Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

ΥΙΟΘΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΚΤΟΝΙΕΣ


Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ' ανάψουνε τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα.

Πώς τα 'κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας, το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια, σαν βδέλλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα για μιά φασολάδα.

Πώς τα 'κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.

Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουν τις πύλες, να ρίχνουν τα τείχη, ν' αλλάζουνε τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η χώρα λιακάδα.

Πώς τα 'κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.


Νίκος Γκάτσος


1.

Στον τύπο της 23ης Ιουλίου διαβάσαμε ότι, μετά από πρόταση του προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, κ. Φίλιππου Πετσάλνικου, η οποία έγινε ομόφωνα δεκτή από όλα τα κόμματα, η Βουλή «υιοθετεί» τα παιδιά των μελών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας που έχασαν τη ζωή τους από δολοφονική ενέργεια, ή πτώση αεροπλάνου, ή στην προσπάθεια κατάσβεσης πυρκαγιάς.

Η ενέργεια αυτή είναι, κατ’ αρχή, σωστή, όσο αφορά στα παιδιά των νεκρών ενστόλων γιατί τους παρέχει ένα σεβαστό οικονομικό βοήθημα μέχρι την ενηλικίωσή τους, αρκεί να περιορίζεται σε αυτά που το έχουν αποδεδειγμένα ανάγκη. Και επειδή όλα τα φτωχά ορφανά έχουν ανάγκη, καλό θα ήταν να ίσχυε αυτή η αντιμετώπιση για όλα, μέσα από επίσημα προγράμματα κοινωνικής αντίληψης. Ο κ. Πρόεδρος της Βουλής όμως, φαίνεται να έχει συγκεκριμένες ευαισθησίες με τις οποίες συμφωνούν όλα τα κόμματα. Ο βουλευτής μάλιστα του ΣΥΡΙΖΑ κ. Λαφαζάνης ζήτησε να επεκταθεί η υιοθεσία και στα ορφανά θυμάτων εργατικών ατυχημάτων.

Το ερώτημα όμως που γεννιέται είναι άλλο. Οι δαπάνες αυτής της υιοθεσίας, από πού καλύπτονται; Από κρατήσεις στις αποδοχές των βουλευτών ή από τον προϋπολογισμό της Βουλής; Και αν ισχύει το πρώτο, έχει καλώς. Αν όμως, όπως πολύ φοβούμαι, δεν ισχύει, από ποια κονδύλια του προϋπολογισμού της Βουλής καλύπτονται; Σε ποια από τα εγκεκριμένα κονδύλια έγιναν περικοπές ώστε να εξασφαλισθεί το απαιτούμενο ποσό; Σίγουρα πάντως όχι από τα κονδύλια του τηλεοπτικού καναλιού της Βουλής, ή των αποδοχών του προσωπικού της. Και πάλι φοβούμαι ότι η απόφαση πάρθηκε χωρίς να έχει γίνει καμία σοβαρή προεργασία.

Κλείνοντας αυτό το μέρος, εκτιμώ ότι η Βουλή, σαν οικονομική μονάδα, είναι από τις πιο σπάταλες του ελληνικού κράτους και είναι , και για αυτό το λόγο, εκτεθειμένη στα μάτια του λαού. Αυτό που πρέπει να κάνει, άμεσα, είναι να προσλάβει μία ομάδα συμβούλων διεθνούς κύρους οι οποίοι θα εκπονήσουν ένα πρόγραμμα οικονομικής και διοικητικής αναδιάρθρωσής της ώστε να λειτουργεί σαν πρότυπο δημόσιας υπηρεσίας. Οι μέχρι τώρα πρόεδροι της Βουλής έχουν διακριθεί για την ευκολία με την οποία πέταγαν λεφτά από τα παράθυρα για να γίνουν αρεστοί στους συναδέλφους των Βουλευτές και για να χτίσουν το προσωπικό τους προφίλ. Ο τωρινός Πρόεδρος, αν και δεν έχει δώσει τέτοια δείγματα, ας φροντίσει να είναι αυτός που θα συμμαζέψει αυτά που σκόρπισαν οι προκάτοχοί του και να είναι σίγουρος ότι το όνομά του θα μείνει στην ιστορία.

2.

Σε παλαιότερη ανάρτησή μου (27-2-2011, «ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ; ΤΙ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ;») είχα εκφράσει τις απόψεις μου για το «κίνημα» άρνησης πληρωμής των διοδίων, η των εισιτηρίων στα λεωφορεία. Πίστευα και πιστεύω ότι είναι μία προσπάθεια κάλυψης, της τράκας, της υπεξαίρεσης εσόδων από το δημόσιο και της μετακύλησης κόστους στις πλάτες άλλων, που δεν φταίνε σε τίποτα, με ένα φτηνό και διάτρητο ιδεολογικό μανδύα.

Τις τελευταίες ημέρες, με τις κινητοποιήσεις των ιδιοκτητών ταξί, είδαμε ότι η κατάληψη και η, κατά την αντιεξουσιαστική ορολογία, «απαλλοτρίωση» των ταμείων των διοδίων, των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων, καθώς και ο αποκλεισμός των δρόμων, των λιμανιών και των αεροδρομίων, είναι νόμιμη, κατ’ αυτούς, μορφή αγώνα και διεκδίκησης της διατήρησης ενός φαύλου καθεστώτος. Οι ιδιοκτήτες των ταξί, από την απόκτηση της άδειας, μέχρι τη μεταβίβασή της, δηλαδή από την πρώτη μέρα που θα κάτσουν στο τιμόνι, μέχρι την τελευταία που θα το παρατήσουν, ασκούν το επάγγελμά τους αγνοώντας, αν όχι περιφρονώντας, στην πλειοψηφία τους, την κοινωνία.( Ο τρόπος που αποκτούν και μεταβιβάζουν τις άδειες τους, ο τρόπος που φορολογούνται, ο τρόπος που συμπεριφέρονται προς τους πελάτες τους, τους άλλους οδηγούς και τους πεζούς, έχουν δημιουργήσει στη συνείδηση των χρηστών των υπηρεσιών τους, και όχι μόνον, ένα πολύ αρνητικό πρότυπο. Για το λόγο αυτό άλλωστε αποτελούν και μία από τις λιγότερο συμπαθείς κατηγορίες επαγγελματιών).

Αποφάσισαν λοιπόν οι ιδιοκτήτες ταξί να τιμωρήσουν όλους τους Έλληνες, αλλά και όλους τους ξένους τουρίστες, δυσκολεύοντας τη ζωή τους και να στερήσουν τη χώρα τους, σε αυτήν ειδικά την οικονομική συγκυρία, από έσοδα για «να βρουν το δίκιο τους», το οποίο συνίσταται στην αποστέρηση του δικαιώματος κάθε άλλου να ασκήσει το επάγγελμά τους. Τα αποτελέσματα αυτού του «αγώνα» τα βιώνουμε όλοι τις τελευταίες ημέρες. Ο τουρισμός δέχεται ισχυρό πλήγμα, η χώρα διασύρεται για άλλη μία φορά, και, σε συνδυασμό με την αδυναμία της πολιτείας να επιβάλει την τήρηση του νόμου και να προστατεύσει τους πληττόμενους από την ανομία, κυριαρχεί η εντύπωση ανυπαρξίας του κράτους.

3.

Με τέτοιες συμπεριφορές Ελλήνων προς την Ελλάδα, είτε πρόκειται για «υιοθεσίες», είτε πρόκειται για «μητροκτονίες», δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση το ότι δύο ή τρεις Ευρωπαίοι ηγέτες ζητούν εμπράγματες εγγυήσεις προκειμένου να μας δανείσουν τα χρήματα των πολιτών τους. Θα έπρεπε να μας κάνει περισσότερη εντύπωση το ότι είναι μόνο δύο ή τρεις.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ, ΕΙΔΗΣΕΙΣ !!!

Αν η τηλεόραση, ιδιαίτερα η ιδιωτική, είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας, μιας κοινωνίας του δήθεν και της κατανάλωσης, της ημιμάθειας και του φόβου, της υπερβολής και της κλειδαρότρυπας, τότε, τα καλοκαιρινά προγράμματά της είναι όλα τα παραπάνω σε επανάληψη, αδυσώπητη, ανελέητη, ασύστολη.

Ο μόνος λόγος στη σιωπή της φλυαρίας, η μόνη φρεσκάδα στη μούχλα της επανάληψης, το μόνο πράσινο στην έρημο της μικρής οθόνης, είναι το δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ, στις εννέα το βράδυ, με τον Προκόπη Δούκα, ας είναι καλά ο άνθρωπος.

Δεν είναι ούτε καινούργιος, ούτε άγνωστος. Τον βλέπαμε για χρόνια στο βραδινό δελτίο της ΕΤ-1, τον ακούγαμε στις εκλεκτής ποιότητας και πολύ αγαπημένες μουσικές παραγωγές του στον Kosmos 93,6, τον απολαμβάνουμε στο http://prokopisdoukas.blogspot.com. Και κάθε φορά, μας κερδίζει η γλυκιά πραότητα της φωνής, η καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής, η νηφάλια προσέγγιση των θεμάτων, η συγκατάβαση ή η αντίρρηση, το χιούμορ ή η ειρωνεία, όπως επικοινωνούνται με τη γλώσσα ή/και τις εκφράσεις του προσώπου.

Με τον Προκόπη Δούκα, ακούμε ειδήσεις και, όταν τελειώνει το δελτίο, θυμόμαστε τι ακούσαμε. Γιατί στόχος του είναι η ανάδειξη της είδησης και όχι η προβολή του ίδιου. Φροντίδα του, η προβολή των σημαντικών στοιχείων της και όχι των, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εντυπωσιακών. Μέλημά του, η, όσο γίνεται, αντικειμενική παρουσίαση της επικαιρότητας, με τρόπο που να δίνεται η ευκαιρία στον τηλεθεατή να αντιληφθεί τι συμβαίνει, χωρίς να έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται σε ώρα μάχης στα χαρακώματα, σε ώρα δίκης στο εδώλιο του κατηγορούμενου, ή σε ώρα διεξαγωγής ποδοσφαιρικού αγώνα στην εξέδρα των οπαδών της θύρας 7, 13, ή 21.

Δεν είναι τυχαίο το ότι, όταν είναι επικεφαλής στο δελτίο των ειδήσεων, το ύφος και η αισθητική του επηρεάζουν θετικά τους δημοσιογράφους των επί μέρους ρεπορτάζ και αναδεικνύουν περισσότερο την, έτσι κι αλλιώς, καλή ποιότητά τους.

Με τον Προκόπη Δούκα φαίνεται αμέσως, πόσο άχρηστα είναι τα «παράθυρα», οι πολυμονόλογοι και το ανακριτικό ύφος του παρουσιαστή του δελτίου. Πόσο αποπροσανατολίζουν από την ουσία της είδησης, παρ’ όλο που πολλές φορές ανεβάζουν τα νούμερα στα μηχανάκια της τηλεθέασης, πόσο μικραίνουν τη μικρή οθόνη, πόσο μεγαλώνουν τη μικρότητα.

Φαίνεται όμως συνάμα, πόσο μπορεί να γλυκάνει και η πιο πικρή είδηση, χωρίς να αλλοιωθεί η ουσία και η αλήθεια της, με ένα μικρό, πολλές φορές μονολεκτικό, σχόλιο που την ακολουθεί, συνοδευόμενο από ένα χαμόγελο ή και ένα απλό σήκωμα του φρυδιού, καλοπροαίρετο, καλοδιάθετο, πράο.

Συμπέρασμα: Μετά από ένα δελτίο ειδήσεων με τον Προκόπη Δούκα, όχι μόνο γνωρίζουμε περισσότερο και καλύτερα την επικαιρότητα, αλλά μπορούμε να φάμε ήρεμα το βραδινό μας, να συζητήσουμε με την οικογένειά μας, να σκεφτούμε σοβαρά, να διαβάσουμε ένα βιβλίο ή να ακούσουμε μουσική, όλα με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Προκόπη, σε ευχαριστούμε.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

Τέλος της δεκαετίας του ’40, στην Αθήνα, στην Παλιά Σκοποβολή, μια γειτονιά κοντά στο νοσοκομείο του Συγγρού. Μένανε σε μία διώροφη μονοκατοικία, σε ένα νοικιασμένο διαμέρισμα , οι γονείς του, η αδελφή του κι’ αυτός. Οι χώροι τους, ένα υπνοδωμάτιο, μία σάλα κι ένα χωλ, με κοινόχρηστα καμπινέ, κουζίνα, αυλή και πλυσταριό. Παλιότερα είχαν άλλο ένα υπνοδωμάτιο, αλλά τους το ζήτησε ο σπιτονοικοκύρης για να φιλοξενήσει «ανταρτόπληκτους» συγγενείς του.

Αυτός, αδύνατος και φιλάσθενος, πέρναγε πιο πολλές ώρες μέσα στο σπίτι παρά στους δρόμους, όπως οι συνομήλικοί του, παίζοντας μόνος του, ή διαβάζοντας παιδικά βιβλία.

Από όταν θυμάται τον εαυτό του, του άρεσε πολύ η θάλασσα και το όνειρό του ήταν να γινόταν, όταν μεγάλωνε, καπετάνιος. Αιτία για την επιθυμία του και τροφή για τη φαντασία του ήταν οι ναυτικές πολεμικές ταινίες και οι ταινίες με πειρατές που έβλεπε με τον πατέρα του, τα «Κλασσικά εικονογραφημένα», καθώς και τα βιβλία με ναυτικές περιπέτειες που του αγόραζε η θεία του η Φωφώ. Άλλοτε σαν κυβερνήτης αντιτορπιλικού, άλλοτε σαν καπετάνιος πειρατικού, ή φαλαινοθηρικού, παρέα με τον Ναύκληρο Ρέντι, τον Κάπτεν Νέμο, τον Μπαρτ Λάνκαστερ, ή τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρντ, ψάχνοντας για χαμένους θησαυρούς, κυνηγωντας Γερμανούς, ή βουτώντας για γιούσουρι, ζούσε σε ένα κόσμο ονειρικό και ονειρεμένο, που τον αντιλαμβανόταν όπως ήθελε, τον όριζε όσο ήθελε και δεν άφηνε κανένα να του τον παραβιάσει. Βασίλειό του ήταν το χωλ του σπιτιού γιατί εκεί υπήρχαν, ένα μικρό, κίτρινο, ξύλινο τραπεζάκι που, μαζί με το καρεκλάκι του, αποτελούσαν το γραφείο του, ένα μεγάλο μπαούλο που, με την προσθήκη ενός ξύλινου κιβώτιου, για να μακραίνει και ενός στρώματος, αποτελούσε το κρεβάτι του και, το κυριότερο από όλα, η σόμπα του σπιτιού, μία μικρή μαύρη μαντεμένια σόμπα, πολύ χρήσιμη, γιατί, εκτός από το ότι τους ζέσταινε, εκεί ζεσταίνανε νερό για να κάνουν μπάνιο και εκεί καψαλίζανε ψωμί για το τσάι τους, ή ψήνανε κάστανα.

Όταν έλειπαν οι δικοί του από το σπίτι, ο πατέρας του δούλευε και τα απογεύματα, η μητέρα του «πεταγόταν» στη μητέρα της, δύο τετράγωνα πιο κάτω, και η αδελφή του, όλο και σε κάποια φίλη της θα είχε πάει, το όνειρο του καπετάνιου έπαιρνε σάρκα και οστά, η φαντασία γινόταν πραγματικότητα.

Και ήταν τόσο απλό!!

Πάνω στο μπαούλο – κρεβάτι, ανέβαζε το τραπεζάκι και το καρεκλάκι και είχε αμέσως το θάλαμο διακυβέρνησης.

Δίπλα, πάνω σε μία εταζέρα υπήρχε ένα ραδιόφωνο, που το είχε φτιάξει ο πατέρας του. Ένας πυκνωτής, ένα πηνίο, ένας κρύσταλλος χαλαζία με μία βελόνα, μια λυχνία και ένα μικρό μεγάφωνο, ήταν ότι περίπου χρειαζόταν για να ακούνε, μέσα από παράσιτα και σφυρίγματα, το Εθνικό Πρόγραμμα. Αυτό το πράγμα λοιπόν, ήταν ο ασύρματός του.

Η σόμπα ήταν, τι άλλο, η μηχανή του καραβιού του. Ένα παλιό περιοδικό, «Θησαυρός» ή «Ρομάντζο», και μερικά ξερά κλαράκια, που εύκολα τα εύρισκε κάτω από το καζάνι του πλυσταριού, ήταν τα καύσιμα που θα τον πήγαιναν μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου.

Τέλος, ήταν η στολή.

Είχε ναυτικά που του τα είχε ράψει η νόνα του.( Εκείνα τα χρόνια, ήταν συνηθισμένο για τα μικρά αγόρια να φοράνε, για καλά τους ρούχα, μία φορεσιά που έμοιαζε πολύ με τη στολή του ναύτη. Μπλε παντελόνι, μπλούζα με ναυτικό γιακά, κολαρίνα, κορδόνι, μπελαμάνα, μακριές άσπρες κάλτσες και λουστρίνια παπούτσια).

Και το ταξίδι άρχιζε.

Δεν είχε σημασία ο προορισμός, το είδος του καραβιού, ο σκοπός, η εποχή του χρόνου, οι καιρικές συνθήκες, η οποιαδήποτε άλλη παράμετρος που θα μπορούσε να καθορίσει την έκβασή του, γιατί όλα αυτά αλλάζανε πολλές φορές κατά τη διάρκειά του. Το σημαντικό ήταν να βρίσκεται ο εννιάχρονος καπετάνιος, με τη στολή του, στη γέφυρα – μπαούλο, τα καύσιμα - χαρτιά να καίνε στο μηχανοστάσιο – σόμπα, ο ασύρματος - ραδιοφωνάκι να λειτουργεί με παράσιτα και η φαντασία να είναι ελεύθερη να πάρει όποιο δρόμο της αρέσει.

Ακουγόταν θόρυβος αυτοκινήτου έξω από το σπίτι; Ήταν κάποιο άλλο καράβι με το οποίο συναντιόταν μεσοπέλαγα. Ακουγόταν η φωνή του παγοπώλη; Ήταν η ειδοποίηση κάποιου ναύτη ανεβασμένου στο μεσιανό κατάρτι για παρουσία παγόβουνου μπροστά τους. Δεν ακουγόταν τίποτα; Ακόμα καλύτερα, γιατί τότε ο μικρός καπετάνιος έδινε εντολές στον πρώτο μηχανικό, στις μηχανές και στο ναύτη, στο τιμόνι.

Όσο κρατούσε το ταξίδι, του άρεσε να έχει ανοιχτό το πορτάκι της σόμπας – μηχανοστάσιου και να παρακολουθεί τα χαρτιά που καίγονταν. Έβλεπε μέσα στις φλόγες τους σχήματα και φιγούρες που προσπαθούσε να τις εξηγήσει ή να τους δώσει κάποιο νόημα. Η φαντασία του τις έκανε να μοιάζουν, άλλοτε με κεφάλια ελαφιών, άλλοτε με ράχες δελφινιών και άλλοτε με νεράιδες που χορεύουν. Όταν το καύσιμο - χαρτί από τα παλιά περιοδικά έφτανε προς το τέλος του, οι φλόγες μίκραιναν και έμοιαζαν σαν να ντρέπονταν που δεν μπορούσαν να κρατήσουν άλλο. Κι αυτός, όταν δεν ήθελε να πάρει τέλος το ταξίδι, έκλεινε το πορτάκι και ξέχναγε ότι τα καύσιμα είχαν τελειώσει.

Έτσι κι αλλιώς όμως, το ταξίδι κάποια στιγμή τέλειωνε, με πιο συνηθισμένη αιτία το γυρισμό της μητέρας του ή της αδελφής του στο σπίτι. Με τη μητέρα του ήταν καλά, γιατί έμπαινε κι αυτή στο παιχνίδι. Τον … καλωσόριζε, ρωτούσε να μάθει πώς ήταν το ταξίδι του και, επειδή είχε καημό με την ανορεξία του, έβγαζε το συμπέρασμα πως μετά από ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν πολύ πεινασμένος και πήγαινε να του ετοιμάσει κάτι να φάει. Η προσέγγιση της αδελφής του ήταν κάπως διαφορετική. «Τι γίνεται βλαμμένο, ακόμη δεν το ‘καψες το σπίτι»; Ας είναι.

Σήμερα, ο μικρός καπετάνιος δεν είναι πια τόσο μικρός, άσε που ποτέ του δεν έγινε καπετάνιος. Η ζωή όμως και η δουλειά του το ‘φεραν να κάνει πολλά ταξίδια, σε χώρες φτωχές και χώρες πλούσιες, σε τόπους εξωτικούς και τόπους αναπτυγμένους. Ταξίδεψε με κάθε μέσο, σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της γης, μόνος ή με άλλους. Άλλα ταξίδια ήταν ωραία, άλλα όχι, το καθένα με τα κριτήριά του. Κανένα όμως δεν του έδωσε τη χαρά, την ικανοποίηση και την ευφροσύνη που του έδωσαν τα ταξίδια με καπετάνιο τον ίδιο, αδύνατο και αρρωστιάρη, στα εννιά του χρόνια, και με καράβι το χωλ του σπιτιού της οδού Ευφρονίου. Ψάχνοντας να βρει την αιτία, συνειδητοποίησε πως στα ταξίδια αυτά δεν υπήρχε ποτέ γυρισμός. Ήταν όλα ταξίδια πηγαιμού. Λες και το καράβι του μικρού καπετάνιου ήταν προορισμένο μόνο για να πηγαίνει, λες και ήταν το καράβι του ιπτάμενου Ολλανδού, καταραμένο να ταξιδεύει συνεχώς, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Πολύ αργότερα, όταν μεγάλωσε, έμαθε ότι, έτσι κι αλλιώς, κανένα ταξίδι δεν έχει επιστροφή, μιας και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, οι άνθρωποι και τα λιμάνια αλλάζουν διαρκώς, και η επιστροφή είναι μία ψευδαίσθηση, χρήσιμη μόνο γι αυτούς που προτιμάνε να έχουν ρίζες παρά να έχουν φτερά.

Τότε, ήταν ακόμα παιδί και τα παιδιά, ευτυχώς, έχουν ανάγκη μόνο από φτερά, γιατί τα παιδιά δεν γυρεύουν άλλοθι για την ατολμία τους. Τα παιδιά έχουν πολύ μικρό παρελθόν για να τα απασχολεί η δικαίωσή του. Τα παιδιά έχουν πολύ μεγάλο μέλλον για να τα ενδιαφέρει η ορθολογική αξιοποίησή του. Τα παιδιά έχουν πολύ περισσότερες εμπειρίες από γνώσεις γι αυτό, δεν φοβούνται μην αμφισβητηθούν. Τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να αγαπάνε παρά να τα αγαπάνε, γι αυτό είναι και πιο αληθινά.

Σήμερα όμως, δεν είναι πια παιδί. Θέλει ακόμα να ταξιδεύει, αλλά για κανένα λόγο δεν θέλει να είναι καπετάνιος. Κοιτάζει πιο πολύ πίσω παρά εμπρός, ξέρει πολλά αλλά δεν ξέρει πόσα από αυτά είναι σωστά, αγαπάει όλο και λιγότερους, θέλει να τον εκτιμούν και να τον υπολογίζουν και προτιμάει να έχει ρίζες παρά φτερά. Δεν κάνει ούτε για μούτσος. Ευτυχώς, δεν τα έχει ακόμα χαμένα, γι αυτό και αποφεύγει να κάνει τον έξυπνο και να δίνει συμβουλές στους μικρούς καπετάνιους και καπετάνισσες που ξέρει. Τους καμαρώνει, τους κουνάει το μαντήλι του και τους εύχεται καλό ταξίδι.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΒΙΑΣ

Μετά από κάθε επεισόδιο σύγκρουσης «κουκουλοφόρων» με τις αστυνομικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια μίας διαδήλωσης ή μίας πορείας, αρχίζει μία αποκαρδιωτικά κακόπιστη, ανεύθυνη και ανούσια συζήτηση που έχει σαν κύριο θέμα τη βαρβαρότητα, την ανικανότητα και τις προβοκάτσιες της αστυνομίας.

Είναι κακόπιστη γιατί τα πραγματικά γεγονότα δεν εκτίθενται ποτέ με τη σειρά, τη σημασία και το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό βάρος που τους αντιστοιχεί. Είναι ανεύθυνη γιατί η τελική εντύπωση που παραμένει είναι αυτή της σύγκρουσης κάποιων «νεαρών» με μία περίπου ανίκανη, βάρβαρη και προβοκατόρικη αστυνομία. Είναι, τέλος, ανούσια γιατί όχι μόνο δεν οδηγεί σε ενέργειες που θα βελτιώσουν τα πράγματα, αλλά, αντίθετα, η κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Μία συζήτηση όμως με τέτοια χαρακτηριστικά, μόνο σε καλό δεν μπορεί να οδηγήσει.

Σε αυτή τη συζήτηση το μόνο που αποκαλύπτεται κάθε φορά είναι οι σκοπιμότητες των ΜΜΕ και των πολιτικών κομμάτων, η αμηχανία της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης των σωμάτων ασφαλείας, η ανευθυνότητα και ανοησία διαφόρων επωνύμων «μαϊντανών» και η βροντερή απουσία των θεσμικών εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Πριν προχωρήσω, οφείλω να τονίσω ότι αναφέρομαι αποκλειστικά στην αντιμετώπιση από την αστυνομία, των στοιχείων που προβαίνουν σε εγκληματικές πράξεις και όχι των πολιτών που διαδηλώνουν ειρηνικά.

Η συζήτηση αυτή ξεκινάει πάντοτε από εντελώς λάθος βάση. Τα συγκρουόμενα μέρη δεν είναι οι «νεαροί», «αναρχικοί», «κουκουλοφόροι», κλπ, και τα ΜΑΤ, αλλά οι παραπάνω, και η ελληνική κοινωνία. Των Ελλήνων πολιτών τα κτίρια, τα αυτοκίνητα και τα καταστήματα καταστρέφονται και λεηλατούνται, της ελληνικής κοινωνίας εργαζόμενοι παραδίδονται, κατ’ επανάληψη, στις φλόγες, της ελληνικής πολιτείας τα όργανα τάξης βομβαρδίζονται με μολότοφ, μάρμαρα, πέτρες, ξύλα και ότι άλλο βρίσκουν μπροστά τους ή κουβαλάνε μαζί τους οι πρωταγωνιστές αυτής της αθλιότητας.

Πρόκειται λοιπόν για εγκληματίες, κάτι που κρύβεται επιμελώς, από αυτούς τους «προοδευτικούς»(!) που έχουν μείνει στην εποχή του εμφυλίου, από αυτούς τους γραφειοκράτες συνδικαλιστές που δεν μπορούν ούτε να δημιουργήσουν μαζικές εκδηλώσεις, ούτε, πολύ περισσότερο, να τις περιφρουρήσουν, από αυτούς τους δημοσιογράφους του τρίπτυχου «αίμα, σπέρμα, ψέμα» οι οποίοι προβάλλουν, κατά κύριο λόγο την άποψη αυτών που τους ξεφωνίζουν με το σύνθημα «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», από αυτούς τους βουλευτές που είτε τους χαϊδεύουν, είτε τους φοβούνται και, τέλος, από αυτόν τον ακαδημαϊκό κόσμο που, στην πλειοψηφία του, τους αντιμετωπίζει, είτε σαν ψηφοφόρους, είτε σαν απειλή.

Όποιος, σε κάθε τέτοια συζήτηση, δεν ξεκινάει με την απερίφραστη καταγγελία και αποδοκιμασία όσων εγκληματικών στοιχείων κρύβονται πίσω από τις κουκούλες, τις μάσκες και τις κάσκες, με τις βαριοπούλες, τα καπνογόνα και τις μολότοφ στα σακίδια και με τα λάβαρα-ρόπαλα στα χέρια, καταλήγει να είναι αντικειμενικά, από ανοησία, ανευθυνότητα, φόβο ή σκοπιμότητα, υποστηρικτής τους.

Στα κράτη δικαίου, η εγκληματικότητα μπορεί να διαιρείται σε διάφορες κατηγορίες, και να αντιμετωπίζεται ανάλογα, αλλά, πάντως, αντιμετωπίζεται, τις πιο πολλές φορές αποτελεσματικά. Στον τόπο μας, όταν πρόκειται για την εγκληματικότητα για την οποία συζητάμε, δεν αντιμετωπίζεται από την πολιτεία, δεν απομονώνεται από την κοινωνία, κανακεύεται από κάποιους ανεγκέφαλους «διανοητές» και καιροσκόπους πολιτικούς και, τελικά, παίρνει συγχωροχάρτι. Όσο για τη θεωρία περί των «αναρχικών» οι οποίοι, υποτίθεται ότι, πρωταγωνιστούν στα επεισόδια, οι στόχοι και οι πρακτικές των πρωταγωνιστών δεν έχουν μεγάλη σχέση με την αναρχία. Πιο πολύ θυμίζουν φανατικούς κάποιας σέχτας που «θέλουν τα πάντα» και επειδή ο μόνος εύκολος τρόπος να κατακτήσει κανείς τα πάντα, είναι να μετατρέψει «τα πάντα» σε «τίποτα», αυτό προσπαθούν να κάνουν.

Σίγουρα και πρέπει να αναλυθούν και να ερμηνευθούν αυτές οι εγκληματικές συμπεριφορές αλλά οι άνδρες των ΜΑΤ δεν είναι ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί ή εξομολόγοι. Με την εκπαίδευση που τους προσφέρεται, τα μέσα που τους παρέχονται και τις εντολές που τους δίνονται, προσπαθούν να προστατεύσουν βασικές ελευθερίες των πολιτών. Επαναλαμβάνω, γιατί δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε, ότι δεν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ εγκληματιών και ΜΑΤ, αλλά επίθεση εγκληματιών κατά της κοινωνίας και απόπειρα απόκρουσής των από αυτούς που ο θεσμικός τους ρόλος είναι η προστασία των πολιτών. Η κριτική λοιπόν της δράσης των δυνάμεων καταστολής (και είναι καιρός να αποφορτίσουμε τη λέξη καταστολή από αρνητικές φορτίσεις γιατί και η καταστολή μπορεί να είναι ένα από τα εργαλεία προστασίας της δημοκρατίας), πρέπει να γίνεται στο τετράπτυχο, στόχοι, μέσα, μέθοδοι, αποτέλεσμα και να μην αναλώνεται στην ανεύθυνη, ανέξοδη και αδιέξοδη καταγγελία.

Και λίγα για την αστυνομική βία:

Γιατί, όταν ένας αστυνομικός, αντιμετωπίζοντας ένα ληστή ή ένα τρομοκράτη και ευρισκόμενος σε άμυνα,νομιμοποιείται να ασκήσει βία, ενώ όταν αντιμετωπίζει έναν εγκληματία που, κατά τη διάρκεια μίας ειρηνικής διαδήλωσης, προσπαθεί να τον τραυματίσει ή και να τον σκοτώσει, να καταστρέψει δημόσια ή ιδιωτική περιουσία και να αναστατώσει την κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης, πρέπει να του προσφέρει τριαντάφυλλα;

Τι σημαίνει υπερβολική χρήση χημικών; Όταν οι διαδηλωτές, επειδή δεν μπορούν ή δεν θέλουν να περιφρουρήσουν τις πορείες τους, αφήνουν εγκληματίες να παρεισφρέουν και να κρύβονται ανάμεσά τους, πως θα μπορέσει η αστυνομία να τους απομονώσει και να τους εξουδετερώσει;

Γιατί το οπτικό υλικό των ΜΜΕ δεν περιλαμβάνει ποτέ επιθέσεις κουκουλοφόρων κατά αστυνομικών; Όλοι όσοι συμμετέχουν σε διαδηλώσεις ξέρουν ότι υπάρχουν και τέτοιες, και όλοι επίσης ξέρουν ότι τα τηλεοπτικά και φωτογραφικά συνεργεία για λόγους προσωπικής τους ασφάλειας δουλεύουν πάντα πίσω από τους αστυνομικούς και ποτέ πίσω από τους κουκουλοφόρους, παριστάνοντας έτσι τους «πολεμικούς ανταποκριτές», εκ του ασφαλούς.

Τα ερωτήματα όμως που ζητούν απάντηση είναι απλά: Είναι η αστυνομία αποτελεσματική; Υπακούει στις εντολές της φυσικής της ηγεσίας; Προβαίνει σε ενέργειες πέραν των εντολών της πολιτικής της ηγεσίας; Ενεργεί, ενίοτε, σαν προβοκάτορας; Υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες της αστυνομίας με την ακροδεξιά;
Για όλα αυτά, υπάρχουν απαντήσεις, περισσότερες της μίας για το κάθε ένα, και η κάθε μία εξαρτάται από τις γνώσεις, την αντικειμενικότητα και τις προκαταλήψεις αυτού που την δίνει. Θα πρέπει, άμεσα, η απάντηση να δοθεί από το υπουργείο προστασίας του πολίτη, και η απάντηση αυτή να είναι ολοκληρωμένη, τεκμηριωμένη και να πείθει.

Το μεγάλο όμως ερωτηματικό που βασανίζει κάθε υπεύθυνο πολίτη, είναι ένα: Γιατί η αστυνομία, μόνη της ή σε συνεργασία με άλλες κρατικές υπηρεσίες, δεν μπορεί να καταστρώσει ένα αποτελεσματικό σχέδιο περιορισμού του φαινομένου της δράσης εγκληματικών στοιχείων κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να αποκαταστήσει την πίστη των πολιτών στην δημοκρατική λειτουργία της; Γιατί, κακά τα ψέματα, όλο και πιο λίγοι πιστεύουν ότι δεν μπορεί. Και αν αυτό, το ότι δεν μπορεί, είναι αλήθεια, τα πράγματα είναι άσχημα. Αν όμως είναι ψέμα, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα.