Ο πολιτισμός, σαν σύστημα αξιών πάνω στο οποίο στηρίζεται η αρμονική κοινωνική συμβίωση, αλλά και η ποιότητα της ζωής των ανθρώπων, πάντοτε γκρέμιζε τείχη και άνοιγε δρόμους.
Όχι σήμερα πια.
Σήμερα, χτίζει τείχη και ανοίγει τάφρους.
Σε παλαιότερες εποχές, η πρόοδος ήταν δημιούργημα των λίγων και η γνώση προνόμιο των εκλεκτών. Πρόοδος και γνώση αναπτύσσονταν από αυστηρά δομημένες και περιχαρακωμένες ομάδες, (ιερατεία, κάστες, σέχτες, ολιγαρχίες) με στόχο να εξυπηρετούν τα δικά τους μόνο συμφέροντα. Στους υπολοίπους έφτανε μόνο ότι επέτρεπαν αυτές .
Με τον καιρό, καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι παραγωγικές σχέσεις άλλαζαν, όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν να συμμετέχουν στην αύξηση της προόδου, όλο και περισσότεροι αποκτούσαν, πρόσβαση αρχικά, δικαίωμα αργότερα, στη γνώση. Και, το κυριότερο, όλο και περισσότεροι μπορούσαν να παρακολουθούν την πρόοδο και την εξέλιξη των θρησκειών, των γραμμάτων, των τεχνών, των επιστημών, με μία λέξη, του πολιτισμού.
Σήμερα όμως, η πρόοδος του πολιτισμού εξελίσσεται με τόσο γοργούς ρυθμούς και προς τόσο πολλές κατευθύνσεις, ώστε όλο και λιγότεροι μπορούν να την παρακολουθήσουν και ακόμη λιγότεροι να συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή του, επιστρέφουμε δηλαδή, ως προς τις αναλογίες μεταξύ εκλεκτών και μη, στο παρελθόν.
Η διαφορά με τις παλαιότερες εποχές συνίσταται στο ότι σήμερα, πολύς κόσμος έχει έλθει σε επαφή με τα αποτελέσματα της προόδου του πολιτισμού και της γνώσης, έχει χρησιμοποιήσει τα προϊόντα τους, τα έχει ανάγκη. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, παρακολουθεί με αγωνία την απόσταση, ανάμεσα σε αυτά που πρέπει να γνωρίζει και σε αυτά που γνωρίζει, να μεγαλώνει με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς. Νοιώθει με τρόμο το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στην παραγωγή των γνώσεων και στις πεπερασμένες δυνατότητες του για αφομοίωσή τους.
Ο πολίτης μίας σύγχρονης κοινωνίας, χρειάζεται πια για την επιβίωσή του τόσες πολλές πληροφορίες και γνώσεις, ώστε, τρέχοντας να προλάβει το σήμερα, δεν έχει χρόνο να μάθει για το χθες, να το κατανοήσει και να αυτοπροσδιορισθεί, δεν έχει στοιχεία να σχεδιάσει για τη θέση του στο αύριο. Χωρίς να ξέρει λοιπόν καλά – καλά από πού έρχεται και προς τα πού πηγαίνει, δέχεται ανήμπορος το αύριο που άλλοι, αλλού σχεδιάζουν γι αυτόν, σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες, προτεραιότητες, επιλογές.
Δεν είναι τυχαίο το ότι η οικονομία στηρίζεται πλέον, όχι στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών για την κάλυψη ανθρώπινων αναγκών, αλλά στην επινόηση και προώθηση ανθρώπινων αναγκών, για κάλυψή τους από συγκεκριμένα, προκαθορισμένα και προαποφασισμένα προϊόντα και υπηρεσίες.
Δεν είναι τυχαίο το ότι ο κόσμος δεν μιλάει πλέον για οικονομικό σύστημα, αλλά για χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού η αγορά δεν κινείται στη λογική της ανταλλαγής προϊόντων ή υπηρεσιών με χρήμα, αλλά στη λογική της ανατροφοδότησης και ανακύκλωσης μίας, υποτίθεται, ελεγχόμενης τραπεζικής πίστης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η επιτυχία μίας επιχείρησης δεν βασίζεται πλέον, κύρια, στην ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών της, αλλά στο δίκτυο διανομής, στα logistics και στο marketing, αφού τα κριτήρια με τα οποία επιλέγει ο σύγχρονος καταναλωτής δεν είναι η αξιοπιστία, η τιμή, και το συνολικό κόστος χρήσης, αλλά η φίρμα, η μόδα και η ταυτοποίησή του με επιτυχημένους, ινδάλματα, ή διασημότητες.
Δεν είναι, τέλος, τυχαίο το ότι όλα τα παραπάνω συμβαίνουν χωρίς καμία σχεδόν αντίδραση από την κοινωνία, αφού η κοινωνία καθοδηγείται/ποδηγετείται από Μ.Μ.Ε. ποικιλοτρόπως διαπλεκόμενα με το παραγωγικό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τα επίπεδα επιβολής των Μ.Μ.Ε. στις κοινωνίες είναι δύο.
Ως προς το πρώτο επίπεδο, τις καταναλωτικές συμπεριφορές, έχουν επινοήσει ένα προφίλ «επιτυχημένου» άνδρα ή γυναίκας, το προβάλλουν κατά κόρον, και αποδίδουν την επιτυχία του/της αποκλειστικά και μόνο στη χρήση των προϊόντων και υπηρεσιών που προωθούν. Παρακολουθούμε έτσι μπροστά στη μικρή οθόνη, μέσα από κάθε είδους εκπομπές και προγράμματα, την καταναλωτική συμπεριφορά και τις πολιτισμικές επιλογές του «επιτυχημένου» επαγγελματία, αθλητή, καλλιτέχνη, τζογαδόρου, εραστή, επιστήμονα, πολιτικού, νοικοκύρη, τεμπέλη, άχρηστου κλπ, και, συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούμε να τους μοιάσουμε.
Στο δεύτερο επίπεδο τώρα, αυτό της ολοκληρωτικής παράδοσης των κοινωνιών στο σύστημα που αυτά υπηρετούν, μας βομβαρδίζουν, τόσο συχνά, τόσο μεθοδικά, τόσο «χειρουργικά», με οτιδήποτε κακό συμβαίνει στον κόσμο, ώστε θα έλεγε κανείς ότι μόνο κακά συμβαίνουν. Είναι δε τόσο μεγάλη η φρίκη και η υπερβολή γραφίδας, λόγου και, κατά κύριο λόγο, εικόνας, ώστε οι αναγνώστες, ακροατές και θεατές των Μ.Μ.Ε. να νοιώθουν ευτυχείς, ακόμη και μέσα σε συνθήκες αντικειμενικής δυστυχίας τους, γιατί δεν είναι αυτοί οι «ήρωες της φρίκης» για τους οποίους διαβάζουν, ακούν και βλέπουν κάθε μέρα. Και για να μη γίνουν κάποια μέρα σαν κι αυτούς, καταπίνουν αμάσητες τις πολιτισμικές επιλογές που τους υποβάλλονται/επιβάλλονται από τα διαπλεκόμενα Μ.Μ.Ε.
Βρίσκεται λοιπόν ο πολιτισμός μας μπροστά σε αδιέξοδο; Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς.
Η κοντόφθαλμη θεώρηση είναι να ελπίζουμε ότι άτομα που ανήκουν στις γενιές μας, οι οποίες και προκάλεσαν τις μεγαλύτερες αλλοιώσεις στον πολιτισμό μας, θα μπορέσουν να τις διορθώσουν. Μα, αφού όλοι εμείς, με τις πράξεις ή τις παραλείψεις μας, εκούσια ή ακούσια, εν γνώσει ή εν αγνοία μας, όντας, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μέρος του προβλήματος, πώς μπορούμε να αποτελέσουμε και μέρος της λύσης του; Μία τέτοια θεώρηση δείχνει από μέρους μας, αναίδεια, αυθάδεια, αλαζονεία. Κυρίως όμως, δείχνει άγνοια του μεγέθους του προβλήματος της πολιτισμικής καταστροφής και των αιτίων της.
Μία περισσότερο ρεαλιστική θεώρηση είναι να αντιληφθούμε ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν θα είναι επιλογή, αλλά μονόδρομος, σαν αποτέλεσμα μίας μεγάλης οικονομικής, περιβαλλοντικής ή άλλης καταστροφής μετά από την οποία, όσοι επιζήσουν θα πρέπει να ξαναχτίσουν το νέο πολιτισμό τους, όχι πάνω στα ερείπια του παλιού, αλλά με βάση τις νέες ανάγκες τους. Κι αν ο πολιτισμός αυτός δεν έχει πολυεθνικές, ξενοδοχεία πέντε αστέρων, γρήγορα αυτοκίνητα, και γιάπηδες, κανένα τους δεν θα ενδιαφέρει. Αν μας θυμούνται, θα μας θυμούνται σαν μάστιγα και σαν κατάρα και θα χαίρονται που δεν θα υπάρχουμε.
Τέλος, μία πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη θεώρηση είναι να κατανοήσουμε ότι, μπορεί η ζωή μας να μετριέται (από εμάς) σε χρόνια, η ζωή των πολιτισμών σε χιλιετίες, η ύπαρξη του ζωικού και φυτικού βασιλείου σε μερικά εκατομμύρια χρόνια. Χρονικές περίοδοι, έτσι κι αλλιώς, ασήμαντες για τον συμπαντικό χρόνο. Μπορεί να τσακωνόμαστε (εμείς) με τους γείτονές μας για μερικά μέτρα μεσότοιχου, να σκοτωνόμαστε με τους συγγενείς μας για ένα στρέμμα γης, να κάνουμε πολέμους για μερικές χιλιάδες ή εκατομμύρια στρέμματα. Εκτάσεις, έτσι κι αλλιώς, ασήμαντες για τον συμπαντικό χώρο. Ένας συμπαντικός χρονο-χωρομέτρης θα έσκαγε στα γέλια με τη κακομοιριά και τη μιζέρια μας.
Η επιλογή μίας από τις παραπάνω θεωρήσεις είναι μία πρόκληση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου