Μία ηρωική πράξη είναι ακραία, γιατί υπερβαίνει τα όρια του θεμιτού, του αποδεκτού, του θεσπισμένου. Είναι μοναδική, γιατί εκδηλώνεται μία φορά για κάθε συγκεκριμένο λόγο. Είναι μεγαλειώδης, γιατί εμπεριέχει το στοιχείο της αυταπάρνησης. Και ακολουθείται από θετικούς συνειρμούς γιατί, εξ ορισμού, οι ήρωες αγωνίζονται πάντα για το καλό των άλλων.
Μία ηρωική πράξη είναι αποτέλεσμα μίας στιγμιαίας αλλαγής συνειδητότητας και με τη βίωση αυτής της αλλαγής αναδύεται ένα καλό που υπερβαίνει το προσωπικό καλό, ένα όφελος που υπερβαίνει το προσωπικό όφελος, μία ζωή που υπερβαίνει την προσωπική ζωή. Τα επικρατούντα συστήματα αξιών καταρρίπτονται στο διάστημα αυτής της αλλαγής και άλλα, ανώτερα, παίρνουν τη θέση τους.
Μία ηρωική πράξη, είναι εντελώς προσωπική υπόθεση. Ακόμη και αν συμμετέχουν περισσότεροι του ενός στην τέλεσή της, αποκλείεται τα αίτια, τα κίνητρα, οι ρόλοι και οι κίνδυνοι να είναι ίδιοι για όλους. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν ηρωικοί λαοί, ηρωικές γενιές, ή ηρωικές ομάδες, ενώ υπάρχουν χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες, για συγκεκριμένους λόγους, παρατηρείται «συμπύκνωση» των ηρωικών στιγμών.
Κάθε ηρωική πράξη έχει αξία , μερικές έχουν και τιμή.
Πολλοί ήρωες πεθαίνουν αφανείς, μερικοί γίνονται επιφανείς επειδή αξιοποίησαν τη θολούρα μίας περιόδου συμπύκνωσης ηρωικών γεγονότων.
Υπάρχει όμως μία άλλη, πολύ μεγάλη, κατηγορία ηρώων που ζουν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας, εδώ, αλλά και σε κάθε μέρος της γης. Γι αυτούς ποτέ δεν θα στηθούν προτομές, δεν θα κατατεθούν στεφάνια, δεν θα ψαλθούν τρισάγια. Στα σχολικά βιβλία δεν θα αναφερθούν σαν παραδείγματα. Στα πολύχρωμα παιδικά βιβλία και DVD δεν θα είναι πρωταγωνιστές. Ομοιώματα τους δεν θα πουλιούνται στα JUMBO και δεν θα κρέμονται στις πασχαλινές λαμπάδες.
Έχουν όλοι μεταξύ τους δύο κοινά χαρακτηριστικά: Γίνανε ήρωες μακριά από τον τόπο τους και υπήρξαν ήρωες, όχι σε μία στιγμή της ζωής τους αλλά, από ένα σημείο και μετά, σε κάθε στιγμή της.
Πολλοί από αυτούς βλέπουν, αλλά δεν έχουν βλέμμα, λες και τα έχουν δει όλα και δεν θέλουν να δουν τίποτα άλλο.
Πολλοί από αυτούς δεν ακούνε, όχι γιατί είναι κουφοί, αλλά γιατί φοβούνται γι αυτά που θα ακούσουν.
Πολλοί από αυτούς δεν μιλάνε, όχι μόνο γιατί δεν ξέρουν τη γλώσσα, αλλά γιατί ξέρουν ότι κανείς δεν θα τους ακούσει.
Πολλοί από αυτούς δεν έχουν όλα τους τα δόντια, λες και δεν τα χρειάζονται όλα, λες και για το φαγητό που μπορούν να εξασφαλίσουν, τους φτάνουν δυο – τρία.
Φοράνε τα αποφόρια μας, τρώνε τα αποφάγια μας, καθαρίζουν τα απόβλητά μας, νοικιάζουν τα ερείπιά μας, όταν δεν έχουν τον ουρανό για στέγη τους, και κάνουν τις δουλειές που βαριόμαστε, σιχαινόμαστε, φοβόμαστε, κουραζόμαστε ή αποφεύγουμε να κάνουμε.
Κι όμως: Παρ’ όλα αυτά ζουν, ελπίζουν, πορεύονται. Αγωνίζονται, παλεύουν, πολεμάνε και προχωράνε. Στην αρχή, το κέρδος τους είναι το φαγητό, η ελπίδα και η ζωή της επόμενης ημέρας. Σιγά σιγά, με αφάνταστη υπομονή και επιμονή, με αιματηρές οικονομίες, με μέτρημα της κάθε πεντάρας, στήνουν τα νοικοκυριά τους, παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους.
Βλέπεις τη χαρά στα μάτια τους όταν ανακαλύψουν κανένα πεταμένο, αλλά όχι εντελώς άχρηστο, έπιπλο στα σκουπίδια και το μεταφέρουν στο σπίτι τους, ή, ακόμα καλύτερα, όταν μπορέσουν να το αγοράσουν.
Βλέπεις την ευχαρίστηση στα πρόσωπά τους όταν περιμένουν έξω από τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά σχολεία, τα παιδάκια τους να βγουν από την τάξη, κι ας μη μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, την πατρογονική τους θρησκεία, την ιστορία του τόπου της καταγωγής τους.
Βλέπεις να λάμπουν από ικανοποίηση και υπερηφάνεια όταν τα παιδιά τους διακρίνονται για την επίδοσή τους, ή όταν πετυχαίνουν στις πανελλαδικές και συνεχίζουν τις σπουδές τους.
Βλέπεις, κάποιους από αυτούς, να γίνονται έμποροι, βιοτέχνες, εργολάβοι, αφεντικά, να ενσωματώνονται στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, να είναι περήφανοι γι αυτό και να ευχαριστιούνται όταν τους δείχνουμε την εκτίμησή μας.
Και προχωρούν. Με αγώνα και αγωνία, με μεροκάματα μεγάλης διάρκειας και μικρής αμοιβής, με λειψά ένσημα, με τις μέρες της ανεργίας να ξεπερνάνε πια τις μέρες της εργασίας και την αβεβαιότητα για το αύριο να μεγαλώνει. Το παλεύουν, με νύχια και με δόντια. Υπομονή, επιμονή, πείσμα, ευρηματικότητα και, κυρίως, άρνηση της αποδοχής μίας ήττας, είναι το πλαίσιο της αντίστασής τους σε μία κακή μοίρα.
Θα ήταν ψέμα να πω ότι τους ζηλεύω. Αυτό όμως που ζηλεύω σε αυτούς τους ανθρώπους είναι το αίσθημα της νίκης και η ικανοποίηση που νοιώθουν κοιτάζοντας πίσω τους. Νίκησαν τους νεκροθάφτες τους, νίκησαν τη μοίρα τους, κερδίζουν τις καθημερινές τους μάχες και προχωρούν. Όπως προχωρούσαν οι πατεράδες και οι μανάδες πάρα πολλών από εμάς, είτε σαν πρόσφυγες, είτε σαν μετανάστες, είτε σαν ξεριζωμένοι από τον εμφύλιο, είτε σαν διωγμένοι από άνομες εξουσίες.
Αυτούς τους ανθρώπους, τους ήρωες της διπλανής μας πόρτας, ας τιμήσουμε όπως τους πρέπει. Σε όλους αυτούς, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, το φύλο τους, τον τόπο καταγωγής τους, τη θρησκεία τους, ας προσφέρουμε λίγη φροντίδα και αγάπη, λίγη κατανόηση και ανοχή, λίγη ελπίδα. Άλλωστε, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι κάθε ντόπιου οι πρόγονοι, κοντινοί ή μακρινοί, μετανάστες μπορεί να ήταν και κάθε ντόπιου οι απόγονοι, μακρινοί ή κοντινοί, μετανάστες μπορεί να γίνουν.
Πριν σαράντα πέντε περίπου χρόνια, έφυγα από τον τόπο μου και πήγα μετανάστης στην άλλη άκρη του κόσμου. Όταν ήρθε η ώρα του γυρισμού, ευχαρίστησα ένα φίλο, ντόπιο, για τη φιλοξενία που μου είχε προσφέρει η χώρα του. Αυτός τότε μου είπε γελώντας: «Φίλε μην ευχαριστείς για τίποτα. Μετανάστης ήσουν, έδωσες και πήρες. Αν πέρασες καλά, θυμήσου το όταν θα έρθουν μετανάστες στη χώρα σου, γιατί σίγουρα, κάποτε θα έρθουν . Κάνε τους να νοιώσουν κι αυτοί καλά».
Δίκιο είχες ρε τρελέ Ιρλανδέ (έτσι τον λέγαμε στη δουλειά, επειδή ήταν κοκκινομάλλης με φακίδες στο πρόσωπο, παρ’ όλο που ήταν ισπανικής καταγωγής), καλή σου ώρα όπου και να είσαι. Έτσι είναι.
dokimi
ΑπάντησηΔιαγραφή