Ας λάμπει ο ήλιος κι ας λάμπει στα βουνά. Είναι μία παροιμία που την άκουγα, συχνά πυκνά, από τη νόνα μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τη σημασία της, όσο μεγάλωνα όμως άρχισα να πιστεύω ότι την έλεγε για τα παιδιά της, και γενικότερα για τους δικούς της, όταν δεν την είχαν ενημερώσει ή δεν είχαν ζητήσει τη γνώμη της για κάτι που είχαν κάνει. Έτσι πράττοντας, δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία να τους συμβουλέψει, να τους συντρέξει, να τους παρασταθεί, ή να τους αποτρέψει, να τους επιπλήξει, να τους θυμώσει. Πιο αργά ακόμη, κατάλαβα ότι με την παροιμία αυτή εξέφραζε την πίκρα της γιατί, σε κάποιο γεγονός ή σε κάποια διαδικασία, είχε μείνει εκτός εικόνος, πράγμα που για αυτήν ίσως να σήμαινε και εκτός νυμφώνος.
Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, λίγο – πολύ, σαν τη νόνα μου είμαστε. Άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο, θέλουμε να μας λογαριάζουν, να μας ρωτάνε, να κάνουν το σωστό, όπως το βλέπουμε εμείς για σωστό. Κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, στενοχωριόμαστε, αρχίζουμε με τις παροιμίες, προχωράμε στις διαμαρτυρίες, περνάμε στις συγκρούσεις και καταλήγουμε στην κατάθλιψη. Όχι όλοι και όχι πάντα, αλλά αυτή είναι συνήθως η πορεία.
Γιατί όμως; Γιατί να έχουμε τέτοιες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τους γύρω μας; Γιατί να μην αναγνωρίζουμε στον καθένα την ελευθερία να κάνει τις δικές του επιλογές με τον τρόπο που αυτός θέλει, ακόμα κι αν αυτές είναι λάθος; Γιατί με όπλο την κλάψα ή το θυμό, το παράπονο ή την αποστροφή, τη βουβή ικεσία ή την εκκωφαντική απαίτηση, να επιδιώκουμε, στην ουσία, να περάσει το δικό μας; Γιατί το αυτονόητο δικαίωμα της ελευθερίας επιλογής, όχι μόνο να μην είναι πάντα κατανοητό και να μη γίνεται πάντα αποδεκτό από τους άλλους, αλλά να ερμηνεύεται σαν άρνηση;
Ο άνθρωπος, στη μεγαλειώδη και άκρως ενδιαφέρουσα πορεία του από το «κάπου» προς το «κάπου αλλού» (ή από το τίποτα προς το τίποτα), έχει για κυριότερο, αν όχι μοναδικό, συνοδοιπόρο τον εαυτό του. Στη διάρκειά της, μπορεί να αποκτήσει φίλους, θεατές, εχθρούς, αλλά συνοδοιπόρο θα έχει μόνον ένα, θα προσδιορίζεται μέσα από τη συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, και από απλή ζώσα ύπαρξη θα μεταμορφώνεται σε εγώ. Η γέννηση του «εγώ» έχει σαν επακόλουθο την γέννηση του «όλοι οι άλλοι», με ότι αυτό σήμαινε και σημαίνει για την πορεία και την ανάπτυξη του ανθρώπου, καθώς και για την κυριαρχία του στη γη. Κατοχυρώνοντας το εγώ του, ο άνθρωπος έβαλε απέναντί του (χωρίς, απαραίτητα, να τους στρέφει εναντίον του) όλους τους συνανθρώπους του. Ο ανταγωνισμός, η ένταση, η σύγκρουση, ο φθόνος, η επιθυμία για ισχύ και εξουσία, αλλά και η αγάπη, η ευθύνη, η κατανόηση, η ανοχή, και ότι άλλο ακόμη προκαλείται ή προκύπτει από την ανάδειξη του εγώ, διαμορφώνουν τη ζωή, την πρόοδο και την εξέλιξη του καθενός από εμάς και όλων μαζί και μας κάνουν να θέλουμε όλοι να ξέρουμε, πού λάμπει ο ήλιος (κι ας μη λάμπει και στα βουνά!!!).
Είναι όμως εύκολο να μη μας νοιάζει για το πού λάμπει ο ήλιος; Είναι το ίδιο εύκολο για τον καθένα μας; Το θέλουμε πράγματι; Θέλουμε να μην μας ρωτάνε οι γύρω μας για το τι θα κάνουν; Θέλουμε να μένουμε εκτός εικόνος και εκτός νυμφώνος; Όχι βέβαια, γιατί αυτό μικραίνει το μπόι του συνοδοιπόρου μας, του εγώ μας. Όχι βέβαια, γιατί αυτό συρρικνώνει τους λόγους ύπαρξής του. Όχι βέβαια, γιατί αυτό ακυρώνει, σε μεγάλο βαθμό, το νόημα της ζωής μας (τουλάχιστον το νόημα που εμείς και το εγώ μας της έχουμε δώσει).
Σε όλη μας τη ζωή, συνυπάρχουν μέσα μας η λογική και το συναίσθημα, άλλοτε σε αντίθεση, άλλοτε σε σύγκρουση, άλλοτε αρμονικά. Θυμόμαστε πάντα τις όμορφες στιγμές από τη ζωή μας, όπου κυριαρχεί συνήθως το συναίσθημα, ξεχνάμε όμως ότι τον δρόμο για αυτές τις όμορφες στιγμές τον στρώνει συνήθως η λογική. Και δεν υπάρχει τίποτα κακό με το συναίσθημα, ίσα-ίσα, αλλά για να μην πνιγόμαστε στα απρόβλεπτα νερά του, δεν είναι ανάγκη να το φοβόμαστε ή να το αποφεύγουμε. Αρκεί να έχουμε πρώτα μάθει κολύμπι στα ήσυχα νερά της λογικής, να έχουμε θερίσει στα πλούσια χωράφια της εμπειρίας, να έχουμε ξαναπάρει δυνάμεις κάτω από την πυκνή σκιά της αυτογνωσίας.
Αν λογική σημαίνει συνειδητή τήρηση ενός αξιακού συστήματος με γνώση, αν εμπειρία σημαίνει γνώση με πείρα, αν αυτογνωσία σημαίνει πείρα με συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων, των επιθυμιών και των ορίων μας, η συμπόρευσή με το εγώ μας θα είναι μία διαρκής θετική πρόκληση. Και, αν όλα αυτά συμβούν, όχι στα πλαίσια ενός κόσμου στο κέντρο του οποίου έχουμε τοποθετήσει το εγώ μας, αλλά στα πλαίσια ενός σύμπαντος στο οποίο κάθε είδους ζωή, και η δική μας, υπάρχει για να επιβεβαιώνει και να κραταιώνει την ύπαρξή του, τότε η συμπόρευση μετατρέπεται σε συγχώνευση, εμείς και το εγώ μας γινόμαστε ένα, γινόμαστε το τίποτα και το σύμπαν μαζί. Θα μπορέσουμε τότε να δούμε την αγάπη, τη ζωή, την ευτυχία, τις σχέσεις μας με τους άλλους, σε ένα εντελώς καινούργιο πλαίσιο. Θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή μας, χωρίς το «μας» έχει ένα εντελώς καινούργιο νόημα. Τέλος, θα κατανοήσουμε ότι το «ας λάμπει ο ήλιος κι ας λάμπει στα βουνά», δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αποδοχή του θαύματος της ζωής, όχι από τη σκοπιά του θεατή, αλλά από την ίδια τη ζωή. Από εμάς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου