Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Φως ιλαρόν

Πριν πολλά χρόνια, ούτε που θυμάμαι πόσα, συνήθιζα να διαβάζω πολύ μέσα στο λεωφορείο. Είχα συνδέσει τόσο πολύ το λεωφορείο με το διάβασμα, ώστε αν καμιά φορά ξεχνούσα το βιβλίο στο σπίτι, δεν πέρναγε η ώρα μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου. Με λίγα λόγια, μέσα στο λεωφορείο ήμουν ένα άτομο εξαρτημένο από το βιβλίο.

Λεωφορείο της ΕΘΕΛ, γραμμή Σύνταγμα - Παλαιό Φάληρο, Κυριακή πρωί.

Στην ουρά της αφετηρίας πεντ’ έξη όλοι κι όλοι. Ακριβώς μπροστά μου, στέκεται ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων. Φοράνε σκούρα γυαλιά και κρατούν άσπρα πτυσσόμενα μπαστουνάκια, από αυτά που χρησιμοποιούν οι τυφλοί. Ανεβαίνουμε στο λεωφορείο, κάθονται, κάθομαι κι εγώ, μία σειρά παραπίσω. Βιβλίο δεν έχω πάρει μαζί μου, όπως κάνω τις καθημερινές, εφημερίδα δεν αγόρασα γιατί οι κυριακάτικες έχουν, λόγω όγκου, πρόβλημα μεταφοράς κι έτσι αποφασίζω να απολαύσω τη διαδρομή και τη λιακάδα. Μην έχοντας όμως και κάτι συγκεκριμένο να εστιάσω την προσοχή μου, τ’ αυτιά και τα μάτια μου, πιάνουν τυχαίους ήχους και εικόνες.

Ακούω κάποια στιγμή τον τυφλό νέο να διηγείται στην κοπέλα που συνόδευε, την επίσκεψή του, από ότι συμπέρανα, σε μία έκθεση ζωγραφικής. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός και αναρωτήθηκα, τι άραγε θα μπορούσε να κάνει κάποιον με αδυναμία όρασης να επισκεφθεί ένα τέτοιο χώρο. Έμεινα όμως πραγματικά άναυδος, όταν τον άκουσα να της περιγράφει ένα πίνακα που είχε «δει» - παρίστανε φορτηγά βαπόρια δεμένα σε μία προκυμαία - και να στέκεται σε κάθε λεπτομέρεια: θέμα, σχήματα, γραμμές, χρώματα, φως, τα πάντα. Ο σχολιασμός του είχε τέτοιο ενθουσιασμό, πειστικότητα και σιγουριά που, προς στιγμή, νόμισα πως έβλεπε και ότι για κάποιο άλλο λόγο κρατούσε το άσπρο μπαστούνι. Και ήρθε η σειρά της κοπέλας να μιλήσει και μαζί ήρθε και το δεύτερο σοκ. Άρχισε να του διηγείται για την ανακαίνιση που είχε κάνει στο δωμάτιο της και να του λέει πόσο καλύτερα αισθάνεται τώρα με τα καινούργια έπιπλα, με την απλή γραμμή και τα ζωηρά χρώματα. Κι αυτή μιλούσε με τον ενθουσιασμό, την πειστικότητα και τη σιγουριά ανθρώπου που έβλεπε.

Θαύμασα τότε τα θαύματα που μπορεί να κάνει η αγάπη για τη ζωή, τη γνώση, την ομορφιά. Μπορούσαν να βλέπουν με τα μάτια των άλλων, τόσο καλά όσο εμείς με τα δικά μας. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, μέσα από ποιους μηχανισμούς το κατόρθωναν. Σίγουρα, αυτοί το ήξεραν και εμένα αυτό μου αρκούσε.

Μετά από δύο – τρεις στάσεις κατέβηκαν, αλλά εμένα δεν έφευγαν από τη σκέψη μου. Κυρίως δεν έφευγε η εικόνα δύο ανθρώπων που νοιώθουν εικόνες, τοπία, χώρους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να δουν και τους συνέκρινα με ένα σωρό άλλους που γνωρίζω, και με τον εαυτό μου. Βλέπουμε τα πάντα, αλλά λίγα μπορούμε να νοιώσουμε.

Δευτέρα η άλλη μέρα, πρωινό ξύπνημα, λεωφορείο - με το βιβλίο όπως πάντα στο χέρι - δουλειά. Μόνο που στο τέλος της διαδρομής κατάλαβα ότι πέρασα αρκετή ώρα, όχι διαβάζοντας, αλλά κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Και κάθε μέρα που περνούσε, όλο και πιο λίγο διάβαζα, όλο και πιο πολύ κοίταζα έξω από το παράθυρο. Σιγά σιγά, σταμάτησα εντελώς το διάβασμα βιβλίων στο λεωφορείο και το μόνο που «διάβαζα», ήταν το παράθυρο, λες και ήθελα να ιδώ όσα μπορούσα περισσότερα, να καταλάβω όσα μπορούσα περισσότερα.

Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, κάθε μέρα φρέσκο, διαφορετικό, απροσδόκητο. Είχε θέμα του ένα κόσμο που ξεχυνόταν μπροστά μου, ένα κόσμο που έτρεχε και που εγώ έπρεπε να προλάβω να τον διαβάσω πριν χαθεί από τα μάτια μου. Η διαδρομή, ίδια κάθε μέρα, τα ονόματα των δρόμων, οι στάσεις των λεωφορείων, οι ταμπέλες των καταστημάτων, ίδια. Η ιστορία όμως, κάθε μέρα αλλιώτικη. Κάθε πρόσωπο και ένα κεφάλαιο, κάθε κίνηση, έκφραση, συναίσθημα, μία παράγραφος.
Μανάδες, με το ένα χέρι να κρατάνε το παιδί τους και με το άλλο την ασήκωτη σάκα του, τρέχουν για να προλάβουν πριν χτυπήσει το κουδούνι του σχολείου. Άλλοι κι άλλες, κουνώντας και τα δύο τους χέρια, λες και αγωνιούν να κρατηθούν στην επιφάνεια κάποιας αόρατης θάλασσας, προσπαθούν να σταματήσουν ένα ταξί που φαίνεται από μακριά, ελπίζοντας ότι ο οδηγός θα τους κάνει την τιμή να τους προτιμήσει ανάμεσα σε ένα σωρό άλλους που κουνάνε με την ίδια αγωνία τα χέρια τους. Άλλοι κι άλλες, μοναχικοί ή δύο – δύο, πάνω σε μηχανάκια, ξεφυτρώνουν από εκεί που δεν τους περιμένεις τρομάζοντας οδηγούς και πεζούς και ρισκάροντας, κάθε στιγμή, να ανταλλάξουν μερικά λεπτά ύπνου που κέρδισαν αργοπορώντας, με τον αιώνιο ύπνο. Νταλικέρηδες που ξεπροβάλλουν με τις νταλίκες τους από στενά που απορείς πως χωράνε μέσα τους, φορτηγατζήδες, με σταματημένα τα φορτηγά τους μπροστά σε σουπερμάρκετ, φούρνους και μαγαζιά, σκουπιδιάρηδες που μαζεύουν τα μισά σκουπίδια, σκορπώντας τα άλλα μισά στο δρόμο. Κουλουράδες που πουλούν τα κουλούρια τους στη διαχωριστική νησίδα, ή στη μέση του δρόμου, μελαχρινά παιδόπουλα που πλένουν τα τζάμια των αυτοκινήτων, μελαχρινοί νέοι που πουλάνε από μπανάνες μέχρι καλάμια για ψάρεμα, γυφτοπούλες που πουλάνε χαρτομάντιλα. Διαβάτες, αγουροξυπνημένοι, προχωρούν σαν υπνωτισμένοι, μασουλώντας ένα κουλούρι ή τυρόπιττα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, σπρώχνοντας άλλη μία ημέρα δουλειάς.

Όλοι αυτοί, και ένα σωρό άλλοι ακόμη. Πρόσωπα γελαστά ή βλοσυρά, χαρούμενα ή λυπημένα, σκεφτικά ή ανέμελα, γυναίκες, άντρες, παιδιά, ο καθένας τους, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, μία ιστορία, ένα κεφάλαιο στο βιβλίο , μια πινελιά στις εικόνες του. Και το λεωφορείο να τρέχει, κι εγώ να πρέπει να προλάβω, να συναρμολογήσω τις εικόνες, να τακτοποιήσω τις σελίδες, να συμπληρώσω τα κενά, να διαβάσω σωστά το βιβλίο.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η περιέργεια μεταδόθηκε από τα μάτια στα αυτιά. Κουβέντες στήνονταν δίπλα, εμπρός και πίσω μου, ανάμεσα σε γνωστούς ή και άγνωστους μεταξύ τους επιβάτες, για κάθε είδους θέμα. Καμιά φορά έπαιρνα κι εγώ μέρος. Αρρώστιες, οικογενειακά και ποδόσφαιρο, τα πιο δημοφιλή θέματα, αλλά και ότι άλλο χωράει ο νους το ανθρώπου, μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό πόσοι πολλοί ειδήμονες και παντογνώστες μπορούν να χωρέσουν μέσα σε ένα λεωφορείο. Από την άλλη πλευρά βέβαια, είναι εντυπωσιακό πόσο πρόθυμοι είναι οι άνθρωποι να ανοίξουν την καρδιά τους και να μιλήσουν για τους καημούς και τα προβλήματά τους σε έναν άγνωστο. Για ένα λόγο παρηγοριάς, για μία κουβέντα συμπαράστασης, για μία επιβράβευση, ας είναι και τυπική, ας είναι και ψεύτικη, ας είναι και από κάποιον που τον βλέπουν για πρώτη και, μάλλον, για τελευταία φορά στη ζωή τους. Και το λεωφορείο να κάνει στάση, εγώ να πρέπει να κατέβω και οι κουβέντες να μένουνε μισές, ασυμπλήρωτες, με κενά και χάσματα.

Το κακό όμως πάντα τριτώνει. Κάθε μεσημέρι, γυρνώντας στο σπίτι έγραφα σε ένα τετράδιο ότι είχα δει και ακούσει μέσα στο λεωφορείο. Όποτε είχα καιρό τα ξαναδιάβαζα, κάποια διόρθωνα, κάποια συμπλήρωνα και προσπαθούσα να ξαναζήσω τις στιγμές που τα είδα και τα άκουσα, να ιδώ τι είχε μείνει το ίδιο, τι είχε μεγαλώσει, τι είχε μικρύνει. Με το πέρασμα του καιρού, όλα σχεδόν μίκραιναν, και το μόνο που έμενε αναλλοίωτο, ήταν η σκηνή μία Κυριακή πρωί, σ’ ένα λεωφορείο της ΕΘΕΛ, στη γραμμή Σύνταγμα – Παλαιό Φάληρο, με τους δύο τυφλούς νέους να μιλάνε για εικόνες, τοπία και χώρους με τον ενθουσιασμό, την πειστικότητα και τη σιγουριά ανθρώπων που έβλεπαν. Ας είναι καλά, γιατί μου σήκωσαν τα μάτια από το βιβλίο, και με έβαλαν να αρχίσω να βλέπω και να ακούω τον κόσμο, έστω και μέσα από το λεωφορείο, κατ' αρχήν, και να καταλαβαίνω μερικά πράγματα παραπάνω.

Πέρασαν όμως κι άλλο τα χρόνια, πήρα αυτοκίνητο και σταμάτησα τις διαδρομές με το λεωφορείο. Σκέτη πανωλεθρία. Αν η μετακόμιση από τη μονοκατοικία στο διαμέρισμα, μας μετέτρεψε την επικοινωνία από οριζόντια σε κάθετη, κάνοντάς την πιο δύσκολη, η μετακίνηση με το ΙΧ, αντί του λεωφορείου, την έκανε σχεδόν αδύνατη, περιορίζοντάς την σε κορναρίσματα, μούντζες και βρισιές, από απόσταση ασφαλείας. Το πέρασμα από τη δουλειά στη σύνταξη, μπορεί, αν δεν βρεθούν έγκαιρα άλλες διέξοδοι, να καταλήξει να είναι η αυλαία της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Γι’ αυτό ανοιχτά μάτια, αφτιά, καρδιά, μυαλό. Ο κόσμος είναι εκεί έξω, η ζωή μας περνάει, αλλά η ζωή δεν τελειώνει. Ας την αναλώσουμε, βλέποντας, ακούγοντας και ζώντας. Ακόμη κι αν εμείς δεν το αξίζουμε, το αξίζει αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου