Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ; ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Γιορτάζουμε φέτος τα Χριστούγεννα μίας παράξενης και ταραγμένης εποχής. Παρ’ όλο που δεν φαίνεται φωτιά, ήδη μυρίζει καμένο σε πολλά μέρη της γης. Οι μεγάλες χώρες των παλιών πολιτισμών αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς και άρχισαν να παίρνουν εκδίκηση για τα όσα υπέστησαν από τους για πολλά χρόνια κατακτητές και εκμεταλλευτές των. Οι καταπιεσμένοι της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής αποτινάζουν τα δεσμά τους. Οι νέοι άνθρωποι έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται για το πού τους πηγαίνουν οι μεγαλύτεροι και, όσοι από αυτούς κατανοούν τι σάπιο περιεχόμενο κρύβει το πολυτελές περιτύλιγμα του προβαλλόμενου τρόπου ζωής των δυτικών κοινωνιών, αγανακτούν, αντιστέκονται και διαδηλώνουν. Ας ευχηθούμε να είναι αυτά τα σημάδια της ανατολής μίας καινούργιας ημέρας για τον κόσμο.

Και στον τόπο μας όμως τα πράγματα άλλαξαν. Χριστούγεννα, και δεν μετράμε πια πόσα αυτοκίνητα πέρασαν από τα διόδια της Ελευσίνας και των Αφιδνών, πόσα πλοία αναχώρησαν από τον Πειραιά και τη Ραφήνα, πόσες πτήσεις από το Ε. Βενιζέλος. Δεν μετράμε τα θύματα του Μολόχ της ασφάλτου. Το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας έχει παραμερίσει κάθε άλλο θέμα. Με την πολιτική στα χειρότερά της και την κοινωνία να τα έχει χαμένα, σερνόμαστε σε ένα κατήφορο χωρίς τέλος. Ζούμε με την ελπίδα ότι θα ανέβουμε, χωρίς να κάνουμε τίποτα γι αυτό, επειδή «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Σε μία τέτοια κατάσταση, τι να ευχηθεί κανείς; 

Τι είναι όμως ακριβώς οι γιορτές των Χριστουγέννων και πώς επηρεάζουν τη ζωή μας;

Τα χαρακτηριστικότερα σημεία αναγνώρισης των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, είναι: το χριστουγεννιάτικο δένδρο, ειδωλολατρικό έθιμο της βόρειας Ευρώπης, η ανταλλαγή δώρων, έθιμο των ρωμαϊκών Σατουρναλίων (γιορτή προς τιμή του Κρόνου) και ο Αγιοβασίλης με την κόκκινη στολή και σκούφια, τη μεγάλη κοιλιά και τη μακριά άσπρη γενειάδα, που πρωτοεμφανίστηκε με αυτή τη μορφή σαν διαφήμιση της Κόκα Κόλλα το 1931.


Κανένα από τα τρία παραπάνω στοιχεία δεν έχει σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και το λατρευτικό της τυπικό, τίποτα όμως δεν εμποδίζει τους απανταχού χριστιανούς (και μη) να τα θεωρούν απαραίτητα για ένα «ευπρεπή» εορτασμό των Χριστουγέννων.

Τότε λοιπόν, πού βρίσκονται, η χριστιανική εκκλησία, η χριστιανική θρησκεία, η χριστιανική πίστη αυτές τις «άγιες», όπως αποκαλούνται, ημέρες; Μα, όπου και τις υπόλοιπες. Στις εκκλησίες και στα εμπορικά κέντρα, στα κάλαντα και στα μπουζούκια, στα πανεπιστήμια και στις φυλακές, στις μετάνοιες και  στις βλαστήμιες.

Αυτό δεν είναι, ούτε σχήμα λόγου, ούτε ευφυολόγημα. Με το πέρασμα των αιώνων, η αύξηση της γνώσης, η ανάπτυξη των επιστημών, οι μεγάλες ανακαλύψεις και τα μεγάλα κινήματα αμφισβήτησης, έδωσαν τη δυνατότητα στους σκεπτόμενους ανθρώπους να αγνοήσουν την περιχαράκωση της λατρείας και της πίστης από τα ιερατεία, να την υπερβούν και να προχωρήσουν στην εξατομίκευσή των, όπου ο καθένας, έχοντας διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για το τι είναι χριστιανική θρησκεία, λατρεία και πίστη, τις έχει φέρει στα μέτρα του. Έτσι, υπάρχουν πιστοί που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία, εκκλησιαζόμενοι που δεν ακολουθούν τη χριστιανική διδασκαλία, άπιστοι ή άθεοι (κατά δήλωσή των) που ακολουθούν τη  χριστιανική διδασκαλία, κ.ο.κ. Η παράδοση δεν είναι πλέον τόσο ισχυρή ώστε να διαπλάθει τα άτομα, τα άτομα όμως επιλέγουν από την παράδοση, ότι νομίζουν ότι είναι απαραίτητο.

Υπάρχουν, στην ουσία, σήμερα τρία είδη προσέγγισης του χριστιανισμού. Η θρησκευτική-λατρευτική, η πολιτισμική και η αξιακή.

 Στην πρώτη κατηγορία θα μπορούσαν κυρίως να υπαχθούν, αυτοί που δηλώνουν ότι είναι χριστιανοί, αυτοί που πιστεύουν στην ύπαρξη του Χριστού σαν υιού του Θεού και αυτοί που ακολουθούν το λατρευτικό μέρος της χριστιανικής θρησκείας. (Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που χρησιμοποιούν περισσότερους του ενός από αυτούς τους τρόπους προσέγγισης). Ο αριθμός τους, καθώς περνούν τα χρόνια μειώνεται, εκτός των περιόδων κρίσης, αμφισβήτησης και ανασφάλειας, οπότε σταθεροποιείται, ή και αυξάνεται.

Στην δεύτερη κατηγορία θα μπορούσαν κυρίως να υπαχθούν, αυτοί που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία παρά μόνον για να παραστούν στην τέλεση μυστηρίων (γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, κλπ) και στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, αμφιβάλλουν για την ύπαρξη του θεού, αλλά αυτοαποκαλούνται χριστιανοί, και ενδιαφέρονται κυρίως για την ιστορική διάσταση της χριστιανικής θρησκείας, αλλά δεν απαρνούνται τις θρησκευτικές ρίζες τους.Τους συγκινεί, αισθητικά και συναισθηματικά, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και διακόσμηση, η αγιογραφία, τα κείμενα και οι μελωδίες της χριστιανικής υμνογραφίας, βιώνουν με ευχαρίστηση τις διάφορες θρησκευτικές γιορτές και χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο ρήσεις και εκφράσεις των ευαγγελίων (Μετανοούσα Μαγδαληνή, Κρανίου τόπος, Τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ, Χωρίζω την ήρα από το σιτάρι, Νίπτω τας χείρας μου, Ο αναμάρτητος τον λίθον βαλέτω, Η πίστις μετακινεί και όρη, για να αναφέρω μόνο μερικά). Ο αριθμός τους, καθώς περνούν τα χρόνια αυξάνεται, κυρίως από μία ανάγκη επιστροφής σε ότι θεωρούν σαν ρίζες τους.

Τέλος, στην τρίτη κατηγορία θα μπορούσαν να υπαχθούν αυτοί που είτε με το αξιακό σύστημα που αποδέχονται, είτε με τον τρόπο της ζωής που επιλέγουν, έχουν αντικειμενικά αποδεχθεί τη φιλοσοφία του χριστιανισμού. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, ενώ έχουν απορρίψει το ρόλο της εκκλησίας, ίσως και της θρησκείας, έχουν διαμορφώσει μία κοσμική σκέψη, λογική και νοοτροπία, που είναι, περισσότερο ή λιγότερο, χριστιανική. Ο τρόπος που ορίζονται και εκφράζονται στις δυτικές κοινωνίες τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι αρχές της ελευθερίας της ισότητας και της αδελφοσύνης, ο διαχωρισμός της θρησκευτικής από την πολιτική εξουσία, η ηθική και το δίκαιο, έχουν τη βάση τους, ή συμπίπτουν, με τη χριστιανική διδασκαλία, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ευαγγέλια. 

Δεν γνωρίζω σε ποια κατηγορία ανήκω, δεν ξέρω αν είμαι καν πιστός. Ξέρω όμως ότι μου αρέσει να παρακολουθώ μία ιερή ακολουθία σε υποβλητικό περιβάλλον, με καλλίφωνους ψάλτες και  χωρίς μικροφωνικές εγκαταστάσεις. Να θαυμάζω ένα περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ένα ψηφιδωτό, ή μία εικόνα της Παναγίας, να συγχαίρω σε ένα γάμο ή να συλλυπούμαι σε μία κηδεία. Να προσπαθώ να μη βλάπτω τους συνανθρώπους μου, να τηρώ τους νόμους, είτε τους αποδέχομαι, είτε όχι, και να νοιάζομαι και για ανθρώπους που δεν γνωρίζω.

Χριστούγεννα σήμερα και όλη η οικογένεια, γονείς, παιδιά κι εγγόνια, θα μαζευτούμε στο σπίτι του μεγαλύτερου, θα φάμε μαζί, θα διασκεδάσουμε, θα ανταλλάξουμε ευχές και δώρα κάτω από το έλατο και θα γκρινιάξουμε και λίγο, γιατί πέρσι είμασταν καλύτερα από εφέτος. Εκατομμύρια οικογένειες σε όλο τον κόσμο θα κάνουν, λίγο-πολύ, το ίδιο. Είναι, άραγε, όλοι τους χριστιανοί; Πολύ περισσότερες οικογένειες δεν θα μπορέσουν να το κάνουν και κάποιες από αυτές, πάρα πολλές, δεν θα έχουν φαγητό στο τραπέζι τους, δεν θα έχουν καν τραπέζι. Έχει άραγε σημασία αν είναι χριστιανοί ή όχι;

Χριστούγεννα σήμερα και συνηθίζεται να κάνουμε ευχές. Έχω κι εγώ μία. Θα ήθελα:
-Να λιγοστέψει η αδικία, η ανισότητα και η δυστυχία στον κόσμο
-Να σταματήσουν οι πόλεμοι και οι σκοτωμοί
-Να πάψουμε να καταστρέφουμε τον πλανήτη μας
-Να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τα χρήσιμα και καλά από τα άχρηστα και  βλαβερά και να επιθυμούμε τα πρώτα
-Να αγωνιζόμαστε για να κερδίσουμε όσα αξίζουμε και όχι όσα θέλουμε να έχουμε
-Να προσπαθήσουμε να βγούμε από τον εαυτό μας, για να τον δούμε απ’ έξω, όπως μας βλέπουν οι άλλοι, να τον γνωρίσουμε, να τον νοιώσουμε μέλος μίας μεγάλης κοινωνίας και όχι μίας μικρής ομάδας
-Να αγαπήσουμε και να σεβαστούμε τον τόπο μας όπως το σπίτι μας
-Να νοιαστούμε για τον άγνωστο όσο για το γνωστό, για τον απέναντι όπως για το διπλανό

Τέλος, θα ήθελα να μην περιμένω να γίνουν όλα τα παραπάνω από κάποιους άλλους, αλλά να κάνω κι εγώ ότι είναι δυνατό για να γίνουν πραγματικότητα.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!!!


Μια Κυριακή πρωί, πάνε πάνω από δύο μήνες, μπήκε η Χρύσα φουριόζα στο σπίτι του αδερφού της και, χωρίς καλά-καλά να χαιρετήσει, άρχισε να μας μιλάει για κάποιον, του κινήματος, λέει, «δεν πληρώνω» που, στα διόδια της Μαλακάσας, της είχε ξύσει το χρώμα του αυτοκινήτου της με ένα κλειδί, επειδή, ενώ οι  «επαναστάτες της κακιάς ώρας», όπως τους απεκάλεσε, είχαν σηκώσει τις μπάρες και άφηναν τα αυτοκίνητα να περνάν ελεύθερα, αυτή ήθελε, σώνει και καλά, να πληρώσει διόδια. Και επειδή η Χρύσα δεν σηκώνει τέτοιες συμπεριφορές, αφού τον έβρισε, πήγε και κουβάλησε έναν αστυφύλακα από το περιπολικό που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο κάτω και του υπέβαλε και μήνυση.

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, Κυριακή πάλι, μας ξαναπέτυχε η Χρύσα, τον αδερφό της και μένα, να πίνουμε παρέα τον καφέ μας και μας ρώτησε αν θέλαμε να ακούσουμε τη συνέχεια με τον τύπο που της είχε ξύσει το χρώμα του αυτοκινήτου της.

Τη Χρύσα την ξέρω από κοριτσάκι, αφού είναι αδελφή του καλύτερού μου φίλου. Εργαζόμενη (τέως), μάνα και γιαγιά (νυν και αεί), της έλαχε να μεγαλώνει τον εγγονό της μικρής της κόρης, αφού αυτή δουλεύει σε άλλη πόλη και μπορεί να έρχεται μόνο κάποια Σαββατοκύριακα να τους βλέπει. Σαν κηδεμόνας του εγγονού της , αλλά και σαν γυναίκα-ενεργός πολίτης, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στο σύλλογο γονέων και κηδεμόνων του σχολείου του. Κατέβηκε λοιπόν στις εκλογές του συλλόγου και βγήκε πρόεδρος. Το απολαμβάνει το προεδριλίκι, ήταν και παλιά συνδικαλίστρια, αλλά κυρίως απολαμβάνει το να είναι χρήσιμη στη μικρή κοινωνία του σχολείου, δίνοντας λύσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται, κυρίως με τον καλό της λόγο και με τη χρήση της κοινής λογικής, αλλά και με δυναμικές μεθόδους, όποτε χρειάζεται.

Ξεκίνησε λοιπόν την αφήγησή της λέγοντάς μας ότι στην αρχή της σχολικής χρονιάς παρουσιάστηκε στο σύλλογο γονέων ένα πρόβλημα που δεν ήταν ούτε μικρό, ούτε συνηθισμένο. Είχε πάει Νοέμβρης κι ακόμα δεν είχε έρθει στο σχολείο πετρέλαιο για τη θέρμανση του κτιρίου. Ρώτησε, έμαθε, έτρεξε, έφτασε μέχρι το γραφείο της περιφέρειας. Οι πληροφορίες λειψές, οι ελπίδες λίγες και η προοπτική ενός χειμώνα με κρύες τάξεις, να ακουμπάει τη βεβαιότητα. Όλοι της λέγανε, τελικά, ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Εκεί που διαφέρανε οι απόψεις, ήταν στην απόδοση της ευθύνης. Ξεκινούσαν από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, περνούσαν από τους, κατά τη γνώμη του καθενός, αρμόδιους υπουργούς, συνέχιζαν στο Δήμαρχο και τον περιφερειάρχη, και κατέληγαν στην τρόικα και το ΔΝΤ. Για τους γονείς των παιδιών πάλι, έφταιγαν η διευθύντρια του σχολείου και η πρόεδρος του συλλόγου γονέων, η μεν πρώτη γιατί είχε αερόθερμο και δεν την ένοιαζε, η δε δεύτερη γιατί δεν είχε τσαγανό να πάει στους αρμόδιους και να παλέψει για το πετρέλαιο των παιδιών τους.

Σκεφτόταν η Χρύσα τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να εξασφαλίσει το πετρέλαιο του χειμώνα. Τα μέτραγε έτσι, τα μέτραγε κι αλλιώς, και υπολόγιζε ότι αν έβαζε από εφτά ευρώ κάθε γονιός, θα μπορούσαν, με μία λογική χρήση του καλοριφέρ, να βγάλουν μία χαρά τους κρύους μήνες. Δίσταζε όμως να φέρει το θέμα σε γενική συνέλευση του συλλόγου γιατί οι γονείς μπορεί να χαλούσαν χρήματα για να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε ανάγκη των παιδιών τους, αλλά στο σύλλογο γονέων, ούτε τη συνδρομή τους δεν πλήρωναν, οι πιο πολλοί.

 Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι κάποιοι γονείς ετοιμάζονταν για κατάληψη του σχολείου «πήρε ανάποδες». Έτσι κι αλλιώς, θεωρούσε ατελέσφορο μέσο πάλης τις καταλήψεις, γιατί μπορεί μία κατάληψη να είχε νόημα σε ένα χώρο παραγωγής, που κάθε μέρα αργίας αναστάτωνε το πρόγραμμα της επιχείρησης και μείωνε τα έσοδα του επιχειρηματία. Αν όμως  στόχος της ήταν να αλλάξει η συμπεριφορά και ο τρόπος σκέψης ενός πολιτικού συστήματος δομημένου πάνω σε πελατειακές σχέσεις και να επιταχυνθούν οι ρυθμοί λειτουργίας μίας γραφειοκρατίας εθισμένης στην ελάσσονα προσπάθεια και στην αποφυγή ανάληψης ευθυνών, τότε ήταν μία άστοχη και αναποτελεσματική μέθοδος πάλης, αν δεν ήταν επαναστατική γυμναστική. Άσε που φέτος τα άδεια ταμεία του κράτους ήταν μία σκληρή πραγματικότητα που την βίωναν όλοι και γι αυτό, κατά τη γνώμη της, η λύση θα έπρεπε να έλθει από τους ίδιους. Κυρίως όμως, θεωρούσε εγκληματικό να χάνουν τα παιδάκια το μάθημά τους, για οποιοδήποτε λόγο.

Κάλεσε λοιπόν βιαστικά μία έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του συλλόγου, με στόχο να τους πείσει να τσοντάρουν όλοι από δέκα ευρώ για να κάνουν τα παιδιά τους μάθημα σε ζεστές τάξεις. Πίστευε ότι η πρόταση ήταν λογική και ότι θα γινόταν από όλους αποδεκτή. Επειδή το θέμα ήταν σοβαρό είχαν μαζευτεί πολλοί γονείς. Η αίθουσα των εκδηλώσεων είχε γεμίσει και μερικοί είχαν μείνει κι απ’ έξω.

Η συζήτηση προχωρούσε ομαλά, εκτός από λίγες αντιρρήσεις, για το αν θα υπήρχε εξασφάλιση ότι θα πλήρωναν όλοι και όχι μόνο κάποιοι, ή για το ότι έπρεπε, τελικά, να πληρώσει το κράτος. Η Χρύσα  καταλάβαινε ότι δεν θα είχε μεγάλο πρόβλημα να περάσει την πρόταση, ετοιμαζόταν μάλιστα να την βάλει σε ψηφοφορία, όταν ζήτησε το λόγο μία μητέρα, μέλος του Δ.Σ. του συλλόγου. Ξεκίνησε την ομιλία της λέγοντας στους γονείς ότι μπορούν να μαζέψουν τα ίδια και περισσότερα λεφτά χωρίς να δώσουν τίποτα στο σύλλογο και αμέσως, μετά το ευχάριστο σοκ της προσδοκίας του «τσάμπα» που τους δημιούργησε, τους ανέπτυξε ένα σχέδιο δράσης για τη δημιουργία ενός μπαζάρ που θα έκανε ο σύλλογος με είδη που θα έφτιαχναν ή θα εύρισκαν οι γονείς, θα τα έβαζαν σε έκθεση και θα τα πουλούσαν. Τους έδωσε ιδέες, τους μοίρασε ρόλους, τους πρότεινε πιθανούς χορηγούς, τους έβαλε διορίες και έβαλε και ένα συμβολικό έπαθλο για εκείνο το γονιό που θα μάζευε τα περισσότερα δώρα. 

Οι γονείς  καλοάκουσαν την πρόταση, άρχισαν να την κουβεντιάζουν μεταξύ τους, η Χρύσα είχε αρχίσει να χαμογελάει, όταν, από το βάθος της αίθουσας ακούστηκε μία φωνή να λέει: «Μην είσαστε κορόιδα, πάλι από εμάς θα τα πάρουν για να μην στενοχωρήσουν αυτούς που τα φάγανε και μας έφεραν εδώ το ΔΝΤ,  την τρόικα και το μνημόνιο. Κάνω την πρόταση να ξεκινήσουμε από αύριο κατάληψη διαρκείας, για να φέρουν πετρέλαιο στο σχολείο και για να βάλουμε και μείς ένα λιθαράκι στο αντιμνημονιακό μέτωπο, ρε γαμώτο!!».

Η Χρύσα, μόλις άκουσε τα πρώτα λόγια, σήκωσε το κεφάλι της να δει ποιος ήταν αυτός που είχε πάρει το λόγο χωρίς να τον ζητήσει και έμεινε κόκκαλο. Αυτός που μιλούσε δεν ήταν άλλος από αυτόν που είχε μηνύσει για το επεισόδιο στα διόδια της Μαλακάσας. Κράτησε όσο μπορούσε την ψυχραιμία της, και αφού τον άφησε να τελειώσει πήρε το λόγο. «Φίλες και φίλοι», είπε. «Προσπαθούμε από την αρχή της σχολικής χρονιάς να εξασφαλίσουμε καύσιμα για τη θέρμανση του σχολείου. Κοντεύει να βγει ο Νοέμβρης κι ακόμα πετρέλαιο δεν έχουμε. Μαζευτήκαμε εδώ για να δούμε πώς θα μπορέσουν τα παιδιά μας να κάνουν μάθημα σε ζεστές τάξεις. Ακούστηκαν δύο προτάσεις, τις οποίες θα συνοψίσω και θα βάλω σε ψηφοφορία. Η μία είναι ¨για το αντιμνημονιακό μέτωπο, ρε γαμώτο¨ και η άλλη είναι ¨για το πετρέλαιο, ρε γαμώτο¨. Πόσοι είναι υπέρ της πρώτης;» Σηκώθηκαν εφτά χέρια. «Πόσοι είναι υπέρ της δεύτερης;» σηκώθηκαν τα υπόλοιπα. Δεν μπήκαν στον κόπο να τα μετρήσουν, γιατί ήταν πάνω από εκατό.

