Είναι αυτές οι λίγες, μικρές, όμορφες στιγμές που βάφουν με ζωηρά χρώματα τον κόσμο, που μας κάνουν να νοιώθουμε ξανά άνθρωποι ανάμεσα σε ανθρώπους, που μας δίνουν την όρεξη και το κουράγιο να συνεχίσουμε.
Ένα κομπολογάκι είναι τελικά η ζωή μας, αυτές οι στιγμές είναι οι χαντρούλες του και μία ευτυχισμένη ζωή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά όλες οι χαντρούλες του μαζί.
Είναι βέβαια παράξενο, αλλά ο καθένας από εμάς, μόνο στων άλλων τα κομπολογάκια μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει χάντρες και, όμοια, το ίδιο ισχύει και για το δικό μας.
Την ξέρω χρόνια. Συνταξιούχος εργασιακά, αλλά πολυαπασχολούμενη οικογενειακά, στο σπίτι, στον κήπο, στο περιβόλι, στο κοτέτσι, κι αλλού. Καλή φίλη και γειτόνισσα, ένα ζευγάρι αφανείς ήρωες αυτή κι ο άντρας της, από αυτούς για τους οποίους δεν ακούμε τίποτα, ποτέ, στα δελτία των ειδήσεων, δεν διαβάζουμε τίποτα, ποτέ, στις στήλες των εφημερίδων. Ειδικά όμως αυτή, είναι, πράγματι, μία ευλογία θεού, που κινείται και κυκλοφορεί αθόρυβα για να ευχαριστεί τους γύρω της, έχουν - δεν έχουν την ανάγκη της, χρειάζονται – δεν χρειάζονται τη βοήθεια της.
Συχνά-πυκνά βρίσκομαι στην αυλή της, τα λέμε με τον άντρα της και με την ίδια, μας κερνάει καφεδάκι, καμιά φορά και κανένα τσίπουρο, ακούμε και τραγούδια ή ειδήσεις από ένα παλιό τρανζίστορ, περνάει η ώρα.
Έχει λίγες κοτούλες. Τις φροντίζει, τις ταΐζει, το καλοκαίρι τις κυνηγάει να μη σκαλίζουν τους λάκκους των λουλουδιών, το χειμώνα ανησυχεί μην και ξεπαγιάσουν με το χιόνι αλλά, η μεγάλη της χαρά, η ώρα της ανταμοιβής, είναι όταν βγαίνουν τα νέα κλωσοπουλάκια από τα αβγά τους. Μερικές φορές μας φέρνει λίγα αβγουλάκια. Άλλοτε τα αφήνει στο πρεβάζι του παράθυρου και φεύγει χωρίς να την πάρουμε χαμπάρι, άλλες φορές πάλι μας συναντά και μας τα προσφέρει, κοιτάζοντας κάτω ή μακριά, λες και δεν θέλει να παραλάβει το ευχαριστώ μας, λες και νοιώθει άσχημα όταν την ευχαριστούμε.
Τα μεσημέρια δεν ξαπλώνει ποτέ της και της αρέσει να περπατάει στο δάσος που είναι γύρω από το σπίτι της. Επειδή όμως δεν έχει ησυχία, δεν γυρίζει ποτέ με άδεια χέρια. Σπαράγγια, σαλιγκάρια, χόρτα, αγριολούλουδα, είναι η σοδειά της, ανάλογα την εποχή. Φυσικά, δεν μας αφήνει παραπονεμένους. Η τσαντούλα με τα χόρτα δεν μας λείπει όλο το χειμώνα, όσο για τα σαλιγκάρια, από τα χέρια της δοκιμάζουμε κάθε φθινόπωρο. Για να μη νοιώθω άσχημα, όταν την ευχαριστώ μου απαντά: «Αυτά είναι δανεικά, γιατί όταν θα γίνει καλά η μέση σου, θα μας φέρνεις εσύ».
Το ίδιο με το ψωμί που ζυμώνει, το ίδιο και με τα γλυκά κουταλιού που φτιάχνει, το ίδιο με τα πρώτα λαχανικά του κήπου της, και βρίσκει πάντα μία δικαιολογία για να μας κάνει να νοιώθουμε ότι αυτό που μας προσφέρει δεν είναι τίποτα σπουδαίο, δεν αξίζει τον κόπο να την ευχαριστούμε. Δεν είμαστε όμως οι μόνοι τυχεροί που την έχουμε γειτόνισσα. Μένουν, μόνιμα ή εποχικά, κι άλλοι κοντά της και αυτή έχει ένα δώρο για τον καθένα από μας, μαζί με δύο λόγια, όταν το προσφέρει. Γι αυτούς που έρχονται στο χωριό τα Σαββατοκύριακα, τους λέει: «Πού να τα βρείτε αυτά εσείς, εκεί στην Αθήνα που παραδέρνετε». Τους νεώτερους και νεώτερες, τους πειράζει: «Πού να ξέρετε εσείς, καλομαθημένα μου, από αυτά. Τα είχατε και στο σπίτι σας;». Τη γυναίκα μου κι εμένα, μας αποκαλεί «φρέσκους χωριάτες», οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτό. Και αυτή και ο άντρας της, στην Αθήνα έχουν μεγαλώσει, λίγη όμως σημασία έχει γι αυτήν. Τέλος πάντων, κανείς σχεδόν δεν «γλυτώνει» από την καλοσύνη της.
Μία φορά τη ρώτησα: «Δε μου λες βρε γειτόνισσα, γιατί όταν μας δίνεις κάτι δε θες ευχαριστίες»; Και η μεγαλειώδης, αποστομωτική, ανεπανάληπτη απάντηση της; «Μα, δεν έκανα και τίποτα. Εγώ, για ένα γεια σας πέρασα».
Γεια σου και σένα, γειτόνισσα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου