Σάββατο 30 Απριλίου 2011

ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΤΑΓΗ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ;

Παρασκευή πρωί.

Τραμουντάνα, η θερμοκρασία γύρω στους πέντε βαθμούς και ο ήλιος να λάμπει σαν καινούργιος. Καθαρίζω χόρτα, πράσα, κρεμμύδια και μυρωδικά για την μεσημεριανή πίττα (τη δύσκολη δουλειά, άνοιγμα φύλλου και ψήσιμο, θα τα κάνει η γυναίκα μου). Η μυρωδιά του καφέ έχει πλημμυρίσει το ζεστό χαγιάτι.

Από το ραδιόφωνο ακούγεται μία μελωδία σκωτσέζικης λαϊκής μουσικής. Το βιολί και η γκάιντα εναλλάσσονται κάνοντας κόντρες, ή συνταιριάζονται, άλλοτε γελώντας και άλλοτε κλαίγοντας, πάντα όμως σε αφήγηση στιγμών ζωής. Στο βάθος, λες, της μελωδίας πιάνει το αυτί έναν ήχο σαν από παφλασμό κύματος κι άλλον ένα, σαν από μοτόρι καϊκιού. Η φαντασία φουντώνει και αμέσως προβάλλουν ψαροκάικα να θαλασσοδέρνονται στη Βόρεια Θάλασσα και Σκωτσέζοι ψαράδες να παρακαλάνε τον δικό τους Άη-Νικόλα για βοήθεια. Για μένα, που μου αρέσει η ωραία λαϊκή μουσική, που με ενθουσιάζει η βοριαλάδα με λιακάδα και που τρελαίνομαι για τη χορτόπιτα, η στιγμή αυτή είναι μία στιγμή ευτυχίας.

Τελειώνει, όμως, η μουσική και, τότε, συνειδητοποιώ ότι ο ήχος από τον παφλασμό του κύματος και το μοτόρι του καϊκιού δεν ήταν μέρος της ωραίας μελωδίας που άκουγα, αλλά ένας από του πολλούς παράξενους ήχους που βγάζει το πλυντήριο πιάτων μας όταν δουλεύει.

Για άλλη μία φορά διαπίστωσα ότι οι ευτυχισμένες μας στιγμές είναι φτιαγμένες από τα πιο απροσδόκητα, παράξενα, άσχετα μεταξύ τους υλικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήλιος και βοριάς, χόρτα και μυρωδικά, μουσική και ήχος από κύμα και καΐκι, φτιάξανε μία ευτυχισμένη στιγμή για ένα νησιώτη συνταξιούχο που δεν μπόρεσε, αν και το ήθελε, να γίνει ναυτικός και που ζει μακριά από τον τόπο του, στους πρόποδες ενός βουνού. Και, όπως σε κάθε συνταγή, το κρίσιμο συστατικό, το συστατικό που κάνει τη διαφορά, είναι ένα, έτσι και εδώ, αν δεν δούλευε εκείνη τη στιγμή το πλυντήριο των πιάτων, αυτή δεν θα είχε τη μαγεία της, θα ήταν, απλά, μία ευχάριστη στιγμή, σαν πολλές άλλες.

Σημαίνει αυτό άραγε ότι δεν μπορούμε να επιδιώξουμε ή να σχεδιάσουμε την ευτυχία μας;

Και ναι και όχι.

Ναι, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από τα πριν όλα τα συστατικά, τις σωστές αναλογίες και, κυρίως, το κρίσιμο υλικό, αυτό που αν λείψει, δεν υπάρχει ευτυχία. Δηλαδή, δεν γνωρίζουμε τη συνταγή.

Όχι, γιατί, όσο πιο λίγα συστατικά μάθουμε να χρειαζόμαστε, όσο πιο λίγη σημασία μάθουμε να δίνουμε στο κρίσιμο συστατικό, τόσο αυξάνουμε τις πιθανότητες να προκύψουν στιγμές ευτυχίας. Δηλαδή, δεν μας είναι απαραίτητη η συνταγή.

Τα πράγματα είναι απλά.

Χορταίνει κανείς με το παντεσπάνι, αλλά χορταίνει και με το ψωμί. Αν μάθει στο ψωμί, θα χορταίνει πιο συχνά.
Χορεύει κανείς με τα κλαρίνα, αλλά χορεύει και με το τραγούδι. Αν μάθει στο τραγούδι, θα χορεύει πιο συχνά.
Χαίρεται κανείς όταν του δίνουν, αλλά χαίρεται και όταν δίνει. Αν μάθει να δίνει , θα χαίρεται πιο συχνά.

Με λίγα λόγια, οι στιγμές της ευτυχίας δεν έχουν συνταγή, αλλά το να τις ζήσουμε εξαρτάται, κυρίως, από εμάς.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ (;)

Ο πολιτισμός, σαν σύστημα αξιών πάνω στο οποίο στηρίζεται η αρμονική κοινωνική συμβίωση, αλλά και η ποιότητα της ζωής των ανθρώπων, πάντοτε γκρέμιζε τείχη και άνοιγε δρόμους.

Όχι σήμερα πια.

Σήμερα, χτίζει τείχη και ανοίγει τάφρους.

Σε παλαιότερες εποχές, η πρόοδος ήταν δημιούργημα των λίγων και η γνώση προνόμιο των εκλεκτών. Πρόοδος και γνώση αναπτύσσονταν από αυστηρά δομημένες και περιχαρακωμένες ομάδες, (ιερατεία, κάστες, σέχτες, ολιγαρχίες) με στόχο να εξυπηρετούν τα δικά τους μόνο συμφέροντα. Στους υπολοίπους έφτανε μόνο ότι επέτρεπαν αυτές .

Με τον καιρό, καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι παραγωγικές σχέσεις άλλαζαν, όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν να συμμετέχουν στην αύξηση της προόδου, όλο και περισσότεροι αποκτούσαν, πρόσβαση αρχικά, δικαίωμα αργότερα, στη γνώση. Και, το κυριότερο, όλο και περισσότεροι μπορούσαν να παρακολουθούν την πρόοδο και την εξέλιξη των θρησκειών, των γραμμάτων, των τεχνών, των επιστημών, με μία λέξη, του πολιτισμού.

Σήμερα όμως, η πρόοδος του πολιτισμού εξελίσσεται με τόσο γοργούς ρυθμούς και προς τόσο πολλές κατευθύνσεις, ώστε όλο και λιγότεροι μπορούν να την παρακολουθήσουν και ακόμη λιγότεροι να συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή του, επιστρέφουμε δηλαδή, ως προς τις αναλογίες μεταξύ εκλεκτών και μη, στο παρελθόν.

Η διαφορά με τις παλαιότερες εποχές συνίσταται στο ότι σήμερα, πολύς κόσμος έχει έλθει σε επαφή με τα αποτελέσματα της προόδου του πολιτισμού και της γνώσης, έχει χρησιμοποιήσει τα προϊόντα τους, τα έχει ανάγκη. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, παρακολουθεί με αγωνία την απόσταση, ανάμεσα σε αυτά που πρέπει να γνωρίζει και σε αυτά που γνωρίζει, να μεγαλώνει με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς. Νοιώθει με τρόμο το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στην παραγωγή των γνώσεων και στις πεπερασμένες δυνατότητες του για αφομοίωσή τους.

Ο πολίτης μίας σύγχρονης κοινωνίας, χρειάζεται πια για την επιβίωσή του τόσες πολλές πληροφορίες και γνώσεις, ώστε, τρέχοντας να προλάβει το σήμερα, δεν έχει χρόνο να μάθει για το χθες, να το κατανοήσει και να αυτοπροσδιορισθεί, δεν έχει στοιχεία να σχεδιάσει για τη θέση του στο αύριο. Χωρίς να ξέρει λοιπόν καλά – καλά από πού έρχεται και προς τα πού πηγαίνει, δέχεται ανήμπορος το αύριο που άλλοι, αλλού σχεδιάζουν γι αυτόν, σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες, προτεραιότητες, επιλογές.

Δεν είναι τυχαίο το ότι η οικονομία στηρίζεται πλέον, όχι στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών για την κάλυψη ανθρώπινων αναγκών, αλλά στην επινόηση και προώθηση ανθρώπινων αναγκών, για κάλυψή τους από συγκεκριμένα, προκαθορισμένα και προαποφασισμένα προϊόντα και υπηρεσίες.

Δεν είναι τυχαίο το ότι ο κόσμος δεν μιλάει πλέον για οικονομικό σύστημα, αλλά για χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού η αγορά δεν κινείται στη λογική της ανταλλαγής προϊόντων ή υπηρεσιών με χρήμα, αλλά στη λογική της ανατροφοδότησης και ανακύκλωσης μίας, υποτίθεται, ελεγχόμενης τραπεζικής πίστης.

Δεν είναι τυχαίο ότι η επιτυχία μίας επιχείρησης δεν βασίζεται πλέον, κύρια, στην ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών της, αλλά στο δίκτυο διανομής, στα logistics και στο marketing, αφού τα κριτήρια με τα οποία επιλέγει ο σύγχρονος καταναλωτής δεν είναι η αξιοπιστία, η τιμή, και το συνολικό κόστος χρήσης, αλλά η φίρμα, η μόδα και η ταυτοποίησή του με επιτυχημένους, ινδάλματα, ή διασημότητες.

Δεν είναι, τέλος, τυχαίο το ότι όλα τα παραπάνω συμβαίνουν χωρίς καμία σχεδόν αντίδραση από την κοινωνία, αφού η κοινωνία καθοδηγείται/ποδηγετείται από Μ.Μ.Ε. ποικιλοτρόπως διαπλεκόμενα με το παραγωγικό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τα επίπεδα επιβολής των Μ.Μ.Ε. στις κοινωνίες είναι δύο.

Ως προς το πρώτο επίπεδο, τις καταναλωτικές συμπεριφορές, έχουν επινοήσει ένα προφίλ «επιτυχημένου» άνδρα ή γυναίκας, το προβάλλουν κατά κόρον, και αποδίδουν την επιτυχία του/της αποκλειστικά και μόνο στη χρήση των προϊόντων και υπηρεσιών που προωθούν. Παρακολουθούμε έτσι μπροστά στη μικρή οθόνη, μέσα από κάθε είδους εκπομπές και προγράμματα, την καταναλωτική συμπεριφορά και τις πολιτισμικές επιλογές του «επιτυχημένου» επαγγελματία, αθλητή, καλλιτέχνη, τζογαδόρου, εραστή, επιστήμονα, πολιτικού, νοικοκύρη, τεμπέλη, άχρηστου κλπ, και, συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούμε να τους μοιάσουμε.

Στο δεύτερο επίπεδο τώρα, αυτό της ολοκληρωτικής παράδοσης των κοινωνιών στο σύστημα που αυτά υπηρετούν, μας βομβαρδίζουν, τόσο συχνά, τόσο μεθοδικά, τόσο «χειρουργικά», με οτιδήποτε κακό συμβαίνει στον κόσμο, ώστε θα έλεγε κανείς ότι μόνο κακά συμβαίνουν. Είναι δε τόσο μεγάλη η φρίκη και η υπερβολή γραφίδας, λόγου και, κατά κύριο λόγο, εικόνας, ώστε οι αναγνώστες, ακροατές και θεατές των Μ.Μ.Ε. να νοιώθουν ευτυχείς, ακόμη και μέσα σε συνθήκες αντικειμενικής δυστυχίας τους, γιατί δεν είναι αυτοί οι «ήρωες της φρίκης» για τους οποίους διαβάζουν, ακούν και βλέπουν κάθε μέρα. Και για να μη γίνουν κάποια μέρα σαν κι αυτούς, καταπίνουν αμάσητες τις πολιτισμικές επιλογές που τους υποβάλλονται/επιβάλλονται από τα διαπλεκόμενα Μ.Μ.Ε.

Βρίσκεται λοιπόν ο πολιτισμός μας μπροστά σε αδιέξοδο; Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς.

Η κοντόφθαλμη θεώρηση είναι να ελπίζουμε ότι άτομα που ανήκουν στις γενιές μας, οι οποίες και προκάλεσαν τις μεγαλύτερες αλλοιώσεις στον πολιτισμό μας, θα μπορέσουν να τις διορθώσουν. Μα, αφού όλοι εμείς, με τις πράξεις ή τις παραλείψεις μας, εκούσια ή ακούσια, εν γνώσει ή εν αγνοία μας, όντας, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μέρος του προβλήματος, πώς μπορούμε να αποτελέσουμε και μέρος της λύσης του; Μία τέτοια θεώρηση δείχνει από μέρους μας, αναίδεια, αυθάδεια, αλαζονεία. Κυρίως όμως, δείχνει άγνοια του μεγέθους του προβλήματος της πολιτισμικής καταστροφής και των αιτίων της.

Μία περισσότερο ρεαλιστική θεώρηση είναι να αντιληφθούμε ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν θα είναι επιλογή, αλλά μονόδρομος, σαν αποτέλεσμα μίας μεγάλης οικονομικής, περιβαλλοντικής ή άλλης καταστροφής μετά από την οποία, όσοι επιζήσουν θα πρέπει να ξαναχτίσουν το νέο πολιτισμό τους, όχι πάνω στα ερείπια του παλιού, αλλά με βάση τις νέες ανάγκες τους. Κι αν ο πολιτισμός αυτός δεν έχει πολυεθνικές, ξενοδοχεία πέντε αστέρων, γρήγορα αυτοκίνητα, και γιάπηδες, κανένα τους δεν θα ενδιαφέρει. Αν μας θυμούνται, θα μας θυμούνται σαν μάστιγα και σαν κατάρα και θα χαίρονται που δεν θα υπάρχουμε.

Τέλος, μία πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη θεώρηση είναι να κατανοήσουμε ότι, μπορεί η ζωή μας να μετριέται (από εμάς) σε χρόνια, η ζωή των πολιτισμών σε χιλιετίες, η ύπαρξη του ζωικού και φυτικού βασιλείου σε μερικά εκατομμύρια χρόνια. Χρονικές περίοδοι, έτσι κι αλλιώς, ασήμαντες για τον συμπαντικό χρόνο. Μπορεί να τσακωνόμαστε (εμείς) με τους γείτονές μας για μερικά μέτρα μεσότοιχου, να σκοτωνόμαστε με τους συγγενείς μας για ένα στρέμμα γης, να κάνουμε πολέμους για μερικές χιλιάδες ή εκατομμύρια στρέμματα. Εκτάσεις, έτσι κι αλλιώς, ασήμαντες για τον συμπαντικό χώρο. Ένας συμπαντικός χρονο-χωρομέτρης θα έσκαγε στα γέλια με τη κακομοιριά και τη μιζέρια μας.

Η επιλογή μίας από τις παραπάνω θεωρήσεις είναι μία πρόκληση.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

Μία ηρωική πράξη είναι ακραία, γιατί υπερβαίνει τα όρια του θεμιτού, του αποδεκτού, του θεσπισμένου. Είναι μοναδική, γιατί εκδηλώνεται μία φορά για κάθε συγκεκριμένο λόγο. Είναι μεγαλειώδης, γιατί εμπεριέχει το στοιχείο της αυταπάρνησης. Και ακολουθείται από θετικούς συνειρμούς γιατί, εξ ορισμού, οι ήρωες αγωνίζονται πάντα για το καλό των άλλων.
Μία ηρωική πράξη είναι αποτέλεσμα μίας στιγμιαίας αλλαγής συνειδητότητας και με τη βίωση αυτής της αλλαγής αναδύεται ένα καλό που υπερβαίνει το προσωπικό καλό, ένα όφελος που υπερβαίνει το προσωπικό όφελος, μία ζωή που υπερβαίνει την προσωπική ζωή. Τα επικρατούντα συστήματα αξιών καταρρίπτονται στο διάστημα αυτής της αλλαγής και άλλα, ανώτερα, παίρνουν τη θέση τους.
Μία ηρωική πράξη, είναι εντελώς προσωπική υπόθεση. Ακόμη και αν συμμετέχουν περισσότεροι του ενός στην τέλεσή της, αποκλείεται τα αίτια, τα κίνητρα, οι ρόλοι και οι κίνδυνοι να είναι ίδιοι για όλους. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν ηρωικοί λαοί, ηρωικές γενιές, ή ηρωικές ομάδες, ενώ υπάρχουν χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες, για συγκεκριμένους λόγους, παρατηρείται «συμπύκνωση» των ηρωικών στιγμών.

Κάθε ηρωική πράξη έχει αξία , μερικές έχουν και τιμή.
Πολλοί ήρωες πεθαίνουν αφανείς, μερικοί γίνονται επιφανείς επειδή αξιοποίησαν τη θολούρα μίας περιόδου συμπύκνωσης ηρωικών γεγονότων.

Υπάρχει όμως μία άλλη, πολύ μεγάλη, κατηγορία ηρώων που ζουν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας, εδώ, αλλά και σε κάθε μέρος της γης. Γι αυτούς ποτέ δεν θα στηθούν προτομές, δεν θα κατατεθούν στεφάνια, δεν θα ψαλθούν τρισάγια. Στα σχολικά βιβλία δεν θα αναφερθούν σαν παραδείγματα. Στα πολύχρωμα παιδικά βιβλία και DVD δεν θα είναι πρωταγωνιστές. Ομοιώματα τους δεν θα πουλιούνται στα JUMBO και δεν θα κρέμονται στις πασχαλινές λαμπάδες.

Έχουν όλοι μεταξύ τους δύο κοινά χαρακτηριστικά: Γίνανε ήρωες μακριά από τον τόπο τους και υπήρξαν ήρωες, όχι σε μία στιγμή της ζωής τους αλλά, από ένα σημείο και μετά, σε κάθε στιγμή της.

Πολλοί από αυτούς βλέπουν, αλλά δεν έχουν βλέμμα, λες και τα έχουν δει όλα και δεν θέλουν να δουν τίποτα άλλο.
Πολλοί από αυτούς δεν ακούνε, όχι γιατί είναι κουφοί, αλλά γιατί φοβούνται γι αυτά που θα ακούσουν.
Πολλοί από αυτούς δεν μιλάνε, όχι μόνο γιατί δεν ξέρουν τη γλώσσα, αλλά γιατί ξέρουν ότι κανείς δεν θα τους ακούσει.
Πολλοί από αυτούς δεν έχουν όλα τους τα δόντια, λες και δεν τα χρειάζονται όλα, λες και για το φαγητό που μπορούν να εξασφαλίσουν, τους φτάνουν δυο – τρία.
Φοράνε τα αποφόρια μας, τρώνε τα αποφάγια μας, καθαρίζουν τα απόβλητά μας, νοικιάζουν τα ερείπιά μας, όταν δεν έχουν τον ουρανό για στέγη τους, και κάνουν τις δουλειές που βαριόμαστε, σιχαινόμαστε, φοβόμαστε, κουραζόμαστε ή αποφεύγουμε να κάνουμε.

Κι όμως: Παρ’ όλα αυτά ζουν, ελπίζουν, πορεύονται. Αγωνίζονται, παλεύουν, πολεμάνε και προχωράνε. Στην αρχή, το κέρδος τους είναι το φαγητό, η ελπίδα και η ζωή της επόμενης ημέρας. Σιγά σιγά, με αφάνταστη υπομονή και επιμονή, με αιματηρές οικονομίες, με μέτρημα της κάθε πεντάρας, στήνουν τα νοικοκυριά τους, παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους.
Βλέπεις τη χαρά στα μάτια τους όταν ανακαλύψουν κανένα πεταμένο, αλλά όχι εντελώς άχρηστο, έπιπλο στα σκουπίδια και το μεταφέρουν στο σπίτι τους, ή, ακόμα καλύτερα, όταν μπορέσουν να το αγοράσουν.
Βλέπεις την ευχαρίστηση στα πρόσωπά τους όταν περιμένουν έξω από τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά σχολεία, τα παιδάκια τους να βγουν από την τάξη, κι ας μη μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, την πατρογονική τους θρησκεία, την ιστορία του τόπου της καταγωγής τους.
Βλέπεις να λάμπουν από ικανοποίηση και υπερηφάνεια όταν τα παιδιά τους διακρίνονται για την επίδοσή τους, ή όταν πετυχαίνουν στις πανελλαδικές και συνεχίζουν τις σπουδές τους.
Βλέπεις, κάποιους από αυτούς, να γίνονται έμποροι, βιοτέχνες, εργολάβοι, αφεντικά, να ενσωματώνονται στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, να είναι περήφανοι γι αυτό και να ευχαριστιούνται όταν τους δείχνουμε την εκτίμησή μας.

Και προχωρούν. Με αγώνα και αγωνία, με μεροκάματα μεγάλης διάρκειας και μικρής αμοιβής, με λειψά ένσημα, με τις μέρες της ανεργίας να ξεπερνάνε πια τις μέρες της εργασίας και την αβεβαιότητα για το αύριο να μεγαλώνει. Το παλεύουν, με νύχια και με δόντια. Υπομονή, επιμονή, πείσμα, ευρηματικότητα και, κυρίως, άρνηση της αποδοχής μίας ήττας, είναι το πλαίσιο της αντίστασής τους σε μία κακή μοίρα.

Θα ήταν ψέμα να πω ότι τους ζηλεύω. Αυτό όμως που ζηλεύω σε αυτούς τους ανθρώπους είναι το αίσθημα της νίκης και η ικανοποίηση που νοιώθουν κοιτάζοντας πίσω τους. Νίκησαν τους νεκροθάφτες τους, νίκησαν τη μοίρα τους, κερδίζουν τις καθημερινές τους μάχες και προχωρούν. Όπως προχωρούσαν οι πατεράδες και οι μανάδες πάρα πολλών από εμάς, είτε σαν πρόσφυγες, είτε σαν μετανάστες, είτε σαν ξεριζωμένοι από τον εμφύλιο, είτε σαν διωγμένοι από άνομες εξουσίες.

Αυτούς τους ανθρώπους, τους ήρωες της διπλανής μας πόρτας, ας τιμήσουμε όπως τους πρέπει. Σε όλους αυτούς, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, το φύλο τους, τον τόπο καταγωγής τους, τη θρησκεία τους, ας προσφέρουμε λίγη φροντίδα και αγάπη, λίγη κατανόηση και ανοχή, λίγη ελπίδα. Άλλωστε, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι κάθε ντόπιου οι πρόγονοι, κοντινοί ή μακρινοί, μετανάστες μπορεί να ήταν και κάθε ντόπιου οι απόγονοι, μακρινοί ή κοντινοί, μετανάστες μπορεί να γίνουν.

Πριν σαράντα πέντε περίπου χρόνια, έφυγα από τον τόπο μου και πήγα μετανάστης στην άλλη άκρη του κόσμου. Όταν ήρθε η ώρα του γυρισμού, ευχαρίστησα ένα φίλο, ντόπιο, για τη φιλοξενία που μου είχε προσφέρει η χώρα του. Αυτός τότε μου είπε γελώντας: «Φίλε μην ευχαριστείς για τίποτα. Μετανάστης ήσουν, έδωσες και πήρες. Αν πέρασες καλά, θυμήσου το όταν θα έρθουν μετανάστες στη χώρα σου, γιατί σίγουρα, κάποτε θα έρθουν . Κάνε τους να νοιώσουν κι αυτοί καλά».
Δίκιο είχες ρε τρελέ Ιρλανδέ (έτσι τον λέγαμε στη δουλειά, επειδή ήταν κοκκινομάλλης με φακίδες στο πρόσωπο, παρ’ όλο που ήταν ισπανικής καταγωγής), καλή σου ώρα όπου και να είσαι. Έτσι είναι.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

ΑΣ ΛΑΜΠΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΚΙ ΑΣ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ

Ας λάμπει ο ήλιος κι ας λάμπει στα βουνά. Είναι μία παροιμία που την άκουγα, συχνά πυκνά, από τη νόνα μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τη σημασία της, όσο μεγάλωνα όμως άρχισα να πιστεύω ότι την έλεγε για τα παιδιά της, και γενικότερα για τους δικούς της, όταν δεν την είχαν ενημερώσει ή δεν είχαν ζητήσει τη γνώμη της για κάτι που είχαν κάνει. Έτσι πράττοντας, δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία να τους συμβουλέψει, να τους συντρέξει, να τους παρασταθεί, ή να τους αποτρέψει, να τους επιπλήξει, να τους θυμώσει. Πιο αργά ακόμη, κατάλαβα ότι με την παροιμία αυτή εξέφραζε την πίκρα της γιατί, σε κάποιο γεγονός ή σε κάποια διαδικασία, είχε μείνει εκτός εικόνος, πράγμα που για αυτήν ίσως να σήμαινε και εκτός νυμφώνος.

Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, λίγο – πολύ, σαν τη νόνα μου είμαστε. Άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο, θέλουμε να μας λογαριάζουν, να μας ρωτάνε, να κάνουν το σωστό, όπως το βλέπουμε εμείς για σωστό. Κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, στενοχωριόμαστε, αρχίζουμε με τις παροιμίες, προχωράμε στις διαμαρτυρίες, περνάμε στις συγκρούσεις και καταλήγουμε στην κατάθλιψη. Όχι όλοι και όχι πάντα, αλλά αυτή είναι συνήθως η πορεία.

Γιατί όμως; Γιατί να έχουμε τέτοιες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τους γύρω μας; Γιατί να μην αναγνωρίζουμε στον καθένα την ελευθερία να κάνει τις δικές του επιλογές με τον τρόπο που αυτός θέλει, ακόμα κι αν αυτές είναι λάθος; Γιατί με όπλο την κλάψα ή το θυμό, το παράπονο ή την αποστροφή, τη βουβή ικεσία ή την εκκωφαντική απαίτηση, να επιδιώκουμε, στην ουσία, να περάσει το δικό μας; Γιατί το αυτονόητο δικαίωμα της ελευθερίας επιλογής, όχι μόνο να μην είναι πάντα κατανοητό και να μη γίνεται πάντα αποδεκτό από τους άλλους, αλλά να ερμηνεύεται σαν άρνηση;

Ο άνθρωπος, στη μεγαλειώδη και άκρως ενδιαφέρουσα πορεία του από το «κάπου» προς το «κάπου αλλού» (ή από το τίποτα προς το τίποτα), έχει για κυριότερο, αν όχι μοναδικό, συνοδοιπόρο τον εαυτό του. Στη διάρκειά της, μπορεί να αποκτήσει φίλους, θεατές, εχθρούς, αλλά συνοδοιπόρο θα έχει μόνον ένα, θα προσδιορίζεται μέσα από τη συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, και από απλή ζώσα ύπαρξη θα μεταμορφώνεται σε εγώ. Η γέννηση του «εγώ» έχει σαν επακόλουθο την γέννηση του «όλοι οι άλλοι», με ότι αυτό σήμαινε και σημαίνει για την πορεία και την ανάπτυξη του ανθρώπου, καθώς και για την κυριαρχία του στη γη. Κατοχυρώνοντας το εγώ του, ο άνθρωπος έβαλε απέναντί του (χωρίς, απαραίτητα, να τους στρέφει εναντίον του) όλους τους συνανθρώπους του. Ο ανταγωνισμός, η ένταση, η σύγκρουση, ο φθόνος, η επιθυμία για ισχύ και εξουσία, αλλά και η αγάπη, η ευθύνη, η κατανόηση, η ανοχή, και ότι άλλο ακόμη προκαλείται ή προκύπτει από την ανάδειξη του εγώ, διαμορφώνουν τη ζωή, την πρόοδο και την εξέλιξη του καθενός από εμάς και όλων μαζί και μας κάνουν να θέλουμε όλοι να ξέρουμε, πού λάμπει ο ήλιος (κι ας μη λάμπει και στα βουνά!!!).

Είναι όμως εύκολο να μη μας νοιάζει για το πού λάμπει ο ήλιος; Είναι το ίδιο εύκολο για τον καθένα μας; Το θέλουμε πράγματι; Θέλουμε να μην μας ρωτάνε οι γύρω μας για το τι θα κάνουν; Θέλουμε να μένουμε εκτός εικόνος και εκτός νυμφώνος; Όχι βέβαια, γιατί αυτό μικραίνει το μπόι του συνοδοιπόρου μας, του εγώ μας. Όχι βέβαια, γιατί αυτό συρρικνώνει τους λόγους ύπαρξής του. Όχι βέβαια, γιατί αυτό ακυρώνει, σε μεγάλο βαθμό, το νόημα της ζωής μας (τουλάχιστον το νόημα που εμείς και το εγώ μας της έχουμε δώσει).

Σε όλη μας τη ζωή, συνυπάρχουν μέσα μας η λογική και το συναίσθημα, άλλοτε σε αντίθεση, άλλοτε σε σύγκρουση, άλλοτε αρμονικά. Θυμόμαστε πάντα τις όμορφες στιγμές από τη ζωή μας, όπου κυριαρχεί συνήθως το συναίσθημα, ξεχνάμε όμως ότι τον δρόμο για αυτές τις όμορφες στιγμές τον στρώνει συνήθως η λογική. Και δεν υπάρχει τίποτα κακό με το συναίσθημα, ίσα-ίσα, αλλά για να μην πνιγόμαστε στα απρόβλεπτα νερά του, δεν είναι ανάγκη να το φοβόμαστε ή να το αποφεύγουμε. Αρκεί να έχουμε πρώτα μάθει κολύμπι στα ήσυχα νερά της λογικής, να έχουμε θερίσει στα πλούσια χωράφια της εμπειρίας, να έχουμε ξαναπάρει δυνάμεις κάτω από την πυκνή σκιά της αυτογνωσίας.

Αν λογική σημαίνει συνειδητή τήρηση ενός αξιακού συστήματος με γνώση, αν εμπειρία σημαίνει γνώση με πείρα, αν αυτογνωσία σημαίνει πείρα με συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων, των επιθυμιών και των ορίων μας, η συμπόρευσή με το εγώ μας θα είναι μία διαρκής θετική πρόκληση. Και, αν όλα αυτά συμβούν, όχι στα πλαίσια ενός κόσμου στο κέντρο του οποίου έχουμε τοποθετήσει το εγώ μας, αλλά στα πλαίσια ενός σύμπαντος στο οποίο κάθε είδους ζωή, και η δική μας, υπάρχει για να επιβεβαιώνει και να κραταιώνει την ύπαρξή του, τότε η συμπόρευση μετατρέπεται σε συγχώνευση, εμείς και το εγώ μας γινόμαστε ένα, γινόμαστε το τίποτα και το σύμπαν μαζί. Θα μπορέσουμε τότε να δούμε την αγάπη, τη ζωή, την ευτυχία, τις σχέσεις μας με τους άλλους, σε ένα εντελώς καινούργιο πλαίσιο. Θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή μας, χωρίς το «μας» έχει ένα εντελώς καινούργιο νόημα. Τέλος, θα κατανοήσουμε ότι το «ας λάμπει ο ήλιος κι ας λάμπει στα βουνά», δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αποδοχή του θαύματος της ζωής, όχι από τη σκοπιά του θεατή, αλλά από την ίδια τη ζωή. Από εμάς.