Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Χρόνια πολλά, Νίκο.


Αγίου Νικολάου σήμερα, και κάθε τέτοια μέρα τον φέρνω στο νου μου. Γιορτάζει, βλέπεις.

Έχω χρόνια να τον συναντήσω, από όταν έπαψα να μένω στην Αθήνα. Μέχρι πριν φύγω τον έβλεπα τις Πρωτομαγιές στη συγκέντρωση της Γ.Σ.Ε.Ε., ή σε καμία απεργιακή πορεία. Παρ’ όλο που είμαστε συνταξιούχοι και οι δύο, αυτός πιο πριν από μένα, μας άρεσε να κατεβαίνουμε στις πορείες, για χάρη των παλιών ημερών, αλλά και γιατί προβλήματα για τους εργαζόμενους υπήρχαν, υπάρχουν και, καθώς φαίνεται, όλο και θα μεγαλώνουν.

Όταν όμως, όπως σήμερα, τον σκέφτομαι, στο νου μου έρχεται η μορφή και η φιγούρα του όπως ήταν στα νιάτα του, στα νιάτα μας, πολλά χρόνια πριν. Ψηλός, αδύνατος αλλά νευρώδης, σκουρόχρωμος, με κατσαρά μαλλιά και καστανά μάτια και με την καλοσύνη ζωγραφισμένη στη μορφή του. Ήταν συνδικαλιστής, στους βιομηχανικούς εργάτες, και ενεργός πολίτης, με καθαρό μυαλό, καθαρές ιδέες, καθαρή ζωή.

Πάνε χρόνια που χωρίσανε οι δρόμοι μας, μου έλεγε όμως ότι θα πάει κι αυτός να μείνει μόνιμα στο νησί του, όταν θα πάντρευε την κόρη του. Απ’ ότι ξέρω, εκεί βρίσκεται τώρα, στην όμορφη Ιθάκη. 

Θυμάμαι ένα απόγευμα, προς τα τέλη του 1992, γυρίζοντας από ένα πολύ πετυχημένο συλλαλητήριο και κουβεντιάζοντας για το μέλλον και τις προοπτικές του συνδικαλιστικού κινήματος, διαφωνήσαμε, για άλλη μία φορά. Πραγματιστής εγώ, ρομαντικά αισιόδοξος  ο Νίκος, προσπαθούσαμε, από τη σκοπιά του ο καθένας, να εκτιμήσουμε πού θα βρισκόταν το συνδικαλιστικό κίνημα μετά από είκοσι χρόνια. Αυτός πίστευε ότι η πορεία του θα ήταν ανοδική γιατί οι εργαζόμενοι, πέρα από την αγωνιστικότητα και τη μαχητικότητά τους, θα αποκτούσαν και λογική συνευθύνης για τη λειτουργία και τις επιδόσεις των επιχειρήσεων που δούλευαν. Εγώ πάλι του αντίλεγα ότι το παιχνίδι θα παιζόταν στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων  και στις εξελίξεις στα Βαλκάνια, που είχαν από τότε αρχίσει να δείχνουν ότι θα εξελίσσονταν σε μία πηγή φτηνού και καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού. Δυστυχώς, και παρ’ όλον ότι υπήρξαν και πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τις εξελίξεις, ήμουν εγώ αυτός που δικαιώθηκε, παρ’ όλο που πολύ θα ήθελα να είχε δικαιωθεί αυτός. 
    
Σήμερα όμως, μετά τριάντα σχεδόν χρόνια από εκείνο το απόγευμα, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. 

Με τους θεσμούς ροκανισμένους και ετοιμόρροπους , κύρια από αυτούς που έπρεπε να τους προστατεύουν, με την οικονομία ρημαγμένη από το οικουμενικό και διαχρονικό αλισβερίσι του πελατειακού κράτους και της πολιτικής εξουσίας του, με τους μικρούς και μεγάλους πελάτες της, με την κοινωνία κατακερματισμένη και τους πολίτες χωρίς προσανατολισμό, όραμα και στόχους και με το συνδικαλιστικό κίνημα, ανύπαρκτο σχεδόν στον ιδιωτικό τομέα και θλιβερά γραφειοκρατικό και ανήμπορο στο δημόσιο, βιώνουμε μία εθνική και διεθνή κρίση, εγκλωβισμένοι παράλληλα σε λογικές και νοοτροπίες που τις σέρνουμε εδώ και εκατοντάδες χρόνια, στην πορεία μας σαν λαός, όπως σέρναν παλιά οι κατάδικοι μια σιδερένια μπάλα δεμένη με αλυσίδα στο πόδι τους για να μην μπορούν να δραπετεύσουν.

Όπως είπα, δεν επικοινωνώ πια με το Νίκο, αλλά δεν έχει και τόση σημασία, γιατί τον θυμάμαι πολύ συχνά και συχνά, με το νου μου, κουβεντιάζω μαζί του και τον ευχαριστώ. Τον ευχαριστώ γιατί με το καθαρό του μυαλό, την αγνή του καρδιά  και το απίστευτο πείσμα του, βοήθησε πολλούς εργαζόμενους να μη χάσουν το δρόμο τους, να μην αναλωθούν στο κυνήγι μιας ζωής που δεν τους ταίριαζε, να μην απλώσουν τα όνειρά τους έξω από το χώρο που θα μπορούσαν να πραγματωθούν χωρίς να τους αλλοτριώσουν, να μη συμβιβασθούν για να την βγάλουν καθαρή. Τον ευχαριστώ ακόμα, γιατί κοντά του γνώρισα τι σημαίνει ανεκτικότητα, ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη. Τέλος τον ευχαριστώ γιατί δίπλα του κατάλαβα την ευτυχία της αρμονίας λόγου, πράξης και τρόπου ζωής.

Νίκο θα ήθελα πολύ να μπορούσα να περάσω από το φούρνο στα Εξάρχεια, να πάρω μία σακούλα από εκείνα τα λαδοκούλουρα τα ζυμωμένα με σπανάκι, ή κρεμμύδι, ή ντομάτα, που τόσο σου αρέσουν και να έρθω στο γραφείο του σωματείου σου, να σου ευχηθώ τα χρόνια πολλά. Δε γίνεται, αλλά δεν πειράζει. Εμείς οι μεγάλοι έχουμε την πολυτέλεια των μικρών παιδιών, έχουμε όσο χρόνο θέλουμε στη διάθεσή μας. Μπορούμε λοιπόν να αναπολούμε, να ξαναζούμε στιγμές που μας φάνηκαν ξεχωριστές, να φέρνουμε κοντά μας πρόσωπα που αγαπήσαμε. Αυτό θα κάνω κι εγώ απόψε, θα σε συναντήσω, θα σου ευχηθώ χρόνια πολλά και θα σου ζητήσω να συγχωρήσεις όσους από εμάς «φροντίσαμε», άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, να είμαι εγώ, κι όχι εσύ, αυτός που δικαιώθηκε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου