Από όταν άρχισε να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του - υποθέτω κι από πιο πριν, αλλά δεν το συνειδητοποιούσε - έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τη ζωή του. Πολύ γρήγορα έμαθε να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες, δηλαδή πείνα, δίψα, νύστα, κρύο, ζέστη, καθαριότητα, με ένα κλάμα.
Αργότερα τα πράγματα δυσκολέψανε. Άρχισε να επιδιώκει τη νίκη στα παιχνίδια, την πρωτιά στην αγάπη των γύρω του, τη διάκριση. Άλλοτε τα κατάφερνε, άλλοτε όχι, κάθε μέρα όμως που περνούσε γινόταν και καλύτερος. Μα με την γαλιφιά, μα με την ζαβολιά, μα με την ειλικρινή προσπάθεια, όλο και κάτι κατάφερνε. Καλό παιδί, καλός μαθητής, γενικά, καλός.
Μετά, ήρθαν η μετακόμιση από το χωριό στην πόλη, οι παρέες, τα κορίτσια, το θέμα της εμφάνισης. Δεν είχε παράπονο. Η ζωή στην πόλη δεν του φαινόταν άσχημη, πάντα είχε φίλους, με τα κορίτσια, αν και δειλός, πάντα υπήρχε κάτι να τρέχει, κι όσο για την εμφάνιση, υπήρχαν και χειρότεροι.
Το στρατό τον έβγαλε παλεύοντας ανάμεσα στη λούφα και στο φιλότιμο και απολύθηκε χωρίς να είναι σίγουρος ποιος τον κέρδισε, και στις σπουδές διάλεξε το μέλλον του με κριτήριο τα αναμενόμενα εισοδήματα και όχι αυτό που θα του άρεσε να έχει σαν επάγγελμα. Όταν ξεμπέρδεψε και από τα δύο, είχε πια αρκετή πείρα στο πώς να βελτιώνει τη σχέση μεταξύ προσπάθειας και αποτελέσματος.
Έχοντας διαλέξει έναν προσοδοφόρο επαγγελματικό κλάδο, είχε γρήγορη και καλή επαγγελματική εξέλιξη και έχοντας παντρευτεί μία σπάνια γυναίκα, συνάδελφό του, είχε μετά από μερικά χρόνια, μία ευτυχισμένη οικογένεια, γυναίκα και τρία παιδάκια, οικονομική άνεση, υγεία, καλές προοπτικές, όλα όσα θα μπορούσε να επιθυμήσει.
Όλα; Ίσως όχι, γιατί απόκτησε νέες, πες ανησυχίες, πες επιθυμίες, πες συνήθειες, πάντως, άρχισε να αλλάζει. Θες η εποχή, μετά το τέλος της δικτατορίας, θες το ενδιαφέρον του για τα κοινά, που πάντα υπήρχε, θες το ότι η ασφάλεια της δουλειάς και η σιγουριά της οικογένειας κάνανε τη ζωή του προβλέψιμη και, γι αυτό, όχι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, άρχισε να ασχολείται με τα κοινά. Αθλητικός σύλλογος, πολιτιστικός σύλλογος, επαγγελματικό σωματείο, όλα στάθηκαν αφορμές για να αναπτύξει δραστηριότητες και, στα πλαίσια του μικρόκοσμού του, να προσφέρει κάτι τι.
Με τούτα και με κείνα όμως δεν μπόρεσε να σηκώσει ποτέ το κεφάλι του, τη σκέψη του, την καρδιά του από τη ζωή του και να δει τη ζωή, που υπήρχε παντού και εκφραζόταν με χιλιάδες τρόπους. Δεν έδωσε ποτέ στον εαυτό του μία ευκαιρία να απολαύσει τη φύση, να κάνει καινούργιους φίλους, να συγκινηθεί με τον πολιτισμό και τις τέχνες.
Πέρασαν τα χρόνια, σταμάτησε να δουλεύει, σταμάτησε να πολυασχολείται με τα κοινά, ξαναγύρισε στο χωριό του και, σαν καλός συνταξιούχος, προσπαθούσε να παραστήσει τον αγρότη, καλλιεργώντας λίγα φρούτα και λαχανικά, πανάθλια στην ποιότητα και πανάκριβα στο κόστος. Ας είναι όμως, έκανε το κέφι του.
Από όταν όμως ξαναγύρισε στον τόπο του, κατάλαβε ότι κάτι άλλαζε μέσα του. Συνήθιζε να λέει ότι η ζωή του στο χωριό είχε μία άλλη, καλύτερη ποιότητα από αυτήν στην πόλη, αλλά δεν τον κάλυπτε αυτή η διαπίστωση, ήταν και κάτι άλλο, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, κι αυτό τον απασχολούσε. Ένοιωθε πιο ήρεμος, πιο ήσυχος, πιο κατασταλαγμένος. Κοιμόταν λιγότερο, αλλά καλύτερα, έτρωγε με όρεξη, αλλά όχι με βουλιμία, και ξεχνιόταν στο περπάτημα ή στη ρέμβη. Όλο και περισσότερο αισθανόταν δεμένος με το χωριό, όλο και λιγότερο ήθελε να κατεβαίνει στην πόλη. Το περιβόλι και η φροντίδα του ήταν πια αναπόσπαστο μέρος της ζωής του, αυτού που η μεγαλύτερη σχέση που είχε ποτέ με το φυτικό κόσμο ήταν αυτή που πέρναγε μέσα από το πιάτο του. Το καφενείο και η κουβέντα με διαφορετικούς, κάθε σχεδόν φορά, συνομιλητές, για τα πάντα και όχι μόνο, ήταν η μοναδική σχεδόν ψυχαγωγία του, αυτού που σε κάθε ευκαιρία ειρωνευόταν, αν δεν χλεύαζε κι όλας, τους καφενόβιους.
Και σιγά – σιγά, τα πράγματα άρχισαν να ξεκαθαρίζουν, αρχικά μέσα από κάποιες βασικές συγκρίσεις.
Στην Αθήνα, ζούσε και δρούσε μέσα σε μία πολυάριθμη κοινωνία, χωρίς δεσμούς και συνοχή, χωρίς δομές και ιεραρχία, μέσα σε ένα άθλιο οικιστικό ιστό και σε ένα αθλιότερο περιβάλλον. Στο χωριό, αντίθετα, λειτουργεί μία κοινωνία μικρή, με ανθρώπους που γνωρίζονται μεταξύ τους, που ό καθένας έχει μία συγκεκριμένη θέση σε μία άτυπη πολυεπίπεδη δομή, αναγνωρίσιμη και σεβαστή από τους συντοπίτες του, μέσα σε ένα οικισμό με ελλείψεις μεν, που, όμως, τις υπερκαλύπτει ένα υπέροχο φυσικό περιβάλλον.
Στην Αθήνα ο χρόνος καθοριζόταν και γινόταν αντιληπτός από γεγονότα όπως τα Σαββατοκύριακα, οι άδειες, η απόδοση του ΦΠΑ, οι ισολογισμοί, οι εκλογές στο σωματείο και κάποιες επέτειοι σημειωμένες στο ημερολόγιό του για να μην τις ξεχνάει. Αντίθετα, στο χωριό, ο χρόνος γίνεται αντιληπτός από τις εποχές, τις γιορτές συγγενών και φίλων, τις αγροτικές εργασίες, τις εθνικές επετείους, τις θρησκευτικές γιορτές και τα πανηγύρια.
Και είναι ακόμη, τα «μου» και τα «μας».
Στην Αθήνα, ο κουρέας που πήγαινε για κούρεμα, ήταν ο κουρέας «του», εδώ είναι ο κουρέας του χωριού. Στην Αθήνα, το σχολείο που πήγαιναν τα παιδιά του ήταν το σχολείο «τους», εδώ, το σχολείο που πάνε τα παιδιά, είναι το σχολείο του χωριού. Στην Αθήνα, όταν υπήρχε καμία επιδημία γρίπης ή γινόταν κανένας σεισμός, τα θύματα ήταν ένας αριθμός, εδώ είναι συγκεκριμένοι άνθρωποι, με ονοματεπώνυμο, γνωστοί και γνωστές του.
Είναι, τέλος, τα σπουδαία μικρά γεγονότα της καθημερινής ζωής του, που την κάνουν ξεχωριστή.
Πηγαίνει πχ στο ΚΕΠ για να πάρει ένα πιστοποιητικό που είχε ζητήσει, και μόλις τον βλέπουν τον θυμούνται και αυτόν και το χαρτί του και αυτός πια, νοιώθει μοναδικός. Πηγαίνει στο αγροτικό ιατρείο και του παραχωρούν τη σειρά τους γιατί ξέρουν πως έχει άρρωστο στο σπίτι και αυτός πια, δεν νοιώθει μόνος.
Διάβασε κάπου ότι οι άνθρωποι που ζουν στα ριζά των Ιμαλαΐων, είναι ταπεινοί γιατί αισθάνονται ένα μόνιμο δέος απέναντι στον τεράστιο όγκο της οροσειράς. Δεν είναι μόνον ό όγκος και δεν είναι μόνο τα Ιμαλάια. Η ζωή μέσα στη φύση, αν έχει κάποιος ανοιχτά αφτιά και μάτια, του δίνει την ευκαιρία να αντιληφθεί και να συνειδητοποιήσει δύο πράγματα: Το πόσο μοναδικός και, ταυτόχρονα, πόσο ασήμαντος είναι. Μοναδικός γιατί δεν είναι ίδιος με κανένα και με τίποτα από όσα βλέπει γύρω του και ασήμαντος γιατί κάθε στιγμή που προκαλείται να συγκριθεί ή καλείται να αναμετρηθεί με τη φύση και τα φαινόμενά της διαπιστώνει πόσο λίγος είναι. Και επειδή αυτός έχει και μάτια και αφτιά, μπόρεσε να δει πολλά. Στις αυγές και τα σούρουπα, αντιλήφθηκε την ασταμάτητη πάλη του φωτός με το σκοτάδι. Στις ανοίξεις και τα φθινόπωρα ένοιωσε την ασίγαστη μάχη της ζωής με το θάνατο. Στα χρώματα των φτερών μίας πεταλούδας διάβασε για την ομορφιά, ενώ στη μικρή ζωή μίας μέλισσας είδε να χωράει όλη η σοφία της πρόνοιας. Κι ο δικός του ρόλος σε όλα αυτά, φως, σκοτάδι, ζωή, θάνατος, ομορφιά, πρόνοια; Ούτε καν μικρός, ούτε καν ασήμαντος. Μηδενικός. Κι αυτός λοιπόν; Και η ζωή του; Άχρηστα; Αχρείαστα;
Και κατάλαβε.
Κατάλαβε ότι η ζωή του δεν υπήρχε σαν κτήμα του ή σαν μέρος του εαυτού του, αλλά ότι αυτός ήταν ένα από τα άπειρα στοιχεία επιβεβαίωσης της ύπαρξης ζωής. Ότι όσο πιο πολύ νοιαζόταν για τη ζωή του, τόσο πιο λίγο συμμετείχε στη ζωή. Ότι όσο πιο λίγα ήξερε για τη ζωή, τόσο πιο άδεια κι ασήμαντη ήταν η ζωή του. Ότι, τέλος, αν ξεχνούσε τη ζωή του για χάρη της ζωής, θα την έκανε πολύ πιο καλή και ότι ο θάνατος πάει μόνο σε αυτούς που τον περιμένουν μετρώντας τη ζωή τους.
Τα τελευταία χρόνια, όποτε φύτευε κανένα δένδρο τον κυρίευε μία συναίσθηση ματαιότητας, ένα αίσθημα μελαγχολίας. Χθες το απόγευμα φύτεψε μία κρανιά, γιατί διάβασε πολλά και ενδιαφέροντα για αυτό το δέντρο στο διαδίκτυο. Αν, μετά από δέκα χρόνια, επαληθευτούν αυτά που διάβασε σκοπεύει να φυτέψει κρανιές σε ένα χέρσο που έχει. Κι αυτά, χωρίς συναίσθηση ματαιότητας, χωρίς αίσθημα μελαγχολίας.
Μοιάζει να είναι ένα καλό βήμα εγκατάλειψης της ζωής του, ένα καλό βήμα προσέγγισης της ζωής.
Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011
Κυριακή 20 Μαρτίου 2011
Φως ιλαρόν
Πριν πολλά χρόνια, ούτε που θυμάμαι πόσα, συνήθιζα να διαβάζω πολύ μέσα στο λεωφορείο. Είχα συνδέσει τόσο πολύ το λεωφορείο με το διάβασμα, ώστε αν καμιά φορά ξεχνούσα το βιβλίο στο σπίτι, δεν πέρναγε η ώρα μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου. Με λίγα λόγια, μέσα στο λεωφορείο ήμουν ένα άτομο εξαρτημένο από το βιβλίο.
Λεωφορείο της ΕΘΕΛ, γραμμή Σύνταγμα - Παλαιό Φάληρο, Κυριακή πρωί.
Στην ουρά της αφετηρίας πεντ’ έξη όλοι κι όλοι. Ακριβώς μπροστά μου, στέκεται ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων. Φοράνε σκούρα γυαλιά και κρατούν άσπρα πτυσσόμενα μπαστουνάκια, από αυτά που χρησιμοποιούν οι τυφλοί. Ανεβαίνουμε στο λεωφορείο, κάθονται, κάθομαι κι εγώ, μία σειρά παραπίσω. Βιβλίο δεν έχω πάρει μαζί μου, όπως κάνω τις καθημερινές, εφημερίδα δεν αγόρασα γιατί οι κυριακάτικες έχουν, λόγω όγκου, πρόβλημα μεταφοράς κι έτσι αποφασίζω να απολαύσω τη διαδρομή και τη λιακάδα. Μην έχοντας όμως και κάτι συγκεκριμένο να εστιάσω την προσοχή μου, τ’ αυτιά και τα μάτια μου, πιάνουν τυχαίους ήχους και εικόνες.
Ακούω κάποια στιγμή τον τυφλό νέο να διηγείται στην κοπέλα που συνόδευε, την επίσκεψή του, από ότι συμπέρανα, σε μία έκθεση ζωγραφικής. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός και αναρωτήθηκα, τι άραγε θα μπορούσε να κάνει κάποιον με αδυναμία όρασης να επισκεφθεί ένα τέτοιο χώρο. Έμεινα όμως πραγματικά άναυδος, όταν τον άκουσα να της περιγράφει ένα πίνακα που είχε «δει» - παρίστανε φορτηγά βαπόρια δεμένα σε μία προκυμαία - και να στέκεται σε κάθε λεπτομέρεια: θέμα, σχήματα, γραμμές, χρώματα, φως, τα πάντα. Ο σχολιασμός του είχε τέτοιο ενθουσιασμό, πειστικότητα και σιγουριά που, προς στιγμή, νόμισα πως έβλεπε και ότι για κάποιο άλλο λόγο κρατούσε το άσπρο μπαστούνι. Και ήρθε η σειρά της κοπέλας να μιλήσει και μαζί ήρθε και το δεύτερο σοκ. Άρχισε να του διηγείται για την ανακαίνιση που είχε κάνει στο δωμάτιο της και να του λέει πόσο καλύτερα αισθάνεται τώρα με τα καινούργια έπιπλα, με την απλή γραμμή και τα ζωηρά χρώματα. Κι αυτή μιλούσε με τον ενθουσιασμό, την πειστικότητα και τη σιγουριά ανθρώπου που έβλεπε.
Θαύμασα τότε τα θαύματα που μπορεί να κάνει η αγάπη για τη ζωή, τη γνώση, την ομορφιά. Μπορούσαν να βλέπουν με τα μάτια των άλλων, τόσο καλά όσο εμείς με τα δικά μας. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, μέσα από ποιους μηχανισμούς το κατόρθωναν. Σίγουρα, αυτοί το ήξεραν και εμένα αυτό μου αρκούσε.
Μετά από δύο – τρεις στάσεις κατέβηκαν, αλλά εμένα δεν έφευγαν από τη σκέψη μου. Κυρίως δεν έφευγε η εικόνα δύο ανθρώπων που νοιώθουν εικόνες, τοπία, χώρους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να δουν και τους συνέκρινα με ένα σωρό άλλους που γνωρίζω, και με τον εαυτό μου. Βλέπουμε τα πάντα, αλλά λίγα μπορούμε να νοιώσουμε.
Δευτέρα η άλλη μέρα, πρωινό ξύπνημα, λεωφορείο - με το βιβλίο όπως πάντα στο χέρι - δουλειά. Μόνο που στο τέλος της διαδρομής κατάλαβα ότι πέρασα αρκετή ώρα, όχι διαβάζοντας, αλλά κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Και κάθε μέρα που περνούσε, όλο και πιο λίγο διάβαζα, όλο και πιο πολύ κοίταζα έξω από το παράθυρο. Σιγά σιγά, σταμάτησα εντελώς το διάβασμα βιβλίων στο λεωφορείο και το μόνο που «διάβαζα», ήταν το παράθυρο, λες και ήθελα να ιδώ όσα μπορούσα περισσότερα, να καταλάβω όσα μπορούσα περισσότερα.
Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, κάθε μέρα φρέσκο, διαφορετικό, απροσδόκητο. Είχε θέμα του ένα κόσμο που ξεχυνόταν μπροστά μου, ένα κόσμο που έτρεχε και που εγώ έπρεπε να προλάβω να τον διαβάσω πριν χαθεί από τα μάτια μου. Η διαδρομή, ίδια κάθε μέρα, τα ονόματα των δρόμων, οι στάσεις των λεωφορείων, οι ταμπέλες των καταστημάτων, ίδια. Η ιστορία όμως, κάθε μέρα αλλιώτικη. Κάθε πρόσωπο και ένα κεφάλαιο, κάθε κίνηση, έκφραση, συναίσθημα, μία παράγραφος.
Μανάδες, με το ένα χέρι να κρατάνε το παιδί τους και με το άλλο την ασήκωτη σάκα του, τρέχουν για να προλάβουν πριν χτυπήσει το κουδούνι του σχολείου. Άλλοι κι άλλες, κουνώντας και τα δύο τους χέρια, λες και αγωνιούν να κρατηθούν στην επιφάνεια κάποιας αόρατης θάλασσας, προσπαθούν να σταματήσουν ένα ταξί που φαίνεται από μακριά, ελπίζοντας ότι ο οδηγός θα τους κάνει την τιμή να τους προτιμήσει ανάμεσα σε ένα σωρό άλλους που κουνάνε με την ίδια αγωνία τα χέρια τους. Άλλοι κι άλλες, μοναχικοί ή δύο – δύο, πάνω σε μηχανάκια, ξεφυτρώνουν από εκεί που δεν τους περιμένεις τρομάζοντας οδηγούς και πεζούς και ρισκάροντας, κάθε στιγμή, να ανταλλάξουν μερικά λεπτά ύπνου που κέρδισαν αργοπορώντας, με τον αιώνιο ύπνο. Νταλικέρηδες που ξεπροβάλλουν με τις νταλίκες τους από στενά που απορείς πως χωράνε μέσα τους, φορτηγατζήδες, με σταματημένα τα φορτηγά τους μπροστά σε σουπερμάρκετ, φούρνους και μαγαζιά, σκουπιδιάρηδες που μαζεύουν τα μισά σκουπίδια, σκορπώντας τα άλλα μισά στο δρόμο. Κουλουράδες που πουλούν τα κουλούρια τους στη διαχωριστική νησίδα, ή στη μέση του δρόμου, μελαχρινά παιδόπουλα που πλένουν τα τζάμια των αυτοκινήτων, μελαχρινοί νέοι που πουλάνε από μπανάνες μέχρι καλάμια για ψάρεμα, γυφτοπούλες που πουλάνε χαρτομάντιλα. Διαβάτες, αγουροξυπνημένοι, προχωρούν σαν υπνωτισμένοι, μασουλώντας ένα κουλούρι ή τυρόπιττα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, σπρώχνοντας άλλη μία ημέρα δουλειάς.
Όλοι αυτοί, και ένα σωρό άλλοι ακόμη. Πρόσωπα γελαστά ή βλοσυρά, χαρούμενα ή λυπημένα, σκεφτικά ή ανέμελα, γυναίκες, άντρες, παιδιά, ο καθένας τους, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, μία ιστορία, ένα κεφάλαιο στο βιβλίο , μια πινελιά στις εικόνες του. Και το λεωφορείο να τρέχει, κι εγώ να πρέπει να προλάβω, να συναρμολογήσω τις εικόνες, να τακτοποιήσω τις σελίδες, να συμπληρώσω τα κενά, να διαβάσω σωστά το βιβλίο.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η περιέργεια μεταδόθηκε από τα μάτια στα αυτιά. Κουβέντες στήνονταν δίπλα, εμπρός και πίσω μου, ανάμεσα σε γνωστούς ή και άγνωστους μεταξύ τους επιβάτες, για κάθε είδους θέμα. Καμιά φορά έπαιρνα κι εγώ μέρος. Αρρώστιες, οικογενειακά και ποδόσφαιρο, τα πιο δημοφιλή θέματα, αλλά και ότι άλλο χωράει ο νους το ανθρώπου, μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό πόσοι πολλοί ειδήμονες και παντογνώστες μπορούν να χωρέσουν μέσα σε ένα λεωφορείο. Από την άλλη πλευρά βέβαια, είναι εντυπωσιακό πόσο πρόθυμοι είναι οι άνθρωποι να ανοίξουν την καρδιά τους και να μιλήσουν για τους καημούς και τα προβλήματά τους σε έναν άγνωστο. Για ένα λόγο παρηγοριάς, για μία κουβέντα συμπαράστασης, για μία επιβράβευση, ας είναι και τυπική, ας είναι και ψεύτικη, ας είναι και από κάποιον που τον βλέπουν για πρώτη και, μάλλον, για τελευταία φορά στη ζωή τους. Και το λεωφορείο να κάνει στάση, εγώ να πρέπει να κατέβω και οι κουβέντες να μένουνε μισές, ασυμπλήρωτες, με κενά και χάσματα.
Το κακό όμως πάντα τριτώνει. Κάθε μεσημέρι, γυρνώντας στο σπίτι έγραφα σε ένα τετράδιο ότι είχα δει και ακούσει μέσα στο λεωφορείο. Όποτε είχα καιρό τα ξαναδιάβαζα, κάποια διόρθωνα, κάποια συμπλήρωνα και προσπαθούσα να ξαναζήσω τις στιγμές που τα είδα και τα άκουσα, να ιδώ τι είχε μείνει το ίδιο, τι είχε μεγαλώσει, τι είχε μικρύνει. Με το πέρασμα του καιρού, όλα σχεδόν μίκραιναν, και το μόνο που έμενε αναλλοίωτο, ήταν η σκηνή μία Κυριακή πρωί, σ’ ένα λεωφορείο της ΕΘΕΛ, στη γραμμή Σύνταγμα – Παλαιό Φάληρο, με τους δύο τυφλούς νέους να μιλάνε για εικόνες, τοπία και χώρους με τον ενθουσιασμό, την πειστικότητα και τη σιγουριά ανθρώπων που έβλεπαν. Ας είναι καλά, γιατί μου σήκωσαν τα μάτια από το βιβλίο, και με έβαλαν να αρχίσω να βλέπω και να ακούω τον κόσμο, έστω και μέσα από το λεωφορείο, κατ' αρχήν, και να καταλαβαίνω μερικά πράγματα παραπάνω.
Πέρασαν όμως κι άλλο τα χρόνια, πήρα αυτοκίνητο και σταμάτησα τις διαδρομές με το λεωφορείο. Σκέτη πανωλεθρία. Αν η μετακόμιση από τη μονοκατοικία στο διαμέρισμα, μας μετέτρεψε την επικοινωνία από οριζόντια σε κάθετη, κάνοντάς την πιο δύσκολη, η μετακίνηση με το ΙΧ, αντί του λεωφορείου, την έκανε σχεδόν αδύνατη, περιορίζοντάς την σε κορναρίσματα, μούντζες και βρισιές, από απόσταση ασφαλείας. Το πέρασμα από τη δουλειά στη σύνταξη, μπορεί, αν δεν βρεθούν έγκαιρα άλλες διέξοδοι, να καταλήξει να είναι η αυλαία της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Γι’ αυτό ανοιχτά μάτια, αφτιά, καρδιά, μυαλό. Ο κόσμος είναι εκεί έξω, η ζωή μας περνάει, αλλά η ζωή δεν τελειώνει. Ας την αναλώσουμε, βλέποντας, ακούγοντας και ζώντας. Ακόμη κι αν εμείς δεν το αξίζουμε, το αξίζει αυτή.
Λεωφορείο της ΕΘΕΛ, γραμμή Σύνταγμα - Παλαιό Φάληρο, Κυριακή πρωί.
Στην ουρά της αφετηρίας πεντ’ έξη όλοι κι όλοι. Ακριβώς μπροστά μου, στέκεται ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων. Φοράνε σκούρα γυαλιά και κρατούν άσπρα πτυσσόμενα μπαστουνάκια, από αυτά που χρησιμοποιούν οι τυφλοί. Ανεβαίνουμε στο λεωφορείο, κάθονται, κάθομαι κι εγώ, μία σειρά παραπίσω. Βιβλίο δεν έχω πάρει μαζί μου, όπως κάνω τις καθημερινές, εφημερίδα δεν αγόρασα γιατί οι κυριακάτικες έχουν, λόγω όγκου, πρόβλημα μεταφοράς κι έτσι αποφασίζω να απολαύσω τη διαδρομή και τη λιακάδα. Μην έχοντας όμως και κάτι συγκεκριμένο να εστιάσω την προσοχή μου, τ’ αυτιά και τα μάτια μου, πιάνουν τυχαίους ήχους και εικόνες.
Ακούω κάποια στιγμή τον τυφλό νέο να διηγείται στην κοπέλα που συνόδευε, την επίσκεψή του, από ότι συμπέρανα, σε μία έκθεση ζωγραφικής. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός και αναρωτήθηκα, τι άραγε θα μπορούσε να κάνει κάποιον με αδυναμία όρασης να επισκεφθεί ένα τέτοιο χώρο. Έμεινα όμως πραγματικά άναυδος, όταν τον άκουσα να της περιγράφει ένα πίνακα που είχε «δει» - παρίστανε φορτηγά βαπόρια δεμένα σε μία προκυμαία - και να στέκεται σε κάθε λεπτομέρεια: θέμα, σχήματα, γραμμές, χρώματα, φως, τα πάντα. Ο σχολιασμός του είχε τέτοιο ενθουσιασμό, πειστικότητα και σιγουριά που, προς στιγμή, νόμισα πως έβλεπε και ότι για κάποιο άλλο λόγο κρατούσε το άσπρο μπαστούνι. Και ήρθε η σειρά της κοπέλας να μιλήσει και μαζί ήρθε και το δεύτερο σοκ. Άρχισε να του διηγείται για την ανακαίνιση που είχε κάνει στο δωμάτιο της και να του λέει πόσο καλύτερα αισθάνεται τώρα με τα καινούργια έπιπλα, με την απλή γραμμή και τα ζωηρά χρώματα. Κι αυτή μιλούσε με τον ενθουσιασμό, την πειστικότητα και τη σιγουριά ανθρώπου που έβλεπε.
Θαύμασα τότε τα θαύματα που μπορεί να κάνει η αγάπη για τη ζωή, τη γνώση, την ομορφιά. Μπορούσαν να βλέπουν με τα μάτια των άλλων, τόσο καλά όσο εμείς με τα δικά μας. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, μέσα από ποιους μηχανισμούς το κατόρθωναν. Σίγουρα, αυτοί το ήξεραν και εμένα αυτό μου αρκούσε.
Μετά από δύο – τρεις στάσεις κατέβηκαν, αλλά εμένα δεν έφευγαν από τη σκέψη μου. Κυρίως δεν έφευγε η εικόνα δύο ανθρώπων που νοιώθουν εικόνες, τοπία, χώρους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να δουν και τους συνέκρινα με ένα σωρό άλλους που γνωρίζω, και με τον εαυτό μου. Βλέπουμε τα πάντα, αλλά λίγα μπορούμε να νοιώσουμε.
Δευτέρα η άλλη μέρα, πρωινό ξύπνημα, λεωφορείο - με το βιβλίο όπως πάντα στο χέρι - δουλειά. Μόνο που στο τέλος της διαδρομής κατάλαβα ότι πέρασα αρκετή ώρα, όχι διαβάζοντας, αλλά κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Και κάθε μέρα που περνούσε, όλο και πιο λίγο διάβαζα, όλο και πιο πολύ κοίταζα έξω από το παράθυρο. Σιγά σιγά, σταμάτησα εντελώς το διάβασμα βιβλίων στο λεωφορείο και το μόνο που «διάβαζα», ήταν το παράθυρο, λες και ήθελα να ιδώ όσα μπορούσα περισσότερα, να καταλάβω όσα μπορούσα περισσότερα.
Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, κάθε μέρα φρέσκο, διαφορετικό, απροσδόκητο. Είχε θέμα του ένα κόσμο που ξεχυνόταν μπροστά μου, ένα κόσμο που έτρεχε και που εγώ έπρεπε να προλάβω να τον διαβάσω πριν χαθεί από τα μάτια μου. Η διαδρομή, ίδια κάθε μέρα, τα ονόματα των δρόμων, οι στάσεις των λεωφορείων, οι ταμπέλες των καταστημάτων, ίδια. Η ιστορία όμως, κάθε μέρα αλλιώτικη. Κάθε πρόσωπο και ένα κεφάλαιο, κάθε κίνηση, έκφραση, συναίσθημα, μία παράγραφος.
Μανάδες, με το ένα χέρι να κρατάνε το παιδί τους και με το άλλο την ασήκωτη σάκα του, τρέχουν για να προλάβουν πριν χτυπήσει το κουδούνι του σχολείου. Άλλοι κι άλλες, κουνώντας και τα δύο τους χέρια, λες και αγωνιούν να κρατηθούν στην επιφάνεια κάποιας αόρατης θάλασσας, προσπαθούν να σταματήσουν ένα ταξί που φαίνεται από μακριά, ελπίζοντας ότι ο οδηγός θα τους κάνει την τιμή να τους προτιμήσει ανάμεσα σε ένα σωρό άλλους που κουνάνε με την ίδια αγωνία τα χέρια τους. Άλλοι κι άλλες, μοναχικοί ή δύο – δύο, πάνω σε μηχανάκια, ξεφυτρώνουν από εκεί που δεν τους περιμένεις τρομάζοντας οδηγούς και πεζούς και ρισκάροντας, κάθε στιγμή, να ανταλλάξουν μερικά λεπτά ύπνου που κέρδισαν αργοπορώντας, με τον αιώνιο ύπνο. Νταλικέρηδες που ξεπροβάλλουν με τις νταλίκες τους από στενά που απορείς πως χωράνε μέσα τους, φορτηγατζήδες, με σταματημένα τα φορτηγά τους μπροστά σε σουπερμάρκετ, φούρνους και μαγαζιά, σκουπιδιάρηδες που μαζεύουν τα μισά σκουπίδια, σκορπώντας τα άλλα μισά στο δρόμο. Κουλουράδες που πουλούν τα κουλούρια τους στη διαχωριστική νησίδα, ή στη μέση του δρόμου, μελαχρινά παιδόπουλα που πλένουν τα τζάμια των αυτοκινήτων, μελαχρινοί νέοι που πουλάνε από μπανάνες μέχρι καλάμια για ψάρεμα, γυφτοπούλες που πουλάνε χαρτομάντιλα. Διαβάτες, αγουροξυπνημένοι, προχωρούν σαν υπνωτισμένοι, μασουλώντας ένα κουλούρι ή τυρόπιττα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, σπρώχνοντας άλλη μία ημέρα δουλειάς.
Όλοι αυτοί, και ένα σωρό άλλοι ακόμη. Πρόσωπα γελαστά ή βλοσυρά, χαρούμενα ή λυπημένα, σκεφτικά ή ανέμελα, γυναίκες, άντρες, παιδιά, ο καθένας τους, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, μία ιστορία, ένα κεφάλαιο στο βιβλίο , μια πινελιά στις εικόνες του. Και το λεωφορείο να τρέχει, κι εγώ να πρέπει να προλάβω, να συναρμολογήσω τις εικόνες, να τακτοποιήσω τις σελίδες, να συμπληρώσω τα κενά, να διαβάσω σωστά το βιβλίο.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η περιέργεια μεταδόθηκε από τα μάτια στα αυτιά. Κουβέντες στήνονταν δίπλα, εμπρός και πίσω μου, ανάμεσα σε γνωστούς ή και άγνωστους μεταξύ τους επιβάτες, για κάθε είδους θέμα. Καμιά φορά έπαιρνα κι εγώ μέρος. Αρρώστιες, οικογενειακά και ποδόσφαιρο, τα πιο δημοφιλή θέματα, αλλά και ότι άλλο χωράει ο νους το ανθρώπου, μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό πόσοι πολλοί ειδήμονες και παντογνώστες μπορούν να χωρέσουν μέσα σε ένα λεωφορείο. Από την άλλη πλευρά βέβαια, είναι εντυπωσιακό πόσο πρόθυμοι είναι οι άνθρωποι να ανοίξουν την καρδιά τους και να μιλήσουν για τους καημούς και τα προβλήματά τους σε έναν άγνωστο. Για ένα λόγο παρηγοριάς, για μία κουβέντα συμπαράστασης, για μία επιβράβευση, ας είναι και τυπική, ας είναι και ψεύτικη, ας είναι και από κάποιον που τον βλέπουν για πρώτη και, μάλλον, για τελευταία φορά στη ζωή τους. Και το λεωφορείο να κάνει στάση, εγώ να πρέπει να κατέβω και οι κουβέντες να μένουνε μισές, ασυμπλήρωτες, με κενά και χάσματα.
Το κακό όμως πάντα τριτώνει. Κάθε μεσημέρι, γυρνώντας στο σπίτι έγραφα σε ένα τετράδιο ότι είχα δει και ακούσει μέσα στο λεωφορείο. Όποτε είχα καιρό τα ξαναδιάβαζα, κάποια διόρθωνα, κάποια συμπλήρωνα και προσπαθούσα να ξαναζήσω τις στιγμές που τα είδα και τα άκουσα, να ιδώ τι είχε μείνει το ίδιο, τι είχε μεγαλώσει, τι είχε μικρύνει. Με το πέρασμα του καιρού, όλα σχεδόν μίκραιναν, και το μόνο που έμενε αναλλοίωτο, ήταν η σκηνή μία Κυριακή πρωί, σ’ ένα λεωφορείο της ΕΘΕΛ, στη γραμμή Σύνταγμα – Παλαιό Φάληρο, με τους δύο τυφλούς νέους να μιλάνε για εικόνες, τοπία και χώρους με τον ενθουσιασμό, την πειστικότητα και τη σιγουριά ανθρώπων που έβλεπαν. Ας είναι καλά, γιατί μου σήκωσαν τα μάτια από το βιβλίο, και με έβαλαν να αρχίσω να βλέπω και να ακούω τον κόσμο, έστω και μέσα από το λεωφορείο, κατ' αρχήν, και να καταλαβαίνω μερικά πράγματα παραπάνω.
Πέρασαν όμως κι άλλο τα χρόνια, πήρα αυτοκίνητο και σταμάτησα τις διαδρομές με το λεωφορείο. Σκέτη πανωλεθρία. Αν η μετακόμιση από τη μονοκατοικία στο διαμέρισμα, μας μετέτρεψε την επικοινωνία από οριζόντια σε κάθετη, κάνοντάς την πιο δύσκολη, η μετακίνηση με το ΙΧ, αντί του λεωφορείου, την έκανε σχεδόν αδύνατη, περιορίζοντάς την σε κορναρίσματα, μούντζες και βρισιές, από απόσταση ασφαλείας. Το πέρασμα από τη δουλειά στη σύνταξη, μπορεί, αν δεν βρεθούν έγκαιρα άλλες διέξοδοι, να καταλήξει να είναι η αυλαία της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Γι’ αυτό ανοιχτά μάτια, αφτιά, καρδιά, μυαλό. Ο κόσμος είναι εκεί έξω, η ζωή μας περνάει, αλλά η ζωή δεν τελειώνει. Ας την αναλώσουμε, βλέποντας, ακούγοντας και ζώντας. Ακόμη κι αν εμείς δεν το αξίζουμε, το αξίζει αυτή.
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
ΥΠΑΤΙΑ
-Τώρα που έληξε η κατάληψη και η απεργία πείνας, χωρίς να θρηνήσουμε θύματα.
-Μακριά από απόπειρες απόδοσης ευθυνών (που σίγουρα υπάρχουν, από πολλές πλευρές).
-Με πλήρη συναίσθηση και κατανόηση της απελπισίας και της απογοήτευσης που κατείχε τους απεργούς, καθώς και του αδιεξόδου στο οποίο οδηγήθηκαν.
-Με πλήρη επίγνωση της δυσμενέστατης κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας που βιώνουμε σαν χώρα.
Μένουμε στα γεγονότα
Υπήρχε ένα αίτημα από μία ομάδα ανθρώπων που ήρθαν, παράνομα, πριν από πολλά (πέντε έως δώδεκα, λένε) χρόνια στην Ελλάδα και στο διάστημα αυτό αγωνίστηκαν, ταλαιπωρήθηκαν, έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης, κυνηγήθηκαν, στην προσπάθεια τους να προωθηθούν, μέσω Ελλάδας, σε μία από τις πλούσιες χώρες της Ευρώπης, ή, απλά, να ζήσουν μία ζωή καλύτερη από αυτή που ζούσαν στον τόπο τους. Το αίτημα αυτό απευθυνόταν προς την κυβέρνηση και ήταν να υπαχθούν σε καθεστώς νόμιμου μετανάστη.
Στην ουσία όμως, οι απεργοί πείνας έβαλαν μία κοινωνία που δεν τους κάλεσε, δεν μπορεί να τους εντάξει στον παραγωγικό της ιστό (δεν ήρθαν για τουρίστες, για να δουλέψουν ήρθαν), δεν προλαβαίνει – ακόμη και αν ήθελε, πράγμα όχι απόλυτα βέβαιο - να τους ενσωματώσει ή να τους αφομοιώσει , αντιμέτωπη με το παρακάτω σκληρό δίλημμα: « Ή θα μας θρέψετε, ή θα μας θάψετε». Δεν στρέφονταν εναντίον της χώρας που τους γέννησε αλλά δεν μπόρεσε να τους κρατήσει, εναντίον των δουλεμπόρων που τους ήπιαν το αίμα για να τους στοιβάξουν σε ένα σκυλοπνίχτη και να τους πετάξουν σε κάποια έρημη ακτή, εναντίων των εργοδοτών που τους εκμεταλλεύτηκαν, αλλά εναντίον μιας κοινωνίας με πολλά προβλήματα και λίγες δυνατότητες, ζητώντας να λυθεί το δικό τους πρόβλημα, χωρίς να αντιλαμβάνονται ή να ενδιαφέρονται για τις
αλυσιδωτές αντιδράσεις που υπήρχε κίνδυνος να ξεκινήσουν, ακριβώς από τη λύση του.
Η προσπάθεια τους ξεκίνησε με δύο ενέργειες αμφισβητούμενης ουσιαστικής και επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας. Έκαναν κατάληψη σε πανεπιστημιακούς χώρους, σε μία εποχή που η πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύει ότι ένα από τα αίτια της κακοδαιμονίας της ανώτατης παιδείας είναι και το πανεπιστημιακό άσυλο, γι αυτό και ελπίζει να δοθεί μία αφορμή για την κατάργηση του. Και χρησιμοποίησαν την απεργία πείνας για να επιτύχουν λύση στο πρόβλημα τους, σε μία εποχή που η πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύει ότι ένα από τα μεγαλύτερα αίτια της ανεργίας, του παραεμπορίου και της εγκληματικότητας είναι και η παράνομη μετανάστευση, γι αυτό και έχει δαιμονοποιήσει, πολλές φορές άδικα, οτιδήποτε έχει σχέση με τους μετανάστες.
Με δεδομένη τη συγκυρία, τα δάκρυα που χύθηκαν και οι φόβοι που εκφράστηκαν για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή των καταληψιών - απεργών πείνας, ήταν, κατά ένα μικρό ποσοστό, ειλικρινή, ενώ κατά το μεγαλύτερο ήταν εξ επαγγέλματος, εξ υποχρεώσεως, εκ συνηθείας, ή για τα βραδινά τηλεοπτικά δελτία.
Το πρόβλημα της κατάληψης το έλυσε η ιδιωτική πρωτοβουλία, αφού οι οιονεί υπεύθυνοι, ή αρνούνταν το θεσμικό τους ρόλο, ή απέφευγαν το πολιτικό τους χρέος.
Η απεργία πείνας μπορεί να είναι μέσο πίεσης ή/και μέσο εκβιασμού. Κατά τη διάρκεια της, η ζωή του απεργού χρησιμοποιείται σαν αμυντικό (για να μη χάσει κάτι), ή σαν επιθετικό (για να κερδίσει κάτι) όπλο, πάντως σαν όπλο. Όλοι, πιστεύω, συμφωνούμε ότι τα κάθε είδους όπλα πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή και περίσκεψη και μόνον όταν η χρήση τους κρίνεται απόλυτα αναγκαία. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, οι απεργοί πείνας, χρησιμοποίησαν τις ζωές τους σαν απασφαλισμένες χειροβομβίδες και απειλούσαν να τις εκσφενδονίσουν επί δικαίων και αδίκων, κάνοντας τα υποψήφια θύματα τους (πραγματικά ή μη), όχι να τους πλησιάσουν για να σταθούν πλάι τους, αλλά να τρέξουν μακριά τους για να σωθούν. Ακόμη, ίσως να μη συνειδητοποιούσαν ότι υπήρχει πάντα ο κίνδυνος να σκάσει η χειροβομβίδα στα χέρια τους. Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε κανένα τον τρόπο που θα αξιολογήσει, θα σεβασθεί ή θα διαθέσει τη ζωή του, εφ όσον βέβαια αυτά δεν συνεπάγονται αρνητικές επιπτώσεις για τις ζωές άλλων.
Ποια είναι όμως η αξία μίας ανθρώπινης ζωής, από τι εξαρτάται, πώς μετριέται;
Λέγεται ότι η ανθρώπινη ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό και, σαν τέτοιο, πρέπει να διαφυλάσσεται με κάθε τρόπο. Αυτό είναι μία «στατιστικά αξιόπιστη» άποψη, μία «μέση» άποψη, μία «κοινωνικά ορθή» άποψη και γι αυτό, θεωρείται σαν καθολική άποψη. Είναι όμως και μία άποψη την οποία ο βαθειά απελπισμένος, ο βαριά απογοητευμένος, ο έτοιμος να δώσει τέλος στη ζωή του, ο φανατικός και ίσως και άλλοι, δεν την έχουν και σε μεγάλη υπόληψη. Και, εφ όσον πρόκειται για τη ζωή τους, αυτοί έχουν τον πρώτο λόγο. Αυτό, κατ επέκταση, σημαίνει ότι όταν, εν ονόματι της προστασίας της ζωής, επιχειρούμε να πάρουμε την ευθύνη για τον τρόπο διάθεσης της ζωής άλλων στα χέρια μας, τους στερούμε το δικαίωμα να την κάνουν ότι θέλουν.
Συμπερασματικά, λοιπόν, δεν έχει κανείς δικαίωμα να σταματήσει (επικαλούμενος πιθανά δυσμενή αποτελέσματα για την υγεία ή και τη ζωή των απεργών, αφού οι ίδιοι οι απεργοί τα γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα) μία απεργία πείνας με οποιοδήποτε τρόπο, εκτός από έναν: την ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Αυτό κάνει πιο εύκολη τη λήψη της απόφασης από αυτούς που υφίστανται την πίεση/εκβιασμό των απεργών, γιατί τους απαλλάσσει από βάρη και ευθύνες που οι ίδιοι οι απεργοί έχουν επιλέξει ή αναγκασθεί να αναλάβουν και, έτσι, μπορούν να σταθμίσουν τη στάση τους, με μοναδικό κριτήριο το τι εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο.
Ακούγεται ίσως σκληρό, και είναι, αλλά, δυστυχώς, η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε μία σκληρή και σε μία μη σκληρή λύση, είναι ανάμεσα σε δύο σκληρές λύσεις. Και αφού, τελικά, πρέπει να παρθεί μία απόφαση, είναι δημοκρατικό, δίκαιο και ανθρώπινο, η απόφαση αυτή να είναι η λιγότερο σκληρή για τους περισσότερους.
-Μακριά από απόπειρες απόδοσης ευθυνών (που σίγουρα υπάρχουν, από πολλές πλευρές).
-Με πλήρη συναίσθηση και κατανόηση της απελπισίας και της απογοήτευσης που κατείχε τους απεργούς, καθώς και του αδιεξόδου στο οποίο οδηγήθηκαν.
-Με πλήρη επίγνωση της δυσμενέστατης κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας που βιώνουμε σαν χώρα.
Μένουμε στα γεγονότα
Υπήρχε ένα αίτημα από μία ομάδα ανθρώπων που ήρθαν, παράνομα, πριν από πολλά (πέντε έως δώδεκα, λένε) χρόνια στην Ελλάδα και στο διάστημα αυτό αγωνίστηκαν, ταλαιπωρήθηκαν, έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης, κυνηγήθηκαν, στην προσπάθεια τους να προωθηθούν, μέσω Ελλάδας, σε μία από τις πλούσιες χώρες της Ευρώπης, ή, απλά, να ζήσουν μία ζωή καλύτερη από αυτή που ζούσαν στον τόπο τους. Το αίτημα αυτό απευθυνόταν προς την κυβέρνηση και ήταν να υπαχθούν σε καθεστώς νόμιμου μετανάστη.
Στην ουσία όμως, οι απεργοί πείνας έβαλαν μία κοινωνία που δεν τους κάλεσε, δεν μπορεί να τους εντάξει στον παραγωγικό της ιστό (δεν ήρθαν για τουρίστες, για να δουλέψουν ήρθαν), δεν προλαβαίνει – ακόμη και αν ήθελε, πράγμα όχι απόλυτα βέβαιο - να τους ενσωματώσει ή να τους αφομοιώσει , αντιμέτωπη με το παρακάτω σκληρό δίλημμα: « Ή θα μας θρέψετε, ή θα μας θάψετε». Δεν στρέφονταν εναντίον της χώρας που τους γέννησε αλλά δεν μπόρεσε να τους κρατήσει, εναντίον των δουλεμπόρων που τους ήπιαν το αίμα για να τους στοιβάξουν σε ένα σκυλοπνίχτη και να τους πετάξουν σε κάποια έρημη ακτή, εναντίων των εργοδοτών που τους εκμεταλλεύτηκαν, αλλά εναντίον μιας κοινωνίας με πολλά προβλήματα και λίγες δυνατότητες, ζητώντας να λυθεί το δικό τους πρόβλημα, χωρίς να αντιλαμβάνονται ή να ενδιαφέρονται για τις
αλυσιδωτές αντιδράσεις που υπήρχε κίνδυνος να ξεκινήσουν, ακριβώς από τη λύση του.
Η προσπάθεια τους ξεκίνησε με δύο ενέργειες αμφισβητούμενης ουσιαστικής και επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας. Έκαναν κατάληψη σε πανεπιστημιακούς χώρους, σε μία εποχή που η πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύει ότι ένα από τα αίτια της κακοδαιμονίας της ανώτατης παιδείας είναι και το πανεπιστημιακό άσυλο, γι αυτό και ελπίζει να δοθεί μία αφορμή για την κατάργηση του. Και χρησιμοποίησαν την απεργία πείνας για να επιτύχουν λύση στο πρόβλημα τους, σε μία εποχή που η πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύει ότι ένα από τα μεγαλύτερα αίτια της ανεργίας, του παραεμπορίου και της εγκληματικότητας είναι και η παράνομη μετανάστευση, γι αυτό και έχει δαιμονοποιήσει, πολλές φορές άδικα, οτιδήποτε έχει σχέση με τους μετανάστες.
Με δεδομένη τη συγκυρία, τα δάκρυα που χύθηκαν και οι φόβοι που εκφράστηκαν για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή των καταληψιών - απεργών πείνας, ήταν, κατά ένα μικρό ποσοστό, ειλικρινή, ενώ κατά το μεγαλύτερο ήταν εξ επαγγέλματος, εξ υποχρεώσεως, εκ συνηθείας, ή για τα βραδινά τηλεοπτικά δελτία.
Το πρόβλημα της κατάληψης το έλυσε η ιδιωτική πρωτοβουλία, αφού οι οιονεί υπεύθυνοι, ή αρνούνταν το θεσμικό τους ρόλο, ή απέφευγαν το πολιτικό τους χρέος.
Η απεργία πείνας μπορεί να είναι μέσο πίεσης ή/και μέσο εκβιασμού. Κατά τη διάρκεια της, η ζωή του απεργού χρησιμοποιείται σαν αμυντικό (για να μη χάσει κάτι), ή σαν επιθετικό (για να κερδίσει κάτι) όπλο, πάντως σαν όπλο. Όλοι, πιστεύω, συμφωνούμε ότι τα κάθε είδους όπλα πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή και περίσκεψη και μόνον όταν η χρήση τους κρίνεται απόλυτα αναγκαία. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, οι απεργοί πείνας, χρησιμοποίησαν τις ζωές τους σαν απασφαλισμένες χειροβομβίδες και απειλούσαν να τις εκσφενδονίσουν επί δικαίων και αδίκων, κάνοντας τα υποψήφια θύματα τους (πραγματικά ή μη), όχι να τους πλησιάσουν για να σταθούν πλάι τους, αλλά να τρέξουν μακριά τους για να σωθούν. Ακόμη, ίσως να μη συνειδητοποιούσαν ότι υπήρχει πάντα ο κίνδυνος να σκάσει η χειροβομβίδα στα χέρια τους. Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε κανένα τον τρόπο που θα αξιολογήσει, θα σεβασθεί ή θα διαθέσει τη ζωή του, εφ όσον βέβαια αυτά δεν συνεπάγονται αρνητικές επιπτώσεις για τις ζωές άλλων.
Ποια είναι όμως η αξία μίας ανθρώπινης ζωής, από τι εξαρτάται, πώς μετριέται;
Λέγεται ότι η ανθρώπινη ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό και, σαν τέτοιο, πρέπει να διαφυλάσσεται με κάθε τρόπο. Αυτό είναι μία «στατιστικά αξιόπιστη» άποψη, μία «μέση» άποψη, μία «κοινωνικά ορθή» άποψη και γι αυτό, θεωρείται σαν καθολική άποψη. Είναι όμως και μία άποψη την οποία ο βαθειά απελπισμένος, ο βαριά απογοητευμένος, ο έτοιμος να δώσει τέλος στη ζωή του, ο φανατικός και ίσως και άλλοι, δεν την έχουν και σε μεγάλη υπόληψη. Και, εφ όσον πρόκειται για τη ζωή τους, αυτοί έχουν τον πρώτο λόγο. Αυτό, κατ επέκταση, σημαίνει ότι όταν, εν ονόματι της προστασίας της ζωής, επιχειρούμε να πάρουμε την ευθύνη για τον τρόπο διάθεσης της ζωής άλλων στα χέρια μας, τους στερούμε το δικαίωμα να την κάνουν ότι θέλουν.
Συμπερασματικά, λοιπόν, δεν έχει κανείς δικαίωμα να σταματήσει (επικαλούμενος πιθανά δυσμενή αποτελέσματα για την υγεία ή και τη ζωή των απεργών, αφού οι ίδιοι οι απεργοί τα γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα) μία απεργία πείνας με οποιοδήποτε τρόπο, εκτός από έναν: την ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Αυτό κάνει πιο εύκολη τη λήψη της απόφασης από αυτούς που υφίστανται την πίεση/εκβιασμό των απεργών, γιατί τους απαλλάσσει από βάρη και ευθύνες που οι ίδιοι οι απεργοί έχουν επιλέξει ή αναγκασθεί να αναλάβουν και, έτσι, μπορούν να σταθμίσουν τη στάση τους, με μοναδικό κριτήριο το τι εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο.
Ακούγεται ίσως σκληρό, και είναι, αλλά, δυστυχώς, η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε μία σκληρή και σε μία μη σκληρή λύση, είναι ανάμεσα σε δύο σκληρές λύσεις. Και αφού, τελικά, πρέπει να παρθεί μία απόφαση, είναι δημοκρατικό, δίκαιο και ανθρώπινο, η απόφαση αυτή να είναι η λιγότερο σκληρή για τους περισσότερους.
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Γεια σου κι εσένα, γειτόνισσα.
Είναι αυτές οι λίγες, μικρές, όμορφες στιγμές που βάφουν με ζωηρά χρώματα τον κόσμο, που μας κάνουν να νοιώθουμε ξανά άνθρωποι ανάμεσα σε ανθρώπους, που μας δίνουν την όρεξη και το κουράγιο να συνεχίσουμε.
Ένα κομπολογάκι είναι τελικά η ζωή μας, αυτές οι στιγμές είναι οι χαντρούλες του και μία ευτυχισμένη ζωή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά όλες οι χαντρούλες του μαζί.
Είναι βέβαια παράξενο, αλλά ο καθένας από εμάς, μόνο στων άλλων τα κομπολογάκια μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει χάντρες και, όμοια, το ίδιο ισχύει και για το δικό μας.
Την ξέρω χρόνια. Συνταξιούχος εργασιακά, αλλά πολυαπασχολούμενη οικογενειακά, στο σπίτι, στον κήπο, στο περιβόλι, στο κοτέτσι, κι αλλού. Καλή φίλη και γειτόνισσα, ένα ζευγάρι αφανείς ήρωες αυτή κι ο άντρας της, από αυτούς για τους οποίους δεν ακούμε τίποτα, ποτέ, στα δελτία των ειδήσεων, δεν διαβάζουμε τίποτα, ποτέ, στις στήλες των εφημερίδων. Ειδικά όμως αυτή, είναι, πράγματι, μία ευλογία θεού, που κινείται και κυκλοφορεί αθόρυβα για να ευχαριστεί τους γύρω της, έχουν - δεν έχουν την ανάγκη της, χρειάζονται – δεν χρειάζονται τη βοήθεια της.
Συχνά-πυκνά βρίσκομαι στην αυλή της, τα λέμε με τον άντρα της και με την ίδια, μας κερνάει καφεδάκι, καμιά φορά και κανένα τσίπουρο, ακούμε και τραγούδια ή ειδήσεις από ένα παλιό τρανζίστορ, περνάει η ώρα.
Έχει λίγες κοτούλες. Τις φροντίζει, τις ταΐζει, το καλοκαίρι τις κυνηγάει να μη σκαλίζουν τους λάκκους των λουλουδιών, το χειμώνα ανησυχεί μην και ξεπαγιάσουν με το χιόνι αλλά, η μεγάλη της χαρά, η ώρα της ανταμοιβής, είναι όταν βγαίνουν τα νέα κλωσοπουλάκια από τα αβγά τους. Μερικές φορές μας φέρνει λίγα αβγουλάκια. Άλλοτε τα αφήνει στο πρεβάζι του παράθυρου και φεύγει χωρίς να την πάρουμε χαμπάρι, άλλες φορές πάλι μας συναντά και μας τα προσφέρει, κοιτάζοντας κάτω ή μακριά, λες και δεν θέλει να παραλάβει το ευχαριστώ μας, λες και νοιώθει άσχημα όταν την ευχαριστούμε.
Τα μεσημέρια δεν ξαπλώνει ποτέ της και της αρέσει να περπατάει στο δάσος που είναι γύρω από το σπίτι της. Επειδή όμως δεν έχει ησυχία, δεν γυρίζει ποτέ με άδεια χέρια. Σπαράγγια, σαλιγκάρια, χόρτα, αγριολούλουδα, είναι η σοδειά της, ανάλογα την εποχή. Φυσικά, δεν μας αφήνει παραπονεμένους. Η τσαντούλα με τα χόρτα δεν μας λείπει όλο το χειμώνα, όσο για τα σαλιγκάρια, από τα χέρια της δοκιμάζουμε κάθε φθινόπωρο. Για να μη νοιώθω άσχημα, όταν την ευχαριστώ μου απαντά: «Αυτά είναι δανεικά, γιατί όταν θα γίνει καλά η μέση σου, θα μας φέρνεις εσύ».
Το ίδιο με το ψωμί που ζυμώνει, το ίδιο και με τα γλυκά κουταλιού που φτιάχνει, το ίδιο με τα πρώτα λαχανικά του κήπου της, και βρίσκει πάντα μία δικαιολογία για να μας κάνει να νοιώθουμε ότι αυτό που μας προσφέρει δεν είναι τίποτα σπουδαίο, δεν αξίζει τον κόπο να την ευχαριστούμε. Δεν είμαστε όμως οι μόνοι τυχεροί που την έχουμε γειτόνισσα. Μένουν, μόνιμα ή εποχικά, κι άλλοι κοντά της και αυτή έχει ένα δώρο για τον καθένα από μας, μαζί με δύο λόγια, όταν το προσφέρει. Γι αυτούς που έρχονται στο χωριό τα Σαββατοκύριακα, τους λέει: «Πού να τα βρείτε αυτά εσείς, εκεί στην Αθήνα που παραδέρνετε». Τους νεώτερους και νεώτερες, τους πειράζει: «Πού να ξέρετε εσείς, καλομαθημένα μου, από αυτά. Τα είχατε και στο σπίτι σας;». Τη γυναίκα μου κι εμένα, μας αποκαλεί «φρέσκους χωριάτες», οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτό. Και αυτή και ο άντρας της, στην Αθήνα έχουν μεγαλώσει, λίγη όμως σημασία έχει γι αυτήν. Τέλος πάντων, κανείς σχεδόν δεν «γλυτώνει» από την καλοσύνη της.
Μία φορά τη ρώτησα: «Δε μου λες βρε γειτόνισσα, γιατί όταν μας δίνεις κάτι δε θες ευχαριστίες»; Και η μεγαλειώδης, αποστομωτική, ανεπανάληπτη απάντηση της; «Μα, δεν έκανα και τίποτα. Εγώ, για ένα γεια σας πέρασα».
Γεια σου και σένα, γειτόνισσα.
Ένα κομπολογάκι είναι τελικά η ζωή μας, αυτές οι στιγμές είναι οι χαντρούλες του και μία ευτυχισμένη ζωή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά όλες οι χαντρούλες του μαζί.
Είναι βέβαια παράξενο, αλλά ο καθένας από εμάς, μόνο στων άλλων τα κομπολογάκια μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει χάντρες και, όμοια, το ίδιο ισχύει και για το δικό μας.
Την ξέρω χρόνια. Συνταξιούχος εργασιακά, αλλά πολυαπασχολούμενη οικογενειακά, στο σπίτι, στον κήπο, στο περιβόλι, στο κοτέτσι, κι αλλού. Καλή φίλη και γειτόνισσα, ένα ζευγάρι αφανείς ήρωες αυτή κι ο άντρας της, από αυτούς για τους οποίους δεν ακούμε τίποτα, ποτέ, στα δελτία των ειδήσεων, δεν διαβάζουμε τίποτα, ποτέ, στις στήλες των εφημερίδων. Ειδικά όμως αυτή, είναι, πράγματι, μία ευλογία θεού, που κινείται και κυκλοφορεί αθόρυβα για να ευχαριστεί τους γύρω της, έχουν - δεν έχουν την ανάγκη της, χρειάζονται – δεν χρειάζονται τη βοήθεια της.
Συχνά-πυκνά βρίσκομαι στην αυλή της, τα λέμε με τον άντρα της και με την ίδια, μας κερνάει καφεδάκι, καμιά φορά και κανένα τσίπουρο, ακούμε και τραγούδια ή ειδήσεις από ένα παλιό τρανζίστορ, περνάει η ώρα.
Έχει λίγες κοτούλες. Τις φροντίζει, τις ταΐζει, το καλοκαίρι τις κυνηγάει να μη σκαλίζουν τους λάκκους των λουλουδιών, το χειμώνα ανησυχεί μην και ξεπαγιάσουν με το χιόνι αλλά, η μεγάλη της χαρά, η ώρα της ανταμοιβής, είναι όταν βγαίνουν τα νέα κλωσοπουλάκια από τα αβγά τους. Μερικές φορές μας φέρνει λίγα αβγουλάκια. Άλλοτε τα αφήνει στο πρεβάζι του παράθυρου και φεύγει χωρίς να την πάρουμε χαμπάρι, άλλες φορές πάλι μας συναντά και μας τα προσφέρει, κοιτάζοντας κάτω ή μακριά, λες και δεν θέλει να παραλάβει το ευχαριστώ μας, λες και νοιώθει άσχημα όταν την ευχαριστούμε.
Τα μεσημέρια δεν ξαπλώνει ποτέ της και της αρέσει να περπατάει στο δάσος που είναι γύρω από το σπίτι της. Επειδή όμως δεν έχει ησυχία, δεν γυρίζει ποτέ με άδεια χέρια. Σπαράγγια, σαλιγκάρια, χόρτα, αγριολούλουδα, είναι η σοδειά της, ανάλογα την εποχή. Φυσικά, δεν μας αφήνει παραπονεμένους. Η τσαντούλα με τα χόρτα δεν μας λείπει όλο το χειμώνα, όσο για τα σαλιγκάρια, από τα χέρια της δοκιμάζουμε κάθε φθινόπωρο. Για να μη νοιώθω άσχημα, όταν την ευχαριστώ μου απαντά: «Αυτά είναι δανεικά, γιατί όταν θα γίνει καλά η μέση σου, θα μας φέρνεις εσύ».
Το ίδιο με το ψωμί που ζυμώνει, το ίδιο και με τα γλυκά κουταλιού που φτιάχνει, το ίδιο με τα πρώτα λαχανικά του κήπου της, και βρίσκει πάντα μία δικαιολογία για να μας κάνει να νοιώθουμε ότι αυτό που μας προσφέρει δεν είναι τίποτα σπουδαίο, δεν αξίζει τον κόπο να την ευχαριστούμε. Δεν είμαστε όμως οι μόνοι τυχεροί που την έχουμε γειτόνισσα. Μένουν, μόνιμα ή εποχικά, κι άλλοι κοντά της και αυτή έχει ένα δώρο για τον καθένα από μας, μαζί με δύο λόγια, όταν το προσφέρει. Γι αυτούς που έρχονται στο χωριό τα Σαββατοκύριακα, τους λέει: «Πού να τα βρείτε αυτά εσείς, εκεί στην Αθήνα που παραδέρνετε». Τους νεώτερους και νεώτερες, τους πειράζει: «Πού να ξέρετε εσείς, καλομαθημένα μου, από αυτά. Τα είχατε και στο σπίτι σας;». Τη γυναίκα μου κι εμένα, μας αποκαλεί «φρέσκους χωριάτες», οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτό. Και αυτή και ο άντρας της, στην Αθήνα έχουν μεγαλώσει, λίγη όμως σημασία έχει γι αυτήν. Τέλος πάντων, κανείς σχεδόν δεν «γλυτώνει» από την καλοσύνη της.
Μία φορά τη ρώτησα: «Δε μου λες βρε γειτόνισσα, γιατί όταν μας δίνεις κάτι δε θες ευχαριστίες»; Και η μεγαλειώδης, αποστομωτική, ανεπανάληπτη απάντηση της; «Μα, δεν έκανα και τίποτα. Εγώ, για ένα γεια σας πέρασα».
Γεια σου και σένα, γειτόνισσα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)