Έτσι έληξε η συνέλευση και από την άλλη μέρα ξεκίνησε το τρέξιμο για το μπαζάρ.

Το μπαζάρ έγινε τελικά το περασμένο Σαββατοκύριακο. Είχα πάει κι εγώ -όχι θα γλύτωνα από τη Χρύσα - και πολύ το ευχαριστήθηκα. Με εντυπωσίασε, κατ ’αρχή, το πλήθος και η ποικιλία των ειδών που προσφέρονταν για πώληση. Από σπιτικά γλυκά και ποτά, μέχρι εργόχειρα και από παιχνίδια και βιβλία, μέχρι γλαστρούλες με λουλούδια. Αυτό όμως που μου άρεσε πιο πολύ ήταν το ότι είχα πολλά χρόνια να δω τόσο πολλούς ανθρώπους, κυρίως γονείς με τα παιδιά τους, να χαίρονται πραγματικά τις στιγμές που ζούσανε. Ένα μελίσσι που βούιζε χαρούμενα ήταν το σχολείο, με τα παιδάκια να τρέχουν ανέμελα και τους γονείς, να είναι οι περισσότεροι αγοραστές ταυτόχρονα και πωλητές και να χαίρονται διπλά γιατί, είτε πουλούσαν είτε αγόραζαν, έμπαιναν λεφτά στο σύλλογο, έμπαινε πετρέλαιο στο ντεπόζιτο του σχολείου.

 Μάθαμε από τη Χρύσα την άλλη μέρα ότι όχι μόνον εξασφαλίστηκε το πετρέλαιο της χρονιάς, αλλά υπήρχαν και χρήματα για να μπαλωθούν και κάποιες άλλες μικροανάγκες.

Αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, αυτό που συνέβηκε δεν ήταν βέβαια κανένα γεγονός μεγάλης κλίμακας, ήταν όμως κάτι που δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Ένα πρόβλημα απασχολούσε μία ομάδα ανθρώπων, και το μόνο που χρειάστηκε για να λυθεί ήταν, μία απλή γυναίκα που πήρε το θέμα απάνω της, μερικοί εθελοντές που τρέξανε λίγο περισσότερο από τους άλλους, λίγη κοινή λογική και λίγη θέληση για συνεννόηση. Όλα τα άλλα ήρθαν μόνα τους. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κατάφεραν το ακατόρθωτο, έστω και για λίγο.  Δεν περίμεναν να έρθει η λύση από αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα, δεν είπαν ότι δεν τους αφορά, δεν κοίταξαν να το φορτώσουν ο ένας στον άλλο και, το σημαντικότερο, ενώθηκαν σε ένα κοινό σκοπό. Έστω για λίγο, έπαψαν να είναι πελάτες, έστω για λίγο, ξανάγιναν πολίτες.

Και το ερώτημα που προβάλλει, πιο κρίσιμο από κάθε άλλη φορά είναι: Πότε, και πώς, θα γίνουν πιο πολλοί; Πότε, και πώς, θα είναι για πιο πολύ;

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΜΕ ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΚΕΦΑΛΙΑ, ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;



«…Προτιμώ ένα σπασμένο μάρμαρο από ένα σπασμένο κεφάλι, είτε παιδιού 13 χρόνων, είτε αστυνομικού…».
Από ομιλία του κ. Υπουργού Π.Π.
Τύπος, 7/12/2011



Μιλώντας στη Βουλή, κατά τη διάρκεια επίκαιρης ερώτησης, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη είπε, μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στις διαδηλώσεις της περασμένης Τρίτης για τη μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου:

« ... άκουγα χθες ένα κόμμα, την Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Μπακογιάννη, να ζητάει την παραίτηση μου γιατί λέει δεν ισοπεδώσαμε τη διαδήλωση των μαθητών προχθές και γιατί η αστυνομία επέτρεψε να σπάσουν ένα μάρμαρο, γιατί ένα μάρμαρο ήταν αυτό το οποίο έσπασαν στην πλατεία Συντάγματος. Εγώ θέλω να πω καθαρά. Ότι προσωπικά προτιμώ ένα σπασμένο μάρμαρο από ένα σπασμένο κεφάλι, είτε παιδιού 13 χρόνων, είτε αστυνομικού. Είναι η αντίληψη μου. Είναι η αντίληψη της παράταξής μας. Είναι η δημοκρατική μας συνείδηση», πρόσθεσε και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «για να μπορούμε να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται πολύ σοβαρή εκπαίδευση για τους αστυνομικούς, να μπορούν να ανταποκριθούν σε συνθήκες έντασης. Σε συνθήκες σύγκρουσης. Γι αυτό χρειάζεται αναβάθμιση της εκπαίδευσής τους σε τρία επίπεδα. Πρώτο επίπεδο, η ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Ο αστυνομικός πρέπει να ενημερώνεται από την πρώτη μέρα που μπαίνει στο Σώμα και να εκπαιδεύεται πάνω σε αυτό, ότι το πρώτο μέλημά του είναι η διαφύλαξη των δικαιωμάτων των πολιτών…».

Οι προτιμήσεις του κ. Υπουργού προστασίας του Πολίτη αποτελούν, έτσι κι αλλιώς είδηση, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για το τόσο σοβαρό θέμα της επιλογής μεταξύ σπασμένων μαρμάρων ή σπασμένων κεφαλιών. Όλοι, υποθέτω και ελπίζω, εκτός ίσως από κάποιους διεστραμμένους κρανιοχειρουργούς, ακόμα και αν δεν έχουν την αντίληψη του κ Υπουργού, δεν ανήκουν στην παράταξή τους  και δεν έχουν  τη δημοκρατική τους συνείδηση, θα προτιμούν τα σπασμένα μάρμαρα από τα σπασμένα κεφάλια.

Δεν γνωρίζω αν ο όρκος που έδωσε ο κ. Υπουργός ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, καλύπτει και τέτοιου είδους προβληματισμούς και αναζητήσεις, είμαι σίγουρος όμως ότι θα περιελάμβανε θέματα όπως η προστασία των πολιτών, η προστασία της λειτουργίας των πόλεων, η προστασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, η προστασία του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, ίσως και κάποια ακόμα που μου διαφεύγουν, και όλα αυτά με ταυτόχρονη τήρηση των νόμων και του συντάγματος του κράτους μας. Άλλωστε, η αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων είναι που θα κάνει τους πολίτες να απαντήσουν σωστά σε ένα άλλο ερώτημα που σίγουρα τον ενδιαφέρει, δηλαδή αν ευχαριστήθηκαν πιο πολύ την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο κ. Υπουργός, ή την ημέρα που αντικαταστάθηκε.

Γιατί το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα από τα λεγόμενα του κ. Υπουργού είναι ότι δεν θέλει, δεν τολμά ή δεν γνωρίζει πώς να ασχοληθεί με τα ζητήματα του υπουργείου του, ότι προτιμά να χτίζει ένα προφίλ που θα είναι συμπαθητικό στους κομματικούς του συσχετισμούς, καθώς και στους ψηφοφόρους της εκλογικής του περιφέρειας, μιας και οι περισσότεροι δεν διαμένουν εκεί που ψηφίζουν, ότι προτιμά να μην έχει συγκεντρώσεις έξω από το σπίτι του, ότι θέλει να αγνοεί πως οι νεκροί με τα απανθρακωμένα σώματα που θρηνήσαμε πρόσφατα σκεπάζονται σήμερα από μάρμαρα που δεν σπάσανε.


Γιατί η εκπαίδευση των αστυνομικών, στην οποίαν αναφέρεται, δεν είναι θέμα του υπουργείου παιδείας για να το σχολιάζει σαν κριτής της αρμόδιας υπουργού, δικό του θέμα είναι, όπως θέμα του κάθε υπουργού προστασίας του πολίτη είναι να επιλέγονται σωστά αυτοί που εισέρχονται στο αστυνομικό σώμα για να μην «μπαίνουν στο σώμα για να την αράξουν, να βρουν μια καλή δουλειά…» όπως  είπε ο ίδιος στη βουλή, αλλά και να ελέγχονται όταν «την αράζουν», όπως δεν είπε και δεν πράττει.

Γιατί, τέλος, εκτός από τα σπασμένα και τα γερά κεφάλια, υπάρχουν και τα άδεια κεφάλια. Με αυτά, τι θα γίνει; Πότε, επιτέλους, θα επιλέξουμε να μην εξαρτάται από αυτά η ζωή μας;

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Χρόνια πολλά, Νίκο.


Αγίου Νικολάου σήμερα, και κάθε τέτοια μέρα τον φέρνω στο νου μου. Γιορτάζει, βλέπεις.

Έχω χρόνια να τον συναντήσω, από όταν έπαψα να μένω στην Αθήνα. Μέχρι πριν φύγω τον έβλεπα τις Πρωτομαγιές στη συγκέντρωση της Γ.Σ.Ε.Ε., ή σε καμία απεργιακή πορεία. Παρ’ όλο που είμαστε συνταξιούχοι και οι δύο, αυτός πιο πριν από μένα, μας άρεσε να κατεβαίνουμε στις πορείες, για χάρη των παλιών ημερών, αλλά και γιατί προβλήματα για τους εργαζόμενους υπήρχαν, υπάρχουν και, καθώς φαίνεται, όλο και θα μεγαλώνουν.

Όταν όμως, όπως σήμερα, τον σκέφτομαι, στο νου μου έρχεται η μορφή και η φιγούρα του όπως ήταν στα νιάτα του, στα νιάτα μας, πολλά χρόνια πριν. Ψηλός, αδύνατος αλλά νευρώδης, σκουρόχρωμος, με κατσαρά μαλλιά και καστανά μάτια και με την καλοσύνη ζωγραφισμένη στη μορφή του. Ήταν συνδικαλιστής, στους βιομηχανικούς εργάτες, και ενεργός πολίτης, με καθαρό μυαλό, καθαρές ιδέες, καθαρή ζωή.

Πάνε χρόνια που χωρίσανε οι δρόμοι μας, μου έλεγε όμως ότι θα πάει κι αυτός να μείνει μόνιμα στο νησί του, όταν θα πάντρευε την κόρη του. Απ’ ότι ξέρω, εκεί βρίσκεται τώρα, στην όμορφη Ιθάκη. 

Θυμάμαι ένα απόγευμα, προς τα τέλη του 1992, γυρίζοντας από ένα πολύ πετυχημένο συλλαλητήριο και κουβεντιάζοντας για το μέλλον και τις προοπτικές του συνδικαλιστικού κινήματος, διαφωνήσαμε, για άλλη μία φορά. Πραγματιστής εγώ, ρομαντικά αισιόδοξος  ο Νίκος, προσπαθούσαμε, από τη σκοπιά του ο καθένας, να εκτιμήσουμε πού θα βρισκόταν το συνδικαλιστικό κίνημα μετά από είκοσι χρόνια. Αυτός πίστευε ότι η πορεία του θα ήταν ανοδική γιατί οι εργαζόμενοι, πέρα από την αγωνιστικότητα και τη μαχητικότητά τους, θα αποκτούσαν και λογική συνευθύνης για τη λειτουργία και τις επιδόσεις των επιχειρήσεων που δούλευαν. Εγώ πάλι του αντίλεγα ότι το παιχνίδι θα παιζόταν στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων  και στις εξελίξεις στα Βαλκάνια, που είχαν από τότε αρχίσει να δείχνουν ότι θα εξελίσσονταν σε μία πηγή φτηνού και καλά εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού. Δυστυχώς, και παρ’ όλον ότι υπήρξαν και πολλοί άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τις εξελίξεις, ήμουν εγώ αυτός που δικαιώθηκε, παρ’ όλο που πολύ θα ήθελα να είχε δικαιωθεί αυτός. 
    
Σήμερα όμως, μετά τριάντα σχεδόν χρόνια από εκείνο το απόγευμα, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. 

Με τους θεσμούς ροκανισμένους και ετοιμόρροπους , κύρια από αυτούς που έπρεπε να τους προστατεύουν, με την οικονομία ρημαγμένη από το οικουμενικό και διαχρονικό αλισβερίσι του πελατειακού κράτους και της πολιτικής εξουσίας του, με τους μικρούς και μεγάλους πελάτες της, με την κοινωνία κατακερματισμένη και τους πολίτες χωρίς προσανατολισμό, όραμα και στόχους και με το συνδικαλιστικό κίνημα, ανύπαρκτο σχεδόν στον ιδιωτικό τομέα και θλιβερά γραφειοκρατικό και ανήμπορο στο δημόσιο, βιώνουμε μία εθνική και διεθνή κρίση, εγκλωβισμένοι παράλληλα σε λογικές και νοοτροπίες που τις σέρνουμε εδώ και εκατοντάδες χρόνια, στην πορεία μας σαν λαός, όπως σέρναν παλιά οι κατάδικοι μια σιδερένια μπάλα δεμένη με αλυσίδα στο πόδι τους για να μην μπορούν να δραπετεύσουν.

Όπως είπα, δεν επικοινωνώ πια με το Νίκο, αλλά δεν έχει και τόση σημασία, γιατί τον θυμάμαι πολύ συχνά και συχνά, με το νου μου, κουβεντιάζω μαζί του και τον ευχαριστώ. Τον ευχαριστώ γιατί με το καθαρό του μυαλό, την αγνή του καρδιά  και το απίστευτο πείσμα του, βοήθησε πολλούς εργαζόμενους να μη χάσουν το δρόμο τους, να μην αναλωθούν στο κυνήγι μιας ζωής που δεν τους ταίριαζε, να μην απλώσουν τα όνειρά τους έξω από το χώρο που θα μπορούσαν να πραγματωθούν χωρίς να τους αλλοτριώσουν, να μη συμβιβασθούν για να την βγάλουν καθαρή. Τον ευχαριστώ ακόμα, γιατί κοντά του γνώρισα τι σημαίνει ανεκτικότητα, ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη. Τέλος τον ευχαριστώ γιατί δίπλα του κατάλαβα την ευτυχία της αρμονίας λόγου, πράξης και τρόπου ζωής.

Νίκο θα ήθελα πολύ να μπορούσα να περάσω από το φούρνο στα Εξάρχεια, να πάρω μία σακούλα από εκείνα τα λαδοκούλουρα τα ζυμωμένα με σπανάκι, ή κρεμμύδι, ή ντομάτα, που τόσο σου αρέσουν και να έρθω στο γραφείο του σωματείου σου, να σου ευχηθώ τα χρόνια πολλά. Δε γίνεται, αλλά δεν πειράζει. Εμείς οι μεγάλοι έχουμε την πολυτέλεια των μικρών παιδιών, έχουμε όσο χρόνο θέλουμε στη διάθεσή μας. Μπορούμε λοιπόν να αναπολούμε, να ξαναζούμε στιγμές που μας φάνηκαν ξεχωριστές, να φέρνουμε κοντά μας πρόσωπα που αγαπήσαμε. Αυτό θα κάνω κι εγώ απόψε, θα σε συναντήσω, θα σου ευχηθώ χρόνια πολλά και θα σου ζητήσω να συγχωρήσεις όσους από εμάς «φροντίσαμε», άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, να είμαι εγώ, κι όχι εσύ, αυτός που δικαιώθηκε. 

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ


Ο Νεόφυτος ήρθε στην Αθήνα με το μεγάλο ξεριζωμό. Πόντιος στην καταγωγή, πετάχτηκε κυριολεκτικά στη θάλασσα από τους Νεότουρκους και περιμαζεύτηκε από ένα γαλλικό φορτηγό  που τον άφησε στη Σύρο. Από κει, βρέθηκε στην Αθήνα, στη γειτονιά μας, κοντά στο νοσοκομείο του Συγγρού. Έμενε σε ένα υπόγειο, κάτω από το σπίτι που μέναμε κι εμείς, μία παλιά διώροφη μονοκατοικία.
Αποτελεί μία από τις ανεξίτηλες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Κουτσός από το αριστερό πόδι, με την παλάμη του αριστερού χεριού στρεβλή, σαν από εγκεφαλικό, και με το αριστερό μάτι μόνιμα γουρλωμένο, να μην κλείνει ούτε στον ύπνο του. Τα μαλλιά πάντα χτενισμένα στην τρίχα, να κολάνε στο κρανίο λες και τους έβαζε μπριγιόλ, πεντακάθαρος κι αυτός και τα ρούχα του και με παπούτσια πάντα να αστράφτουν. Δεν πρέπει να ήταν πολύ ευαίσθητος στο κρύο. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να φοράει τίποτα παραπάνω από ένα φανελένιο πουκάμισο κι ένα τριμμένο πλεχτό γιλέκο, και για θέρμανση ούτε λόγος. Και να ήθελε βέβαια δεν μπορούσε. Πώς να βγάλει μπουρί σόμπας από το υπόγειο στην ταράτσα, όσο για μαγκάλι, το δωματιάκι που έμενε δεν είχε παράθυρο και για να το ανάψει θα έπρεπε να κρατάει ανοιχτή την πόρτα.

Ζούσε κάνοντας θελήματα και μικρομαστορέματα στη γειτονιά. Δύσκολα τότε τα χρόνια, η Ελλάδα σε εμφύλιο, η γειτονία μας φτωχική, σπάνια πληρωνόταν με χρήματα. Ένα πιάτο ζεστό φαγητό, κανένα παλιό ρούχο ή παπούτσι, ήταν η αμοιβή του. Ο Νεόφυτος όμως, πάντα είχε κέφι, πάντα ήταν πρόθυμος, πάντα με το γέλιο στο στόμα.

Περνούσα, θυμάμαι, πολλές ώρες μαζί του. Γυρνώντας από το σχολείο, πέταγα τη σάκα και κατέβαινα  στο υπόγειό του. Η μητέρα μου με ευχαρίστηση με άφηνε γιατί μπορούσε να τελειώσει τις δουλειές και το μαγείρεμα χωρίς να με έχει στα πόδια της, εγώ ήθελα να είμαι μαζί του γιατί πάντα είχε να μου πει ή να μου δείξει κάτι που με άρεσε ή με ενδιέφερε και ό ίδιος έδειχνε να ευχαριστιέται που είχε κάποιον, έστω και ένα μικρό παιδί, να μιλάει.

 Αυτό που με εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν το ότι μπορούσε να φτιάχνει ένα σωρό πράγματα από το τίποτα, σχεδόν. Τα εργαλεία του ήταν, από όσο θυμάμαι, μία τανάλια, ένα σκεπάρνι, ένα πριόνι, ένας σουγιάς, μία σακοράφα, σπάγκος, καρφιά και ψαρόκολλα. Τις πρώτες ύλες, χαρτόνια από χαρτόκουτες, σανιδάκια από κουτιά ρέγκας και τάβλες από ξύλινα κιβώτια συσκευασίας,  μικρά τσίγκινα κουτάκια από βερνίκια, παστίλιες και τρόφιμα, κ.ο.κ., τις είχε δωρεάν. Κι από ιδέες και λύσεις για κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν όταν επιδιόρθωνε ή έφτιαχνε κάτι, αστείρευτο το μυαλό του.

Ένα άλλο ταλέντο του ήταν η αφήγηση. Γεννημένος παραμυθάς ήταν ο άνθρωπος. Μου έλεγε συνήθως ιστορίες από τη ζωή του και τον τόπο του και εγώ μπορούσα να τον ακούω για ώρα πολλή να μιλάει κρεμασμένος από τα χείλη του. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι μπορεί να μην ήταν όλες αληθινές, όλες όμως είχαν όμως κάτι να πουν.

Εκεί όμως που «έδινε ρέστα» ήταν η βιβλιοδεσία. Με εντελώς στοιχειώδη υλικά και εργαλεία μπορούσε να μεταμορφώσει ένα βιβλίο με άκοφτα φύλλα και εξώφυλλο από χοντρό χαρτί, σε ένα καλοδεμένο βιβλίο με χαρτονένια εξώφυλλα ντυμένα με μαρμαρόκολλα, με πανόδετη ράχη και με την εικόνα του παλιού εξώφυλλου κολλημένη στη μπροστινή του όψη. Μου είχε δέσει, θυμάμαι, το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, το Γενναίο Ιππότη Λαγκαρντέρ και μερικά ακόμη αγαπημένα παιδικά μυθιστορήματα.  Ακόμη, από ένα παλιό συρτάρι, μου είχε φτιάξει την πρώτη μου, κρεμαστή, βιβλιοθήκη.

Είχε ένα φίλο, τον Τριαντάφυλλο, που δεν είχε μύτη. Άλλοτε μου έλεγε ότι του την είχε φάει ένας ποντικός, την ώρα που κοιμόταν, άλλοτε ότι του την είχαν κόψει οι Τούρκοι. Αυτός ο Τριαντάφυλλος ήταν λούστρος στο Παγκράτι και όποτε ερχόταν να δει το Νεόφυτο, έφερνε μαζί του ούζο και μεζέ. Ξεκινούσαν με το μεζέ και το ούζο, κουβεντιάζοντας για τα μέρη που είχαν αφήσει πίσω τους. Άλλοτε μιλούσαν ελληνικά, άλλοτε τούρκικα, γελώντας ή βρίζοντας, ανάλογα με το θέμα, καμιά φορά τραγούδαγαν και κανέναν αμανέ. Γυναίκα δεν τον είχε επισκεφθεί ποτέ, εκτός από μία φορά που ήρθε κάποια και του έφερε λίγα τρόφιμα και δυο κουβέρτες.

Όπως ανάφερα και παραπάνω, μέναμε κοντά στο νοσοκομείο Συγγρού. Εκείνα τα χρόνια θέριζαν ακόμη τα αφροδίσια νοσήματα, γιατί οι άνθρωποι δεν φυλάγονταν σωστά, αντιβίωση δεν υπήρχε και η πορνεία ανθούσε. Κάθε μέρα, όλες τις ώρες, μαζευόταν κόσμος έξω από τη μάντρα του νοσοκομείου, άντρες και γυναίκες, για να επικοινωνήσουν, έστω και από μακριά, με τους  απομονωμένους, λόγω μολυσματικής ασθένειας, δικούς τους. Να τους πουν καμιά κουβέντα παρηγοριάς, να τους πετάξουν μέσα καμία κονσέρβα, λίγα τσιγάρα ή σοκολάτες, να τους πούνε κανένα νέο, να βριστούν, τέτοια. Το καλοκαίρι κυρίως, που κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα, δεν μπορούσε να μας πάρει ο ύπνος από τη φασαρία.

Ένα τέτοιο βράδυ, πεταχτήκαμε τρομαγμένοι από τα κρεβάτια μας από σπαραχτικές γυναικείες φωνές που ακούγονταν έξω από την πόρτα μας. Βγήκαμε στο δρόμο, και από το δικό μας και από άλλα σπίτια, και είδαμε μία γυναίκα με κομμένο, εντελώς σχεδόν, το χέρι της στον καρπό. Το αίμα της που έτρεχε είχε βάψει το πεζοδρόμιο και μέσα στο κλάμα και τις φωνές της κάτι έλεγε στο Νεόφυτο, στα τούρκικα. Της μίλαγε κι αυτός σιγά, σαν να προσπαθούσε να την ηρεμήσει και της χάιδευε το κεφάλι. Ευτυχώς, στο διπλανό μας σπίτι έμενε μία νοσοκόμα του Ερυθρού σταυρού. Έτρεξε κι έφερε πανιά, μπαμπάκι και οινόπνευμα, της καθάρισε και της έδεσε την πληγή. Εγώ, τρόμαξα τόσο, που γύρισα γρήγορα μέσα στο σπίτι, πρόλαβα όμως να γνωρίσω στο πρόσωπο της άμοιρης γυναίκας αυτήν που του είχε φέρει μία φορά τρόφιμα και κουβέρτες. 

Το άλλο πρωί, όταν βγήκα στο δρόμο όλα ήταν ήσυχα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ. Ο Νεόφυτος όμως έλειπε και θα έλειπε για αρκετές μέρες ακόμα. Όταν γύρισε, ήταν ένας άλλος άνθρωπος, αμίλητος, αγέλαστος, άκεφος. Αργότερα έμαθα ότι η γυναίκα με το κομμένο χέρι ήταν αδερφή του. Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά την είχαν ρίξει σε ένα δύσβατο και σκληρό δρόμο. Όταν προσπάθησε να βγει από αυτόν τη μαχαιρώσανε κι όταν συνέχισε να αντιστέκεται της έκοψαν το χέρι. Γλύτωσε όμως, χάρη στο Νεόφυτο, και το χέρι της και την ψυχή της.

Τον Νεόφυτο τον έχασα μετά από λίγο καιρό, γιατί μετακομίσαμε στον Περισσό. Κατάφερε όμως ο πατέρας μου και του βρήκε μόνιμη δουλειά φύλακα, σε ένα από τα εργοστάσια της επιχείρησης που δούλευε και αυτός. Ήρθε και μας είδε δυο-τρεις φορές και μετά δεν τον ξαναείδα. Έμαθα όμως ότι μπόρεσε να πάρει κοντά του την αδερφή του και να ζούνε μαζί.

Ο άνθρωπος αρέσκεται, από τη φύση του, να μαζεύει και να σκορπίζει. Αξίες, γνώσεις, συνήθειες, καλές ή κακές. Κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι αξίζουν αυτά που μαζεύει, τι τόπο πιάνουν αυτά που σκορπίζει κι όμως σημαδεύεται από αυτά και σημαδεύει τους γύρω του. Το Νεόφυτο τον ευγνωμονώ για τρία πράγματα που με έμαθε και που δεν μου τα είπανε σε κανένα από τα είκοσι σχεδόν χρόνια που έκατσα στα θρανία: Ότι το σωματικό κουσούρι δεν είναι εμπόδιο, αν δεν είναι άλλοθι, ότι δεν υπάρχουν άχρηστα πράγματα, αλλά πράγματα που δεν ξέρουμε πώς να τα χρησιμοποιήσουμε και ότι ο ξεριζωμός σε βλάφτει αν έχεις τη λογική του δέντρου, ενώ δεν σε ακουμπάει όταν έχεις τη λογική του σπόρου.

Ας είναι ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

 
Περπάταγε αμέριμνα με τους συμμαθητές του στον κεντρικό δρόμο του χωριού, με είδε και με καλημέρισε.
Τον αντιχαιρέτησα και τον ρώτησα, αστειευόμενος:
 - Τι γίνεται Κωστάκη, κατάληψη σήμερα ή ομαδική κοπάνα;
- Όχι, μου απάντησε, σήμερα είναι η επέτειος της εξέγερσης του πολυτεχνείου.
- Και πώς τη γιορτάζετε δηλαδή την επέτειο της εξέγερσης του πολυτεχνείου; τον ξαναρώτησα.
- Να, δεν έχουμε μάθημα.
- Και αυτό είναι γιορτή;
- Και βέβαια, όποτε δεν έχουμε μάθημα, γιορτή είναι.

Με τρόμο συνέλαβα το πραγματικό νόημα της  απάντησής του. Δεν μου είπε, «όποτε είναι γιορτή, δεν έχουμε μάθημα», απάντηση στην οποία θα υπερείχε η σημαντικότητα της όποιας γιορτής, αλλά, «όποτε δεν έχουμε μάθημα, γιορτή είναι», δηλαδή, μάθημα να μη γίνεται κι ότι θέλει ας είναι. Κατά τα άλλα, έχουμε ένα από τα πιο πολυέξοδα, σε δαπάνη ανά μαθητή, εκπαιδευτικά συστήματα του κόσμου. Και από τα πιο φτωχά και ξεδιάντροπα σε θεσμικό, πολιτικό και στελεχιακό επίπεδο, θα συμπλήρωνα.

Με αφορμή το παραπάνω, θυμήθηκα μία παραμονή 25ης Μαρτίου, πριν από είκοσι περίπου χρόνια. Ήμουν επί κεφαλής ενός εργασιακού χώρου και υπήρχαν ακόμη τότε οι ημιαργίες, άλλη μία ελληνική πατέντα. Σχόλασε το προσωπικό κατά τις εντεκάμιση, και μαζεύτηκε στο χώρο που θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό της ημέρας. Φυσικά, οι μισοί τουλάχιστον, είχαν, με κάποια δικαιολογία, πάρει άδεια από τους προϊστάμενούς των και, ή δεν είχαν έρθει καθόλου, ή είχαν φύγει από πιο νωρίς. Όσοι, τέλος πάντων, μαζεύτηκαν, κρατούσαν τσάντες με ψώνια. Από ένα καλό τυράδικο της οδού Πατησίων, κοντά στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε., από ένα καλό φούρνο στη Σπυρίδωνος Τρικούπη, από ένα καλό ψαρά στη Θεμιστοκλέους, από ένα καλό χασάπη στην πλατεία Εξαρχείων, και πάει λέγοντας. Αντιλαμβανόμενος λοιπόν, που έδρευε το εθνικό φρόνημα του ακροατηρίου μου και η εθνική του υπερηφάνεια για την εθνική μας παλιγγενεσία, τους ευχήθηκα χρόνια πολλά, τους είπα να οδηγούν προσεκτικά, και γύρισα στο γραφείο μου.  

Πάντα με προβληματίζουν οι εορτασμοί των επετείων, όπως και οι σχολικές και στρατιωτικές παρελάσεις, ως προς τη σκοπιμότητά τους και τους στόχους που υπηρετούν. Όχι βέβαια επειδή τιμούν και υπενθυμίζουν κάποιο σημαντικό ιστορικό γεγονός, ή κάποια ξεχωριστή ιστορική περίοδο, αυτό πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται γιατί συνδέει τους ανθρώπους μίας χώρας με τον τόπο τους και τους κάνει να νοιώθουν μέρος ενός συνόλου τη σύνθεση και το μέγεθος του οποίου μπορούν να αντιληφθούν, και όλα αυτά μέσα από κάποιες ξεχωριστές στιγμές της ιστορίας τους.  Αυτό που με στενοχωρεί και με απωθεί από τέτοιου είδους εκδηλώσεις είναι το ότι αυτές έχουν καταλήξει να είναι ετήσια δρώμενα επιτηδείων, ανόητων, εμπορευομένων και καπήλων.

Η πολιτεία, ποτέ δεν φρόντισε, μέσα από την σχολική μας παιδεία, να διασώσει και να διαδώσει τα σημαντικά ιστορικά μας γεγονότα στην πραγματική τους μορφή και έκταση, στις πραγματικές τους εθνικές και πολιτικές διαστάσεις, στις πραγματικές τους οικονομικές και κοινωνικές  επιπτώσεις. Το αποτέλεσμα είναι, αφ ενός μεν να αμφισβητούνται τα πάντα, αφ ετέρου, να έχει ο καθένας μας τη δυνατότητα να διαλέγει την εκδοχή που τον ενδιαφέρει, ή και συμφέρει.

Η εκκλησία φροντίζει πάντοτε να παρουσιάζει τα ιστορικά γεγονότα σαν απότοκα θείας παρέμβασης ή θαύματος, συνδέοντάς τα μάλιστα, πολλές φορές, με λογικές ανταμοιβής ή τιμωρίας του «περιούσιου», κατά την άποψή της, ελληνικού λαού. Το αποτέλεσμα είναι να μην ενδιαφερόμαστε για τον τόπο μας, να μην κάνουμε καμία σοβαρή προσπάθεια, να μην έχουμε συνείδηση κοινωνίας, γιατί «έχει ο Θεός». Όπως λέει θυμόσοφα ο λαός μας, κινούμεθα ανάμεσα στο «δόξα σοι ο Θεός» και στο «βοήθα Παναγία μου», αλλά το κακό είναι ότι τα πάντα στον κόσμο κινούνται εκτός αυτών των ορίων.

Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί έχουν το ταλέντο να συνδέουν το κάθε ιστορικό γεγονός με τις «κρίσιμες στιγμές» που, λες πως κάθε ώρα και στιγμή, περνάει το έθνος μας, και για τις οποίες κρίσιμες στιγμές φταίει πάντοτε η κυβέρνηση, κατά την αντιπολίτευση, ή η αντιπολίτευση όταν κυβερνούσε, κατά την κυβέρνηση. Και επειδή οι πολιτικοί θεωρούν υποχρέωσή τους να μας τάζουν τα πάντα και εμείς από την πλευρά μας θεωρούμε ελάχιστο δικαίωμά μας να απαιτούμε τα πάντα από αυτούς, κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από κανένα, κανείς δεν φταίει για τίποτα και όλοι φταίνε για όλα.

Ας γυρίσω όμως πάλι στον σημερινό εορτασμό της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και σε αυτά που υποτίθεται ότι συμβολίζει. Ο χρόνος κατά τον οποίον εκδηλώθηκε, ο χώρος στον οποίο έλαβε χώρα και η ιδιότητα των περισσοτέρων από τους πρωταγωνιστές της, παραπέμπουν σε πολύ συγκεκριμένες επιδιώξεις: Ελευθερία στην έκφραση, ελευθερία στη διακίνηση ιδεών, ελευθερία στις επιλογές, ελευθερία χωρίς όρους, αλλά με όρια. Το κατά πόσο επιτεύχθηκαν οι στόχοι της εξέγερσης αυτής είναι πολύ νωρίς και πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί αντικειμενικά. Αν όμως θελήσει κάποιος να αναζητήσει αντιστοιχία της επιτυχίας των στόχων προς τον τρόπο του εορτασμού, θα απογοητευθεί πικρά.

Ο εορτασμός έχει χωριστεί σε τιμάρια. Το τιμάριο του ελέγχου φρονημάτων για την έκδοση άδειας εισόδου και συμμετοχής, το τιμάριο κατοχής της σημαίας, το τιμάριο της πραγματικής πρωτοπορίας, το τιμάριο της βίαιης αμφισβήτησης και πάει λέγοντας, με αποτέλεσμα τα καθαρότερα, από κάθε άποψη, τιμάρια να είναι αυτά των καντινιέρηδων και των ανθοπωλών.

Η πορεία δεν έχει στόχο, ούτε τον ιμπεριαλισμό και την αμερικάνικη πρεσβεία, ούτε τη δικαίωση ή την εκδίκηση των ονείρων. Ενώ οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δίνουν συνειδητά παρόν για να εκφραστούν συναισθηματικά, η πορεία, στο σύνολό της έχει ένα μόνο στόχο: τα τηλεοπτικά δελτία των οκτώ. Αυτό το πετυχαίνει, κι έτσι υπάρχει θέαμα για όλους. Η ελίτ των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων που παριστάνει το φοιτητικό κίνημα, η ελίτ των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων που παριστάνει το συνδικαλιστικό κίνημα, η ελίτ των χούλιγκανς που παριστάνει το αντιεξουσιαστικό κίνημα κ.ο.κ.

Έχω ένα παλιό συνάδελφο, μεγαλύτερο από μένα, με αντιδικτατορική δράση και ενεργή συμμετοχή στην εξέγερση του πολυτεχνείου. Ελάχιστοι γνωρίζουν για τη δράση του αυτή γιατί ποτέ δεν είπε τίποτα. Αυτός λοιπόν, κάθε χρόνο, στις 18 του Νοέμβρη, μία μέρα μετά την επέτειο και τον εορτασμό, ανεβαίνει από τη Γλυφάδα στην Αθήνα και περπατάει από το πολυτεχνείο μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία. Όταν, κάποια φορά τον ρώτησα γιατί το κάνει αυτό μου απάντησε: «Εγώ φίλε, τη δική μου πορεία δεν την χαρίζω σε κανένα κερατά. Κατάλαβες»;

Κατάλαβα φίλε Γιάννη, αλλά έτσι έλυσες εσύ το πρόβλημά σου. Το πρόβλημα με τους κερατάδες, ποιος θα το λύσει;