Μετά από κάθε επεισόδιο σύγκρουσης «κουκουλοφόρων» με τις αστυνομικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια μίας διαδήλωσης ή μίας πορείας, αρχίζει μία αποκαρδιωτικά κακόπιστη, ανεύθυνη και ανούσια συζήτηση που έχει σαν κύριο θέμα τη βαρβαρότητα, την ανικανότητα και τις προβοκάτσιες της αστυνομίας.
Είναι κακόπιστη γιατί τα πραγματικά γεγονότα δεν εκτίθενται ποτέ με τη σειρά, τη σημασία και το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό βάρος που τους αντιστοιχεί. Είναι ανεύθυνη γιατί η τελική εντύπωση που παραμένει είναι αυτή της σύγκρουσης κάποιων «νεαρών» με μία περίπου ανίκανη, βάρβαρη και προβοκατόρικη αστυνομία. Είναι, τέλος, ανούσια γιατί όχι μόνο δεν οδηγεί σε ενέργειες που θα βελτιώσουν τα πράγματα, αλλά, αντίθετα, η κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Μία συζήτηση όμως με τέτοια χαρακτηριστικά, μόνο σε καλό δεν μπορεί να οδηγήσει.
Σε αυτή τη συζήτηση το μόνο που αποκαλύπτεται κάθε φορά είναι οι σκοπιμότητες των ΜΜΕ και των πολιτικών κομμάτων, η αμηχανία της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης των σωμάτων ασφαλείας, η ανευθυνότητα και ανοησία διαφόρων επωνύμων «μαϊντανών» και η βροντερή απουσία των θεσμικών εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.
Πριν προχωρήσω, οφείλω να τονίσω ότι αναφέρομαι αποκλειστικά στην αντιμετώπιση από την αστυνομία, των στοιχείων που προβαίνουν σε εγκληματικές πράξεις και όχι των πολιτών που διαδηλώνουν ειρηνικά.
Η συζήτηση αυτή ξεκινάει πάντοτε από εντελώς λάθος βάση. Τα συγκρουόμενα μέρη δεν είναι οι «νεαροί», «αναρχικοί», «κουκουλοφόροι», κλπ, και τα ΜΑΤ, αλλά οι παραπάνω, και η ελληνική κοινωνία. Των Ελλήνων πολιτών τα κτίρια, τα αυτοκίνητα και τα καταστήματα καταστρέφονται και λεηλατούνται, της ελληνικής κοινωνίας εργαζόμενοι παραδίδονται, κατ’ επανάληψη, στις φλόγες, της ελληνικής πολιτείας τα όργανα τάξης βομβαρδίζονται με μολότοφ, μάρμαρα, πέτρες, ξύλα και ότι άλλο βρίσκουν μπροστά τους ή κουβαλάνε μαζί τους οι πρωταγωνιστές αυτής της αθλιότητας.
Πρόκειται λοιπόν για εγκληματίες, κάτι που κρύβεται επιμελώς, από αυτούς τους «προοδευτικούς»(!) που έχουν μείνει στην εποχή του εμφυλίου, από αυτούς τους γραφειοκράτες συνδικαλιστές που δεν μπορούν ούτε να δημιουργήσουν μαζικές εκδηλώσεις, ούτε, πολύ περισσότερο, να τις περιφρουρήσουν, από αυτούς τους δημοσιογράφους του τρίπτυχου «αίμα, σπέρμα, ψέμα» οι οποίοι προβάλλουν, κατά κύριο λόγο την άποψη αυτών που τους ξεφωνίζουν με το σύνθημα «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», από αυτούς τους βουλευτές που είτε τους χαϊδεύουν, είτε τους φοβούνται και, τέλος, από αυτόν τον ακαδημαϊκό κόσμο που, στην πλειοψηφία του, τους αντιμετωπίζει, είτε σαν ψηφοφόρους, είτε σαν απειλή.
Όποιος, σε κάθε τέτοια συζήτηση, δεν ξεκινάει με την απερίφραστη καταγγελία και αποδοκιμασία όσων εγκληματικών στοιχείων κρύβονται πίσω από τις κουκούλες, τις μάσκες και τις κάσκες, με τις βαριοπούλες, τα καπνογόνα και τις μολότοφ στα σακίδια και με τα λάβαρα-ρόπαλα στα χέρια, καταλήγει να είναι αντικειμενικά, από ανοησία, ανευθυνότητα, φόβο ή σκοπιμότητα, υποστηρικτής τους.
Στα κράτη δικαίου, η εγκληματικότητα μπορεί να διαιρείται σε διάφορες κατηγορίες, και να αντιμετωπίζεται ανάλογα, αλλά, πάντως, αντιμετωπίζεται, τις πιο πολλές φορές αποτελεσματικά. Στον τόπο μας, όταν πρόκειται για την εγκληματικότητα για την οποία συζητάμε, δεν αντιμετωπίζεται από την πολιτεία, δεν απομονώνεται από την κοινωνία, κανακεύεται από κάποιους ανεγκέφαλους «διανοητές» και καιροσκόπους πολιτικούς και, τελικά, παίρνει συγχωροχάρτι. Όσο για τη θεωρία περί των «αναρχικών» οι οποίοι, υποτίθεται ότι, πρωταγωνιστούν στα επεισόδια, οι στόχοι και οι πρακτικές των πρωταγωνιστών δεν έχουν μεγάλη σχέση με την αναρχία. Πιο πολύ θυμίζουν φανατικούς κάποιας σέχτας που «θέλουν τα πάντα» και επειδή ο μόνος εύκολος τρόπος να κατακτήσει κανείς τα πάντα, είναι να μετατρέψει «τα πάντα» σε «τίποτα», αυτό προσπαθούν να κάνουν.
Σίγουρα και πρέπει να αναλυθούν και να ερμηνευθούν αυτές οι εγκληματικές συμπεριφορές αλλά οι άνδρες των ΜΑΤ δεν είναι ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί ή εξομολόγοι. Με την εκπαίδευση που τους προσφέρεται, τα μέσα που τους παρέχονται και τις εντολές που τους δίνονται, προσπαθούν να προστατεύσουν βασικές ελευθερίες των πολιτών. Επαναλαμβάνω, γιατί δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε, ότι δεν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ εγκληματιών και ΜΑΤ, αλλά επίθεση εγκληματιών κατά της κοινωνίας και απόπειρα απόκρουσής των από αυτούς που ο θεσμικός τους ρόλος είναι η προστασία των πολιτών. Η κριτική λοιπόν της δράσης των δυνάμεων καταστολής (και είναι καιρός να αποφορτίσουμε τη λέξη καταστολή από αρνητικές φορτίσεις γιατί και η καταστολή μπορεί να είναι ένα από τα εργαλεία προστασίας της δημοκρατίας), πρέπει να γίνεται στο τετράπτυχο, στόχοι, μέσα, μέθοδοι, αποτέλεσμα και να μην αναλώνεται στην ανεύθυνη, ανέξοδη και αδιέξοδη καταγγελία.
Και λίγα για την αστυνομική βία:
Γιατί, όταν ένας αστυνομικός, αντιμετωπίζοντας ένα ληστή ή ένα τρομοκράτη και ευρισκόμενος σε άμυνα,νομιμοποιείται να ασκήσει βία, ενώ όταν αντιμετωπίζει έναν εγκληματία που, κατά τη διάρκεια μίας ειρηνικής διαδήλωσης, προσπαθεί να τον τραυματίσει ή και να τον σκοτώσει, να καταστρέψει δημόσια ή ιδιωτική περιουσία και να αναστατώσει την κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης, πρέπει να του προσφέρει τριαντάφυλλα;
Τι σημαίνει υπερβολική χρήση χημικών; Όταν οι διαδηλωτές, επειδή δεν μπορούν ή δεν θέλουν να περιφρουρήσουν τις πορείες τους, αφήνουν εγκληματίες να παρεισφρέουν και να κρύβονται ανάμεσά τους, πως θα μπορέσει η αστυνομία να τους απομονώσει και να τους εξουδετερώσει;
Γιατί το οπτικό υλικό των ΜΜΕ δεν περιλαμβάνει ποτέ επιθέσεις κουκουλοφόρων κατά αστυνομικών; Όλοι όσοι συμμετέχουν σε διαδηλώσεις ξέρουν ότι υπάρχουν και τέτοιες, και όλοι επίσης ξέρουν ότι τα τηλεοπτικά και φωτογραφικά συνεργεία για λόγους προσωπικής τους ασφάλειας δουλεύουν πάντα πίσω από τους αστυνομικούς και ποτέ πίσω από τους κουκουλοφόρους, παριστάνοντας έτσι τους «πολεμικούς ανταποκριτές», εκ του ασφαλούς.
Τα ερωτήματα όμως που ζητούν απάντηση είναι απλά: Είναι η αστυνομία αποτελεσματική; Υπακούει στις εντολές της φυσικής της ηγεσίας; Προβαίνει σε ενέργειες πέραν των εντολών της πολιτικής της ηγεσίας; Ενεργεί, ενίοτε, σαν προβοκάτορας; Υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες της αστυνομίας με την ακροδεξιά;
Για όλα αυτά, υπάρχουν απαντήσεις, περισσότερες της μίας για το κάθε ένα, και η κάθε μία εξαρτάται από τις γνώσεις, την αντικειμενικότητα και τις προκαταλήψεις αυτού που την δίνει. Θα πρέπει, άμεσα, η απάντηση να δοθεί από το υπουργείο προστασίας του πολίτη, και η απάντηση αυτή να είναι ολοκληρωμένη, τεκμηριωμένη και να πείθει.
Το μεγάλο όμως ερωτηματικό που βασανίζει κάθε υπεύθυνο πολίτη, είναι ένα: Γιατί η αστυνομία, μόνη της ή σε συνεργασία με άλλες κρατικές υπηρεσίες, δεν μπορεί να καταστρώσει ένα αποτελεσματικό σχέδιο περιορισμού του φαινομένου της δράσης εγκληματικών στοιχείων κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να αποκαταστήσει την πίστη των πολιτών στην δημοκρατική λειτουργία της; Γιατί, κακά τα ψέματα, όλο και πιο λίγοι πιστεύουν ότι δεν μπορεί. Και αν αυτό, το ότι δεν μπορεί, είναι αλήθεια, τα πράγματα είναι άσχημα. Αν όμως είναι ψέμα, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου