Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

ΕΨΑΧΝΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ


Για όσους δεν έχουν όραση
Καλή είν’ η τηλεόραση
Για όσους δεν έχουν ακοή
Και το ραδιόφωνο αρκεί.

                                     

Δευτέρα πρωί, Πλατεία Κλαυθμώνος. Κατέβηκε την Κοραή, διασταύρωσε τη Σταδίου, χωρίς σχεδόν να προσέξει τα αυτοκίνητα που ανέβαιναν, και κατηφόρισε τη  Δραγατσανίου. Σταματούσε απότομα για μερικά δευτερόλεπτα μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων με ηλεκτρικά είδη και το ίδιο απότομα ξεκινούσε, μέχρι να συναντήσει την επόμενη βιτρίνα. Όταν έφτασε στο τέλος του δρόμου, στην οδό Ευριπίδου, έκανε μεταβολή και ξανάρχισε πάλι το σταμάτα-ξεκίνα μπροστά στις βιτρίνες με τα ψυγεία, τα πλυντήρια, τις τηλεοράσεις.

Δεν ήταν πια νέος, κόντευε τα πενήντα. Τακτοποιημένος επαγγελματικά, οικονομικά και οικογενειακά, χωρίς προβλήματα υγείας, βρισκόταν σε μία κατάσταση που πολλοί θα τον ζήλευαν. Συμβολαιογράφος με καλή πελατεία, είχε διαμορφώσει τη ζωή του σύμφωνα με τους κώδικες της δουλειάς του. Κάθε τι στη ζωή του θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε ένα συμβόλαιο. Ο γάμος του, οι προτεραιότητές του, οι σχέσεις με τους γύρω του, τα θέματα που τον απασχολούσαν. Όλα ήταν γι αυτόν σαν συμβόλαια. Υπήρχαν όροι, τιμές, προθεσμίες, ρήτρες, διάρκειες, αναφορές σε νόμους,  μόνο το χαρτόσημο τους έλειπε.

Εκείνο το πρωί όμως, δεν θύμιζε καθόλου τον εαυτό του. Αξύριστος, αχτένιστος, με τη γραβάτα στραβοδεμένη, ανεβοκατέβαινε τη Δραγατσανίου σαν αλλοπαρμένος, σαν να μην ήταν ήξερε από πού ερχόταν, σίγουρα δεν ήξερε προς τα πού πηγαίνει, σαν να μην ήξερε καν αν ήθελε να πάει κάπου. Έδειχνε κυνηγημένος χωρίς να φαίνεται ότι τον κυνηγάει κανείς, αν και κάθε τόσο κοιτούσε πίσω του, λες και φοβόταν ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Πρέπει να είχε χάσει την επαφή του με το περιβάλλον, πρέπει να ζούσε σε ένα κόσμο δικό του. Ήταν σίγουρα, όπως λένε στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, «τσιγμένος».

Φαίνεται πως δεν κατάφερε να το αντέξει. Η δημοσιονομική κρίση (έτσι αποκαλούν στη χώρα του την καθολική κατάρρευση - θεσμών, αξιών, τρόπου ζωής, ελπίδων και προοπτικής -  που βιώνουν, γιατί, κρυπτόμενοι πίσω από αυτόν το δυσνόητο, ουδέτερο και βαρύγδουπο όρο, πιστεύουν ότι μπορεί ο καθένας τους να δηλώνει αθώος και να δείχνει για ένοχους όποιους και όσους θέλει), τον συγκλόνισε, τον απορρύθμισε, του γκρέμισε όλες τις βεβαιότητες, του άλλαξε τη ζωή και τον ανάγκασε να ζει μία ζωή άλλη, ζωή που δεν την ήξερε, δεν την ήθελε, δεν την μπορούσε.

Δεν υπέστη καμία οικονομική καταστροφή, ούτε τον παρέσυρε κανένα φορολογικό τσουνάμι και, γενικά, η προσωπική του ζωή δεν άλλαξε πολύ. Αυτό που τον τσάκισε ήταν ο καταιγισμός πληροφόρησης και  ο τρόπος της διάδοσής της από τα μ.μ.ε., κύρια από την τηλεόραση.

Στην αρχή ήταν οι καταγγελίες για τα ψεύτικα στοιχεία που είχε δώσει η προηγούμενη κυβέρνηση, σχετικά με το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Ακολούθησαν, το επεισόδιο τρόμου του Τιτανικού, μετά, το επεισόδιο της πιο διεφθαρμένης χώρας, και μετά, όλοι ηρέμησαν όταν έμαθαν ότι η κυβέρνησή τους πήγαινε να συζητήσει με τους εταίρους της, με ένα γεμάτο πιστόλι ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι.

Τα πράγματα ξαναστράβωσαν όταν άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι το πιστόλι ήταν άδειο, ότι ήταν γυρισμένο κατ’ επάνω τους, ότι τους είπαν να το πάρουν και να το βάλουν εκεί που ξέρουν, και χειροτέρεψαν όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι οίκοι αξιολόγησης, οι αγορές, τα σπρεντς, οι κίνδυνοι χρεοκοπίας και οι μηχανισμοί στήριξης.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, έπρεπε τώρα, για να μπορεί να ενημερώνεται, να ξέρει ένα σωρό παράξενα ονόματα, Μπαρόζο, Γιουνκέρ,  Βαν Ρομπάι, Όλι Ρεν, Τρισσέ, Στρος Καν, Σόιμπλε, Θαπατέρο, Σόκρατες, όπως και ένα άλλο σωρό δυσνόητες συντομογραφίες, Ε.Κ.Τ., Δ.Ν.Τ., E.F.S.F., P.S.I., C.D.S.κλπ. Το κεφάλι του βούιζε διαρκώς. Όλες αυτές οι καινούργιες λέξεις, τα καινούργια νοήματα, είχαν εισβάλλει τόσο ξαφνικά και βίαια στη ζωή του, που του ήταν αδύνατο να τα αφομοιώσει και να τα διαχειρισθεί. Του ήταν άχρηστα για να προσεγγίσει  αυτά που αγαπούσε, να εξορκίσει αυτά που τον τρόμαζαν. Όλα αυτά ήταν γι αυτόν τα επισκεπτήρια που συνόδευαν τις σφαίρες που τον πλήγωναν κάθε βράδυ στις οκτώ, την ώρα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων. Θες η σοβαρότητα των γεγονότων, θες οι προσωπικοί του φόβοι και αγωνίες, θες το ύφος, ο τόνος και το περιεχόμενο του λόγου των εκφωνητών των δελτίων, που είχαν την ικανότητα, το ταλέντο, την ευχαρίστηση ίσως, να προαναγγέλλουν τα χειρότερα για όλους μας φορώντας το πιο πλατύ τους χαμόγελο, λες και μας εύχονταν χρόνια πολλά ή καλή ανάσταση, τον έκαναν κάθε βράδυ, μετά τις ειδήσεις, να αισθάνεται δυστυχής, ερείπιο, μελλοθάνατος. Κι αυτό γιατί γι αυτόν δεν υπήρχε πια πραγματική ζωή, παρά μόνο μέσω της τηλεόρασης. Το δελτίο ειδήσεων λειτουργούσε σαν καθρέφτης της ζωής, και μόνο κοιτάζοντας στον καθρέφτη ένοιωθε ότι ζει. Ενώ κάποτε έπιανε τον εαυτό του να ικανοποιείται, περίπου,  με τις δυσάρεστες, ειδήσεις γιατί, ίσως, μέσα από αυτές διαπίστωνε ότι υπάρχουν και χειρότερα,  τώρα πια πού τέτοιες πολυτέλειες. Τώρα πίστευε ότι αυτός ήταν τα χειρότερα, και ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ακούσει και να δει καλά νέα, τα οποία όμως να τον αφοράν άμεσα, αλλιώς θα έσκαγε.

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε όταν,  στην ασυνείδητη προσπάθειά του να δώσει κουράγιο στον εαυτό του μικραίνοντας το μπόι του εχθρού, των κακών δηλαδή ειδήσεων για την κακή κατάσταση της χώρας, έφτασε να πιστεύει ότι φταίχτης για όλα ήταν η τηλεόραση που είχε στο σπίτι του. Όταν πρωτοξεκίνησε να του περνάει αυτή η σκέψη από το μυαλό, την απόδιωχνε εύκολα και γελούσε με τον εαυτό του για τις ιδέες που έβαζε. Όσο περνούσαν όμως οι μέρες, όλο και πιο συχνά τον βασάνιζε, όλο και πιο δύσκολα την έδιωχνε. Από μία πλευρά βέβαια είχε δίκιο γιατί συνέβαιναν παράξενα πράγματα. Παραδείγματος χάριν, καταγγελίες όπως αυτή ότι για όλα φταίει ο πρωθυπουργός, θεωρίες όπως αυτή για μία κυβέρνηση με σύμβαση ορισμένου έργου και χρόνου και διαδόσεις όπως αυτή για ανάθεση των καθηκόντων του πρωθυπουργού σε έναν πολιτικό που οι καλύτερες στιγμές του ήταν όταν δεν μιλούσε, δεν αποφάσιζε, δεν υπήρχε, δεν μπορούσαν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα, δεν μπορούσαν να είναι προϊόντα λογικής σκέψης. Ήταν πιθανότερο, κατά την άποψή του, να αποτελούν προϊόν κάποιας διαβολικής συσκευής  που κατασκευάστηκε από διεστραμμένους και  που μέσα από μία σειρά σατανικών συμπτώσεων βρέθηκε στο καθιστικό του σπιτιού του για να τον τρελάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να αλλάξει τηλεόραση, να βρει δηλαδή και να αποκτήσει μία συσκευή που θα έλεγε μόνο καλές ειδήσεις, μπας και γλύτωνε από αυτόν τον εφιάλτη.

Επειδή δούλευε πέντε ή έξη μέρες την εβδομάδα και το σαββατοκύριακο το περνούσε στο εξοχικό τους, δεν είχε δει ποτέ του πρωινές εκπομπές και έτσι όταν άρχισε να μπαίνει στα μαγαζιά που πουλούσαν τηλεοράσεις έβλεπε στις οθόνες πρόσωπα που δεν τα ήξερε. Σε μία είδε έναν που είχε ένα λευκό τσουλούφι, σαν της Παναγιωταρέα, και ήταν όλο καταγγελίες και απειλές για θέματα που δεν φαινόταν να κατέχει. Σε μία δεύτερη
 είδε ένα χοντρό στο ρόλο του μέσου ανθρώπου και έναν αδύνατο με γυαλιά στο ρόλο της αριστερής συνείδησης, που, χωρίς να λένε και τίποτα σπουδαίο, φαίνονταν να περνάνε καλά. Σε ένα τρίτο είδε έναν ηλικιωμένο που έδειχνε να τα ξέρει όλα, ή να υπονοεί ότι τα ξέρει όλα και που του θύμιζε ένα ταβερνιάρη που ήξερε στα Εξάρχεια. Τέλος, σε ένα τέταρτο, είδε   δύο που ενώ έλεγαν διαφορετικά πράγματα, στο τέλος συμφωνούσαν. Κι όλοι αυτοί, σε αυτές τις πρωινές εκπομπές, τα έβλεπαν μαύρα και ήσαν απαισιόδοξοι, αλλά αυτοί τουλάχιστον έδειχναν να προσπαθούν να κάνουν το σοβαρό να μοιάζει σαν μπαρούφα, σε αντίθεση με εκείνους των βραδινών δελτίων που προσπαθούσαν να δώσουν σοβαροφάνεια στις μπαρούφες τους. Κατέληξε τελικά ότι προτιμούσε τους πρωινούς από τους βραδινούς.

Στο πρώτο μαγαζί που μπήκε, άρχισε να ρωτάει αδιάφορα για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και για την τιμή μίας συσκευής, αλλά την κρίσιμη ερώτηση για τα προγράμματα που έπαιζε, παρ’ όλο που ήταν στην άκρη των χειλιών του δεν μπορούσε να την κάνει. Στο δεύτερο, το ίδιο περίπου. Έφτασε μέχρι μία ερώτηση του τύπου, «τι προγράμματα παίζει;» κι όταν ο πωλητής τον ρώτησε τι εννοούσε, εκείνος σήκωσε τους ώμους του σε μία κίνηση αμηχανίας και εκεί έληξε το θέμα.

Μετά από πολλές τέτοιες επισκέψεις, εγκατέλειψε την οδό Δραγατσανίου προχώρησε  στην Αριστείδου και μπήκε στο κεντρικό κατάστημα μίας γνωστής εταιρίας πώλησης ηλεκτρικών ειδών. Θυμήθηκε ότι από εκεί είχε πάρει τα πρώτα του ηλεκτρικά είδη όταν παντρεύτηκε και αυτό τον έκανε να νοιώσει ότι βρισκόταν σε οικείο χώρο. Πλησίασε έναν ηλικιωμένο  πωλητή στο τμήμα των τηλεοράσεων και των ρώτησε, χωρίς να τολμήσει να τον κοιτάξει: «Μήπως θα μπορούσατε να μου συστήσετε μία τηλεόραση που να δείχνει καλές ειδήσεις;»  Ο πωλητής τον κοίταξε καλά - καλά, κατάλαβε ότι δεν τον κορόιδευε και τον ρώτησε: «Τι επαγγέλλεσθε καλέ μου κύριε, αν επιτρέπετε;»

Σκέφτηκε λίγο και, διστακτικά, είπε: «Συμβολαιογράφος, γιατί;»

Ο πωλητής τον ξαναρώτησε: «Αν η κυβέρνηση αποφάσιζε να διπλασιάσει τις αμοιβές των συμβολαιογράφων, αυτό θα ήταν μία καλή ή μία κακή είδηση;»


Τα επαγγελματικά ανακλαστικά λειτούργησαν και προσποιήθηκε τον θιγμένο «Αυτή είναι προσωπική ερώτηση, αλλά το θέμα είναι γενικότερο. Υπάρχουν τηλεοράσεις που να δείχνουν καλές ειδήσεις;»

Κι ο πωλητής όμως, δεν ήταν κανένα παιδάκι για να ψαρώσει: «Ας το δούμε αλλιώς, αγαπητέ μου κύριε. Η είδηση ότι σταυρώθηκε ο Χριστός, ήταν καλή για τους γραμματείς και τους φαρισαίους αλλά κακή για τους μαθητές του. Η είδηση ότι αναστήθηκε, ήταν καλή για τους μαθητές του, αλλά κακή για τους γραμματείς και τους φαρισαίους. Η είδηση για τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ, ήταν καλή για τους Ιάπωνες, αλλά κακή για τους Αμερικάνους, ενώ η είδηση για τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα ήταν καλή για τους Αμερικάνους, αλλά κακή για τους Ιάπωνες. Θέλετε να συνεχίσω;»

Αυτός δεν απάντησε, και ο πωλητής συνέχισε: «Βλέπετε κύριέ μου, σε τελευταία ανάλυση, το αν οι ειδήσεις που ακούμε είναι ευχάριστες ή δυσάρεστες εξαρτάται, κυρίως, από εμάς. Αν βρίσκεστε στο «σωστό» μέρος, τη «σωστή» ώρα, με τους «σωστούς» ανθρώπους, όταν συμβαίνει κάτι, θα ακούτε ευχάριστες ειδήσεις, αλλιώς, κλάφτα Χαράλαμπε. Είναι όμως και κάτι άλλο, πιο σπουδαίο. Αν περιμένετε κάθε βράδυ καρφωμένος μπροστά στην τηλεόρασή σας μήπως κι ακούσετε καμιά καλή είδηση, θα ζείτε πάντα με την αγωνία, αφήστε που τις πιο πολλές φορές οι ειδήσεις θα είναι κακές γιατί, αν και νομίζετε ότι είσαστε κάποιος, αν το σκεφτείτε καλά, και σεις στους πολλούς ανήκετε και, συνήθως, οι ειδήσεις δεν είναι καλές για τους πολλούς. Η μόνη ελπίδα σας είναι να περάσετε στο στρατόπεδο αυτών που με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους δημιουργούν ειδήσεις. Όταν εσείς και οι όμοιοί σας γίνετε οι περισσότεροι, θα ακούγονται οι ειδήσεις που θα δημιουργείτε εσείς και τότε οι ειδήσεις θα είναι πάντα καλές».

Δεν το είχε δει ποτέ το θέμα από αυτή την πλευρά, αλλά αυτό που τον ενδιέφερε τώρα ήταν να μην έχει την τελευταία λέξη ο πωλητής. «Και δεν μου λέτε», του λέει, «δεν γίνεται, τουλάχιστον, αυτοί που εκφωνούν τις ειδήσεις να μη δείχνουν ότι ευχαριστιούνται όταν ανακοινώνουν κάτι κακό; Τι συμφέρον έχουν να λάμπει το πρόσωπό τους όταν μιλάνε για κακοκαιρίες, κυκλοφοριακά μπλοκαρίσματα, συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία, απολύσεις εργαζομένων, νέα μέτρα της τρόικας και ότι άλλο κακό μας χτυπάει;»

Με ευχαρίστηση σχεδόν πήρε την πάσα ο πωλητής και του απάντησε: «Υπάρχουν κύριέ μου, λόγοι. Κατ’ αρχήν, οι δυσάρεστες ειδήσεις, για λόγους που έχουν σχέση με αυτό που λέμε, άβυσσος ή ψυχή του ανθρώπου, ακούγονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους τηλεθεατές από ότι οι ευχάριστες, και αυτό διαδοχικά σημαίνει μεγαλύτερη τηλεθέαση, αυξημένα έσοδα διαφήμισης, ευχαριστημένους μετόχους του καναλιού, και τελικά, σίγουρη δουλειά και μεγαλύτερες αποδοχές για τους τηλεαστέρες των βραδινών δελτίων. Κι ακόμη, ποιος σας λέει ότι οι ειδήσεις που είναι κακές για εσάς, δεν είναι, για τον άλφα ή βήτα λόγο, καλές γι αυτούς;»

Άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στα ερείπια του γκρεμισμένου από σεισμό σπιτιού του και, επιπλέον, με την αίσθηση ότι το σπίτι του γκρεμίστηκε επειδή ήταν κακά χτισμένο, από λάθος δικό του. Άσε που, κατά την άποψη του πωλητή, θα έπρεπε αυτός και οι όμοιοί του να αρχίσουν να δημιουργούν αυτοί τις ειδήσεις, για να αρχίσουν οι ειδήσεις να γίνονται καλές.

Ο πωλητής, μεγάλος ψυχολόγος, θέλησε να τον βγάλει από το αδιέξοδο και τον ρώτησε ευγενικά: «Αλήθεια κύριέ μου, τι μου είπατε πώς θα θέλατε;»

Κι αυτός: «Να, ξέρετε, παντρεύεται μία ανιψιά μου και θα ήθελα τη γνώμη σας για καμιά καλή τοστιέρα».

Καλή χρονιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου