειώνει με μία προτροπή για μποϋκοτάζ του συγκεκριμένου καταστήματος.
Επειδή, κατά καιρούς, έχουν γραφτεί τα ίδια για τα προϊόντα των πολυεθνικών εταιρειών CARREFOUR, LIDL, ίσως και άλλων, και επειδή, κάθε φορά που ανακαλύπτουμε ότι κάποιοι άλλοι φταίνε για τα λάθη και τα πάθη μας, στενοχωριέμαι για την έλλειψη αυτογνωσίας που μας διακρίνει σαν κοινωνία, παραθέτω παρακάτω το κείμενο που του e-mail μαζί με μερικές σκέψεις μου. Το ερώτημά μου είναι: Σε περιπτώσεις σαν και αυτή, πόσο φταίνε, η ΙΚΕΑ και οι άλλες πολυεθνικές;
Το κείμενο του e-mail:
«Μποϋκοτάζ στα IKEA!
Μέσα στη κρίση και στα σενάρια πτωχεύουμε δεν πτωχεύουμε, κάποιοι κερδοσκοπούν σε βάρος μας και κερδοσκοπούν αισχρά!
Δεν μιλάω για μονάδες spread των ελληνικών 10ετών ομολόγων, αλλά για την καθημερινότητα μας!
Πρόσφατα πήγα να αγοράσω ένα επιπλάκι από την πολυεθνική IKEA. Είχα αγοράσει ήδη ένα πριν κανα χρόνο και πήγα να αγοράσω και ένα δεύτερο. Θυμόμουν ότι το είχα αγοράσει 49 ευρώ. Όταν πήγα να πάρω το δεύτερο η τιμή του ήταν 79 ευρώ!
Δηλαδή 61% ακριβότερα!
Τρελάθηκα! Δεν ήταν τα 30 ευρώ που με τρέλαναν αλλά αυτό το 61%!
Σκέφτηκα μεσα σε περίοδο παγκόσμιας κρίσης αυτοί ανεβάζουν τις τιμές τους; Περίεργο!
Μπήκα λοιπόν στα sites της IKEA σε όλη την Ευρώπη και τι διαπίστωσα;
Οι τιμές ναι μεν αυξήθηκαν... ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!
Δεν φτάνει που έχουμε από τους ποιο χαμηλούς μισθούς στην Ευρώπη, έχουμε και τις πολυεθνικές (και όχι μόνο) να μας δουλεύουν...
Λοιπόν για να μην λέτε ότι σας λέω χαζομάρες, έκανα μια μικρή δειγματοληπτική έρευνα σε προϊόντα μαζικής κατανάλωσης της εν λόγω εταιρείας:
Τα συμπεράσματα δικά σας...
Τραπεζάκι LACK (200.114.13)
http://www.ikea.com/PIAimages/57544_PE163126_S2.jpg
Ελλάδα: Άσπρο: 9,95€ Καρυδιά/Σημύδα: 15,00€ (κατάλογος 2010 σελ. 66)
Γαλλία : 4,95€
(Σε μας από 200% - 300% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/fr/fr/catalog/products/80104268)
Ιταλία: 7.99€
(Σε μας από 25% - 50% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/it/it/catalog/products/80104268)
Ιρλανδία: Άσπρο: 5,99€ Καρυδιά/Σημύδα: 8,99€
(Σε μας από 66% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/ie/en/catalog/products/20011413)
(http://www.ikea.com/ie/en/catalog/products/80104268)
Ισπανία: Όλα 4,99€
(Σε μας από 200% - 300% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/es/es/search/?query=lack)
Πορτογαλία: Όλα 4,99€
(Σε μας από 200% - 300% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/pt/pt/search/?query=lack)
Γερμανία: Άσπρο 7,99€ Καρυδιά/Σημύδα: 9,99€
(Σε μας από 25% - 50% ακριβότερα!)
(http://www.ikea..com/de/de/catalog/products/20011413)
(http://www.ikea.com/de/de/catalog/products/80104268)
Καναπές διθέσιος KLIPPAN (180χ88) κάλυμμα Lappmon
http://www.ikea.com/PIAimages/0092326_PE228635_S2.JPG
Ελλάδα : 235,00€
(κατάλογος 2010 σελ. 18)
Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία : 199,00€
(Σε μας 18% ακριβότερα)
(http://www.ikea.com/fr/fr/catalog/products/S89848387)
Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία : 189,00€
(Σε μας 24% ακριβότερα)
(http://www.ikea.com/pt/pt/catalog/products/S89848387)
Έπιπλο Τηλεόρασης Mavas
http://www.ikea.com/PIAimages/0092984_PE229814_S2.JPG
Ελλάδα : 79,00€ (κατάλογος 2010 σελ. 75)
Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία : 69,00-69.90€
(Σε μας 14% ακριβότερα)
(http://www.ikea.com/fr/fr/catalog/products/40140635)
Ιρλανδία: 59,00€
(Σε μας 33% ακριβότερα)
(http://www.ikea.com/ie/en/catalog/products/40140635)
Ραφιέρα EXPEDIT 59x39 Λευκή
http://www.ikea.com/PIAimages/0086572_PE215405_S2..JPG
Ελλάδα : 45,00€
(κατάλογος 2010 σελ. 81)
Γαλλία, Πορτογαλία, Ισπανία: 19,95€
(Σε μας 225% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/fr/fr/catalog/products/20135300)
Συρταριέρα MALM (300.539.21)
http://www.ikea.com/PIAimages/22499_PE107374_S2.jpg
Ελλάδα: 79,00€
(κατάλογος 2010 σελ. 157)
Γαλλία, Ιταλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία : 59,00€
(Σε μας 33% ακριβότερα!)
(http://www.ikea.com/fr/fr/catalog/products/30053921)
Όλες οι τιμές που σας παραθέτω έχουν και τα αντίστοιχα links στα sites των άλλων χωρών για να μην πείτε ότι είμαι υπερβολική!
Και θέτω τα εξής ερωτήματα:
1. Είναι προφανές ότι υπάρχουν διαφορετικοί τιμοκατάλογοι και εμείς είμαστε στον πιο ακριβό τουλάχιστον για την Ευρώπη γιατί; Μήπως γιατί έχουμε τα υψηλότερα εισοδήματα; Μήπως μας περισσεύουν; Γιατί οι τιμές που αγοράζουμε είναι ίδιες με αυτές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ναι εκεί το τραπεζάκι κάνει 49ΑΕΔ = 9,5 ευρώ αν και λίγο φτηνότερο) μιας από τις πλουσιότερες χώρες στον κόσμο; (Στην Αμερική κάνει 7,99$ = 5,65 ευρώ - είναι φτωχοί αυτοί....)
2. Τι τους κάνει να πιστεύουν ότι είμαστε τόσο κορόιδα, ώστε να μας πουλάνε τα ίδια πράγματα 2 και 3 φορές ακριβότερα; Νομίζουν ότι πουλάνε χάντρες στους ιθαγενείς;
3. Τι μπορούμε να κάνουμε ως καταναλωτές; Μπορούμε να σταματήσουμε να ψωνίζουμε από δαύτους κανά τρίμηνο να "στρώσουν χαρακτήρα"; Μπορούμε να τους στείλουμε καμιά 1.000xxx emails διαμαρτυρίας; Να γράψουμε ένα email και να το στείλουμε σε όλους τους γνωστούς μας, απλά για να μάθουν τι θα πει σας "πουλάμε ακόμα φτηνότερα";
Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα μου την δίνει αφάνταστα να με περνάνε για κορόιδο, αλλά όλα με περνάνε για ΤΟΟΟΟΣΟ κορόιδα δεν ξέρω καν πως να αντιδράσω!
ΜΠΟΫΚΟΤΑΖ ΤΩΡΑ!!!!!!»
Και τώρα τα δικά μου:
1.-Η ΙΚΕΑ είναι μία πολυεθνική πολυμετοχική εταιρεία. Στους μετόχους της μπορεί να περιλαμβάνονται επενδυτικοί όμιλοι, επιχειρηματίες και τράπεζες, αλλά και ασφαλιστικά ταμεία και απλοί πολίτες. Όλοι αυτοί έχουν επενδύσει τα χρήματά τους για να αποκομίσουν κάποιο κέρδος.
2.-Υποθέτω ότι η ΙΚΕΑ, πέρα από την παγκόσμια στρατηγική της, θα αναπτύσσει και μία επί μέρους στρατηγική για κάθε χώρα που δραστηριοποιείται και ότι στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, θα υπάρχει και μία πολιτική τιμών. Μου φαίνεται λογικό να προσπαθεί να έχει τιμές ελκυστικά φθηνότερες σε προϊόντα υψηλότερης αισθητικής και αξιοπιστίας από τα αντίστοιχα αυτής της χώρας. Αυτό άλλωστε αρκεί στον καταναλωτή ο οποίος με αυτά τα κριτήρια επιλέγει και κανένας καταναλωτής δεν θα ταξιδέψει στην Αμερική την Ιρλανδία ή το Ντουμπάι για να αγοράσει μία συρταριέρα, μία ραφιέρα, ένα έπιπλο τηλεόρασης, ή ένα τραπεζάκι.
3.-Η ΙΚΕΑ γνωρίζει τις δυνατές επιλογές του καταναλωτή της κάθε χώρας, στην περίπτωσή μας του Έλληνα καταναλωτή ο οποίος για να βρει ένα ελληνικό προϊόν αντίστοιχης ποιότητας και αξιοπιστίας, θα πρέπει:
• να το πληρώσει, αρκετά ως πολύ, ακριβότερα
• να παρακαλέσει για να πάρει απόδειξη, η οποία τις πιο πολλές φορές δεν αναγράφει τι αγόρασε, ούτε και κάποιο κωδικό που να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο προϊόν, με συγκεκριμένες προδιαγραφές, για τις οποίες είναι υπεύθυνο το κατάστημα πώλησης
• να στηθεί μερικές φορές για να το παραλάβει στο σπίτι του, αν δεν μπορεί να το μεταφέρει ο ίδιος, επειδή οι χρόνοι παράδοσης δεν τηρούνται με ακρίβεια
• να καταλάβει, συνήθως όταν είναι πλέον αργά, ότι «άλλο του δείξανε κι άλλο του δώσανε»
4.-Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, τα μεν ελληνικά προϊόντα δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικά με αυτά της ΙΚΕΑ και αυτό αρκεί την ΙΚΕΑ. Το ίδιο κάνουν, σίγουρα και οι λίγες, δυστυχώς, επιτυχημένες ελληνικές εταιρείες που έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό. (Έχει, άραγε, ερευνήσει κανείς πόσο πιο φθηνά, από όσο στην Ελλάδα, πωλούνται ελληνικά γαλακτοκομικά ή τυποποιημένα γεωργικά προϊόντα σε αγορές του εξωτερικού; Γι αυτά, γιατί δεν ενοχλούμεθα;)
5.-Το ίδιο βέβαια ισχύει και για όλες τις άλλες πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Όσο οι αντίστοιχες ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν ακριβότερα και κατώτερης ποιότητας προϊόντα κανένα μποϋκοτάζ δεν θα έχει επιτυχία, και γιατί να έχει; Για να γίνουν ακόμα πιο ακριβά, ακόμη πιο κακά; ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ!!!
Υ.Γ. Είμαι έτοιμος να συμφωνήσω σε μία κριτική για ποιότητα και τιμές στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από όλες τις εταιρείες ντόπιες και ξένες, στα πλαίσια όμως της προστασίας, και όχι του παραμυθιάσματος του καταναλωτή.
Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ, ΧΘΕΣ, ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ
Πολλές φορές, όσοι από εμάς τους μεγαλύτερους, που ζήσαμε και γεράσαμε στο λεκανοπέδιο, μιλάμε με τα παιδιά και τα εγγόνια μας, διαπιστώνουμε ότι η έννοια που δίνουμε σε πολλές λέξεις είναι εντελώς ξένη προς τις δικές τους εμπειρίες και παραστάσεις. Και όταν προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε τι εννοούμε, τα πράγματα γίνονται δύσκολα, γιατί καταλήγουμε να παινεύουμε αυτά που εμείς, η δική μας γενιά, αλλοιώσαμε, καταργήσαμε ή εξαφανίσαμε. Αυτό συμβαίνει κυρίως με τις έννοιες που περιγράφουν τη δομή, τη λειτουργία και τις συνήθειες της κοινωνίας των παιδικών χρόνων και της νεότητάς μας, αλλά όχι μόνο.
Αφορμή για τα παραπάνω πήρα από μία συζήτηση που είχα με ένα νέο που μετακόμισε από την Αθήνα σε προάστιο, για τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσε τον τόπο της καινούργιας του κατοικίας. Απόσταση από το σταθμό του μετρό, απόσταση από το σούπερ-μάρκετ, απόσταση από το σχολείο των παιδιών του, απόσταση από το πρακτορείο του ΟΠΑΠ, απόσταση από το νοσοκομείο, απόσταση από την εκκλησία, λες κι ήταν με μία κορδέλα στο χέρι και μετρούσε αποστάσεις.
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα.
Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, που έφυγα για λίγα χρόνια από την Ελλάδα, μία γειτονιά δεν προσδιοριζόταν από τα χωροταξικά της όρια, τις αποστάσεις από κάποιες βασικές υποδομές και την ευκολία πρόσβασης προς αυτές. Προσδιοριζόταν, κύρια, από την κοινωνική της σύνθεση και συνοχή, από τη γεωγραφική προέλευση των κατοίκων της, τις πολιτισμικές τους ρίζες, την οικονομική τους επιφάνεια.
Το έφερε η τύχη να ζήσω σε δύο γειτονιές με πολλά διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά και με ακόμα περισσότερες ουσιαστικές ομοιότητες.
Από τη γέννησή μου μέχρι τα έντεκα μου χρόνια, έζησα σε μία περιοχή της Αθήνας που τότε την έλεγαν Παλαιά Σκοποβολή. Ήταν, για να σας δώσω να καταλάβετε, στο νοητό τρίγωνο που σχηματίζεται από τις οδούς Βασιλέως Κωνσταντίνου (στο ύψος της Εθνικής Πινακοθήκης), Βασιλέως Αλεξάνδρου (στο ύψος του Κάραβελ) και Βασιλέως Γεωργίου του Β! (στο ύψος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών). Ήταν, με λίγα λόγια, το «τριεθνές» Καισαριανής, Ιλισίων, Παγκρατίου. Ήταν σχετικά κοντά στο Λυκαβηττό, το Στάδιο, το Βασιλικό τότε, σήμερα Εθνικό, κήπο, την ίλη του ιππικού, το Παλάτι τότε, σήμερα Προεδρικό μέγαρο. Ζούσαν σε αυτή την γειτονιά, υπάλληλοι, εργάτες, έμποροι, στρατιωτικοί, επαγγελματίες, επιστήμονες. Τα σπίτια διώροφα, άντε τριώροφα, με μικρές αυλές στο πίσω μέρος τους.
Από τα έντεκά μου χρόνια μέχρι που έκλεισα τα δεκαεννέα, έζησα στον Περισσό, στο συνοικισμό εργατικών κατοικιών Κιρκίνη, κοντά στο γήπεδο του Απόλλωνα, τον κήπο του Προμπονά, τα εργοστάσια της Ελληνικής Εριουργίας και το ρέμα του Ποδονύφτη. Ήταν ένα συγκρότημα αρκετών δεκάδων ομοιόμορφων κατοικιών, κτισμένων σε οικοδομικά τετράγωνα ανά δέκα, που είχαν παραχωρηθεί με συμβολικό ενοίκιο σε οικογένειες εργαζομένων στις επιχειρήσεις του Μποδοσάκη. Σπιτάκια με πέτρινους τοίχους και κεραμοσκεπή, δύο δωμάτια, ένα χωλ και μία μικρή κουζίνα, που τα συμπλήρωνε ένας κήπος στο πίσω μέρος τους. Ζούσαν εκεί εργάτες, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία οι πιο πολλοί, με νωπές ακόμη εκείνα τα χρόνια τις μνήμες του ξεριζωμού και των χαμένων πατρίδων.
Γειτονιές, καθώς καταλαβαίνετε, πολύ διαφορετικές, στα εξωτερικά, τουλάχιστον, χαρακτηριστικά τους. Στην ουσία όμως, στην κοινωνική τους διάσταση, ήταν σχεδόν όμοιες.
Πρώτα απ’ όλα, και οι δύο γειτονιές ήταν ο κύριος κοινωνικός χώρος των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Όλοι, λίγο-πολύ, γνωρίζονταν μεταξύ τους, κάποιοι είχαν στην ίδια γειτονιά και συγγενείς ή συντοπίτες τους και μέσα από το κουτσομπολιό, το τουίτερ της εποχής, γνώριζαν και ο καθένας τα των άλλων. Επίσης, μέσα στα όρια της γειτονιάς τους, ένοιωθαν σιγουριά γιατί ήξεραν ότι οι άνθρωποι εκεί, ακόμα και όταν δεν γνώριζαν πολύ καλά ο ένας τον άλλον, ήξεραν όμως ο ένας για τον άλλον. Έτσι, για τους καλούς υπήρχε ο σεβασμός, αλλά και για τους άλλους η κατανόηση και, αν δεν την άξιζαν κι αυτήν, υπήρχε η ανοχή. Σε εκείνα μάλιστα τα ταραγμένα πρώτα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια, που ήταν πολλά τα θύματα των πολιτικών παθών και από τις δύο πλευρές, και στις δύο γειτονιές που έζησα, κανένας δεν κυνηγήθηκε ή ταλαιπωρήθηκε από κάρφωμα γείτονα.
Και στις δύο αυτές γειτονιές, ο καθένας καταλάβαινε ότι οι γείτονές του δεν αδιαφορούσαν γι αυτόν, ιδιαίτερα αν τον έβρισκε κάποια δυσκολία ή ατυχία. Όταν, θυμάμαι, στη μία γειτονιά, ένα φορτηγό έπεσε πάνω στον κυρ Ηράκλη τον καρβουνιάρη, του σκότωσε το γάιδαρο και του τσάκισε το κάρο, όλοι σχεδόν οι γείτονες πήγανε κι αγοράσανε κάρβουνα και δαδί, κι ας ήταν καλοκαίρι κι ας μην είχαν πια οι περισσότεροι μαγκάλια και φουφούδες. Κι όταν στην άλλη, μια μπάλα μπαμπακιού έπεσε και πλάκωσε στο εργοστάσιο την κυρά Ζηνοβία, εργάτρια στο μεταξουργείο, ώσπου να σταθεί πάλι στα πόδια της και να μπορέσει να μαγειρέψει, οι γειτόνισσες δεν άφησαν νηστικούς, ούτε αυτήν ούτε τα παιδιά της.( Και να φανταστεί κανείς ότι η κυρά Ζηνοβία έκανε την πιο αντιπαθητική δουλειά στο εργοστάσιο, αυτή της ψάχτρας. Στο σκόλασμα της βάρδιας καθόταν στην έξοδο και έψαχνε τις άλλες εργάτριες μήπως είχαν πάρει κανένα μασούρι νήμα ή κανένα ρετάλι πανί).
Τέλος, εμείς τα παιδιά, είχαμε από δύο γονείς το καθένα, αλλά, ταυτόχρονα, είχαμε και για κηδεμόνες όλους τους γείτονες και τις γειτόνισσες. Οι συμβουλές, οι νουθεσίες και οι επιπλήξεις τους πέφτανε βροχή, το ίδιο και οι αναφορές τους προς τους γονείς μας. Είμαστε μικροί τότε κι αυτό το στενό μαρκάρισμα μας στενοχωρούσε, αργότερα όμως κατάλαβα και εκτίμησα αυτή τη συμπεριφορά της μικρής μας κοινωνίας που λειτουργούσε σαν δίχτυ προστασίας για τα παιδιά της, αλλά, ταυτόχρονα, και σαν μηχανισμός διαμόρφωσης μίας πιο ενιαίας συμπεριφοράς και, άρα, πιο αρμονικής συμβίωσης.
Και στις δύο γειτονιές υπήρχε πραγματική ζωή. Αυτά που σήμερα συμβαίνουν δίπλα μας και δεν τα παίρνουμε χαμπάρι, ήταν τότε σημαντικά για όλους τους γείτονες, ανεξάρτητα από το βαθμό συμμετοχής ή εμπλοκής των. Γεννήσεις, βαφτίσια, αρραβώνες, γάμοι, χωρισμοί, κηδείες, στράτευση, μετανάστευση, αγορά ηλεκτρικού ψυγείου, ραδιόφωνου ή πικάπ, για να απαριθμήσω μερικά, ήταν γεγονότα σημαντικά για τη γειτονιά γιατί σήμαιναν αλλαγές που επηρέαζαν την οικογενειακή κατάσταση, την οικονομική τάξη και το κοινωνικό στάτους των γειτόνων. Για άλλα από αυτά χαιρόμαστε, για άλλα πάλι λυπόμαστε, όλα όμως μας ενδιέφεραν. Εμείς μάλιστα, τα παιδιά, μέσα στο δίχτυ προστασίας που προανέφερα και μέσα από αυτές τις εμπειρίες ωριμάζαμε.
Πέρασαν όμως τα χρόνια και με την αλόγιστη οικοδόμηση των πολυκατοικιών, οι γειτονιές, από οριζόντιες έγιναν κάθετες. Τι να πεις στην είσοδο της πολυκατοικίας, τι να σχολιάσεις στο ασανσέρ. Πώς να χαιρετίσεις τον γείτονά σου όταν τον έχεις από πάνω σου ή από κάτω σου και όχι δίπλα ή απέναντί σου, εκτός κι αν μένετε στον ίδιο όροφο. Στις γειτονιές των πολυκατοικιών, το μόνο κοινό που έχουν οι γείτονες μεταξύ τους είναι τα κοινόχρηστα, η συνακρόαση της τηλεόρασης τα καλοκαίρια και ο φόβος όταν περνάει από την πόλη ο Εγκέλαδος.
Τα τελευταία χρόνια αναπτύχτηκαν οι τηλεπικοινωνίες και έκανε την εμφάνισή του το διαδίκτυο. Οι μεγαλύτεροι, κουβαλώντας ακόμα μέσα τους μνήμες γειτονιάς, προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να αναβιώσουν αυτά που χάθηκαν σε τόπους που άλλαξαν, σε καιρούς που δεν περισσεύει ο χρόνος, με ανθρώπους που τους έφερε κοντά η αντιπαροχή, το στεγαστικό δάνειο, ή η προίκα. Δεν καταφέρνουν και πολλά πράγματα, γι αυτό και καταφεύγουν στην τηλεπικοινωνιακή αυλή, να απλώσουν τις μπουγάδες τους στα τηλεφωνικά σύρματα. Με το τηλέφωνο, σταθερό ή κινητό, διαρκώς στο χέρι, γυρεύουν «γείτονες» μέσα από τα καλώδια, μέσα από τους αναμεταδότες, μέσα από τους δορυφόρους. Να μιλήσουν, να επικοινωνήσουν, να φουσκώσουν κάπως αυτά που τους κάνουν περήφανους, να κουκουλώσουν κάπως αυτά που τους κάνουν να ντρέπονται, να αισθανθούν, βρε αδερφέ, ότι δεν είναι μόνοι.
Οι πιο νέοι που, έτσι κι αλλιώς, δεν γνώρισαν τις γειτονιές όπως τις ξέραμε εμείς, μέσα από παράδοξους δρόμους αναζήτησης προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας, προσπαθούν, στην πλειοψηφία τους, να διακριθούν, να καταναλώσουν, να ψυχαγωγηθούν, να ενημερωθούν, μιμούμενοι πρότυπα που δεν κατανοούν, δεν αγαπούν, δεν τους εκπροσωπούν. Τα όνειρά τους είναι προσωπικά, αφού δεν υπάρχουν συλλογικά οράματα, γι αυτό και οι ζωές τους είναι μοναχικές. Και ενώ το χάσμα με τις προηγούμενες γενιές είναι αγεφύρωτο, και πώς να μην είναι, η συμβίωση εν τούτοις και η συναναστροφή είναι δυνατές, λόγω των διαστροφικά ακατάλυτων δεσμών αγάπης και συνήθειας, εξάρτησης και ανάγκης που κρατούν δεμένες, την οικογένεια, το σόι, το χωριό. Μοναδική διέξοδος, για όλο και περισσότερους, είναι το διαδίκτυο, σε όλες του τις εκφάνσεις. Η παγκοσμιοποίηση της μοναξιάς (ή, η μοναξιά της παγκοσμιοποίησης;) σε όλο της το μεγαλείο!
Και οι γειτονιές του μέλλοντος; Πως θα είναι οι γειτονιές του μέλλοντος; Φοβάμαι πως πριν δημιουργηθούν πάλι γειτονιές, μικρές κοινωνίες- κομμάτια μίας μεγάλης κοινωνίας, με συνοχή, με αλληλεγγύη, με κοινότητα οραμάτων και στόχων, θα μεσολαβήσει μία άλλη περίοδος στην οποία έχουμε ήδη αρχίσει να ζούμε: η περίοδος των φυλακών.
Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες, κυρίως της Δύσης, μη γνωρίζοντας, μη θέλοντας ή μη τολμώντας να διαχειριστούν τις ελευθερίες που κατέκτησαν κατά τους δύο τελευταίους, ιδίως, αιώνες, έπεσαν σε κατάσταση σύγχυσης και οι άνθρωποι, αντί πολίτες έγιναν ιδιώτες που έχουν σαν στόχο να επιτύχουν αυτά που θέλουν και όχι αυτά που μπορούν, μετρούν το κάθε τι με το πόσο κοστίζει και όχι με το τι αξίζει, κάνουν τη μόδα ομορφιά και όχι την ομορφιά μόδα, ξεπουλάνε ένα μέλλον που δεν τους ανήκει για να αγοράσουν ένα παρόν που δεν τους ωφελεί. Αυτή την αδυναμία διαχείρισης της ελευθερίας και τη σύγχυση που προκλήθηκε, κάποιοι τα εκμεταλλεύθηκαν και έτσι προέκυψε η περίοδος των φυλακών. Υπάρχουν οι φυλακές μέγιστης πολυτέλειας, στις οποίες ζει μία μικρή μειοψηφία, οι φύλακες (γιατί κι αυτοί φυλακισμένοι είναι), οι φυλακές μέγιστης ασφάλειας, στις οποίες ζει μία άλλη μικρή μειοψηφία, αυτοί που αμφισβητούν τους φύλακες και, τέλος, οι φυλακές μέγιστης αθλιότητας, στις οποίες ζουν οι υπόλοιποι.
Κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει αυτή η περίοδος, κανείς δεν ξέρει τι θα την διαδεχθεί. Η ιστορία όμως λέει ότι η εξέλιξη ποτέ δεν ήταν γραμμική, ότι δεν υπήρχαν πάντα, και μόνο, βήματα προς τα εμπρός. Λέει όμως ακόμη, ότι μετά από κάθε πισωγύρισμα ακολουθεί ένα άλμα. Το άλμα βέβαια δεν συμβαίνει ποτέ στα χρόνια αυτών που έφεραν το πισωγύρισμα.
Ας μην είμαστε λοιπόν ανυπόμονοι να ξαναζήσουμε στις γειτονιές που γκρεμίσαμε.
Η ιστορία τουλάχιστον δεν είναι.
Αφορμή για τα παραπάνω πήρα από μία συζήτηση που είχα με ένα νέο που μετακόμισε από την Αθήνα σε προάστιο, για τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσε τον τόπο της καινούργιας του κατοικίας. Απόσταση από το σταθμό του μετρό, απόσταση από το σούπερ-μάρκετ, απόσταση από το σχολείο των παιδιών του, απόσταση από το πρακτορείο του ΟΠΑΠ, απόσταση από το νοσοκομείο, απόσταση από την εκκλησία, λες κι ήταν με μία κορδέλα στο χέρι και μετρούσε αποστάσεις.
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα.
Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, που έφυγα για λίγα χρόνια από την Ελλάδα, μία γειτονιά δεν προσδιοριζόταν από τα χωροταξικά της όρια, τις αποστάσεις από κάποιες βασικές υποδομές και την ευκολία πρόσβασης προς αυτές. Προσδιοριζόταν, κύρια, από την κοινωνική της σύνθεση και συνοχή, από τη γεωγραφική προέλευση των κατοίκων της, τις πολιτισμικές τους ρίζες, την οικονομική τους επιφάνεια.
Το έφερε η τύχη να ζήσω σε δύο γειτονιές με πολλά διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά και με ακόμα περισσότερες ουσιαστικές ομοιότητες.
Από τη γέννησή μου μέχρι τα έντεκα μου χρόνια, έζησα σε μία περιοχή της Αθήνας που τότε την έλεγαν Παλαιά Σκοποβολή. Ήταν, για να σας δώσω να καταλάβετε, στο νοητό τρίγωνο που σχηματίζεται από τις οδούς Βασιλέως Κωνσταντίνου (στο ύψος της Εθνικής Πινακοθήκης), Βασιλέως Αλεξάνδρου (στο ύψος του Κάραβελ) και Βασιλέως Γεωργίου του Β! (στο ύψος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών). Ήταν, με λίγα λόγια, το «τριεθνές» Καισαριανής, Ιλισίων, Παγκρατίου. Ήταν σχετικά κοντά στο Λυκαβηττό, το Στάδιο, το Βασιλικό τότε, σήμερα Εθνικό, κήπο, την ίλη του ιππικού, το Παλάτι τότε, σήμερα Προεδρικό μέγαρο. Ζούσαν σε αυτή την γειτονιά, υπάλληλοι, εργάτες, έμποροι, στρατιωτικοί, επαγγελματίες, επιστήμονες. Τα σπίτια διώροφα, άντε τριώροφα, με μικρές αυλές στο πίσω μέρος τους.
Από τα έντεκά μου χρόνια μέχρι που έκλεισα τα δεκαεννέα, έζησα στον Περισσό, στο συνοικισμό εργατικών κατοικιών Κιρκίνη, κοντά στο γήπεδο του Απόλλωνα, τον κήπο του Προμπονά, τα εργοστάσια της Ελληνικής Εριουργίας και το ρέμα του Ποδονύφτη. Ήταν ένα συγκρότημα αρκετών δεκάδων ομοιόμορφων κατοικιών, κτισμένων σε οικοδομικά τετράγωνα ανά δέκα, που είχαν παραχωρηθεί με συμβολικό ενοίκιο σε οικογένειες εργαζομένων στις επιχειρήσεις του Μποδοσάκη. Σπιτάκια με πέτρινους τοίχους και κεραμοσκεπή, δύο δωμάτια, ένα χωλ και μία μικρή κουζίνα, που τα συμπλήρωνε ένας κήπος στο πίσω μέρος τους. Ζούσαν εκεί εργάτες, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία οι πιο πολλοί, με νωπές ακόμη εκείνα τα χρόνια τις μνήμες του ξεριζωμού και των χαμένων πατρίδων.
Γειτονιές, καθώς καταλαβαίνετε, πολύ διαφορετικές, στα εξωτερικά, τουλάχιστον, χαρακτηριστικά τους. Στην ουσία όμως, στην κοινωνική τους διάσταση, ήταν σχεδόν όμοιες.
Πρώτα απ’ όλα, και οι δύο γειτονιές ήταν ο κύριος κοινωνικός χώρος των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Όλοι, λίγο-πολύ, γνωρίζονταν μεταξύ τους, κάποιοι είχαν στην ίδια γειτονιά και συγγενείς ή συντοπίτες τους και μέσα από το κουτσομπολιό, το τουίτερ της εποχής, γνώριζαν και ο καθένας τα των άλλων. Επίσης, μέσα στα όρια της γειτονιάς τους, ένοιωθαν σιγουριά γιατί ήξεραν ότι οι άνθρωποι εκεί, ακόμα και όταν δεν γνώριζαν πολύ καλά ο ένας τον άλλον, ήξεραν όμως ο ένας για τον άλλον. Έτσι, για τους καλούς υπήρχε ο σεβασμός, αλλά και για τους άλλους η κατανόηση και, αν δεν την άξιζαν κι αυτήν, υπήρχε η ανοχή. Σε εκείνα μάλιστα τα ταραγμένα πρώτα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια, που ήταν πολλά τα θύματα των πολιτικών παθών και από τις δύο πλευρές, και στις δύο γειτονιές που έζησα, κανένας δεν κυνηγήθηκε ή ταλαιπωρήθηκε από κάρφωμα γείτονα.
Και στις δύο αυτές γειτονιές, ο καθένας καταλάβαινε ότι οι γείτονές του δεν αδιαφορούσαν γι αυτόν, ιδιαίτερα αν τον έβρισκε κάποια δυσκολία ή ατυχία. Όταν, θυμάμαι, στη μία γειτονιά, ένα φορτηγό έπεσε πάνω στον κυρ Ηράκλη τον καρβουνιάρη, του σκότωσε το γάιδαρο και του τσάκισε το κάρο, όλοι σχεδόν οι γείτονες πήγανε κι αγοράσανε κάρβουνα και δαδί, κι ας ήταν καλοκαίρι κι ας μην είχαν πια οι περισσότεροι μαγκάλια και φουφούδες. Κι όταν στην άλλη, μια μπάλα μπαμπακιού έπεσε και πλάκωσε στο εργοστάσιο την κυρά Ζηνοβία, εργάτρια στο μεταξουργείο, ώσπου να σταθεί πάλι στα πόδια της και να μπορέσει να μαγειρέψει, οι γειτόνισσες δεν άφησαν νηστικούς, ούτε αυτήν ούτε τα παιδιά της.( Και να φανταστεί κανείς ότι η κυρά Ζηνοβία έκανε την πιο αντιπαθητική δουλειά στο εργοστάσιο, αυτή της ψάχτρας. Στο σκόλασμα της βάρδιας καθόταν στην έξοδο και έψαχνε τις άλλες εργάτριες μήπως είχαν πάρει κανένα μασούρι νήμα ή κανένα ρετάλι πανί).
Τέλος, εμείς τα παιδιά, είχαμε από δύο γονείς το καθένα, αλλά, ταυτόχρονα, είχαμε και για κηδεμόνες όλους τους γείτονες και τις γειτόνισσες. Οι συμβουλές, οι νουθεσίες και οι επιπλήξεις τους πέφτανε βροχή, το ίδιο και οι αναφορές τους προς τους γονείς μας. Είμαστε μικροί τότε κι αυτό το στενό μαρκάρισμα μας στενοχωρούσε, αργότερα όμως κατάλαβα και εκτίμησα αυτή τη συμπεριφορά της μικρής μας κοινωνίας που λειτουργούσε σαν δίχτυ προστασίας για τα παιδιά της, αλλά, ταυτόχρονα, και σαν μηχανισμός διαμόρφωσης μίας πιο ενιαίας συμπεριφοράς και, άρα, πιο αρμονικής συμβίωσης.
Και στις δύο γειτονιές υπήρχε πραγματική ζωή. Αυτά που σήμερα συμβαίνουν δίπλα μας και δεν τα παίρνουμε χαμπάρι, ήταν τότε σημαντικά για όλους τους γείτονες, ανεξάρτητα από το βαθμό συμμετοχής ή εμπλοκής των. Γεννήσεις, βαφτίσια, αρραβώνες, γάμοι, χωρισμοί, κηδείες, στράτευση, μετανάστευση, αγορά ηλεκτρικού ψυγείου, ραδιόφωνου ή πικάπ, για να απαριθμήσω μερικά, ήταν γεγονότα σημαντικά για τη γειτονιά γιατί σήμαιναν αλλαγές που επηρέαζαν την οικογενειακή κατάσταση, την οικονομική τάξη και το κοινωνικό στάτους των γειτόνων. Για άλλα από αυτά χαιρόμαστε, για άλλα πάλι λυπόμαστε, όλα όμως μας ενδιέφεραν. Εμείς μάλιστα, τα παιδιά, μέσα στο δίχτυ προστασίας που προανέφερα και μέσα από αυτές τις εμπειρίες ωριμάζαμε.
Πέρασαν όμως τα χρόνια και με την αλόγιστη οικοδόμηση των πολυκατοικιών, οι γειτονιές, από οριζόντιες έγιναν κάθετες. Τι να πεις στην είσοδο της πολυκατοικίας, τι να σχολιάσεις στο ασανσέρ. Πώς να χαιρετίσεις τον γείτονά σου όταν τον έχεις από πάνω σου ή από κάτω σου και όχι δίπλα ή απέναντί σου, εκτός κι αν μένετε στον ίδιο όροφο. Στις γειτονιές των πολυκατοικιών, το μόνο κοινό που έχουν οι γείτονες μεταξύ τους είναι τα κοινόχρηστα, η συνακρόαση της τηλεόρασης τα καλοκαίρια και ο φόβος όταν περνάει από την πόλη ο Εγκέλαδος.
Τα τελευταία χρόνια αναπτύχτηκαν οι τηλεπικοινωνίες και έκανε την εμφάνισή του το διαδίκτυο. Οι μεγαλύτεροι, κουβαλώντας ακόμα μέσα τους μνήμες γειτονιάς, προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να αναβιώσουν αυτά που χάθηκαν σε τόπους που άλλαξαν, σε καιρούς που δεν περισσεύει ο χρόνος, με ανθρώπους που τους έφερε κοντά η αντιπαροχή, το στεγαστικό δάνειο, ή η προίκα. Δεν καταφέρνουν και πολλά πράγματα, γι αυτό και καταφεύγουν στην τηλεπικοινωνιακή αυλή, να απλώσουν τις μπουγάδες τους στα τηλεφωνικά σύρματα. Με το τηλέφωνο, σταθερό ή κινητό, διαρκώς στο χέρι, γυρεύουν «γείτονες» μέσα από τα καλώδια, μέσα από τους αναμεταδότες, μέσα από τους δορυφόρους. Να μιλήσουν, να επικοινωνήσουν, να φουσκώσουν κάπως αυτά που τους κάνουν περήφανους, να κουκουλώσουν κάπως αυτά που τους κάνουν να ντρέπονται, να αισθανθούν, βρε αδερφέ, ότι δεν είναι μόνοι.
Οι πιο νέοι που, έτσι κι αλλιώς, δεν γνώρισαν τις γειτονιές όπως τις ξέραμε εμείς, μέσα από παράδοξους δρόμους αναζήτησης προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας, προσπαθούν, στην πλειοψηφία τους, να διακριθούν, να καταναλώσουν, να ψυχαγωγηθούν, να ενημερωθούν, μιμούμενοι πρότυπα που δεν κατανοούν, δεν αγαπούν, δεν τους εκπροσωπούν. Τα όνειρά τους είναι προσωπικά, αφού δεν υπάρχουν συλλογικά οράματα, γι αυτό και οι ζωές τους είναι μοναχικές. Και ενώ το χάσμα με τις προηγούμενες γενιές είναι αγεφύρωτο, και πώς να μην είναι, η συμβίωση εν τούτοις και η συναναστροφή είναι δυνατές, λόγω των διαστροφικά ακατάλυτων δεσμών αγάπης και συνήθειας, εξάρτησης και ανάγκης που κρατούν δεμένες, την οικογένεια, το σόι, το χωριό. Μοναδική διέξοδος, για όλο και περισσότερους, είναι το διαδίκτυο, σε όλες του τις εκφάνσεις. Η παγκοσμιοποίηση της μοναξιάς (ή, η μοναξιά της παγκοσμιοποίησης;) σε όλο της το μεγαλείο!
Και οι γειτονιές του μέλλοντος; Πως θα είναι οι γειτονιές του μέλλοντος; Φοβάμαι πως πριν δημιουργηθούν πάλι γειτονιές, μικρές κοινωνίες- κομμάτια μίας μεγάλης κοινωνίας, με συνοχή, με αλληλεγγύη, με κοινότητα οραμάτων και στόχων, θα μεσολαβήσει μία άλλη περίοδος στην οποία έχουμε ήδη αρχίσει να ζούμε: η περίοδος των φυλακών.
Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες, κυρίως της Δύσης, μη γνωρίζοντας, μη θέλοντας ή μη τολμώντας να διαχειριστούν τις ελευθερίες που κατέκτησαν κατά τους δύο τελευταίους, ιδίως, αιώνες, έπεσαν σε κατάσταση σύγχυσης και οι άνθρωποι, αντί πολίτες έγιναν ιδιώτες που έχουν σαν στόχο να επιτύχουν αυτά που θέλουν και όχι αυτά που μπορούν, μετρούν το κάθε τι με το πόσο κοστίζει και όχι με το τι αξίζει, κάνουν τη μόδα ομορφιά και όχι την ομορφιά μόδα, ξεπουλάνε ένα μέλλον που δεν τους ανήκει για να αγοράσουν ένα παρόν που δεν τους ωφελεί. Αυτή την αδυναμία διαχείρισης της ελευθερίας και τη σύγχυση που προκλήθηκε, κάποιοι τα εκμεταλλεύθηκαν και έτσι προέκυψε η περίοδος των φυλακών. Υπάρχουν οι φυλακές μέγιστης πολυτέλειας, στις οποίες ζει μία μικρή μειοψηφία, οι φύλακες (γιατί κι αυτοί φυλακισμένοι είναι), οι φυλακές μέγιστης ασφάλειας, στις οποίες ζει μία άλλη μικρή μειοψηφία, αυτοί που αμφισβητούν τους φύλακες και, τέλος, οι φυλακές μέγιστης αθλιότητας, στις οποίες ζουν οι υπόλοιποι.
Κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει αυτή η περίοδος, κανείς δεν ξέρει τι θα την διαδεχθεί. Η ιστορία όμως λέει ότι η εξέλιξη ποτέ δεν ήταν γραμμική, ότι δεν υπήρχαν πάντα, και μόνο, βήματα προς τα εμπρός. Λέει όμως ακόμη, ότι μετά από κάθε πισωγύρισμα ακολουθεί ένα άλμα. Το άλμα βέβαια δεν συμβαίνει ποτέ στα χρόνια αυτών που έφεραν το πισωγύρισμα.
Ας μην είμαστε λοιπόν ανυπόμονοι να ξαναζήσουμε στις γειτονιές που γκρεμίσαμε.
Η ιστορία τουλάχιστον δεν είναι.
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
Ο … ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ
Χρόνια πριν, είχα ένα συνάδελφο που είχε δύο μεγάλα προτερήματα. Τραγουδούσε ωραία, ο πατέρας του ήταν από την Κέρκυρα, και ήξερε να τρώει καλά, η μητέρα του ήταν από την Πόλη. Ντυνόταν και ωραία, αλλά αυτό δεν ξέρω από πού το είχε πάρει. Όταν τον πείραζα λέγοντάς του ότι ακολουθεί πάντα τη μόδα, μου απαντούσε, αυτοσαρκαζόμενος: «εμείς που ακολουθούμε τις επιταγές της μόδας, έχουμε τριπλή ωφέλεια. Ντυνόμαστε σύμφωνα με κάποια γνωστή και, προ πάντων, έγκυρη άποψη, δεν μπαίνουμε στον κόπο να ψάξουμε για το τι θα φορέσουμε και, αν δεν μας πάνε αυτά που φοράμε, πάντα φταίει κάποιος άλλος».
Επειδή τα γραφεία μας στη δουλειά βρίσκονταν αντικριστά το ένα με το άλλο, όταν κάποιος από τους δύο μας απουσίαζε, σήκωνε ο άλλος το τηλέφωνό του, όταν χτυπούσε. Από κάποια εποχή και μετά, μερικοί από αυτούς που τον ζητούσαν με ρωτούσαν πού είναι ο επικεφαλής, ή μου άφηναν παραγγελία να θυμίσω στον επικεφαλής για τη βραδινή συνάντηση. Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τον ζητούσαν σαν τον επικεφαλής, ούτε σε τι ήταν επικεφαλής. Δεν πήγε ποτέ το μυαλό μου σε μυστικές οργανώσεις, ή σε παραστρατιωτικούς συνδέσμους, γιατί ήταν σοβαρός άνθρωπος με ζωή και δράση που δεν «κούμπωνε» με τέτοιες δραστηριότητες. Μια, δυο, τρεις, τον ρώτησα στο τέλος και αυτός μου απάντησε γελώντας: «Μη δίνεις σημασία, ξέρουν ότι είμαστε φίλοι και μου κάνουν πλάκα».
Πέρασε λίγος καιρός και η εταιρεία που εργαζόμαστε μας ανέθεσε να ξεναγήσουμε για μία ημέρα στην Αθήνα τέσσερεις ομολόγους μας που είχαν έλθει από τη Σουηδία για να συμφωνήσουμε τους όρους μίας προσφοράς που θα συνυποβάλλαμε. Ήταν, θυμάμαι, μία ηλιόλουστη μέρα του Νοέμβρη. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει, αλλά εκείνο το πρωί ένα ελαφρό βοριαδάκι είχε καθαρίσει τον ουρανό και η Αττική ήταν λες και είχε φορέσει τα καλά της. Η επιθυμία των καλεσμένων μας ήταν να πάμε μία βόλτα μέχρι το Σούνιο, μιας και τα μουσεία της Αθήνας τα είχαν επισκεφθεί κατά το παρελθόν.
Τους πήραμε λοιπόν από το ξενοδοχείο τους και με χαλαρή διάθεση φτάσαμε στον προορισμό μας. Αφού τους ξεναγήσαμε στα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα και του αρχαίου φρουρίου, κατεβήκαμε στη θάλασσα και μετά από ένα δροσιστικότατο μπάνιο πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Όταν περάσαμε τη βουλιαγμένη και μπήκαμε στην παραλιακή για το Φάληρο, τους προτείναμε να σταματήσουμε για φαγητό σε μία πολύ γνωστή εκείνα τα χρόνια ψαροταβέρνα, στου Ψαρόπουλου, αν θυμάμαι καλά. Να μην τα πολυλογούμε, φτάσαμε στου Ψαρόπουλου, και παραγγείλαμε μαρίδες, χταπόδι, ταραμοσαλάτα και κυδώνια για το ούζο και μία ολόφρεσκη συναγρίδα, γύρω στα δύο- δυόμιση κιλά, ψητή στα κάρβουνα. Όταν τελειώσαμε με τα ορεχτικά είχαμε σχεδόν χορτάσει αλλά, πριν προλάβουμε να πάρουμε ανάσα, ήρθε και η συναγρίδα στο τραπέζι, ξεκοκαλισμένη και ανασυγκολλημένη ώστε να φαίνεται απείραχτη, και ο σερβιτόρος, αφού άφησε στο τραπέζι το λαδολέμονο και μία πιατέλα πικρά χόρτα, άρχισε το σερβίρισμα. Όταν έφτασε στο φίλο μου αυτός του ζήτησε να του βάλει και το κεφάλι.
Ξεκινήσαμε το φαγητό και απολαμβάναμε το μπλε του ουρανού, τη μυρωδιά της θάλασσας και τη γεύση της συναγρίδας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας. Ο φίλος μου, όταν ξεμπέρδεψε με τα ψαχνά που είχε στο πιάτο του, τράβηξε την καρέκλα του πιο κοντά στο τραπέζι, φόρεσε τα γυαλιά του και με το πιρούνι στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο, ξεκίνησε ένα ρεσιτάλ γαστριμαργικής ανατομίας, ή ανατομικής γαστριμαργίας, όπως θέλετε πείτε το. Με κινήσεις ωρολογοποιού και με τη σιγουριά ανατόμου διέλυε προσεκτικά το κεφάλι και γευόταν με έκδηλη απόλαυση μικρά-μικρότατα κομματάκια ψαριού. Ξεκίνησε από τα μάτια, τρώγοντας πρώτα το κυρίως μάτι και μετά τον λιπώδη ασκό που το περιβάλλει, προχώρησε στα μάγουλα, αφού τους έβγαλε την πέτσα για να αποφύγει τα μικρά λέπια που ξεχνάνε συνήθως να αφαιρέσουν αυτοί που ξύνουν τα ψάρια, πιπίλησε τους χόνδρους που καλύπτουν τα σπάραχνα, έβγαλε με προσοχή και έφαγε με απόλαυση τα δύο μικρά κομματάκια ψαχνού που βρίσκονται στην κορυφή του κρανίου και τέλος, με μία έκφραση θριάμβου στο πρόσωπό του, πέρασε ένα δόντι του πιρουνιού του ανάμεσα από το κοίλωμα των ματιών, άνοιξε με το μαχαίρι την κορυφή του κρανίου, έβγαλε με μία οδοντογλυφίδα το μυαλό και το έφαγε με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Όταν τελείωσε, τα οστέινα υπολείμματα του κεφαλιού της συναγρίδας ήταν τοποθετημένα στην άκρη του πιάτου με τέτοια τάξη, που θα έλεγε κανείς ότι ήταν έτοιμος να το ξανασυναρμολογήσει.
Οι φιλοξενούμενοί μας και εγώ είχαμε μείνει να τον κοιτάμε με ανοιχτό σχεδόν το στόμα. Είχε δώσει όλη του την προσοχή και είχε αφιερώσει ένα δεκάλεπτο περίπου για να παλέψει με τρία περίπου κυβικά εκατοστά κρανίου συναγρίδας και να ανακτήσει, το πολύ, πέντε γραμμάρια τροφής. Όταν κατάλαβε ότι τον παρακολουθούσαμε, χαμογέλασε και μας ζήτησε συγνώμη που δεν μας ρώτησε αν θέλαμε να γευτούμε κι εμείς από αυτόν τον υπέροχο μεζέ!!!
Το απομεσήμερο πέρασε σε ένα ζαχαροπλαστείο στο Πασαλιμάνι, το απόγευμα κάναμε μία βόλτα στην πλάκα και στον άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη και το βράδυ πήγαμε για φαγητό, με την παρέα ενισχυμένη από τον διευθυντή μας τη γυναίκα του και τις γυναίκες μας, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Κινγκ Τζωρτζ.
Για να μην μακραίνω την ιστορία, το κύριο πιάτο ήταν κατσικάκι στο φούρνο, τεμαχισμένο και σερβιρισμένο σε μία μακριά πιατέλα, έτσι που να φαίνεται σαν ολόκληρο. Ο φίλος μου ζήτησε πάλι το κεφάλι και, αφού τελείωσε με τα υπόλοιπα, άδειασε τα κόκαλα στο πιάτο της σαλάτας του, τράβηξε το κεφάλι στην άκρη του πιάτου του, πήρε τη μουσταρδιέρα και άπλωσε μπόλικη μουστάρδα περιμετρικά στο πιάτο του. Πήρε το μαχαίρι και το πιρούνι και ξεκίνησε από τη κάτω σιαγόνα. Την ξεκόλλησε, έβγαλε το ελάχιστο ψαχνό που βρισκόταν στις κλειδώσεις με την άνω, καθώς και τα ούλα τους έβαλε αλατοπίπερο και, ούτε μισή μπουκιά όλα κι όλα, τα έφερε στο στόμα του και τα εξαφάνισε. Συνέχισε με τη γλώσσα την οποία απέσπασε με το πιρούνι, έγδαρε με το μαχαίρι, έκοψε σε τρία κομματάκια, τα αλάτισε και τα έφαγε ένα-ένα, αργά και απολαυστικά. Σειρά είχαν τώρα τα μάγουλα, στα ποία έβαλε μόνο πιπέρι και ακολούθησαν τα μάτια, μαζί με τον ασκό τους. Τέλος ήρθε η σειρά του μυαλού. Επειδή το κατσικάκι ήταν μικρό και επειδή δεν περίμεναν ίσως ότι θα έτρωγε κανείς το κεφάλι, δεν το είχαν σπάσει με τον μπαλτά για να ανοίγει εύκολα, αλλά αυτό δεν πτόησε καθόλου το φίλο μου. Κράτησε με το πιρούνι το κεφάλι από τη μύτη και έχωσε με σιγουριά το μαχαίρι στο σημείο που ενώνονται τα οστά που έχουν την οφθαλμική κοιλότητα με το μετωπιαίο (ή κάπου εκεί, τέλος πάντων), το έστριψε λίγο, το κεφάλι «ξεκλειδώθηκε» και το μυαλό αποκαλύφθηκε. Το έβγαλε προσεκτικά, χωρίς να το διαλύσει, με το πιρούνι και, χωρίς να του βάλει αλατοπίπερο, το έφαγε αργά και απολαυστικά, με την ίδια έκφραση θριάμβου που είχε στο πρόσωπό του το μεσημέρι, όταν τα έβαλε με το κεφάλι της συναγρίδας.
Οι φιλοξενούμενοί μας τον κοίταζαν πάλι έκπληκτοι και για έναν ακόμη λόγο. Στην πατρίδα τους, τα κεφάλια, τα εντόσθια και τα έντερα από τα αμνοερίφια δεν τρώγονται γιατί, απλούστατα, μετά τη σφαγή πετάγονται.
Τα φρούτα, το παγωτό και ο καφές μας έκαναν να ξεχάσουμε το κατσικίσιο κεφαλάκι. Όταν όμως γυρίζαμε στα σπίτια μας, μεταξύ κομπλιμέντου και πειράγματος, του είπα: «δεν ήξερα ότι μέσα στα ταλέντα σου περιλαμβανόταν και αυτό του κεφαλοκυνηγού!». «Οι άλλοι φίλοι μου», μου απάντησε, «είναι πιο ευγενικοί από σένα και με αποκαλούν απλά επικεφαλής!!!». «Και καλά» του λέω, «γιατί πασάλειψες το πιάτο σου με μουστάρδα, αφού δεν την χρησιμοποίησες καθόλου;». «Μου αρέσει να αισθάνομαι την μυρωδιά της», ήταν η απάντησή του.
Μέχρι που αποχαιρετιστήκαμε, δεν ξαναμίλησα.
Επειδή τα γραφεία μας στη δουλειά βρίσκονταν αντικριστά το ένα με το άλλο, όταν κάποιος από τους δύο μας απουσίαζε, σήκωνε ο άλλος το τηλέφωνό του, όταν χτυπούσε. Από κάποια εποχή και μετά, μερικοί από αυτούς που τον ζητούσαν με ρωτούσαν πού είναι ο επικεφαλής, ή μου άφηναν παραγγελία να θυμίσω στον επικεφαλής για τη βραδινή συνάντηση. Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τον ζητούσαν σαν τον επικεφαλής, ούτε σε τι ήταν επικεφαλής. Δεν πήγε ποτέ το μυαλό μου σε μυστικές οργανώσεις, ή σε παραστρατιωτικούς συνδέσμους, γιατί ήταν σοβαρός άνθρωπος με ζωή και δράση που δεν «κούμπωνε» με τέτοιες δραστηριότητες. Μια, δυο, τρεις, τον ρώτησα στο τέλος και αυτός μου απάντησε γελώντας: «Μη δίνεις σημασία, ξέρουν ότι είμαστε φίλοι και μου κάνουν πλάκα».
Πέρασε λίγος καιρός και η εταιρεία που εργαζόμαστε μας ανέθεσε να ξεναγήσουμε για μία ημέρα στην Αθήνα τέσσερεις ομολόγους μας που είχαν έλθει από τη Σουηδία για να συμφωνήσουμε τους όρους μίας προσφοράς που θα συνυποβάλλαμε. Ήταν, θυμάμαι, μία ηλιόλουστη μέρα του Νοέμβρη. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει, αλλά εκείνο το πρωί ένα ελαφρό βοριαδάκι είχε καθαρίσει τον ουρανό και η Αττική ήταν λες και είχε φορέσει τα καλά της. Η επιθυμία των καλεσμένων μας ήταν να πάμε μία βόλτα μέχρι το Σούνιο, μιας και τα μουσεία της Αθήνας τα είχαν επισκεφθεί κατά το παρελθόν.
Τους πήραμε λοιπόν από το ξενοδοχείο τους και με χαλαρή διάθεση φτάσαμε στον προορισμό μας. Αφού τους ξεναγήσαμε στα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα και του αρχαίου φρουρίου, κατεβήκαμε στη θάλασσα και μετά από ένα δροσιστικότατο μπάνιο πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Όταν περάσαμε τη βουλιαγμένη και μπήκαμε στην παραλιακή για το Φάληρο, τους προτείναμε να σταματήσουμε για φαγητό σε μία πολύ γνωστή εκείνα τα χρόνια ψαροταβέρνα, στου Ψαρόπουλου, αν θυμάμαι καλά. Να μην τα πολυλογούμε, φτάσαμε στου Ψαρόπουλου, και παραγγείλαμε μαρίδες, χταπόδι, ταραμοσαλάτα και κυδώνια για το ούζο και μία ολόφρεσκη συναγρίδα, γύρω στα δύο- δυόμιση κιλά, ψητή στα κάρβουνα. Όταν τελειώσαμε με τα ορεχτικά είχαμε σχεδόν χορτάσει αλλά, πριν προλάβουμε να πάρουμε ανάσα, ήρθε και η συναγρίδα στο τραπέζι, ξεκοκαλισμένη και ανασυγκολλημένη ώστε να φαίνεται απείραχτη, και ο σερβιτόρος, αφού άφησε στο τραπέζι το λαδολέμονο και μία πιατέλα πικρά χόρτα, άρχισε το σερβίρισμα. Όταν έφτασε στο φίλο μου αυτός του ζήτησε να του βάλει και το κεφάλι.
Ξεκινήσαμε το φαγητό και απολαμβάναμε το μπλε του ουρανού, τη μυρωδιά της θάλασσας και τη γεύση της συναγρίδας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας. Ο φίλος μου, όταν ξεμπέρδεψε με τα ψαχνά που είχε στο πιάτο του, τράβηξε την καρέκλα του πιο κοντά στο τραπέζι, φόρεσε τα γυαλιά του και με το πιρούνι στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο, ξεκίνησε ένα ρεσιτάλ γαστριμαργικής ανατομίας, ή ανατομικής γαστριμαργίας, όπως θέλετε πείτε το. Με κινήσεις ωρολογοποιού και με τη σιγουριά ανατόμου διέλυε προσεκτικά το κεφάλι και γευόταν με έκδηλη απόλαυση μικρά-μικρότατα κομματάκια ψαριού. Ξεκίνησε από τα μάτια, τρώγοντας πρώτα το κυρίως μάτι και μετά τον λιπώδη ασκό που το περιβάλλει, προχώρησε στα μάγουλα, αφού τους έβγαλε την πέτσα για να αποφύγει τα μικρά λέπια που ξεχνάνε συνήθως να αφαιρέσουν αυτοί που ξύνουν τα ψάρια, πιπίλησε τους χόνδρους που καλύπτουν τα σπάραχνα, έβγαλε με προσοχή και έφαγε με απόλαυση τα δύο μικρά κομματάκια ψαχνού που βρίσκονται στην κορυφή του κρανίου και τέλος, με μία έκφραση θριάμβου στο πρόσωπό του, πέρασε ένα δόντι του πιρουνιού του ανάμεσα από το κοίλωμα των ματιών, άνοιξε με το μαχαίρι την κορυφή του κρανίου, έβγαλε με μία οδοντογλυφίδα το μυαλό και το έφαγε με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Όταν τελείωσε, τα οστέινα υπολείμματα του κεφαλιού της συναγρίδας ήταν τοποθετημένα στην άκρη του πιάτου με τέτοια τάξη, που θα έλεγε κανείς ότι ήταν έτοιμος να το ξανασυναρμολογήσει.
Οι φιλοξενούμενοί μας και εγώ είχαμε μείνει να τον κοιτάμε με ανοιχτό σχεδόν το στόμα. Είχε δώσει όλη του την προσοχή και είχε αφιερώσει ένα δεκάλεπτο περίπου για να παλέψει με τρία περίπου κυβικά εκατοστά κρανίου συναγρίδας και να ανακτήσει, το πολύ, πέντε γραμμάρια τροφής. Όταν κατάλαβε ότι τον παρακολουθούσαμε, χαμογέλασε και μας ζήτησε συγνώμη που δεν μας ρώτησε αν θέλαμε να γευτούμε κι εμείς από αυτόν τον υπέροχο μεζέ!!!
Το απομεσήμερο πέρασε σε ένα ζαχαροπλαστείο στο Πασαλιμάνι, το απόγευμα κάναμε μία βόλτα στην πλάκα και στον άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη και το βράδυ πήγαμε για φαγητό, με την παρέα ενισχυμένη από τον διευθυντή μας τη γυναίκα του και τις γυναίκες μας, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Κινγκ Τζωρτζ.
Για να μην μακραίνω την ιστορία, το κύριο πιάτο ήταν κατσικάκι στο φούρνο, τεμαχισμένο και σερβιρισμένο σε μία μακριά πιατέλα, έτσι που να φαίνεται σαν ολόκληρο. Ο φίλος μου ζήτησε πάλι το κεφάλι και, αφού τελείωσε με τα υπόλοιπα, άδειασε τα κόκαλα στο πιάτο της σαλάτας του, τράβηξε το κεφάλι στην άκρη του πιάτου του, πήρε τη μουσταρδιέρα και άπλωσε μπόλικη μουστάρδα περιμετρικά στο πιάτο του. Πήρε το μαχαίρι και το πιρούνι και ξεκίνησε από τη κάτω σιαγόνα. Την ξεκόλλησε, έβγαλε το ελάχιστο ψαχνό που βρισκόταν στις κλειδώσεις με την άνω, καθώς και τα ούλα τους έβαλε αλατοπίπερο και, ούτε μισή μπουκιά όλα κι όλα, τα έφερε στο στόμα του και τα εξαφάνισε. Συνέχισε με τη γλώσσα την οποία απέσπασε με το πιρούνι, έγδαρε με το μαχαίρι, έκοψε σε τρία κομματάκια, τα αλάτισε και τα έφαγε ένα-ένα, αργά και απολαυστικά. Σειρά είχαν τώρα τα μάγουλα, στα ποία έβαλε μόνο πιπέρι και ακολούθησαν τα μάτια, μαζί με τον ασκό τους. Τέλος ήρθε η σειρά του μυαλού. Επειδή το κατσικάκι ήταν μικρό και επειδή δεν περίμεναν ίσως ότι θα έτρωγε κανείς το κεφάλι, δεν το είχαν σπάσει με τον μπαλτά για να ανοίγει εύκολα, αλλά αυτό δεν πτόησε καθόλου το φίλο μου. Κράτησε με το πιρούνι το κεφάλι από τη μύτη και έχωσε με σιγουριά το μαχαίρι στο σημείο που ενώνονται τα οστά που έχουν την οφθαλμική κοιλότητα με το μετωπιαίο (ή κάπου εκεί, τέλος πάντων), το έστριψε λίγο, το κεφάλι «ξεκλειδώθηκε» και το μυαλό αποκαλύφθηκε. Το έβγαλε προσεκτικά, χωρίς να το διαλύσει, με το πιρούνι και, χωρίς να του βάλει αλατοπίπερο, το έφαγε αργά και απολαυστικά, με την ίδια έκφραση θριάμβου που είχε στο πρόσωπό του το μεσημέρι, όταν τα έβαλε με το κεφάλι της συναγρίδας.
Οι φιλοξενούμενοί μας τον κοίταζαν πάλι έκπληκτοι και για έναν ακόμη λόγο. Στην πατρίδα τους, τα κεφάλια, τα εντόσθια και τα έντερα από τα αμνοερίφια δεν τρώγονται γιατί, απλούστατα, μετά τη σφαγή πετάγονται.
Τα φρούτα, το παγωτό και ο καφές μας έκαναν να ξεχάσουμε το κατσικίσιο κεφαλάκι. Όταν όμως γυρίζαμε στα σπίτια μας, μεταξύ κομπλιμέντου και πειράγματος, του είπα: «δεν ήξερα ότι μέσα στα ταλέντα σου περιλαμβανόταν και αυτό του κεφαλοκυνηγού!». «Οι άλλοι φίλοι μου», μου απάντησε, «είναι πιο ευγενικοί από σένα και με αποκαλούν απλά επικεφαλής!!!». «Και καλά» του λέω, «γιατί πασάλειψες το πιάτο σου με μουστάρδα, αφού δεν την χρησιμοποίησες καθόλου;». «Μου αρέσει να αισθάνομαι την μυρωδιά της», ήταν η απάντησή του.
Μέχρι που αποχαιρετιστήκαμε, δεν ξαναμίλησα.
Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012
ΕΨΑΧΝΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Για όσους δεν έχουν όραση
Καλή είν’ η τηλεόραση
Για όσους δεν έχουν ακοή
Και το ραδιόφωνο αρκεί.
Δευτέρα πρωί, Πλατεία Κλαυθμώνος. Κατέβηκε την Κοραή, διασταύρωσε τη Σταδίου, χωρίς σχεδόν να προσέξει τα αυτοκίνητα που ανέβαιναν, και κατηφόρισε τη Δραγατσανίου. Σταματούσε απότομα για μερικά δευτερόλεπτα μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων με ηλεκτρικά είδη και το ίδιο απότομα ξεκινούσε, μέχρι να συναντήσει την επόμενη βιτρίνα. Όταν έφτασε στο τέλος του δρόμου, στην οδό Ευριπίδου, έκανε μεταβολή και ξανάρχισε πάλι το σταμάτα-ξεκίνα μπροστά στις βιτρίνες με τα ψυγεία, τα πλυντήρια, τις τηλεοράσεις.
Δεν ήταν πια νέος, κόντευε τα πενήντα. Τακτοποιημένος επαγγελματικά, οικονομικά και οικογενειακά, χωρίς προβλήματα υγείας, βρισκόταν σε μία κατάσταση που πολλοί θα τον ζήλευαν. Συμβολαιογράφος με καλή πελατεία, είχε διαμορφώσει τη ζωή του σύμφωνα με τους κώδικες της δουλειάς του. Κάθε τι στη ζωή του θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε ένα συμβόλαιο. Ο γάμος του, οι προτεραιότητές του, οι σχέσεις με τους γύρω του, τα θέματα που τον απασχολούσαν. Όλα ήταν γι αυτόν σαν συμβόλαια. Υπήρχαν όροι, τιμές, προθεσμίες, ρήτρες, διάρκειες, αναφορές σε νόμους, μόνο το χαρτόσημο τους έλειπε.
Εκείνο το πρωί όμως, δεν θύμιζε καθόλου τον εαυτό του. Αξύριστος, αχτένιστος, με τη γραβάτα στραβοδεμένη, ανεβοκατέβαινε τη Δραγατσανίου σαν αλλοπαρμένος, σαν να μην ήταν ήξερε από πού ερχόταν, σίγουρα δεν ήξερε προς τα πού πηγαίνει, σαν να μην ήξερε καν αν ήθελε να πάει κάπου. Έδειχνε κυνηγημένος χωρίς να φαίνεται ότι τον κυνηγάει κανείς, αν και κάθε τόσο κοιτούσε πίσω του, λες και φοβόταν ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Πρέπει να είχε χάσει την επαφή του με το περιβάλλον, πρέπει να ζούσε σε ένα κόσμο δικό του. Ήταν σίγουρα, όπως λένε στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, «τσιγμένος».
Φαίνεται πως δεν κατάφερε να το αντέξει. Η δημοσιονομική κρίση (έτσι αποκαλούν στη χώρα του την καθολική κατάρρευση - θεσμών, αξιών, τρόπου ζωής, ελπίδων και προοπτικής - που βιώνουν, γιατί, κρυπτόμενοι πίσω από αυτόν το δυσνόητο, ουδέτερο και βαρύγδουπο όρο, πιστεύουν ότι μπορεί ο καθένας τους να δηλώνει αθώος και να δείχνει για ένοχους όποιους και όσους θέλει), τον συγκλόνισε, τον απορρύθμισε, του γκρέμισε όλες τις βεβαιότητες, του άλλαξε τη ζωή και τον ανάγκασε να ζει μία ζωή άλλη, ζωή που δεν την ήξερε, δεν την ήθελε, δεν την μπορούσε.
Δεν υπέστη καμία οικονομική καταστροφή, ούτε τον παρέσυρε κανένα φορολογικό τσουνάμι και, γενικά, η προσωπική του ζωή δεν άλλαξε πολύ. Αυτό που τον τσάκισε ήταν ο καταιγισμός πληροφόρησης και ο τρόπος της διάδοσής της από τα μ.μ.ε., κύρια από την τηλεόραση.
Στην αρχή ήταν οι καταγγελίες για τα ψεύτικα στοιχεία που είχε δώσει η προηγούμενη κυβέρνηση, σχετικά με το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Ακολούθησαν, το επεισόδιο τρόμου του Τιτανικού, μετά, το επεισόδιο της πιο διεφθαρμένης χώρας, και μετά, όλοι ηρέμησαν όταν έμαθαν ότι η κυβέρνησή τους πήγαινε να συζητήσει με τους εταίρους της, με ένα γεμάτο πιστόλι ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι.
Τα πράγματα ξαναστράβωσαν όταν άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι το πιστόλι ήταν άδειο, ότι ήταν γυρισμένο κατ’ επάνω τους, ότι τους είπαν να το πάρουν και να το βάλουν εκεί που ξέρουν, και χειροτέρεψαν όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι οίκοι αξιολόγησης, οι αγορές, τα σπρεντς, οι κίνδυνοι χρεοκοπίας και οι μηχανισμοί στήριξης.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, έπρεπε τώρα, για να μπορεί να ενημερώνεται, να ξέρει ένα σωρό παράξενα ονόματα, Μπαρόζο, Γιουνκέρ, Βαν Ρομπάι, Όλι Ρεν, Τρισσέ, Στρος Καν, Σόιμπλε, Θαπατέρο, Σόκρατες, όπως και ένα άλλο σωρό δυσνόητες συντομογραφίες, Ε.Κ.Τ., Δ.Ν.Τ., E.F.S.F., P.S.I., C.D.S.κλπ. Το κεφάλι του βούιζε διαρκώς. Όλες αυτές οι καινούργιες λέξεις, τα καινούργια νοήματα, είχαν εισβάλλει τόσο ξαφνικά και βίαια στη ζωή του, που του ήταν αδύνατο να τα αφομοιώσει και να τα διαχειρισθεί. Του ήταν άχρηστα για να προσεγγίσει αυτά που αγαπούσε, να εξορκίσει αυτά που τον τρόμαζαν. Όλα αυτά ήταν γι αυτόν τα επισκεπτήρια που συνόδευαν τις σφαίρες που τον πλήγωναν κάθε βράδυ στις οκτώ, την ώρα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων. Θες η σοβαρότητα των γεγονότων, θες οι προσωπικοί του φόβοι και αγωνίες, θες το ύφος, ο τόνος και το περιεχόμενο του λόγου των εκφωνητών των δελτίων, που είχαν την ικανότητα, το ταλέντο, την ευχαρίστηση ίσως, να προαναγγέλλουν τα χειρότερα για όλους μας φορώντας το πιο πλατύ τους χαμόγελο, λες και μας εύχονταν χρόνια πολλά ή καλή ανάσταση, τον έκαναν κάθε βράδυ, μετά τις ειδήσεις, να αισθάνεται δυστυχής, ερείπιο, μελλοθάνατος. Κι αυτό γιατί γι αυτόν δεν υπήρχε πια πραγματική ζωή, παρά μόνο μέσω της τηλεόρασης. Το δελτίο ειδήσεων λειτουργούσε σαν καθρέφτης της ζωής, και μόνο κοιτάζοντας στον καθρέφτη ένοιωθε ότι ζει. Ενώ κάποτε έπιανε τον εαυτό του να ικανοποιείται, περίπου, με τις δυσάρεστες, ειδήσεις γιατί, ίσως, μέσα από αυτές διαπίστωνε ότι υπάρχουν και χειρότερα, τώρα πια πού τέτοιες πολυτέλειες. Τώρα πίστευε ότι αυτός ήταν τα χειρότερα, και ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ακούσει και να δει καλά νέα, τα οποία όμως να τον αφοράν άμεσα, αλλιώς θα έσκαγε.
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε όταν, στην ασυνείδητη προσπάθειά του να δώσει κουράγιο στον εαυτό του μικραίνοντας το μπόι του εχθρού, των κακών δηλαδή ειδήσεων για την κακή κατάσταση της χώρας, έφτασε να πιστεύει ότι φταίχτης για όλα ήταν η τηλεόραση που είχε στο σπίτι του. Όταν πρωτοξεκίνησε να του περνάει αυτή η σκέψη από το μυαλό, την απόδιωχνε εύκολα και γελούσε με τον εαυτό του για τις ιδέες που έβαζε. Όσο περνούσαν όμως οι μέρες, όλο και πιο συχνά τον βασάνιζε, όλο και πιο δύσκολα την έδιωχνε. Από μία πλευρά βέβαια είχε δίκιο γιατί συνέβαιναν παράξενα πράγματα. Παραδείγματος χάριν, καταγγελίες όπως αυτή ότι για όλα φταίει ο πρωθυπουργός, θεωρίες όπως αυτή για μία κυβέρνηση με σύμβαση ορισμένου έργου και χρόνου και διαδόσεις όπως αυτή για ανάθεση των καθηκόντων του πρωθυπουργού σε έναν πολιτικό που οι καλύτερες στιγμές του ήταν όταν δεν μιλούσε, δεν αποφάσιζε, δεν υπήρχε, δεν μπορούσαν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα, δεν μπορούσαν να είναι προϊόντα λογικής σκέψης. Ήταν πιθανότερο, κατά την άποψή του, να αποτελούν προϊόν κάποιας διαβολικής συσκευής που κατασκευάστηκε από διεστραμμένους και που μέσα από μία σειρά σατανικών συμπτώσεων βρέθηκε στο καθιστικό του σπιτιού του για να τον τρελάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να αλλάξει τηλεόραση, να βρει δηλαδή και να αποκτήσει μία συσκευή που θα έλεγε μόνο καλές ειδήσεις, μπας και γλύτωνε από αυτόν τον εφιάλτη.
Επειδή δούλευε πέντε ή έξη μέρες την εβδομάδα και το σαββατοκύριακο το περνούσε στο εξοχικό τους, δεν είχε δει ποτέ του πρωινές εκπομπές και έτσι όταν άρχισε να μπαίνει στα μαγαζιά που πουλούσαν τηλεοράσεις έβλεπε στις οθόνες πρόσωπα που δεν τα ήξερε. Σε μία είδε έναν που είχε ένα λευκό τσουλούφι, σαν της Παναγιωταρέα, και ήταν όλο καταγγελίες και απειλές για θέματα που δεν φαινόταν να κατέχει. Σε μία δεύτερη
είδε ένα χοντρό στο ρόλο του μέσου ανθρώπου και έναν αδύνατο με γυαλιά στο ρόλο της αριστερής συνείδησης, που, χωρίς να λένε και τίποτα σπουδαίο, φαίνονταν να περνάνε καλά. Σε ένα τρίτο είδε έναν ηλικιωμένο που έδειχνε να τα ξέρει όλα, ή να υπονοεί ότι τα ξέρει όλα και που του θύμιζε ένα ταβερνιάρη που ήξερε στα Εξάρχεια. Τέλος, σε ένα τέταρτο, είδε δύο που ενώ έλεγαν διαφορετικά πράγματα, στο τέλος συμφωνούσαν. Κι όλοι αυτοί, σε αυτές τις πρωινές εκπομπές, τα έβλεπαν μαύρα και ήσαν απαισιόδοξοι, αλλά αυτοί τουλάχιστον έδειχναν να προσπαθούν να κάνουν το σοβαρό να μοιάζει σαν μπαρούφα, σε αντίθεση με εκείνους των βραδινών δελτίων που προσπαθούσαν να δώσουν σοβαροφάνεια στις μπαρούφες τους. Κατέληξε τελικά ότι προτιμούσε τους πρωινούς από τους βραδινούς.
Στο πρώτο μαγαζί που μπήκε, άρχισε να ρωτάει αδιάφορα για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και για την τιμή μίας συσκευής, αλλά την κρίσιμη ερώτηση για τα προγράμματα που έπαιζε, παρ’ όλο που ήταν στην άκρη των χειλιών του δεν μπορούσε να την κάνει. Στο δεύτερο, το ίδιο περίπου. Έφτασε μέχρι μία ερώτηση του τύπου, «τι προγράμματα παίζει;» κι όταν ο πωλητής τον ρώτησε τι εννοούσε, εκείνος σήκωσε τους ώμους του σε μία κίνηση αμηχανίας και εκεί έληξε το θέμα.
Μετά από πολλές τέτοιες επισκέψεις, εγκατέλειψε την οδό Δραγατσανίου προχώρησε στην Αριστείδου και μπήκε στο κεντρικό κατάστημα μίας γνωστής εταιρίας πώλησης ηλεκτρικών ειδών. Θυμήθηκε ότι από εκεί είχε πάρει τα πρώτα του ηλεκτρικά είδη όταν παντρεύτηκε και αυτό τον έκανε να νοιώσει ότι βρισκόταν σε οικείο χώρο. Πλησίασε έναν ηλικιωμένο πωλητή στο τμήμα των τηλεοράσεων και των ρώτησε, χωρίς να τολμήσει να τον κοιτάξει: «Μήπως θα μπορούσατε να μου συστήσετε μία τηλεόραση που να δείχνει καλές ειδήσεις;» Ο πωλητής τον κοίταξε καλά - καλά, κατάλαβε ότι δεν τον κορόιδευε και τον ρώτησε: «Τι επαγγέλλεσθε καλέ μου κύριε, αν επιτρέπετε;»
Σκέφτηκε λίγο και, διστακτικά, είπε: «Συμβολαιογράφος, γιατί;»
Ο πωλητής τον ξαναρώτησε: «Αν η κυβέρνηση αποφάσιζε να διπλασιάσει τις αμοιβές των συμβολαιογράφων, αυτό θα ήταν μία καλή ή μία κακή είδηση;»
Τα επαγγελματικά ανακλαστικά λειτούργησαν και προσποιήθηκε τον θιγμένο «Αυτή είναι προσωπική ερώτηση, αλλά το θέμα είναι γενικότερο. Υπάρχουν τηλεοράσεις που να δείχνουν καλές ειδήσεις;»
Κι ο πωλητής όμως, δεν ήταν κανένα παιδάκι για να ψαρώσει: «Ας το δούμε αλλιώς, αγαπητέ μου κύριε. Η είδηση ότι σταυρώθηκε ο Χριστός, ήταν καλή για τους γραμματείς και τους φαρισαίους αλλά κακή για τους μαθητές του. Η είδηση ότι αναστήθηκε, ήταν καλή για τους μαθητές του, αλλά κακή για τους γραμματείς και τους φαρισαίους. Η είδηση για τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ, ήταν καλή για τους Ιάπωνες, αλλά κακή για τους Αμερικάνους, ενώ η είδηση για τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα ήταν καλή για τους Αμερικάνους, αλλά κακή για τους Ιάπωνες. Θέλετε να συνεχίσω;»
Αυτός δεν απάντησε, και ο πωλητής συνέχισε: «Βλέπετε κύριέ μου, σε τελευταία ανάλυση, το αν οι ειδήσεις που ακούμε είναι ευχάριστες ή δυσάρεστες εξαρτάται, κυρίως, από εμάς. Αν βρίσκεστε στο «σωστό» μέρος, τη «σωστή» ώρα, με τους «σωστούς» ανθρώπους, όταν συμβαίνει κάτι, θα ακούτε ευχάριστες ειδήσεις, αλλιώς, κλάφτα Χαράλαμπε. Είναι όμως και κάτι άλλο, πιο σπουδαίο. Αν περιμένετε κάθε βράδυ καρφωμένος μπροστά στην τηλεόρασή σας μήπως κι ακούσετε καμιά καλή είδηση, θα ζείτε πάντα με την αγωνία, αφήστε που τις πιο πολλές φορές οι ειδήσεις θα είναι κακές γιατί, αν και νομίζετε ότι είσαστε κάποιος, αν το σκεφτείτε καλά, και σεις στους πολλούς ανήκετε και, συνήθως, οι ειδήσεις δεν είναι καλές για τους πολλούς. Η μόνη ελπίδα σας είναι να περάσετε στο στρατόπεδο αυτών που με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους δημιουργούν ειδήσεις. Όταν εσείς και οι όμοιοί σας γίνετε οι περισσότεροι, θα ακούγονται οι ειδήσεις που θα δημιουργείτε εσείς και τότε οι ειδήσεις θα είναι πάντα καλές».
Δεν το είχε δει ποτέ το θέμα από αυτή την πλευρά, αλλά αυτό που τον ενδιέφερε τώρα ήταν να μην έχει την τελευταία λέξη ο πωλητής. «Και δεν μου λέτε», του λέει, «δεν γίνεται, τουλάχιστον, αυτοί που εκφωνούν τις ειδήσεις να μη δείχνουν ότι ευχαριστιούνται όταν ανακοινώνουν κάτι κακό; Τι συμφέρον έχουν να λάμπει το πρόσωπό τους όταν μιλάνε για κακοκαιρίες, κυκλοφοριακά μπλοκαρίσματα, συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία, απολύσεις εργαζομένων, νέα μέτρα της τρόικας και ότι άλλο κακό μας χτυπάει;»
Με ευχαρίστηση σχεδόν πήρε την πάσα ο πωλητής και του απάντησε: «Υπάρχουν κύριέ μου, λόγοι. Κατ’ αρχήν, οι δυσάρεστες ειδήσεις, για λόγους που έχουν σχέση με αυτό που λέμε, άβυσσος ή ψυχή του ανθρώπου, ακούγονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους τηλεθεατές από ότι οι ευχάριστες, και αυτό διαδοχικά σημαίνει μεγαλύτερη τηλεθέαση, αυξημένα έσοδα διαφήμισης, ευχαριστημένους μετόχους του καναλιού, και τελικά, σίγουρη δουλειά και μεγαλύτερες αποδοχές για τους τηλεαστέρες των βραδινών δελτίων. Κι ακόμη, ποιος σας λέει ότι οι ειδήσεις που είναι κακές για εσάς, δεν είναι, για τον άλφα ή βήτα λόγο, καλές γι αυτούς;»
Άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στα ερείπια του γκρεμισμένου από σεισμό σπιτιού του και, επιπλέον, με την αίσθηση ότι το σπίτι του γκρεμίστηκε επειδή ήταν κακά χτισμένο, από λάθος δικό του. Άσε που, κατά την άποψη του πωλητή, θα έπρεπε αυτός και οι όμοιοί του να αρχίσουν να δημιουργούν αυτοί τις ειδήσεις, για να αρχίσουν οι ειδήσεις να γίνονται καλές.
Ο πωλητής, μεγάλος ψυχολόγος, θέλησε να τον βγάλει από το αδιέξοδο και τον ρώτησε ευγενικά: «Αλήθεια κύριέ μου, τι μου είπατε πώς θα θέλατε;»
Κι αυτός: «Να, ξέρετε, παντρεύεται μία ανιψιά μου και θα ήθελα τη γνώμη σας για καμιά καλή τοστιέρα».
Καλή χρονιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)