Τέλος της δεκαετίας του ’40, στην Αθήνα, στην Παλιά Σκοποβολή, μια γειτονιά κοντά στο νοσοκομείο του Συγγρού. Μένανε σε μία διώροφη μονοκατοικία, σε ένα νοικιασμένο διαμέρισμα , οι γονείς του, η αδελφή του κι’ αυτός. Οι χώροι τους, ένα υπνοδωμάτιο, μία σάλα κι ένα χωλ, με κοινόχρηστα καμπινέ, κουζίνα, αυλή και πλυσταριό. Παλιότερα είχαν άλλο ένα υπνοδωμάτιο, αλλά τους το ζήτησε ο σπιτονοικοκύρης για να φιλοξενήσει «ανταρτόπληκτους» συγγενείς του.
Αυτός, αδύνατος και φιλάσθενος, πέρναγε πιο πολλές ώρες μέσα στο σπίτι παρά στους δρόμους, όπως οι συνομήλικοί του, παίζοντας μόνος του, ή διαβάζοντας παιδικά βιβλία.
Από όταν θυμάται τον εαυτό του, του άρεσε πολύ η θάλασσα και το όνειρό του ήταν να γινόταν, όταν μεγάλωνε, καπετάνιος. Αιτία για την επιθυμία του και τροφή για τη φαντασία του ήταν οι ναυτικές πολεμικές ταινίες και οι ταινίες με πειρατές που έβλεπε με τον πατέρα του, τα «Κλασσικά εικονογραφημένα», καθώς και τα βιβλία με ναυτικές περιπέτειες που του αγόραζε η θεία του η Φωφώ. Άλλοτε σαν κυβερνήτης αντιτορπιλικού, άλλοτε σαν καπετάνιος πειρατικού, ή φαλαινοθηρικού, παρέα με τον Ναύκληρο Ρέντι, τον Κάπτεν Νέμο, τον Μπαρτ Λάνκαστερ, ή τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρντ, ψάχνοντας για χαμένους θησαυρούς, κυνηγωντας Γερμανούς, ή βουτώντας για γιούσουρι, ζούσε σε ένα κόσμο ονειρικό και ονειρεμένο, που τον αντιλαμβανόταν όπως ήθελε, τον όριζε όσο ήθελε και δεν άφηνε κανένα να του τον παραβιάσει. Βασίλειό του ήταν το χωλ του σπιτιού γιατί εκεί υπήρχαν, ένα μικρό, κίτρινο, ξύλινο τραπεζάκι που, μαζί με το καρεκλάκι του, αποτελούσαν το γραφείο του, ένα μεγάλο μπαούλο που, με την προσθήκη ενός ξύλινου κιβώτιου, για να μακραίνει και ενός στρώματος, αποτελούσε το κρεβάτι του και, το κυριότερο από όλα, η σόμπα του σπιτιού, μία μικρή μαύρη μαντεμένια σόμπα, πολύ χρήσιμη, γιατί, εκτός από το ότι τους ζέσταινε, εκεί ζεσταίνανε νερό για να κάνουν μπάνιο και εκεί καψαλίζανε ψωμί για το τσάι τους, ή ψήνανε κάστανα.
Όταν έλειπαν οι δικοί του από το σπίτι, ο πατέρας του δούλευε και τα απογεύματα, η μητέρα του «πεταγόταν» στη μητέρα της, δύο τετράγωνα πιο κάτω, και η αδελφή του, όλο και σε κάποια φίλη της θα είχε πάει, το όνειρο του καπετάνιου έπαιρνε σάρκα και οστά, η φαντασία γινόταν πραγματικότητα.
Και ήταν τόσο απλό!!
Πάνω στο μπαούλο – κρεβάτι, ανέβαζε το τραπεζάκι και το καρεκλάκι και είχε αμέσως το θάλαμο διακυβέρνησης.
Δίπλα, πάνω σε μία εταζέρα υπήρχε ένα ραδιόφωνο, που το είχε φτιάξει ο πατέρας του. Ένας πυκνωτής, ένα πηνίο, ένας κρύσταλλος χαλαζία με μία βελόνα, μια λυχνία και ένα μικρό μεγάφωνο, ήταν ότι περίπου χρειαζόταν για να ακούνε, μέσα από παράσιτα και σφυρίγματα, το Εθνικό Πρόγραμμα. Αυτό το πράγμα λοιπόν, ήταν ο ασύρματός του.
Η σόμπα ήταν, τι άλλο, η μηχανή του καραβιού του. Ένα παλιό περιοδικό, «Θησαυρός» ή «Ρομάντζο», και μερικά ξερά κλαράκια, που εύκολα τα εύρισκε κάτω από το καζάνι του πλυσταριού, ήταν τα καύσιμα που θα τον πήγαιναν μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου.
Τέλος, ήταν η στολή.
Είχε ναυτικά που του τα είχε ράψει η νόνα του.( Εκείνα τα χρόνια, ήταν συνηθισμένο για τα μικρά αγόρια να φοράνε, για καλά τους ρούχα, μία φορεσιά που έμοιαζε πολύ με τη στολή του ναύτη. Μπλε παντελόνι, μπλούζα με ναυτικό γιακά, κολαρίνα, κορδόνι, μπελαμάνα, μακριές άσπρες κάλτσες και λουστρίνια παπούτσια).
Και το ταξίδι άρχιζε.
Δεν είχε σημασία ο προορισμός, το είδος του καραβιού, ο σκοπός, η εποχή του χρόνου, οι καιρικές συνθήκες, η οποιαδήποτε άλλη παράμετρος που θα μπορούσε να καθορίσει την έκβασή του, γιατί όλα αυτά αλλάζανε πολλές φορές κατά τη διάρκειά του. Το σημαντικό ήταν να βρίσκεται ο εννιάχρονος καπετάνιος, με τη στολή του, στη γέφυρα – μπαούλο, τα καύσιμα - χαρτιά να καίνε στο μηχανοστάσιο – σόμπα, ο ασύρματος - ραδιοφωνάκι να λειτουργεί με παράσιτα και η φαντασία να είναι ελεύθερη να πάρει όποιο δρόμο της αρέσει.
Ακουγόταν θόρυβος αυτοκινήτου έξω από το σπίτι; Ήταν κάποιο άλλο καράβι με το οποίο συναντιόταν μεσοπέλαγα. Ακουγόταν η φωνή του παγοπώλη; Ήταν η ειδοποίηση κάποιου ναύτη ανεβασμένου στο μεσιανό κατάρτι για παρουσία παγόβουνου μπροστά τους. Δεν ακουγόταν τίποτα; Ακόμα καλύτερα, γιατί τότε ο μικρός καπετάνιος έδινε εντολές στον πρώτο μηχανικό, στις μηχανές και στο ναύτη, στο τιμόνι.
Όσο κρατούσε το ταξίδι, του άρεσε να έχει ανοιχτό το πορτάκι της σόμπας – μηχανοστάσιου και να παρακολουθεί τα χαρτιά που καίγονταν. Έβλεπε μέσα στις φλόγες τους σχήματα και φιγούρες που προσπαθούσε να τις εξηγήσει ή να τους δώσει κάποιο νόημα. Η φαντασία του τις έκανε να μοιάζουν, άλλοτε με κεφάλια ελαφιών, άλλοτε με ράχες δελφινιών και άλλοτε με νεράιδες που χορεύουν. Όταν το καύσιμο - χαρτί από τα παλιά περιοδικά έφτανε προς το τέλος του, οι φλόγες μίκραιναν και έμοιαζαν σαν να ντρέπονταν που δεν μπορούσαν να κρατήσουν άλλο. Κι αυτός, όταν δεν ήθελε να πάρει τέλος το ταξίδι, έκλεινε το πορτάκι και ξέχναγε ότι τα καύσιμα είχαν τελειώσει.
Έτσι κι αλλιώς όμως, το ταξίδι κάποια στιγμή τέλειωνε, με πιο συνηθισμένη αιτία το γυρισμό της μητέρας του ή της αδελφής του στο σπίτι. Με τη μητέρα του ήταν καλά, γιατί έμπαινε κι αυτή στο παιχνίδι. Τον … καλωσόριζε, ρωτούσε να μάθει πώς ήταν το ταξίδι του και, επειδή είχε καημό με την ανορεξία του, έβγαζε το συμπέρασμα πως μετά από ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν πολύ πεινασμένος και πήγαινε να του ετοιμάσει κάτι να φάει. Η προσέγγιση της αδελφής του ήταν κάπως διαφορετική. «Τι γίνεται βλαμμένο, ακόμη δεν το ‘καψες το σπίτι»; Ας είναι.
Σήμερα, ο μικρός καπετάνιος δεν είναι πια τόσο μικρός, άσε που ποτέ του δεν έγινε καπετάνιος. Η ζωή όμως και η δουλειά του το ‘φεραν να κάνει πολλά ταξίδια, σε χώρες φτωχές και χώρες πλούσιες, σε τόπους εξωτικούς και τόπους αναπτυγμένους. Ταξίδεψε με κάθε μέσο, σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της γης, μόνος ή με άλλους. Άλλα ταξίδια ήταν ωραία, άλλα όχι, το καθένα με τα κριτήριά του. Κανένα όμως δεν του έδωσε τη χαρά, την ικανοποίηση και την ευφροσύνη που του έδωσαν τα ταξίδια με καπετάνιο τον ίδιο, αδύνατο και αρρωστιάρη, στα εννιά του χρόνια, και με καράβι το χωλ του σπιτιού της οδού Ευφρονίου. Ψάχνοντας να βρει την αιτία, συνειδητοποίησε πως στα ταξίδια αυτά δεν υπήρχε ποτέ γυρισμός. Ήταν όλα ταξίδια πηγαιμού. Λες και το καράβι του μικρού καπετάνιου ήταν προορισμένο μόνο για να πηγαίνει, λες και ήταν το καράβι του ιπτάμενου Ολλανδού, καταραμένο να ταξιδεύει συνεχώς, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Πολύ αργότερα, όταν μεγάλωσε, έμαθε ότι, έτσι κι αλλιώς, κανένα ταξίδι δεν έχει επιστροφή, μιας και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, οι άνθρωποι και τα λιμάνια αλλάζουν διαρκώς, και η επιστροφή είναι μία ψευδαίσθηση, χρήσιμη μόνο γι αυτούς που προτιμάνε να έχουν ρίζες παρά να έχουν φτερά.
Τότε, ήταν ακόμα παιδί και τα παιδιά, ευτυχώς, έχουν ανάγκη μόνο από φτερά, γιατί τα παιδιά δεν γυρεύουν άλλοθι για την ατολμία τους. Τα παιδιά έχουν πολύ μικρό παρελθόν για να τα απασχολεί η δικαίωσή του. Τα παιδιά έχουν πολύ μεγάλο μέλλον για να τα ενδιαφέρει η ορθολογική αξιοποίησή του. Τα παιδιά έχουν πολύ περισσότερες εμπειρίες από γνώσεις γι αυτό, δεν φοβούνται μην αμφισβητηθούν. Τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να αγαπάνε παρά να τα αγαπάνε, γι αυτό είναι και πιο αληθινά.
Σήμερα όμως, δεν είναι πια παιδί. Θέλει ακόμα να ταξιδεύει, αλλά για κανένα λόγο δεν θέλει να είναι καπετάνιος. Κοιτάζει πιο πολύ πίσω παρά εμπρός, ξέρει πολλά αλλά δεν ξέρει πόσα από αυτά είναι σωστά, αγαπάει όλο και λιγότερους, θέλει να τον εκτιμούν και να τον υπολογίζουν και προτιμάει να έχει ρίζες παρά φτερά. Δεν κάνει ούτε για μούτσος. Ευτυχώς, δεν τα έχει ακόμα χαμένα, γι αυτό και αποφεύγει να κάνει τον έξυπνο και να δίνει συμβουλές στους μικρούς καπετάνιους και καπετάνισσες που ξέρει. Τους καμαρώνει, τους κουνάει το μαντήλι του και τους εύχεται καλό ταξίδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου