Γιορτάζουμε φέτος τα Χριστούγεννα μίας παράξενης και ταραγμένης εποχής. Παρ’ όλο που δεν φαίνεται φωτιά, ήδη μυρίζει καμένο σε πολλά μέρη της γης. Οι μεγάλες χώρες των παλιών πολιτισμών αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς και άρχισαν να παίρνουν εκδίκηση για τα όσα υπέστησαν από τους για πολλά χρόνια κατακτητές και εκμεταλλευτές των. Οι καταπιεσμένοι της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής αποτινάζουν τα δεσμά τους. Οι νέοι άνθρωποι έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται για το πού τους πηγαίνουν οι μεγαλύτεροι και, όσοι από αυτούς κατανοούν τι σάπιο περιεχόμενο κρύβει το πολυτελές περιτύλιγμα του προβαλλόμενου τρόπου ζωής των δυτικών κοινωνιών, αγανακτούν, αντιστέκονται και διαδηλώνουν. Ας ευχηθούμε να είναι αυτά τα σημάδια της ανατολής μίας καινούργιας ημέρας για τον κόσμο.
Και στον τόπο μας όμως τα πράγματα άλλαξαν. Χριστούγεννα, και δεν μετράμε πια πόσα αυτοκίνητα πέρασαν από τα διόδια της Ελευσίνας και των Αφιδνών, πόσα πλοία αναχώρησαν από τον Πειραιά και τη Ραφήνα, πόσες πτήσεις από το Ε. Βενιζέλος. Δεν μετράμε τα θύματα του Μολόχ της ασφάλτου. Το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας έχει παραμερίσει κάθε άλλο θέμα. Με την πολιτική στα χειρότερά της και την κοινωνία να τα έχει χαμένα, σερνόμαστε σε ένα κατήφορο χωρίς τέλος. Ζούμε με την ελπίδα ότι θα ανέβουμε, χωρίς να κάνουμε τίποτα γι αυτό, επειδή «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Σε μία τέτοια κατάσταση, τι να ευχηθεί κανείς;
Τι είναι όμως ακριβώς οι γιορτές των Χριστουγέννων και πώς επηρεάζουν τη ζωή μας;
Τα χαρακτηριστικότερα σημεία αναγνώρισης των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, είναι: το χριστουγεννιάτικο δένδρο, ειδωλολατρικό έθιμο της βόρειας Ευρώπης, η ανταλλαγή δώρων, έθιμο των ρωμαϊκών Σατουρναλίων (γιορτή προς τιμή του Κρόνου) και ο Αγιοβασίλης με την κόκκινη στολή και σκούφια, τη μεγάλη κοιλιά και τη μακριά άσπρη γενειάδα, που πρωτοεμφανίστηκε με αυτή τη μορφή σαν διαφήμιση της Κόκα Κόλλα το 1931.
Κανένα από τα τρία παραπάνω στοιχεία δεν έχει σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και το λατρευτικό της τυπικό, τίποτα όμως δεν εμποδίζει τους απανταχού χριστιανούς (και μη) να τα θεωρούν απαραίτητα για ένα «ευπρεπή» εορτασμό των Χριστουγέννων.
Τότε λοιπόν, πού βρίσκονται, η χριστιανική εκκλησία, η χριστιανική θρησκεία, η χριστιανική πίστη αυτές τις «άγιες», όπως αποκαλούνται, ημέρες; Μα, όπου και τις υπόλοιπες. Στις εκκλησίες και στα εμπορικά κέντρα, στα κάλαντα και στα μπουζούκια, στα πανεπιστήμια και στις φυλακές, στις μετάνοιες και στις βλαστήμιες.
Αυτό δεν είναι, ούτε σχήμα λόγου, ούτε ευφυολόγημα. Με το πέρασμα των αιώνων, η αύξηση της γνώσης, η ανάπτυξη των επιστημών, οι μεγάλες ανακαλύψεις και τα μεγάλα κινήματα αμφισβήτησης, έδωσαν τη δυνατότητα στους σκεπτόμενους ανθρώπους να αγνοήσουν την περιχαράκωση της λατρείας και της πίστης από τα ιερατεία, να την υπερβούν και να προχωρήσουν στην εξατομίκευσή των, όπου ο καθένας, έχοντας διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για το τι είναι χριστιανική θρησκεία, λατρεία και πίστη, τις έχει φέρει στα μέτρα του. Έτσι, υπάρχουν πιστοί που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία, εκκλησιαζόμενοι που δεν ακολουθούν τη χριστιανική διδασκαλία, άπιστοι ή άθεοι (κατά δήλωσή των) που ακολουθούν τη χριστιανική διδασκαλία, κ.ο.κ. Η παράδοση δεν είναι πλέον τόσο ισχυρή ώστε να διαπλάθει τα άτομα, τα άτομα όμως επιλέγουν από την παράδοση, ότι νομίζουν ότι είναι απαραίτητο.
Υπάρχουν, στην ουσία, σήμερα τρία είδη προσέγγισης του χριστιανισμού. Η θρησκευτική-λατρευτική, η πολιτισμική και η αξιακή.
Στην πρώτη κατηγορία θα μπορούσαν κυρίως να υπαχθούν, αυτοί που δηλώνουν ότι είναι χριστιανοί, αυτοί που πιστεύουν στην ύπαρξη του Χριστού σαν υιού του Θεού και αυτοί που ακολουθούν το λατρευτικό μέρος της χριστιανικής θρησκείας. (Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που χρησιμοποιούν περισσότερους του ενός από αυτούς τους τρόπους προσέγγισης). Ο αριθμός τους, καθώς περνούν τα χρόνια μειώνεται, εκτός των περιόδων κρίσης, αμφισβήτησης και ανασφάλειας, οπότε σταθεροποιείται, ή και αυξάνεται.
Στην δεύτερη κατηγορία θα μπορούσαν κυρίως να υπαχθούν, αυτοί που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία παρά μόνον για να παραστούν στην τέλεση μυστηρίων (γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, κλπ) και στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αμφιβάλλουν για την ύπαρξη του θεού, αλλά αυτοαποκαλούνται χριστιανοί, και ενδιαφέρονται κυρίως για την ιστορική διάσταση της χριστιανικής θρησκείας, αλλά δεν απαρνούνται τις θρησκευτικές ρίζες τους.Τους συγκινεί, αισθητικά και συναισθηματικά, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και διακόσμηση, η αγιογραφία, τα κείμενα και οι μελωδίες της χριστιανικής υμνογραφίας, βιώνουν με ευχαρίστηση τις διάφορες θρησκευτικές γιορτές και χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο ρήσεις και εκφράσεις των ευαγγελίων (Μετανοούσα Μαγδαληνή, Κρανίου τόπος, Τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ, Χωρίζω την ήρα από το σιτάρι, Νίπτω τας χείρας μου, Ο αναμάρτητος τον λίθον βαλέτω, Η πίστις μετακινεί και όρη, για να αναφέρω μόνο μερικά). Ο αριθμός τους, καθώς περνούν τα χρόνια αυξάνεται, κυρίως από μία ανάγκη επιστροφής σε ότι θεωρούν σαν ρίζες τους.
Τέλος, στην τρίτη κατηγορία θα μπορούσαν να υπαχθούν αυτοί που είτε με το αξιακό σύστημα που αποδέχονται, είτε με τον τρόπο της ζωής που επιλέγουν, έχουν αντικειμενικά αποδεχθεί τη φιλοσοφία του χριστιανισμού. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, ενώ έχουν απορρίψει το ρόλο της εκκλησίας, ίσως και της θρησκείας, έχουν διαμορφώσει μία κοσμική σκέψη, λογική και νοοτροπία, που είναι, περισσότερο ή λιγότερο, χριστιανική. Ο τρόπος που ορίζονται και εκφράζονται στις δυτικές κοινωνίες τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι αρχές της ελευθερίας της ισότητας και της αδελφοσύνης, ο διαχωρισμός της θρησκευτικής από την πολιτική εξουσία, η ηθική και το δίκαιο, έχουν τη βάση τους, ή συμπίπτουν, με τη χριστιανική διδασκαλία, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ευαγγέλια.
Δεν γνωρίζω σε ποια κατηγορία ανήκω, δεν ξέρω αν είμαι καν πιστός. Ξέρω όμως ότι μου αρέσει να παρακολουθώ μία ιερή ακολουθία σε υποβλητικό περιβάλλον, με καλλίφωνους ψάλτες και χωρίς μικροφωνικές εγκαταστάσεις. Να θαυμάζω ένα περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ένα ψηφιδωτό, ή μία εικόνα της Παναγίας, να συγχαίρω σε ένα γάμο ή να συλλυπούμαι σε μία κηδεία. Να προσπαθώ να μη βλάπτω τους συνανθρώπους μου, να τηρώ τους νόμους, είτε τους αποδέχομαι, είτε όχι, και να νοιάζομαι και για ανθρώπους που δεν γνωρίζω.
Χριστούγεννα σήμερα και όλη η οικογένεια, γονείς, παιδιά κι εγγόνια, θα μαζευτούμε στο σπίτι του μεγαλύτερου, θα φάμε μαζί, θα διασκεδάσουμε, θα ανταλλάξουμε ευχές και δώρα κάτω από το έλατο και θα γκρινιάξουμε και λίγο, γιατί πέρσι είμασταν καλύτερα από εφέτος. Εκατομμύρια οικογένειες σε όλο τον κόσμο θα κάνουν, λίγο-πολύ, το ίδιο. Είναι, άραγε, όλοι τους χριστιανοί; Πολύ περισσότερες οικογένειες δεν θα μπορέσουν να το κάνουν και κάποιες από αυτές, πάρα πολλές, δεν θα έχουν φαγητό στο τραπέζι τους, δεν θα έχουν καν τραπέζι. Έχει άραγε σημασία αν είναι χριστιανοί ή όχι;
Χριστούγεννα σήμερα και συνηθίζεται να κάνουμε ευχές. Έχω κι εγώ μία. Θα ήθελα:
-Να λιγοστέψει η αδικία, η ανισότητα και η δυστυχία στον κόσμο
-Να σταματήσουν οι πόλεμοι και οι σκοτωμοί
-Να πάψουμε να καταστρέφουμε τον πλανήτη μας
-Να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τα χρήσιμα και καλά από τα άχρηστα και βλαβερά και να επιθυμούμε τα πρώτα
-Να αγωνιζόμαστε για να κερδίσουμε όσα αξίζουμε και όχι όσα θέλουμε να έχουμε
-Να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον εαυτό μας, για να τον δούμε απ’ έξω, όπως μας βλέπουν οι άλλοι, να τον γνωρίσουμε, να τον νοιώσουμε μέλος μίας μεγάλης κοινωνίας και όχι μίας μικρής ομάδας
-Να αγαπήσουμε και να σεβαστούμε τον τόπο μας όπως το σπίτι μας
-Να νοιαστούμε για τον άγνωστο όσο για το γνωστό, για τον απέναντι όπως για το διπλανό
Τέλος, θα ήθελα να μην περιμένω να γίνουν όλα τα παραπάνω από κάποιους άλλους, αλλά να κάνω κι εγώ ότι είναι δυνατό για να γίνουν πραγματικότητα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου