Στις 17 Ιουνίου 2011, ο γνωστός στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος ανάρτησε στο διαδίκτυο (www.aixmi.gr.) ένα άρθρο που φέρει τον τίτλο «Τρώει άγριο βρισίδι ο Γιώργος, αλλά…». Σε ένα σημείο του αναφέρεται στον πρόσφατα αποχωρήσαντα από το Πα.Σο.Κ. βουλευτή Ν. Φλώρινας κ. Γ. Λιάνη.
Λέει, λοιπόν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το φίλο του:
«Εγώ πάντως, ξεχώρισα, μερικές δυνατές κουβέντες, που είπε ο Γιώργος Λιάνης στο ΚΤΕ Οικονομικών. Για παράδειγμα:
«…Ήταν χρέος μας να παραδεχτούμε ότι η πολιτική μας δεν απέδωσε και θα έπρεπε να διορθώσουμε τα λάθη της. Δεν το παραδεχτήκαμε ποτέ. Θα ‘πρεπε. Κι όχι μόνο αυτό. Θα ‘πρεπε, ταυτοχρόνως, να ζητήσουμε και μια συγνώμη από τον ελληνικό λαό. Δεν είναι μόνο ότι οι Έλληνες έχασαν μισθούς, δώρα, συντάξεις. Οι Έλληνες έχασαν δύο πολυτιμότερα αγαθά που είναι σύμφυτα με την ιδιοσυγκρασία τους εδώ και αιώνες: την Ελπίδα και την Πίστη.
Πώς λέμε ότι πιάσανε τόπο οι θυσίες του Ελληνικού λαού όταν ξαφνικά από παντού μαθαίνουμε τα χείριστα; Τι σημαίνει να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα, την ώρα που τα 9/10 των Ελλήνων πνίγονται; Δεν πετύχαμε στο πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής. Διάβασα πως έχουμε μείνει πολύ πίσω από τους στόχους μας. Τουλάχιστον κατά 6δισ. Ευρώ.
Οι Έλληνες θα άντεχαν ακόμα και μια σκληρότερη πολιτική, που δεν θα ήταν, όμως, αναποτελεσματική. Αρκεί να τους το λέγαμε εγκαίρως και αρκεί να είχαμε συνέπεια σε αυτή την πολιτική. Η πολιτική που ακολουθήσαμε ήταν μονόχνωτη και δεν παρείχε κανένα ίχνος προοπτικής ανάπτυξης για τη χώρα».
Αυτά»
Οι «δυνατές κουβέντες» όμως του Γ. Λιάνη, φαίνεται ότι εξαντλούνται στο κείμενο που έχει ανθολογήσει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, γιατί στο κείμενο της επιστολής της παραίτησής του από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του, (zeidoron.blogspot.com., 14/6/2011), φαίνεται καθαρά ότι ο κύριος λόγος που την προκάλεσε ήταν η, κατά τη γνώμη του, εγκατάλειψη από την κυβέρνηση του νομού στον οποίο εκλέγεται. Κατά τα άλλα, από την ίδια επιστολή μαθαίνουμε ότι ο κ. Γ.Λιάνης διαθέτει σιδερένια σπλάχνα, αλλά όχι σπλάχνα τίγρης, ότι η υποχρέωση των βουλευτών να ασκούν το συνταγματικό τους δικαίωμα της νομοθετικής εξουσίας αποτελεί μετάθεση ευθύνης της σωτηρίας της χώρας στους ώμους των και, τέλος, ότι ένας βουλευτής δεν πρέπει να παραιτείται γιατί έτσι διορίζει τον πρώτο επιλαχόντα του νομού του.
Και για η μεν ποιότητα των σπλάχνων του κ. Γ. Λιάνη, ίσως να είναι θέμα που θα ενδιέφερε συγκεκριμένες ιατρικές ειδικότητες και, σε παλαιότερους χρόνους, την ειδικότητα των μάντεων που καλούνταν σπλαγχνοσκόποι, κανέναν όμως άλλον.
Το ότι υπάρχουν φορές που η σωτηρία (ή η καταστροφή) μίας χώρας εξαρτάται, άλλοτε πρόδηλα, άλλοτε καλυμμένα, από την ψήφο ολίγων βουλευτών, αποτελεί μία άκρως τιμητική για αυτούς πραγματικότητα. Αν οι βουλευτές αποποιούνται αυτή την ευθύνη και αρκούνται στην αντιμετώπιση της Βουλής σαν χώρο, προώθησης μικροκομματικών αιτημάτων, κοινωνικής συναναστροφής, περιήγησης του περιστυλίου και εξασφάλισης της παρουσίας τους σε κάποιο βραδινό δελτίο ειδήσεων, τότε δέχονται την ανταλλαγή του ρόλου του βουλευτή, με αυτόν του επιβάτη της πολιτικής, του επιβήτορα της Βουλής, του επιβουλευόμενου τα συμφέροντα του πολίτη.
Πραγματικά, είναι να θαυμάζει κανείς την ευρηματικότητα αυτών που, αν και διαφωνούν με την πολιτική του κόμματος κάτω από τη σημαία του οποίου εξελέγησαν, παραιτούνται μεν από την κοινοβουλευτική του ομάδα, αλλά όχι και από την έδρα τους. Η δικαιολογία, βέβαια, που προβάλλει ο κ. Γ. Λιάνης, δεν έχω καταλήξει αν είναι ανόητα ευρηματική, ή ευρηματικά ανόητη. Όταν ένας ψηφοφόρος, όχι από αυτούς που εξοφλούν υποχρεώσεις ή εξαργυρώνουν υποσχέσεις με την ψήφο τους, ούτε από αυτούς που ξεφτιλίζονται ρίχνοντας στην κάλπη σταυρωμένα από άλλους ψηφοδέλτια, αλλά ένας συνεπής ψηφοφόρος, παίρνει ένα ψηφοδέλτιο στα χέρια του, διαβάζει όλα τα ονόματα και έχει για όλα άποψη, ιδιαίτερα σε μία διεδρική εκλογική περιφέρεια σαν το νομό Φλωρίνης. Ας μη φοβάται λοιπόν ο κ. Γ. Λιάνης ότι θα φέρει σε δύσκολη θέση τους συνεπείς ψηφοφόρους του νομού του, εκτός αν δεν ενδιαφέρεται για αυτούς.
Το «διαμάντι» όμως της πολιτικής σκέψης του Γ. Λιάνη είναι αυτό στο οποίο λέει ότι «…Οι Έλληνες έχασαν δύο πολυτιμότερα αγαθά που είναι σύμφυτα με την ιδιοσυγκρασία τους εδώ και αιώνες: την ελπίδα και την πίστη…».
Ελπίδα για τι και για ποιόν, πίστη σε τι και σε ποιόν; Γιατί έτσι, γενικά και αόριστα, πίστη σημαίνει ότι όλα είναι δυνατά, άρα μπορεί ο καθένας να θέλει όσα επιθυμεί και όχι όσα δύναται και δικαιούται, ενώ ελπίδα σημαίνει ότι δικαιούται ο καθένας αυτό που νομίζει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσπαθήσει. Και μπορεί αυτό να έχει λειτουργήσει για μερικούς, όπως, ίσως, για τον κ. Γ. Λιάνη, αλλά δεν συμβαίνει στους συντριπτικά περισσότερους, οι οποίοι, βλέποντας περιπτώσεις σαν την δική του, θλίβονται, νοιώθουν ότι αδικούνται και, τελικά, αγανακτούν.
Είναι το ίδιο να χάσει την πίστη του, ένας που πιστεύει ότι μπορεί να φοροκλέπτει, και ένας που πιστεύει ότι πρέπει να είναι εν τάξει με τις υποχρεώσεις του στην πολιτεία; Ένας που πιστεύει ότι μπορεί να μετράει τις ελιές, το μπαμπάκι και τα πρόβατά του δύο και τρεις φορές, για να παίρνει διπλή και τριπλή επιδότηση, και ένας που πιστεύει ότι πρέπει να είναι έντιμος στις συναλλαγές του με το κράτος; Ένας που πιστεύει ότι για όλα φταίνε κάποιοι άλλοι, αλλά ποτέ αυτός, και ένας που πιστεύει ότι καλό είναι να σκέφτεται πότε-πότε αν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις του;
Είναι το ίδιο να χάσει την ελπίδα του ένας που ελπίζει να διοριστεί στο δημόσιο για να μην εργάζεται, και ένας που ελπίζει να μην του φάει τη θέση κάποιος που έχει μπάρμπα στην Κορώνη; Ένας που ελπίζει να ανέλθει με τη λιγότερη δυνατή προσπάθεια, και ένας που ελπίζει να του δοθεί μία ευκαιρία να δείξει την αξία του; Ένας που ελπίζει να κάνει ένα καλό γάμο για να «πιάσει την καλή», και ένας που ελπίζει να τα καταφέρει, με τις προσπάθειές του, να δημιουργήσει μία ευτυχισμένη οικογένεια;
Πέρα όμως από την απλοϊκότητα της σκέψης του, ο κ. Γ. Λιάνης διακρίνεται και για την υπερβολή στο λόγο του. Εκφράσεις όπως, «…οι Έλληνες έχασαν δώρα, μισθούς, συντάξεις…», «…από παντού μαθαίνουμε τα χείριστα…», «…τα εννέα δέκατα των Ελλήνων πνίγονται…», πέραν του ότι δεν έχουν σχέση με την αλήθεια, βοηθούν στη δημιουργία κλίματος κατήφειας, ανασφάλειας και μιζέριας και, τελικά, αγανάκτησης.
Εδώ θέλω να ξεκαθαρίσω ότι σέβομαι απόλυτα τους άνεργους και αντιλαμβάνομαι πλήρως την ανάγκη τους, τη θλίψη τους, την αγανάκτησή τους, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν σαν μοναδικό τους εισόδημα τις αποδοχές από την εργασία τους. Ακόμη, σέβομαι απόλυτα τους χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν σαν μοναδικό εισόδημα το μισθό ή τη σύνταξή τους. Για όλους όμως τους άλλους, πιστεύω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να τους «μετρήσουμε» σωστά και έναν έναν, και τότε θα βλέπαμε αν «τα εννέα δέκατα των Ελλήνων που πνίγονται», είναι πραγματικός αριθμός ή άλλοθι παραίτησης συνοδευόμενο από ισχυρή δόση δημοσιογραφικής υπερβολής.
Τελικά, χαίρομαι ειλικρινά που ο κ. Γ. Λιάνης θα επιστρέψει, όπως ανακοίνωσε, στη δημοσιογραφία γιατί, σαν δημοσιογράφος, θα μπορεί να γίνεται επικίνδυνα γραφικός, αλλά, τουλάχιστον, δεν θα μπορεί να γίνεται γραφικά επικίνδυνος.
Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011
Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011
ΟΤΑΝ ΧΑΝΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟ
Τα γεγονότα.
-«Ο Μίκης Θεοδωράκης δηλώνει ότι δεν θα φτιάξουν κόμμα, γιατί δεν τους αρκεί το 15% που, κατ’ αυτόν, θα πάρουν, αλλά θέλουν την απόλυτη εξουσία, μέσω επανάστασης». (www.metarithmisi.gr/, Π. Αθανασόπουλος, 2/6/2011).
-Όπως αποκάλυψε ό Μίκης Θεοδωράκης, ο κ. Μπουτάρης τον αναζήτησε χθες το πρωί δύο φορές τηλεφωνικά, αλλά, όπως είπε, δεν θέλησε να μιλήσει μαζί του. «Ο κ. Μπουτάρης είναι παραγωγός καλών κρασιών και δεν έχω να πω τίποτα μαζί του. Αν θέλει να επανορθώσει, πρέπει να ζητήσει συγγνώμη και να παρευρεθεί στην εκδήλωση» τόνισε. (www.tanea.gr/, Α. Καραγιαννάκης, 9/6/2011).
Η πλατεία
-Από τα πρώτα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια, πάγιο αίτημα του προοδευτικού αυτοδιοικητικού κινήματος ήταν, η παραχώρηση των πλατειών για συγκεντρώσεις να είναι αρμοδιότητα της Δημοτικής Αρχής και όχι της αστυνομίας, ή της χωροφυλακής.
-Ο Γιάννης Μπουτάρης χειρίστηκε το θέμα της πλατείας Αριστοτέλους σαν αιρετός Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και όχι σαν παραγωγός καλών κρασιών, όπως και ο Μίκης Θεοδωράκης πήγε και κατέλαβε την πλατεία σαν (αιρετός;) αρχηγός της Σπίθας και όχι σαν παραγωγός καλών τραγουδιών.
Τα συμπεράσματα.
-Ο Μίκης Θεοδωράκης, δεν χωράει αμφιβολία, είναι ένας από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες. Σαν καλλιτέχνης, λειτουργεί περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική, και γι αυτό η όποια υπερβολή του βρίσκει εύκολα κατανόηση και συγνώμη. Έτσι, κανείς, σχεδόν, δεν θυμάται ότι έχει διατελέσει υπουργός της Ν.Δ. την οποία έχει πρόσφατα καταγγείλει ότι μαζί με το Πα.Σο.Κ. προδίδουν το λαό και ξεπουλάνε τη χώρα τα τελευταία πενήντα χρόνια, ή ότι έχει υμνήσει και καθυβρίσει, κατά καιρούς, τα ίδια πρόσωπα ή κόμματα.
-Όταν όμως θέλει να παρουσιάζεται σαν επικεφαλής μίας εθνεγερτήριας, αφυπνιστικής και καθαρτήριας κίνησης, καλό θα είναι να θυμάται ότι στις δημοκρατίες, σε αυτές που υπάρχουν και σε αυτές για τις οποίες λέει ότι αγωνίζεται, οι αυτοδιορισθέντες αρχηγοί, οι αυτόκλητοι σωτήρες και αυτοί που αυτοεξαιρούνται από το σεβασμό προς τους θεσμούς μπορούν να φέρουν ή γέλια ή δάκρυα.
-«Ο Μίκης Θεοδωράκης δηλώνει ότι δεν θα φτιάξουν κόμμα, γιατί δεν τους αρκεί το 15% που, κατ’ αυτόν, θα πάρουν, αλλά θέλουν την απόλυτη εξουσία, μέσω επανάστασης». (www.metarithmisi.gr/, Π. Αθανασόπουλος, 2/6/2011).
-Όπως αποκάλυψε ό Μίκης Θεοδωράκης, ο κ. Μπουτάρης τον αναζήτησε χθες το πρωί δύο φορές τηλεφωνικά, αλλά, όπως είπε, δεν θέλησε να μιλήσει μαζί του. «Ο κ. Μπουτάρης είναι παραγωγός καλών κρασιών και δεν έχω να πω τίποτα μαζί του. Αν θέλει να επανορθώσει, πρέπει να ζητήσει συγγνώμη και να παρευρεθεί στην εκδήλωση» τόνισε. (www.tanea.gr/, Α. Καραγιαννάκης, 9/6/2011).
Η πλατεία
-Από τα πρώτα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια, πάγιο αίτημα του προοδευτικού αυτοδιοικητικού κινήματος ήταν, η παραχώρηση των πλατειών για συγκεντρώσεις να είναι αρμοδιότητα της Δημοτικής Αρχής και όχι της αστυνομίας, ή της χωροφυλακής.
-Ο Γιάννης Μπουτάρης χειρίστηκε το θέμα της πλατείας Αριστοτέλους σαν αιρετός Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και όχι σαν παραγωγός καλών κρασιών, όπως και ο Μίκης Θεοδωράκης πήγε και κατέλαβε την πλατεία σαν (αιρετός;) αρχηγός της Σπίθας και όχι σαν παραγωγός καλών τραγουδιών.
Τα συμπεράσματα.
-Ο Μίκης Θεοδωράκης, δεν χωράει αμφιβολία, είναι ένας από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες. Σαν καλλιτέχνης, λειτουργεί περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική, και γι αυτό η όποια υπερβολή του βρίσκει εύκολα κατανόηση και συγνώμη. Έτσι, κανείς, σχεδόν, δεν θυμάται ότι έχει διατελέσει υπουργός της Ν.Δ. την οποία έχει πρόσφατα καταγγείλει ότι μαζί με το Πα.Σο.Κ. προδίδουν το λαό και ξεπουλάνε τη χώρα τα τελευταία πενήντα χρόνια, ή ότι έχει υμνήσει και καθυβρίσει, κατά καιρούς, τα ίδια πρόσωπα ή κόμματα.
-Όταν όμως θέλει να παρουσιάζεται σαν επικεφαλής μίας εθνεγερτήριας, αφυπνιστικής και καθαρτήριας κίνησης, καλό θα είναι να θυμάται ότι στις δημοκρατίες, σε αυτές που υπάρχουν και σε αυτές για τις οποίες λέει ότι αγωνίζεται, οι αυτοδιορισθέντες αρχηγοί, οι αυτόκλητοι σωτήρες και αυτοί που αυτοεξαιρούνται από το σεβασμό προς τους θεσμούς μπορούν να φέρουν ή γέλια ή δάκρυα.
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011
ΟΙ ΤΖΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ
Ο φίλος μου ο Βασίλης συνηθίζει να δίνει συμβουλές με παραβολές, με παροιμίες, ή με μικρές ιστορίες. Αναφερόμενος στους τζαμπατζήδες, λέει:
Όταν πηγαίνεις με φίλους στην ταβέρνα και κάποιος από αυτούς δεν έχει χρήματα, μην τον αφήσεις πίσω, είναι κρίμα. Έχε το νου σου όμως, να μην παραγγείλει. Το πιθανότερο είναι ότι θα παραγγείλει τα ακριβότερα και τα περισσότερα, θα φάει λίγο, αλλά θα τα μαγαρίσει όλα και, στο τέλος, θα σβήσει το τσιγάρο του στο πιάτο και θα τσακωθεί και με τα γκαρσόνια. Γιατί, ξεχνώντας για μία στιγμή τη φτώχεια του, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να παραστήσει, με ξένα λεφτά, τον πλούσιο, να νοιώσει καλά και να βγάλει και τα απωθημένα του.
Βέβαια, ο κάθε φτωχός δεν έχει τη νοοτροπία του τζαμπατζή, αλλά κάθε τζαμπατζής, προσπαθεί να ζήσει όσο πιο πολλές στιγμές καλοζωίας μπορεί, σε βάρος των άλλων, με τον καιρό συνηθίζει, και αν κάποιος, κάποια στιγμή, επιχειρήσει να του βάλει φρένο, γίνεται αυτόματα εχθρός του.
Στο τραπέζι που είναι καλεσμένος, ο τζαμπατζής κουβαλάει πάντα μαζί του τρία «εργαλεία»: την κλάψα, την πολυλογία και τους καλούς τρόπους.
Με την κλάψα (αναφέρεται συνήθως στην κακή του τύχη, στην άδικη κοινωνία και στη μη αναγνώριση των σπουδαίων προσόντων του), έχει σκοπό να προκαλέσει τον οίκτο της παρέας, ώστε να μη προσέχει κανείς τι παραγγέλλει.
Με την πολυλογία, (μιλάει συνήθως για θέματα ανώδυνα, με γενικεύσεις και ασάφειες, ώστε να προκαλεί ερωτήσεις στις οποίες δίνει ακόμη πιο σχοινοτενείς απαντήσεις) έχει σκοπό να παρατείνει τη διάρκεια της εστίασης, μπας και τσιμπήσει κάτι παραπάνω.
Τέλος, με τους καλούς τρόπους παραπλανεί την παρέα για τις προθέσεις του που δεν είναι άλλες από το να ζει ανέμελα, ανέξοδα και ανεύθυνα, σε βάρος των άλλων.
Τζαμπατζήδες δεν συναντάμε μόνο στις παρέες. Στο κάτω κάτω , το περισσότερο που μπορεί να κάνει ένας τζαμπατζής σε μία παρέα είναι να της ανεβάσει λίγο το κόστος μίας διασκέδασης. Τζαμπατζήδες συναντάμε στους εργασιακούς χώρους, με τη μορφή των ανεύθυνων συναδέλφων που τεμπελιάζουν σε βάρος μας και αμείβονται για την εργασία μας, ή αυτών που έχουν προσληφθεί με ρουσφέτι, χωρίς να το αξίζουν. Τζαμπατζήδες συναντάμε στην κοινωνική ζωή, με τη μορφή των ανθρώπων που προσπαθούν να κερδίσουν προβολή και status από τη συναναστροφή τους με σημαντικά ή αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Το χειρότερο όμως είδος τζαμπατζή είναι ο τζαμπατζής της πολιτικής, δηλαδή ο τζαμπατζής πολιτικός, ή, ακόμη χειρότερα, το κόμμα-τζαμπατζής.
Τζαμπατζής πολιτικός είναι αυτός που βρέθηκε στο κοινοβούλιο - χωρίς να έχει τα προσόντα, τις δεξιότητες και τη βούληση για προσφορά υπηρεσιών στην πατρίδα του και στην περιφέρεια που τον εξέλεξε – εξαπατώντας το εκλογικό σώμα. Το προφίλ του τζαμπατζή πολιτικού είναι αρκετά σύνθετο, αλλά, ευτυχώς, είναι εύκολα αναγνωρίσιμο.
Δεν είναι ιδιαίτερα μορφωμένος, δεν έχει εργασθεί πριν γίνει πολιτικός, ξεκινάει την πολιτική του καριέρα με κάποια «μαγιά» ψηφοφόρων που την έχει εξασφαλίσει είτε σαν πολιτική κληρονομιά, είτε σαν εκπρόσωπος κάποιας επαγγελματικής ομάδας, είτε έχοντας στήσει κάποιο πιασάρικο παραμύθι γύρω από τον εαυτό του. Όπου τον παίρνει λέει ναι, ενώ όπου δεν τον παίρνει να πει ναι, δεν λέει ποτέ όχι, και είναι ειδικός στον υπολογισμό της προς το άτομό του εκλογικής ωφέλειας κάθε ενέργειάς του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τζαμπατζή πολιτικού, πλην κάποιων εξαιρέσεων, είναι τα κατασκευάσματα των κομματικών σωλήνων, οι συνδικαλιστές και οι γόνοι πολιτικών. Οι βουλευτές Επικρατείας αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία γιατί, οι περισσότεροι από αυτούς μπαίνουν στη Βουλή σαν επιλογές του Αρχηγού και έτσι, αξίζουν δεν αξίζουν, δεν έχουν να χολοσκάνε.
Έγραφα παραπάνω ότι ο τζαμπατζής πολιτικός εξαπατά το εκλογικό σώμα, αλλά εξαπάτηση του εκλογικού σώματος δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, δόλο ή κακόβουλες ενέργειες. Συχνά αρέσει στους ψηφοφόρους, είτε να νοιώθουν ότι ο βουλευτής τους προέρχεται από τα σπλάχνα του κόμματός τους, είτε ότι είναι ένας από αυτούς, ένας συνάδελφός τους, ένας «δικός τους άνθρωπος», είτε, τέλος, ότι θα είναι το ίδιο καλός όπως ο πρόγονός του. Γι’ αυτό, ο τζαμπατζής πολιτικός, το μόνο που έχει να κάνει, τις περισσότερες φορές, είναι να πουλήσει στους ψηφοφόρους του το παραμύθι που αυτοί έχουν επιλέξει να ακούσουν.
Ερχόμαστε, τέλος, στη δεύτερη κατηγορία των τζαμπατζήδων της πολιτικής, τα κόμματα – τζαμπατζήδες. Έχουν και αυτά μερικά κοινά χαρακτηριστικά.
Προέρχονται, συνήθως, από απόσχιση ή από διάσπαση. Επειδή οι λόγοι της δημιουργίας τους έχουν τις πιο πολλές φορές να κάνουν με προσωπικές φιλοδοξίες των αρχηγών τους, και όχι με ουσιαστικές διαφορές ιδεολογικής, πολιτικής ή στρατηγικής φύσης, πάντα αλληθωρίζουν προς τη μεριά του μητρικού κόμματος, ή για να του φάνε κανένα κομμάτι ακόμη, ή για να διαπραγματευθούν την επιστροφή τους από θέση ισχύος.
Απευθύνονται με συναισθηματικό και μαξιμαλιστικό λόγο σε ανασφαλείς κατηγορίες πολιτών, εκμεταλλεύονται και κολακεύουν τις ευαισθησίες ή τις αδυναμίες τους και, όντας σίγουρα ότι δεν πρόκειται να αναλάβουν ποτέ κυβερνητικές ευθύνες, δεν διστάζουν να επαγγέλλονται τα πάντα στους «προνομιούχους» οπαδούς των.
Ζητάνε με μεγάλη ευκολία ανασχηματισμούς, δημοψηφίσματα, συμβούλια αρχηγών και εκλογές, για να μπορούν κι αυτά να παίζουν στα βραδινά δελτία ειδήσεων και, παρόλο που προβάλλονται από τα ΜΜΕ, μερικά μάλιστα σκανδαλωδώς, διαμαρτύρονται συνεχώς κατά κάποιων συμφερόντων που τα κυνηγούν.
Επειδή δεν εκφράζουν κινήματα μέσα από τα οποία αναδείχτηκαν, τα κόμματα τζαμπατζήδες είναι έτοιμα να υιοθετήσουν υπαρκτά κινήματα και να τα υποστηρίξουν, άλλοτε μεγαλόφωνα κι άλλοτε ψιθυριστά, ανάλογα με το κατά που φυσάει ο άνεμος. Γενικά, ενώ κόπτονται για τα δικαιώματα του πολίτη, αποτελούν σχολές της λογικής «ο πελάτης (μας) έχει πάντα δίκιο». Μέλη τους, τέλος, στελεχώνουν το κράτος και τους θεσμούς του, τους οποίους συχνά - πυκνά καταγγέλλουν, σε ποσοστό κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναλογεί στην εκλογική τους δύναμη.
Οι Έλληνες, επειδή, στη συντριπτική μας πλειοψηφία, κυριαρχούμαστε από το συναίσθημα και όχι από τη λογική, επειδή πιστεύουμε περισσότερο στα θαύματα παρά στην προσπάθεια, επειδή θεωρούμε, ο καθένας από εμάς, την παραβίαση της τάξης και την παράβαση του νόμου αναφαίρετο δικαίωμά μας, επιλέγουμε για πολιτικούς μας εκπρόσωπους ανθρώπους που ξέρουν να κολακεύουν, να μιλάνε για θαύματα, να υπόσχονται ότι θα μας εξασφαλίσουν άνετη ζωή χωρίς να κοπιάσουμε και ότι θα μας υπαγάγουν στις εξαιρέσεις κάθε κανόνα που μας στενοχωρεί.
Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών μας είναι να αποτελούν οι τζαμπατζήδες πολιτικοί πλειοψηφικό ρεύμα το οποίο επιβιώνει επειδή μας πουλάει πειστικά το παραμύθι ότι θα μπορέσει να μας κάνει και εμάς τζαμπατζήδες της ζωής. Τίποτα όμως δεν είναι τζάμπα και κάποτε έρχεται ο λογαριασμός. Ας τον πληρώσουμε τουλάχιστον δίκαια και με αξιοπρέπεια και ας δώσουμε, επί τέλους, ένα τέλος στα τρία κακά της μοίρας μας, στα τρία παραμύθια που μας κατέστρεψαν:
Την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, γέννημα άγνοιας της ιστορίας και έλλειψης αυτογνωσίας.
Το «δαιμόνιον του Έλληνος», δηλαδή κάποια γονιδιακή ιδιότητα που μας καθιστά ικανούς να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, γέννημα της ανάγκης να πιαστούμε από κάποιο στήριγμα που μας απαλλάσσει από την ανάγκη να κοπιάσουμε.
Την πεποίθηση ότι για όλα φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι που βυσσοδομούν εναντίον της χώρας μας, γέννημα της άρνησής μας να παραδεχόμαστε τα λάθη μας, κυρίως γιατί η διόρθωσή τους απαιτεί χρόνο, κόπο και συντονισμένη προσπάθεια.
Όταν πηγαίνεις με φίλους στην ταβέρνα και κάποιος από αυτούς δεν έχει χρήματα, μην τον αφήσεις πίσω, είναι κρίμα. Έχε το νου σου όμως, να μην παραγγείλει. Το πιθανότερο είναι ότι θα παραγγείλει τα ακριβότερα και τα περισσότερα, θα φάει λίγο, αλλά θα τα μαγαρίσει όλα και, στο τέλος, θα σβήσει το τσιγάρο του στο πιάτο και θα τσακωθεί και με τα γκαρσόνια. Γιατί, ξεχνώντας για μία στιγμή τη φτώχεια του, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να παραστήσει, με ξένα λεφτά, τον πλούσιο, να νοιώσει καλά και να βγάλει και τα απωθημένα του.
Βέβαια, ο κάθε φτωχός δεν έχει τη νοοτροπία του τζαμπατζή, αλλά κάθε τζαμπατζής, προσπαθεί να ζήσει όσο πιο πολλές στιγμές καλοζωίας μπορεί, σε βάρος των άλλων, με τον καιρό συνηθίζει, και αν κάποιος, κάποια στιγμή, επιχειρήσει να του βάλει φρένο, γίνεται αυτόματα εχθρός του.
Στο τραπέζι που είναι καλεσμένος, ο τζαμπατζής κουβαλάει πάντα μαζί του τρία «εργαλεία»: την κλάψα, την πολυλογία και τους καλούς τρόπους.
Με την κλάψα (αναφέρεται συνήθως στην κακή του τύχη, στην άδικη κοινωνία και στη μη αναγνώριση των σπουδαίων προσόντων του), έχει σκοπό να προκαλέσει τον οίκτο της παρέας, ώστε να μη προσέχει κανείς τι παραγγέλλει.
Με την πολυλογία, (μιλάει συνήθως για θέματα ανώδυνα, με γενικεύσεις και ασάφειες, ώστε να προκαλεί ερωτήσεις στις οποίες δίνει ακόμη πιο σχοινοτενείς απαντήσεις) έχει σκοπό να παρατείνει τη διάρκεια της εστίασης, μπας και τσιμπήσει κάτι παραπάνω.
Τέλος, με τους καλούς τρόπους παραπλανεί την παρέα για τις προθέσεις του που δεν είναι άλλες από το να ζει ανέμελα, ανέξοδα και ανεύθυνα, σε βάρος των άλλων.
Τζαμπατζήδες δεν συναντάμε μόνο στις παρέες. Στο κάτω κάτω , το περισσότερο που μπορεί να κάνει ένας τζαμπατζής σε μία παρέα είναι να της ανεβάσει λίγο το κόστος μίας διασκέδασης. Τζαμπατζήδες συναντάμε στους εργασιακούς χώρους, με τη μορφή των ανεύθυνων συναδέλφων που τεμπελιάζουν σε βάρος μας και αμείβονται για την εργασία μας, ή αυτών που έχουν προσληφθεί με ρουσφέτι, χωρίς να το αξίζουν. Τζαμπατζήδες συναντάμε στην κοινωνική ζωή, με τη μορφή των ανθρώπων που προσπαθούν να κερδίσουν προβολή και status από τη συναναστροφή τους με σημαντικά ή αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Το χειρότερο όμως είδος τζαμπατζή είναι ο τζαμπατζής της πολιτικής, δηλαδή ο τζαμπατζής πολιτικός, ή, ακόμη χειρότερα, το κόμμα-τζαμπατζής.
Τζαμπατζής πολιτικός είναι αυτός που βρέθηκε στο κοινοβούλιο - χωρίς να έχει τα προσόντα, τις δεξιότητες και τη βούληση για προσφορά υπηρεσιών στην πατρίδα του και στην περιφέρεια που τον εξέλεξε – εξαπατώντας το εκλογικό σώμα. Το προφίλ του τζαμπατζή πολιτικού είναι αρκετά σύνθετο, αλλά, ευτυχώς, είναι εύκολα αναγνωρίσιμο.
Δεν είναι ιδιαίτερα μορφωμένος, δεν έχει εργασθεί πριν γίνει πολιτικός, ξεκινάει την πολιτική του καριέρα με κάποια «μαγιά» ψηφοφόρων που την έχει εξασφαλίσει είτε σαν πολιτική κληρονομιά, είτε σαν εκπρόσωπος κάποιας επαγγελματικής ομάδας, είτε έχοντας στήσει κάποιο πιασάρικο παραμύθι γύρω από τον εαυτό του. Όπου τον παίρνει λέει ναι, ενώ όπου δεν τον παίρνει να πει ναι, δεν λέει ποτέ όχι, και είναι ειδικός στον υπολογισμό της προς το άτομό του εκλογικής ωφέλειας κάθε ενέργειάς του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τζαμπατζή πολιτικού, πλην κάποιων εξαιρέσεων, είναι τα κατασκευάσματα των κομματικών σωλήνων, οι συνδικαλιστές και οι γόνοι πολιτικών. Οι βουλευτές Επικρατείας αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία γιατί, οι περισσότεροι από αυτούς μπαίνουν στη Βουλή σαν επιλογές του Αρχηγού και έτσι, αξίζουν δεν αξίζουν, δεν έχουν να χολοσκάνε.
Έγραφα παραπάνω ότι ο τζαμπατζής πολιτικός εξαπατά το εκλογικό σώμα, αλλά εξαπάτηση του εκλογικού σώματος δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, δόλο ή κακόβουλες ενέργειες. Συχνά αρέσει στους ψηφοφόρους, είτε να νοιώθουν ότι ο βουλευτής τους προέρχεται από τα σπλάχνα του κόμματός τους, είτε ότι είναι ένας από αυτούς, ένας συνάδελφός τους, ένας «δικός τους άνθρωπος», είτε, τέλος, ότι θα είναι το ίδιο καλός όπως ο πρόγονός του. Γι’ αυτό, ο τζαμπατζής πολιτικός, το μόνο που έχει να κάνει, τις περισσότερες φορές, είναι να πουλήσει στους ψηφοφόρους του το παραμύθι που αυτοί έχουν επιλέξει να ακούσουν.
Ερχόμαστε, τέλος, στη δεύτερη κατηγορία των τζαμπατζήδων της πολιτικής, τα κόμματα – τζαμπατζήδες. Έχουν και αυτά μερικά κοινά χαρακτηριστικά.
Προέρχονται, συνήθως, από απόσχιση ή από διάσπαση. Επειδή οι λόγοι της δημιουργίας τους έχουν τις πιο πολλές φορές να κάνουν με προσωπικές φιλοδοξίες των αρχηγών τους, και όχι με ουσιαστικές διαφορές ιδεολογικής, πολιτικής ή στρατηγικής φύσης, πάντα αλληθωρίζουν προς τη μεριά του μητρικού κόμματος, ή για να του φάνε κανένα κομμάτι ακόμη, ή για να διαπραγματευθούν την επιστροφή τους από θέση ισχύος.
Απευθύνονται με συναισθηματικό και μαξιμαλιστικό λόγο σε ανασφαλείς κατηγορίες πολιτών, εκμεταλλεύονται και κολακεύουν τις ευαισθησίες ή τις αδυναμίες τους και, όντας σίγουρα ότι δεν πρόκειται να αναλάβουν ποτέ κυβερνητικές ευθύνες, δεν διστάζουν να επαγγέλλονται τα πάντα στους «προνομιούχους» οπαδούς των.
Ζητάνε με μεγάλη ευκολία ανασχηματισμούς, δημοψηφίσματα, συμβούλια αρχηγών και εκλογές, για να μπορούν κι αυτά να παίζουν στα βραδινά δελτία ειδήσεων και, παρόλο που προβάλλονται από τα ΜΜΕ, μερικά μάλιστα σκανδαλωδώς, διαμαρτύρονται συνεχώς κατά κάποιων συμφερόντων που τα κυνηγούν.
Επειδή δεν εκφράζουν κινήματα μέσα από τα οποία αναδείχτηκαν, τα κόμματα τζαμπατζήδες είναι έτοιμα να υιοθετήσουν υπαρκτά κινήματα και να τα υποστηρίξουν, άλλοτε μεγαλόφωνα κι άλλοτε ψιθυριστά, ανάλογα με το κατά που φυσάει ο άνεμος. Γενικά, ενώ κόπτονται για τα δικαιώματα του πολίτη, αποτελούν σχολές της λογικής «ο πελάτης (μας) έχει πάντα δίκιο». Μέλη τους, τέλος, στελεχώνουν το κράτος και τους θεσμούς του, τους οποίους συχνά - πυκνά καταγγέλλουν, σε ποσοστό κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναλογεί στην εκλογική τους δύναμη.
Οι Έλληνες, επειδή, στη συντριπτική μας πλειοψηφία, κυριαρχούμαστε από το συναίσθημα και όχι από τη λογική, επειδή πιστεύουμε περισσότερο στα θαύματα παρά στην προσπάθεια, επειδή θεωρούμε, ο καθένας από εμάς, την παραβίαση της τάξης και την παράβαση του νόμου αναφαίρετο δικαίωμά μας, επιλέγουμε για πολιτικούς μας εκπρόσωπους ανθρώπους που ξέρουν να κολακεύουν, να μιλάνε για θαύματα, να υπόσχονται ότι θα μας εξασφαλίσουν άνετη ζωή χωρίς να κοπιάσουμε και ότι θα μας υπαγάγουν στις εξαιρέσεις κάθε κανόνα που μας στενοχωρεί.
Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών μας είναι να αποτελούν οι τζαμπατζήδες πολιτικοί πλειοψηφικό ρεύμα το οποίο επιβιώνει επειδή μας πουλάει πειστικά το παραμύθι ότι θα μπορέσει να μας κάνει και εμάς τζαμπατζήδες της ζωής. Τίποτα όμως δεν είναι τζάμπα και κάποτε έρχεται ο λογαριασμός. Ας τον πληρώσουμε τουλάχιστον δίκαια και με αξιοπρέπεια και ας δώσουμε, επί τέλους, ένα τέλος στα τρία κακά της μοίρας μας, στα τρία παραμύθια που μας κατέστρεψαν:
Την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, γέννημα άγνοιας της ιστορίας και έλλειψης αυτογνωσίας.
Το «δαιμόνιον του Έλληνος», δηλαδή κάποια γονιδιακή ιδιότητα που μας καθιστά ικανούς να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, γέννημα της ανάγκης να πιαστούμε από κάποιο στήριγμα που μας απαλλάσσει από την ανάγκη να κοπιάσουμε.
Την πεποίθηση ότι για όλα φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι που βυσσοδομούν εναντίον της χώρας μας, γέννημα της άρνησής μας να παραδεχόμαστε τα λάθη μας, κυρίως γιατί η διόρθωσή τους απαιτεί χρόνο, κόπο και συντονισμένη προσπάθεια.
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011
ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ
Παρακολουθούμε, εδώ και ημέρες, την γέννηση, ανάπτυξη και δράση ενός κινήματος νέας μορφής, για τις σημερινές τουλάχιστον γενιές.
Πολίτες που, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη ομάδα συμφερόντων, δεν συστεγάζονται σε ένα πολιτικό, επαγγελματικό, συνδικαλιστικό ή άλλο μαζικό χώρο, επικοινωνούν με τις δυνατότητες που τους δίνουν οι νέες τεχνολογίες και αποφασίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.
Ο λόγος τους είναι ακόμη αδιαμόρφωτος, χωρίς συγκεκριμένο σχήμα και περιεχόμενο και, βοηθούσης της διαστροφής, ανευθυνότητας και ιδιοτέλειας των Μ.Μ.Ε., ιδιαίτερα της τηλεόρασης, τα οποία θεωρούν είδηση μόνο ότι τυφλώνει τα μάτια και κουφαίνει τα αυτιά, όποιος παρακολουθεί τη δράση αυτού του κινήματος από την τηλεόραση, μένει με την εντύπωση ότι κάθε απόγευμα μαζεύονται στην πλατεία Συντάγματος μερικές χιλιάδες άνθρωποι για να μουντζώσουν το κτίριο της Βουλής και να φωνάξουν, εν χορώ, «κλέφτες- κλέφτες».
Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Ας δούμε, κατ’ αρχή, ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Με δεδομένο το μεγάλο πλήθος τους, είναι ασφαλές να εικάσουμε ότι μεταξύ τους βρίσκονται και άνθρωποι με εντελώς αντίθετα συμφέροντα.
-Βρίσκονται πολίτες αγανακτισμένοι με το κράτος για τη φοροδιαφυγή, και χειμαζόμενοι έμποροι αγανακτισμένοι με το κράτος γιατί δίνει κίνητρα στους πολίτες να ζητάνε αποδείξεις.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος συμβασιούχοι του δημοσίου γιατί δεν ανανεώθηκαν οι συμβάσεις τους, και αγανακτισμένοι με το κράτος πολίτες για τον διογκωμένο και σπάταλο δημόσιο τομέα.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος πολίτες γιατί αξιώνουν καλύτερες υπηρεσίες από τις Δ.Ε.Κ.Ο., και αγανακτισμένοι με το κράτος εργαζόμενοι στις Δ.Ε.Κ.Ο. γιατί πιστεύουν ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονται έχουν γίνει για να εξυπηρετούν, κυρίως, αυτούς.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος γονείς γιατί απαιτούν καλύτερη παιδεία, όλων των βαθμίδων, για τα παιδιά τους, και αγανακτισμένοι με το κράτος εκπαιδευτικοί γιατί ο εξορθολογισμός της λειτουργίας και η βελτίωση του περιεχομένου της παιδείας βλάπτει κάποια μικροσυμφέροντά τους.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος ασθενείς γιατί απαιτούν καλύτερη υγεία και φθηνότερα φάρμακα, και αγανακτισμένοι με το κράτος γιατροί και φαρμακοποιοί που βλέπουν την υγεία μόνο σαν μέσο πλουτισμού, πολλές φορές και παράνομου.
Ο κατάλογος των ομάδων αντικρουομένων συμφερόντων είναι πολύ μακρύς και δεν έχει νόημα να τον εξαντλήσουμε. Μπορούμε όμως να συμπεράνουμε, στατιστικά τουλάχιστον, ότι οι αγανακτισμένοι πολίτες, στην πλειονότητά τους, είναι και θύματα και θύτες, είναι δε αδύνατο να μην το γνωρίζουν αυτό.
Υπάρχει βέβαια και μία πολύ μεγάλη κατηγορία πολιτών, νέων κυρίως, που είναι αγανακτισμένοι γιατί τους έχει στερηθεί το δικαίωμα στο όνειρο και την ελπίδα, γιατί το μέλλον τους έχει υποθηκευθεί, γιατί ο ζωτικός τους χώρος έχει καταληφθεί.
Τι είναι όμως τότε αυτό που εξαλείφει τις αντιθέσεις όλων αυτών, τους ενώνει, στο επίπεδο τουλάχιστον της αγανάκτησης, και τους κάνει να ελπίζουν ότι μέσα από αυτή την κίνηση θα δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις στις αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις τους και στα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους;
Εκτιμώ ότι υπάρχουν τρεις κύριες κατηγορίες αγανακτισμένων πολιτών.
-Η πρώτη αποτελείται από αυτούς που έχουν αρχίσει να διαισθάνονται πως η κοινωνία αποκτά χαρακτηριστικά ζούγκλας, φοβούνται ότι μέσα σε μία ζούγκλα κανείς δεν θα ξέρει πότε θα έρθει η ώρα του, και γι’ αυτό εκφράζουν την αγανάκτησή τους προς αυτούς που θεωρούν υπαίτιους.
-Η δεύτερη αποτελείται από αυτούς που, εξ αιτίας της δεινής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα και των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί έναντι της τρόικας μέσα από τους όρους του μνημονίου, και πέρα από τα προβλήματα που συνεπάγονται η ανεργία και η περικοπή των εισοδημάτων, διαισθάνονται τον κίνδυνο, όχι μόνο να χαθεί η μπάλα (η προνομιακή σχέση που έλπιζε να έχει ο καθένας με την εκάστοτε εξουσία), αλλά και το ίδιο το γήπεδο (η δυνατότητα της εκάστοτε εξουσίας να ευνοεί την δημιουργία αυτών των προνομιακών σχέσεων), και γι’ αυτό εκφράζουν και αυτοί την αγανάκτησή των προς αυτούς που θεωρούν υπαίτιους.
-Η τρίτη, τέλος, κατηγορία αποτελείται από αυτούς που έχουν περάσει σε ένα ανώτερο στάδιο συνειδητοποίησης και είναι έτοιμοι να απαρνηθούν το εγώ και να επιλέξουν το εμείς, να πάψουν να παρασύρονται από το συναίσθημα και να αρχίσουν να οδηγούνται από τη λογική, να σταματήσουν να είναι πελάτες ενός σάπιου συστήματος και να γίνουν αξιοπρεπείς πολίτες μίας ευνομούμενης χώρας, να μη θέλουν να ζήσουν όπως επιθυμούν αλλά όπως μπορούν, να μην περιμένουν ένα ακόμη θαύμα αλλά να είναι έτοιμοι να δουλέψουν σκληρά για να πετύχουν τους στόχους των.
Στις δύο πρώτες κατηγορίες ισχύει το ότι πάντα φταίει κάποιος άλλος και επειδή αυτό είναι μόνο άρνηση που δεν συνοδεύεται από πρόταση, μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Στην τρίτη κατηγορία, υπάρχει αυτογνωσία και βούληση για θετική δράση. Όλες μας οι ελπίδες για μία αλλαγή προς το καλύτερο, ακουμπάνε σε αυτή, την τρίτη κατηγορία.
Το πολιτικό σύστημα, τώρα, τι κάνει, πώς αντιδρά;
Είναι βέβαια θλιβερό, και, από την άλλη πλευρά, αναμενόμενο, αλλά το πολιτικό σύστημα, βυθισμένο στον αυτισμό του και στη σιγουριά της, πέραν των νόμων που ισχύουν για τους υπόλοιπους Έλληνες, λειτουργίας του, συμπεριφέρεται λες και δεν έχει καταλάβει τίποτα. Οι εκπρόσωποί του μιλάνε για την απαξίωσή του και για τη χαμηλή εκτίμηση των πολιτών προς αυτό, σαν θεατές που κάνουν κριτική σε μία παράσταση που παρακολούθησαν και όχι αυτοκριτική σαν πρωταγωνιστές ενός άθλιου έργου για την ποιότητα του οποίου έχουν πλήρη συνείδηση. Και, ακόμη χειρότερα, κάποιοι προσπαθούν να ψελλίσουν δικαιολογίες του τύπου «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» ή «επειδή υπάρχουν λίγα μαύρα πρόβατα, δεν σημαίνει ότι και όλο το κοπάδι είναι μαύρο». Και, ακόμη πιο χειρότερα, μας προκαλούν με αναιδή λόγο του τύπου «ότι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό». Και το λένε αυτό αυτοί που ψηφίζουν τους ανήθικους νόμους που τους εξαιρούν, στην ουσία, από την κρίση της δικαιοσύνης, αυτοί που αν καμιά φορά κινδυνεύουν να πιαστούν στην τσιμπίδα, κλείνουν ανερυθρίαστα την βουλή πριν την ώρα της για να επέλθει παραγραφή και να μην τρέχει τίποτα. Και προκαλούν πια αγανάκτηση δηλώσεις όπως:
-«Μαζί τα φάγαμε». (Ναι, με την έννοια ότι μοιράστηκαν χρήματα εκεί που δεν έπρεπε, ή δεν ζητήθηκαν χρήματα από εκεί που έπρεπε. Αλλά το σε ποιους, πότε και πού δόθηκαν και το από ποιους, πότε και πού δεν ζητήθηκαν χρήματα, το πολιτικό σύστημα το αποφάσιζε, για τους δικούς του, όχι πάντοτε ανιδιοτελείς, λόγους).
-«Το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο». (Ναι, αλλά με τις παραγραφές και τις ασυλίες, σκιάχτηκε το κόκαλο για το πού θα φτάσει το μαχαίρι).
-«Οι ένοχοι θα λογοδοτήσουν». (Ναι, αλλά με τους ρυθμούς που λειτουργεί η δικαιοσύνη, είναι πιθανότερο για τους ενόχους να λογοδοτήσουν στον Πλάστη τους κατά τη Δευτέρα παρουσία, παρά στον φυσικό τους δικαστή).
(Υπάρχει ένα ερώτημα: τους εκπροσώπους μας στη Βουλή τους διαλέξαμε για να είναι διαφορετικοί από αυτό που είναι, και αν ναι, γιατί δεν διαλέξαμε κάποιους άλλους, καλύτερους;)
Θα μπορούσε βέβαια το πολιτικό σύστημα – και εδώ τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, γιατί αυτή έχει τη νομοθετική πρωτοβουλία – να κάνει την αυτοκριτική του στην πράξη και να προχωρήσει με γοργά βήματα σε θεσμικές αλλαγές που θα θεράπευαν πολλές από τις αμαρτίες του παρελθόντος. Αναφέρω επιγραμματικά μερικές:
- Νέος εκλογικός νόμος, με μεικτό σύστημα σταυρού και λίστας, και με μονοεδρικές περιφέρειες.
-Ένταξη των εγκλημάτων κατά του δημοσίου συμφέροντος, σε ειδική κατηγορία. Θα εκδικάζονται κατά προτεραιότητα, και θα τελεσιδικούν σε δώδεκα μήνες.
-Άρση της βουλευτικής ασυλίας για όλα τα αδικήματα. Όποιος βουλευτής πιστεύει ότι διώκεται για πολιτικούς λόγους θα προσφεύγει σε ειδικό δικαστήριο το ποίο θα αποφασίζει περί αυτού, μέσα σε τριάντα ημέρες.
-Άρση της παραγραφής των αδικημάτων που διεπράχθησαν από κυβερνητικά στελέχη. Οι υποθέσεις αυτής της κατηγορίας θα εκδικάζονται από την τακτική δικαιοσύνη.
-Έρευνα για το πόθεν έσχες όλων των μετασχόντων σε κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, από επιτροπή της Βουλής, ειδικής σύνθεσης, με ειδικές εξουσίες.
Δικαιολογίες του τύπου «οι εκλογικοί νόμοι ψηφίζονται λίγο πριν τις εκλογές», «αργεί ακόμη η αναθεώρηση του Συντάγματος», ή «προέχει η αποφυγή της πτώχευσης», δεν δείχνουν τίποτε άλλο από ατολμία σύγκρουσης με το παλιό το φθαρμένο, το σάπιο.
Το κίνημα των αγανακτισμένων πολιτών, είναι δύσκολο να έχει μέλλον, αλλά είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει το μέλλον. Είναι δύσκολο να έχει μέλλον γιατί όσο ωριμάζει θα αναδείχνονται οι αντιφάσεις του, θα απομαζικοποιείται και σε λίγο καιρό θα αποτελείται, κυρίως, από πολίτες της τρίτης από τις κατηγορίες που προανέφερα. Μπορεί όμως να επηρεάσει το μέλλον, αν προλάβει να διαμορφώσει προτάσεις πολιτικής συμπεριφοράς απέναντι στο παρωχημένο, πονηρό και επιβλαβές σημερινό πολιτικό σύστημα. Προτάσεις που να δίνουν απάντηση σε ερωτήματα, όπως:
-Συμμετοχή, ή αποχή;
-Μονοεδρικές, ή πολυεδρικές περιφέρειες;
-Ένας, ή περισσότεροι σταυροί;
-Προκριματικές εκλογές για επιλογή υποψηφίων, ή όχι;
-Γενικότερα κριτήρια επιλογής υποψηφίων βουλευτών.
-Αριθμός βουλευτών, τρόπος αποζημίωσής των και καθορισμός προνομίων των.
(Φυσικά, ο κατάλογος των προτάσεων δεν εξαντλείται με αυτές)
Το μεγαλύτερο όμως κέρδος που μπορεί να προκύψει από την κίνηση των αγανακτισμένων πολιτών είναι το ότι βρέθηκαν στους δρόμους, πολλοί μαζί και απέκτησαν, όσοι απέκτησαν, έστω και για λίγο, την αίσθηση ότι είναι ικανοί για κοινή δράση, ότι μπορούν να καθορίσουν (και όχι να απαιτήσουν ή να επαιτήσουν από άλλους) το μέλλον τους. Ίσως αυτό να αποδειχθεί το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα της φυλακής που έχει χτίσει ο καθένας μας για τον εαυτό του, προτάσσοντας το εγώ, κυνηγώντας το ανούσιο, προσπαθώντας να επιδιορθώσει και να εξωραΐσει το χθες, αντί να χτίσει το αύριο, του τόπου του και το δικό του. Η σοβαρή στάση, η ειρηνική μορφή, η αποφυγή «στημένων φάσεων» για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, η απεξάρτηση από το φαίνεσθαι και η αποστασιοποίηση από πάτρωνες και χορηγούς, εφ όσον διαρκέσουν, αποτελούν θετικά στοιχεία.
Θα δούμε.
Πολίτες που, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη ομάδα συμφερόντων, δεν συστεγάζονται σε ένα πολιτικό, επαγγελματικό, συνδικαλιστικό ή άλλο μαζικό χώρο, επικοινωνούν με τις δυνατότητες που τους δίνουν οι νέες τεχνολογίες και αποφασίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.
Ο λόγος τους είναι ακόμη αδιαμόρφωτος, χωρίς συγκεκριμένο σχήμα και περιεχόμενο και, βοηθούσης της διαστροφής, ανευθυνότητας και ιδιοτέλειας των Μ.Μ.Ε., ιδιαίτερα της τηλεόρασης, τα οποία θεωρούν είδηση μόνο ότι τυφλώνει τα μάτια και κουφαίνει τα αυτιά, όποιος παρακολουθεί τη δράση αυτού του κινήματος από την τηλεόραση, μένει με την εντύπωση ότι κάθε απόγευμα μαζεύονται στην πλατεία Συντάγματος μερικές χιλιάδες άνθρωποι για να μουντζώσουν το κτίριο της Βουλής και να φωνάξουν, εν χορώ, «κλέφτες- κλέφτες».
Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Ας δούμε, κατ’ αρχή, ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Με δεδομένο το μεγάλο πλήθος τους, είναι ασφαλές να εικάσουμε ότι μεταξύ τους βρίσκονται και άνθρωποι με εντελώς αντίθετα συμφέροντα.
-Βρίσκονται πολίτες αγανακτισμένοι με το κράτος για τη φοροδιαφυγή, και χειμαζόμενοι έμποροι αγανακτισμένοι με το κράτος γιατί δίνει κίνητρα στους πολίτες να ζητάνε αποδείξεις.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος συμβασιούχοι του δημοσίου γιατί δεν ανανεώθηκαν οι συμβάσεις τους, και αγανακτισμένοι με το κράτος πολίτες για τον διογκωμένο και σπάταλο δημόσιο τομέα.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος πολίτες γιατί αξιώνουν καλύτερες υπηρεσίες από τις Δ.Ε.Κ.Ο., και αγανακτισμένοι με το κράτος εργαζόμενοι στις Δ.Ε.Κ.Ο. γιατί πιστεύουν ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονται έχουν γίνει για να εξυπηρετούν, κυρίως, αυτούς.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος γονείς γιατί απαιτούν καλύτερη παιδεία, όλων των βαθμίδων, για τα παιδιά τους, και αγανακτισμένοι με το κράτος εκπαιδευτικοί γιατί ο εξορθολογισμός της λειτουργίας και η βελτίωση του περιεχομένου της παιδείας βλάπτει κάποια μικροσυμφέροντά τους.
-Βρίσκονται αγανακτισμένοι με το κράτος ασθενείς γιατί απαιτούν καλύτερη υγεία και φθηνότερα φάρμακα, και αγανακτισμένοι με το κράτος γιατροί και φαρμακοποιοί που βλέπουν την υγεία μόνο σαν μέσο πλουτισμού, πολλές φορές και παράνομου.
Ο κατάλογος των ομάδων αντικρουομένων συμφερόντων είναι πολύ μακρύς και δεν έχει νόημα να τον εξαντλήσουμε. Μπορούμε όμως να συμπεράνουμε, στατιστικά τουλάχιστον, ότι οι αγανακτισμένοι πολίτες, στην πλειονότητά τους, είναι και θύματα και θύτες, είναι δε αδύνατο να μην το γνωρίζουν αυτό.
Υπάρχει βέβαια και μία πολύ μεγάλη κατηγορία πολιτών, νέων κυρίως, που είναι αγανακτισμένοι γιατί τους έχει στερηθεί το δικαίωμα στο όνειρο και την ελπίδα, γιατί το μέλλον τους έχει υποθηκευθεί, γιατί ο ζωτικός τους χώρος έχει καταληφθεί.
Τι είναι όμως τότε αυτό που εξαλείφει τις αντιθέσεις όλων αυτών, τους ενώνει, στο επίπεδο τουλάχιστον της αγανάκτησης, και τους κάνει να ελπίζουν ότι μέσα από αυτή την κίνηση θα δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις στις αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις τους και στα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους;
Εκτιμώ ότι υπάρχουν τρεις κύριες κατηγορίες αγανακτισμένων πολιτών.
-Η πρώτη αποτελείται από αυτούς που έχουν αρχίσει να διαισθάνονται πως η κοινωνία αποκτά χαρακτηριστικά ζούγκλας, φοβούνται ότι μέσα σε μία ζούγκλα κανείς δεν θα ξέρει πότε θα έρθει η ώρα του, και γι’ αυτό εκφράζουν την αγανάκτησή τους προς αυτούς που θεωρούν υπαίτιους.
-Η δεύτερη αποτελείται από αυτούς που, εξ αιτίας της δεινής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα και των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί έναντι της τρόικας μέσα από τους όρους του μνημονίου, και πέρα από τα προβλήματα που συνεπάγονται η ανεργία και η περικοπή των εισοδημάτων, διαισθάνονται τον κίνδυνο, όχι μόνο να χαθεί η μπάλα (η προνομιακή σχέση που έλπιζε να έχει ο καθένας με την εκάστοτε εξουσία), αλλά και το ίδιο το γήπεδο (η δυνατότητα της εκάστοτε εξουσίας να ευνοεί την δημιουργία αυτών των προνομιακών σχέσεων), και γι’ αυτό εκφράζουν και αυτοί την αγανάκτησή των προς αυτούς που θεωρούν υπαίτιους.
-Η τρίτη, τέλος, κατηγορία αποτελείται από αυτούς που έχουν περάσει σε ένα ανώτερο στάδιο συνειδητοποίησης και είναι έτοιμοι να απαρνηθούν το εγώ και να επιλέξουν το εμείς, να πάψουν να παρασύρονται από το συναίσθημα και να αρχίσουν να οδηγούνται από τη λογική, να σταματήσουν να είναι πελάτες ενός σάπιου συστήματος και να γίνουν αξιοπρεπείς πολίτες μίας ευνομούμενης χώρας, να μη θέλουν να ζήσουν όπως επιθυμούν αλλά όπως μπορούν, να μην περιμένουν ένα ακόμη θαύμα αλλά να είναι έτοιμοι να δουλέψουν σκληρά για να πετύχουν τους στόχους των.
Στις δύο πρώτες κατηγορίες ισχύει το ότι πάντα φταίει κάποιος άλλος και επειδή αυτό είναι μόνο άρνηση που δεν συνοδεύεται από πρόταση, μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Στην τρίτη κατηγορία, υπάρχει αυτογνωσία και βούληση για θετική δράση. Όλες μας οι ελπίδες για μία αλλαγή προς το καλύτερο, ακουμπάνε σε αυτή, την τρίτη κατηγορία.
Το πολιτικό σύστημα, τώρα, τι κάνει, πώς αντιδρά;
Είναι βέβαια θλιβερό, και, από την άλλη πλευρά, αναμενόμενο, αλλά το πολιτικό σύστημα, βυθισμένο στον αυτισμό του και στη σιγουριά της, πέραν των νόμων που ισχύουν για τους υπόλοιπους Έλληνες, λειτουργίας του, συμπεριφέρεται λες και δεν έχει καταλάβει τίποτα. Οι εκπρόσωποί του μιλάνε για την απαξίωσή του και για τη χαμηλή εκτίμηση των πολιτών προς αυτό, σαν θεατές που κάνουν κριτική σε μία παράσταση που παρακολούθησαν και όχι αυτοκριτική σαν πρωταγωνιστές ενός άθλιου έργου για την ποιότητα του οποίου έχουν πλήρη συνείδηση. Και, ακόμη χειρότερα, κάποιοι προσπαθούν να ψελλίσουν δικαιολογίες του τύπου «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» ή «επειδή υπάρχουν λίγα μαύρα πρόβατα, δεν σημαίνει ότι και όλο το κοπάδι είναι μαύρο». Και, ακόμη πιο χειρότερα, μας προκαλούν με αναιδή λόγο του τύπου «ότι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό». Και το λένε αυτό αυτοί που ψηφίζουν τους ανήθικους νόμους που τους εξαιρούν, στην ουσία, από την κρίση της δικαιοσύνης, αυτοί που αν καμιά φορά κινδυνεύουν να πιαστούν στην τσιμπίδα, κλείνουν ανερυθρίαστα την βουλή πριν την ώρα της για να επέλθει παραγραφή και να μην τρέχει τίποτα. Και προκαλούν πια αγανάκτηση δηλώσεις όπως:
-«Μαζί τα φάγαμε». (Ναι, με την έννοια ότι μοιράστηκαν χρήματα εκεί που δεν έπρεπε, ή δεν ζητήθηκαν χρήματα από εκεί που έπρεπε. Αλλά το σε ποιους, πότε και πού δόθηκαν και το από ποιους, πότε και πού δεν ζητήθηκαν χρήματα, το πολιτικό σύστημα το αποφάσιζε, για τους δικούς του, όχι πάντοτε ανιδιοτελείς, λόγους).
-«Το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο». (Ναι, αλλά με τις παραγραφές και τις ασυλίες, σκιάχτηκε το κόκαλο για το πού θα φτάσει το μαχαίρι).
-«Οι ένοχοι θα λογοδοτήσουν». (Ναι, αλλά με τους ρυθμούς που λειτουργεί η δικαιοσύνη, είναι πιθανότερο για τους ενόχους να λογοδοτήσουν στον Πλάστη τους κατά τη Δευτέρα παρουσία, παρά στον φυσικό τους δικαστή).
(Υπάρχει ένα ερώτημα: τους εκπροσώπους μας στη Βουλή τους διαλέξαμε για να είναι διαφορετικοί από αυτό που είναι, και αν ναι, γιατί δεν διαλέξαμε κάποιους άλλους, καλύτερους;)
Θα μπορούσε βέβαια το πολιτικό σύστημα – και εδώ τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, γιατί αυτή έχει τη νομοθετική πρωτοβουλία – να κάνει την αυτοκριτική του στην πράξη και να προχωρήσει με γοργά βήματα σε θεσμικές αλλαγές που θα θεράπευαν πολλές από τις αμαρτίες του παρελθόντος. Αναφέρω επιγραμματικά μερικές:
- Νέος εκλογικός νόμος, με μεικτό σύστημα σταυρού και λίστας, και με μονοεδρικές περιφέρειες.
-Ένταξη των εγκλημάτων κατά του δημοσίου συμφέροντος, σε ειδική κατηγορία. Θα εκδικάζονται κατά προτεραιότητα, και θα τελεσιδικούν σε δώδεκα μήνες.
-Άρση της βουλευτικής ασυλίας για όλα τα αδικήματα. Όποιος βουλευτής πιστεύει ότι διώκεται για πολιτικούς λόγους θα προσφεύγει σε ειδικό δικαστήριο το ποίο θα αποφασίζει περί αυτού, μέσα σε τριάντα ημέρες.
-Άρση της παραγραφής των αδικημάτων που διεπράχθησαν από κυβερνητικά στελέχη. Οι υποθέσεις αυτής της κατηγορίας θα εκδικάζονται από την τακτική δικαιοσύνη.
-Έρευνα για το πόθεν έσχες όλων των μετασχόντων σε κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, από επιτροπή της Βουλής, ειδικής σύνθεσης, με ειδικές εξουσίες.
Δικαιολογίες του τύπου «οι εκλογικοί νόμοι ψηφίζονται λίγο πριν τις εκλογές», «αργεί ακόμη η αναθεώρηση του Συντάγματος», ή «προέχει η αποφυγή της πτώχευσης», δεν δείχνουν τίποτε άλλο από ατολμία σύγκρουσης με το παλιό το φθαρμένο, το σάπιο.
Το κίνημα των αγανακτισμένων πολιτών, είναι δύσκολο να έχει μέλλον, αλλά είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει το μέλλον. Είναι δύσκολο να έχει μέλλον γιατί όσο ωριμάζει θα αναδείχνονται οι αντιφάσεις του, θα απομαζικοποιείται και σε λίγο καιρό θα αποτελείται, κυρίως, από πολίτες της τρίτης από τις κατηγορίες που προανέφερα. Μπορεί όμως να επηρεάσει το μέλλον, αν προλάβει να διαμορφώσει προτάσεις πολιτικής συμπεριφοράς απέναντι στο παρωχημένο, πονηρό και επιβλαβές σημερινό πολιτικό σύστημα. Προτάσεις που να δίνουν απάντηση σε ερωτήματα, όπως:
-Συμμετοχή, ή αποχή;
-Μονοεδρικές, ή πολυεδρικές περιφέρειες;
-Ένας, ή περισσότεροι σταυροί;
-Προκριματικές εκλογές για επιλογή υποψηφίων, ή όχι;
-Γενικότερα κριτήρια επιλογής υποψηφίων βουλευτών.
-Αριθμός βουλευτών, τρόπος αποζημίωσής των και καθορισμός προνομίων των.
(Φυσικά, ο κατάλογος των προτάσεων δεν εξαντλείται με αυτές)
Το μεγαλύτερο όμως κέρδος που μπορεί να προκύψει από την κίνηση των αγανακτισμένων πολιτών είναι το ότι βρέθηκαν στους δρόμους, πολλοί μαζί και απέκτησαν, όσοι απέκτησαν, έστω και για λίγο, την αίσθηση ότι είναι ικανοί για κοινή δράση, ότι μπορούν να καθορίσουν (και όχι να απαιτήσουν ή να επαιτήσουν από άλλους) το μέλλον τους. Ίσως αυτό να αποδειχθεί το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα της φυλακής που έχει χτίσει ο καθένας μας για τον εαυτό του, προτάσσοντας το εγώ, κυνηγώντας το ανούσιο, προσπαθώντας να επιδιορθώσει και να εξωραΐσει το χθες, αντί να χτίσει το αύριο, του τόπου του και το δικό του. Η σοβαρή στάση, η ειρηνική μορφή, η αποφυγή «στημένων φάσεων» για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, η απεξάρτηση από το φαίνεσθαι και η αποστασιοποίηση από πάτρωνες και χορηγούς, εφ όσον διαρκέσουν, αποτελούν θετικά στοιχεία.
Θα δούμε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)