Περπάταγε αμέριμνα
με τους συμμαθητές του στον κεντρικό δρόμο του χωριού, με είδε και με
καλημέρισε.
Τον
αντιχαιρέτησα και τον ρώτησα, αστειευόμενος:
- Τι γίνεται Κωστάκη, κατάληψη σήμερα ή
ομαδική κοπάνα;
- Όχι, μου
απάντησε, σήμερα είναι η επέτειος της εξέγερσης του πολυτεχνείου.
- Και πώς τη
γιορτάζετε δηλαδή την επέτειο της εξέγερσης του πολυτεχνείου; τον ξαναρώτησα.
- Να, δεν
έχουμε μάθημα.
- Και αυτό
είναι γιορτή;
- Και
βέβαια, όποτε δεν έχουμε μάθημα, γιορτή είναι.
Με τρόμο
συνέλαβα το πραγματικό νόημα της απάντησής του. Δεν μου είπε, «όποτε είναι
γιορτή, δεν έχουμε μάθημα», απάντηση στην οποία θα υπερείχε η σημαντικότητα της
όποιας γιορτής, αλλά, «όποτε δεν έχουμε μάθημα, γιορτή είναι», δηλαδή, μάθημα
να μη γίνεται κι ότι θέλει ας είναι. Κατά τα άλλα, έχουμε ένα από τα πιο
πολυέξοδα, σε δαπάνη ανά μαθητή, εκπαιδευτικά συστήματα του κόσμου. Και από τα
πιο φτωχά και ξεδιάντροπα σε θεσμικό, πολιτικό και στελεχιακό επίπεδο, θα
συμπλήρωνα.
Με αφορμή το
παραπάνω, θυμήθηκα μία παραμονή 25ης Μαρτίου, πριν από είκοσι
περίπου χρόνια. Ήμουν επί κεφαλής ενός εργασιακού χώρου και υπήρχαν ακόμη τότε
οι ημιαργίες, άλλη μία ελληνική πατέντα. Σχόλασε το προσωπικό κατά τις
εντεκάμιση, και μαζεύτηκε στο χώρο που θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό της ημέρας. Φυσικά,
οι μισοί τουλάχιστον, είχαν, με κάποια δικαιολογία, πάρει άδεια από τους
προϊστάμενούς των και, ή δεν είχαν έρθει καθόλου, ή είχαν φύγει από πιο νωρίς.
Όσοι, τέλος πάντων, μαζεύτηκαν, κρατούσαν τσάντες με ψώνια. Από ένα καλό
τυράδικο της οδού Πατησίων, κοντά στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε., από ένα καλό φούρνο στη
Σπυρίδωνος Τρικούπη, από ένα καλό ψαρά στη Θεμιστοκλέους, από ένα καλό χασάπη
στην πλατεία Εξαρχείων, και πάει λέγοντας. Αντιλαμβανόμενος λοιπόν, που έδρευε
το εθνικό φρόνημα του ακροατηρίου μου και η εθνική του υπερηφάνεια για την εθνική
μας παλιγγενεσία, τους ευχήθηκα χρόνια πολλά, τους είπα να οδηγούν προσεκτικά,
και γύρισα στο γραφείο μου.
Πάντα με
προβληματίζουν οι εορτασμοί των επετείων, όπως και οι σχολικές και στρατιωτικές
παρελάσεις, ως προς τη σκοπιμότητά τους και τους στόχους που υπηρετούν. Όχι βέβαια
επειδή τιμούν και υπενθυμίζουν κάποιο σημαντικό ιστορικό γεγονός, ή κάποια
ξεχωριστή ιστορική περίοδο, αυτό πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται γιατί συνδέει
τους ανθρώπους μίας χώρας με τον τόπο τους και τους κάνει να νοιώθουν μέρος
ενός συνόλου τη σύνθεση και το μέγεθος του οποίου μπορούν να αντιληφθούν, και
όλα αυτά μέσα από κάποιες ξεχωριστές στιγμές της ιστορίας τους. Αυτό που με στενοχωρεί και με απωθεί από
τέτοιου είδους εκδηλώσεις είναι το ότι αυτές έχουν καταλήξει να είναι ετήσια
δρώμενα επιτηδείων, ανόητων, εμπορευομένων και καπήλων.
Η πολιτεία,
ποτέ δεν φρόντισε, μέσα από την σχολική μας παιδεία, να διασώσει και να
διαδώσει τα σημαντικά ιστορικά μας γεγονότα στην πραγματική τους μορφή και
έκταση, στις πραγματικές τους εθνικές και πολιτικές διαστάσεις, στις
πραγματικές τους οικονομικές και κοινωνικές
επιπτώσεις. Το αποτέλεσμα είναι, αφ ενός μεν να αμφισβητούνται τα πάντα,
αφ ετέρου, να έχει ο καθένας μας τη δυνατότητα να διαλέγει την εκδοχή που τον
ενδιαφέρει, ή και συμφέρει.
Η εκκλησία
φροντίζει πάντοτε να παρουσιάζει τα ιστορικά γεγονότα σαν απότοκα θείας
παρέμβασης ή θαύματος, συνδέοντάς τα μάλιστα, πολλές φορές, με λογικές
ανταμοιβής ή τιμωρίας του «περιούσιου», κατά την άποψή της, ελληνικού λαού. Το
αποτέλεσμα είναι να μην ενδιαφερόμαστε για τον τόπο μας, να μην κάνουμε καμία
σοβαρή προσπάθεια, να μην έχουμε συνείδηση κοινωνίας, γιατί «έχει ο Θεός». Όπως
λέει θυμόσοφα ο λαός μας, κινούμεθα ανάμεσα στο «δόξα σοι ο Θεός» και στο
«βοήθα Παναγία μου», αλλά το κακό είναι ότι τα πάντα στον κόσμο κινούνται εκτός
αυτών των ορίων.
Τα πολιτικά
κόμματα και οι πολιτικοί έχουν το ταλέντο να συνδέουν το κάθε ιστορικό γεγονός
με τις «κρίσιμες στιγμές» που, λες πως κάθε ώρα και στιγμή, περνάει το έθνος
μας, και για τις οποίες κρίσιμες στιγμές φταίει πάντοτε η κυβέρνηση, κατά την
αντιπολίτευση, ή η αντιπολίτευση όταν κυβερνούσε, κατά την κυβέρνηση. Και
επειδή οι πολιτικοί θεωρούν υποχρέωσή τους να μας τάζουν τα πάντα και εμείς από
την πλευρά μας θεωρούμε ελάχιστο δικαίωμά μας να απαιτούμε τα πάντα από αυτούς,
κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από κανένα, κανείς δεν φταίει για τίποτα και
όλοι φταίνε για όλα.
Ας γυρίσω
όμως πάλι στον σημερινό εορτασμό της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου
και σε αυτά που υποτίθεται ότι συμβολίζει. Ο χρόνος κατά τον οποίον εκδηλώθηκε,
ο χώρος στον οποίο έλαβε χώρα και η ιδιότητα των περισσοτέρων από τους
πρωταγωνιστές της, παραπέμπουν σε πολύ συγκεκριμένες επιδιώξεις: Ελευθερία στην
έκφραση, ελευθερία στη διακίνηση ιδεών, ελευθερία στις επιλογές, ελευθερία
χωρίς όρους, αλλά με όρια. Το κατά πόσο επιτεύχθηκαν οι στόχοι της εξέγερσης
αυτής είναι πολύ νωρίς και πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί αντικειμενικά. Αν όμως
θελήσει κάποιος να αναζητήσει αντιστοιχία της επιτυχίας των στόχων προς τον
τρόπο του εορτασμού, θα απογοητευθεί πικρά.
Ο εορτασμός
έχει χωριστεί σε τιμάρια. Το τιμάριο του ελέγχου φρονημάτων για την έκδοση
άδειας εισόδου και συμμετοχής, το τιμάριο κατοχής της σημαίας, το τιμάριο της
πραγματικής πρωτοπορίας, το τιμάριο της βίαιης αμφισβήτησης και πάει λέγοντας,
με αποτέλεσμα τα καθαρότερα, από κάθε άποψη, τιμάρια να είναι αυτά των
καντινιέρηδων και των ανθοπωλών.
Η πορεία δεν
έχει στόχο, ούτε τον ιμπεριαλισμό και την αμερικάνικη πρεσβεία, ούτε τη
δικαίωση ή την εκδίκηση των ονείρων. Ενώ οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες
δίνουν συνειδητά παρόν για να εκφραστούν συναισθηματικά, η πορεία, στο σύνολό
της έχει ένα μόνο στόχο: τα τηλεοπτικά δελτία των οκτώ. Αυτό το πετυχαίνει, κι
έτσι υπάρχει θέαμα για όλους. Η ελίτ των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων που παριστάνει
το φοιτητικό κίνημα, η ελίτ των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων που παριστάνει
το συνδικαλιστικό κίνημα, η ελίτ των χούλιγκανς που παριστάνει το
αντιεξουσιαστικό κίνημα κ.ο.κ.
Έχω ένα
παλιό συνάδελφο, μεγαλύτερο από μένα, με αντιδικτατορική δράση και ενεργή
συμμετοχή στην εξέγερση του πολυτεχνείου. Ελάχιστοι γνωρίζουν για τη δράση του
αυτή γιατί ποτέ δεν είπε τίποτα. Αυτός λοιπόν, κάθε χρόνο, στις 18 του Νοέμβρη,
μία μέρα μετά την επέτειο και τον εορτασμό, ανεβαίνει από τη Γλυφάδα στην Αθήνα
και περπατάει από το πολυτεχνείο μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία. Όταν, κάποια
φορά τον ρώτησα γιατί το κάνει αυτό μου απάντησε: «Εγώ φίλε, τη δική μου πορεία
δεν την χαρίζω σε κανένα κερατά. Κατάλαβες»;
Κατάλαβα
φίλε Γιάννη, αλλά έτσι έλυσες εσύ το πρόβλημά σου. Το πρόβλημα με τους
κερατάδες, ποιος θα το λύσει;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου