Από όταν άρχισε να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του - υποθέτω κι από πιο πριν, αλλά δεν το συνειδητοποιούσε - έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τη ζωή του. Πολύ γρήγορα έμαθε να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες, δηλαδή πείνα, δίψα, νύστα, κρύο, ζέστη, καθαριότητα, με ένα κλάμα.
Αργότερα τα πράγματα δυσκολέψανε. Άρχισε να επιδιώκει τη νίκη στα παιχνίδια, την πρωτιά στην αγάπη των γύρω του, τη διάκριση. Άλλοτε τα κατάφερνε, άλλοτε όχι, κάθε μέρα όμως που περνούσε γινόταν και καλύτερος. Μα με την γαλιφιά, μα με την ζαβολιά, μα με την ειλικρινή προσπάθεια, όλο και κάτι κατάφερνε. Καλό παιδί, καλός μαθητής, γενικά, καλός.
Μετά, ήρθαν η μετακόμιση από το χωριό στην πόλη, οι παρέες, τα κορίτσια, το θέμα της εμφάνισης. Δεν είχε παράπονο. Η ζωή στην πόλη δεν του φαινόταν άσχημη, πάντα είχε φίλους, με τα κορίτσια, αν και δειλός, πάντα υπήρχε κάτι να τρέχει, κι όσο για την εμφάνιση, υπήρχαν και χειρότεροι.
Το στρατό τον έβγαλε παλεύοντας ανάμεσα στη λούφα και στο φιλότιμο και απολύθηκε χωρίς να είναι σίγουρος ποιος τον κέρδισε, και στις σπουδές διάλεξε το μέλλον του με κριτήριο τα αναμενόμενα εισοδήματα και όχι αυτό που θα του άρεσε να έχει σαν επάγγελμα. Όταν ξεμπέρδεψε και από τα δύο, είχε πια αρκετή πείρα στο πώς να βελτιώνει τη σχέση μεταξύ προσπάθειας και αποτελέσματος.
Έχοντας διαλέξει έναν προσοδοφόρο επαγγελματικό κλάδο, είχε γρήγορη και καλή επαγγελματική εξέλιξη και έχοντας παντρευτεί μία σπάνια γυναίκα, συνάδελφό του, είχε μετά από μερικά χρόνια, μία ευτυχισμένη οικογένεια, γυναίκα και τρία παιδάκια, οικονομική άνεση, υγεία, καλές προοπτικές, όλα όσα θα μπορούσε να επιθυμήσει.
Όλα; Ίσως όχι, γιατί απόκτησε νέες, πες ανησυχίες, πες επιθυμίες, πες συνήθειες, πάντως, άρχισε να αλλάζει. Θες η εποχή, μετά το τέλος της δικτατορίας, θες το ενδιαφέρον του για τα κοινά, που πάντα υπήρχε, θες το ότι η ασφάλεια της δουλειάς και η σιγουριά της οικογένειας κάνανε τη ζωή του προβλέψιμη και, γι αυτό, όχι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, άρχισε να ασχολείται με τα κοινά. Αθλητικός σύλλογος, πολιτιστικός σύλλογος, επαγγελματικό σωματείο, όλα στάθηκαν αφορμές για να αναπτύξει δραστηριότητες και, στα πλαίσια του μικρόκοσμού του, να προσφέρει κάτι τι.
Με τούτα και με κείνα όμως δεν μπόρεσε να σηκώσει ποτέ το κεφάλι του, τη σκέψη του, την καρδιά του από τη ζωή του και να δει τη ζωή, που υπήρχε παντού και εκφραζόταν με χιλιάδες τρόπους. Δεν έδωσε ποτέ στον εαυτό του μία ευκαιρία να απολαύσει τη φύση, να κάνει καινούργιους φίλους, να συγκινηθεί με τον πολιτισμό και τις τέχνες.
Πέρασαν τα χρόνια, σταμάτησε να δουλεύει, σταμάτησε να πολυασχολείται με τα κοινά, ξαναγύρισε στο χωριό του και, σαν καλός συνταξιούχος, προσπαθούσε να παραστήσει τον αγρότη, καλλιεργώντας λίγα φρούτα και λαχανικά, πανάθλια στην ποιότητα και πανάκριβα στο κόστος. Ας είναι όμως, έκανε το κέφι του.
Από όταν όμως ξαναγύρισε στον τόπο του, κατάλαβε ότι κάτι άλλαζε μέσα του. Συνήθιζε να λέει ότι η ζωή του στο χωριό είχε μία άλλη, καλύτερη ποιότητα από αυτήν στην πόλη, αλλά δεν τον κάλυπτε αυτή η διαπίστωση, ήταν και κάτι άλλο, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, κι αυτό τον απασχολούσε. Ένοιωθε πιο ήρεμος, πιο ήσυχος, πιο κατασταλαγμένος. Κοιμόταν λιγότερο, αλλά καλύτερα, έτρωγε με όρεξη, αλλά όχι με βουλιμία, και ξεχνιόταν στο περπάτημα ή στη ρέμβη. Όλο και περισσότερο αισθανόταν δεμένος με το χωριό, όλο και λιγότερο ήθελε να κατεβαίνει στην πόλη. Το περιβόλι και η φροντίδα του ήταν πια αναπόσπαστο μέρος της ζωής του, αυτού που η μεγαλύτερη σχέση που είχε ποτέ με το φυτικό κόσμο ήταν αυτή που πέρναγε μέσα από το πιάτο του. Το καφενείο και η κουβέντα με διαφορετικούς, κάθε σχεδόν φορά, συνομιλητές, για τα πάντα και όχι μόνο, ήταν η μοναδική σχεδόν ψυχαγωγία του, αυτού που σε κάθε ευκαιρία ειρωνευόταν, αν δεν χλεύαζε κι όλας, τους καφενόβιους.
Και σιγά – σιγά, τα πράγματα άρχισαν να ξεκαθαρίζουν, αρχικά μέσα από κάποιες βασικές συγκρίσεις.
Στην Αθήνα, ζούσε και δρούσε μέσα σε μία πολυάριθμη κοινωνία, χωρίς δεσμούς και συνοχή, χωρίς δομές και ιεραρχία, μέσα σε ένα άθλιο οικιστικό ιστό και σε ένα αθλιότερο περιβάλλον. Στο χωριό, αντίθετα, λειτουργεί μία κοινωνία μικρή, με ανθρώπους που γνωρίζονται μεταξύ τους, που ό καθένας έχει μία συγκεκριμένη θέση σε μία άτυπη πολυεπίπεδη δομή, αναγνωρίσιμη και σεβαστή από τους συντοπίτες του, μέσα σε ένα οικισμό με ελλείψεις μεν, που, όμως, τις υπερκαλύπτει ένα υπέροχο φυσικό περιβάλλον.
Στην Αθήνα ο χρόνος καθοριζόταν και γινόταν αντιληπτός από γεγονότα όπως τα Σαββατοκύριακα, οι άδειες, η απόδοση του ΦΠΑ, οι ισολογισμοί, οι εκλογές στο σωματείο και κάποιες επέτειοι σημειωμένες στο ημερολόγιό του για να μην τις ξεχνάει. Αντίθετα, στο χωριό, ο χρόνος γίνεται αντιληπτός από τις εποχές, τις γιορτές συγγενών και φίλων, τις αγροτικές εργασίες, τις εθνικές επετείους, τις θρησκευτικές γιορτές και τα πανηγύρια.
Και είναι ακόμη, τα «μου» και τα «μας».
Στην Αθήνα, ο κουρέας που πήγαινε για κούρεμα, ήταν ο κουρέας «του», εδώ είναι ο κουρέας του χωριού. Στην Αθήνα, το σχολείο που πήγαιναν τα παιδιά του ήταν το σχολείο «τους», εδώ, το σχολείο που πάνε τα παιδιά, είναι το σχολείο του χωριού. Στην Αθήνα, όταν υπήρχε καμία επιδημία γρίπης ή γινόταν κανένας σεισμός, τα θύματα ήταν ένας αριθμός, εδώ είναι συγκεκριμένοι άνθρωποι, με ονοματεπώνυμο, γνωστοί και γνωστές του.
Είναι, τέλος, τα σπουδαία μικρά γεγονότα της καθημερινής ζωής του, που την κάνουν ξεχωριστή.
Πηγαίνει πχ στο ΚΕΠ για να πάρει ένα πιστοποιητικό που είχε ζητήσει, και μόλις τον βλέπουν τον θυμούνται και αυτόν και το χαρτί του και αυτός πια, νοιώθει μοναδικός. Πηγαίνει στο αγροτικό ιατρείο και του παραχωρούν τη σειρά τους γιατί ξέρουν πως έχει άρρωστο στο σπίτι και αυτός πια, δεν νοιώθει μόνος.
Διάβασε κάπου ότι οι άνθρωποι που ζουν στα ριζά των Ιμαλαΐων, είναι ταπεινοί γιατί αισθάνονται ένα μόνιμο δέος απέναντι στον τεράστιο όγκο της οροσειράς. Δεν είναι μόνον ό όγκος και δεν είναι μόνο τα Ιμαλάια. Η ζωή μέσα στη φύση, αν έχει κάποιος ανοιχτά αφτιά και μάτια, του δίνει την ευκαιρία να αντιληφθεί και να συνειδητοποιήσει δύο πράγματα: Το πόσο μοναδικός και, ταυτόχρονα, πόσο ασήμαντος είναι. Μοναδικός γιατί δεν είναι ίδιος με κανένα και με τίποτα από όσα βλέπει γύρω του και ασήμαντος γιατί κάθε στιγμή που προκαλείται να συγκριθεί ή καλείται να αναμετρηθεί με τη φύση και τα φαινόμενά της διαπιστώνει πόσο λίγος είναι. Και επειδή αυτός έχει και μάτια και αφτιά, μπόρεσε να δει πολλά. Στις αυγές και τα σούρουπα, αντιλήφθηκε την ασταμάτητη πάλη του φωτός με το σκοτάδι. Στις ανοίξεις και τα φθινόπωρα ένοιωσε την ασίγαστη μάχη της ζωής με το θάνατο. Στα χρώματα των φτερών μίας πεταλούδας διάβασε για την ομορφιά, ενώ στη μικρή ζωή μίας μέλισσας είδε να χωράει όλη η σοφία της πρόνοιας. Κι ο δικός του ρόλος σε όλα αυτά, φως, σκοτάδι, ζωή, θάνατος, ομορφιά, πρόνοια; Ούτε καν μικρός, ούτε καν ασήμαντος. Μηδενικός. Κι αυτός λοιπόν; Και η ζωή του; Άχρηστα; Αχρείαστα;
Και κατάλαβε.
Κατάλαβε ότι η ζωή του δεν υπήρχε σαν κτήμα του ή σαν μέρος του εαυτού του, αλλά ότι αυτός ήταν ένα από τα άπειρα στοιχεία επιβεβαίωσης της ύπαρξης ζωής. Ότι όσο πιο πολύ νοιαζόταν για τη ζωή του, τόσο πιο λίγο συμμετείχε στη ζωή. Ότι όσο πιο λίγα ήξερε για τη ζωή, τόσο πιο άδεια κι ασήμαντη ήταν η ζωή του. Ότι, τέλος, αν ξεχνούσε τη ζωή του για χάρη της ζωής, θα την έκανε πολύ πιο καλή και ότι ο θάνατος πάει μόνο σε αυτούς που τον περιμένουν μετρώντας τη ζωή τους.
Τα τελευταία χρόνια, όποτε φύτευε κανένα δένδρο τον κυρίευε μία συναίσθηση ματαιότητας, ένα αίσθημα μελαγχολίας. Χθες το απόγευμα φύτεψε μία κρανιά, γιατί διάβασε πολλά και ενδιαφέροντα για αυτό το δέντρο στο διαδίκτυο. Αν, μετά από δέκα χρόνια, επαληθευτούν αυτά που διάβασε σκοπεύει να φυτέψει κρανιές σε ένα χέρσο που έχει. Κι αυτά, χωρίς συναίσθηση ματαιότητας, χωρίς αίσθημα μελαγχολίας.
Μοιάζει να είναι ένα καλό βήμα εγκατάλειψης της ζωής του, ένα καλό βήμα προσέγγισης της ζωής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου