Ο Νεόφυτος ήρθε στην Αθήνα με το μεγάλο ξεριζωμό. Πόντιος στην καταγωγή, πετάχτηκε κυριολεκτικά στη θάλασσα από τους Νεότουρκους και περιμαζεύτηκε από ένα γαλλικό φορτηγό που τον άφησε στη Σύρο. Από κει, βρέθηκε στην Αθήνα, στη γειτονιά μας, κοντά στο νοσοκομείο του Συγγρού. Έμενε σε ένα υπόγειο, κάτω από το σπίτι που μέναμε κι εμείς, μία παλιά διώροφη μονοκατοικία.
Αποτελεί μία από τις ανεξίτηλες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Κουτσός από το αριστερό πόδι, με την παλάμη του αριστερού χεριού στρεβλή, σαν από εγκεφαλικό, και με το αριστερό μάτι μόνιμα γουρλωμένο, να μην κλείνει ούτε στον ύπνο του. Τα μαλλιά πάντα χτενισμένα στην τρίχα, να κολάνε στο κρανίο λες και τους έβαζε μπριγιόλ, πεντακάθαρος κι αυτός και τα ρούχα του και με παπούτσια πάντα να αστράφτουν. Δεν πρέπει να ήταν πολύ ευαίσθητος στο κρύο. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να φοράει τίποτα παραπάνω από ένα φανελένιο πουκάμισο κι ένα τριμμένο πλεχτό γιλέκο, και για θέρμανση ούτε λόγος. Και να ήθελε βέβαια δεν μπορούσε. Πώς να βγάλει μπουρί σόμπας από το υπόγειο στην ταράτσα, όσο για μαγκάλι, το δωματιάκι που έμενε δεν είχε παράθυρο και για να το ανάψει θα έπρεπε να κρατάει ανοιχτή την πόρτα.
Ζούσε κάνοντας θελήματα και μικρομαστορέματα στη γειτονιά. Δύσκολα τότε τα χρόνια, η Ελλάδα σε εμφύλιο, η γειτονία μας φτωχική, σπάνια πληρωνόταν με χρήματα. Ένα πιάτο ζεστό φαγητό, κανένα παλιό ρούχο ή παπούτσι, ήταν η αμοιβή του. Ο Νεόφυτος όμως, πάντα είχε κέφι, πάντα ήταν πρόθυμος, πάντα με το γέλιο στο στόμα.
Περνούσα, θυμάμαι, πολλές ώρες μαζί του. Γυρνώντας από το σχολείο, πέταγα τη σάκα και κατέβαινα στο υπόγειό του. Η μητέρα μου με ευχαρίστηση με άφηνε γιατί μπορούσε να τελειώσει τις δουλειές και το μαγείρεμα χωρίς να με έχει στα πόδια της, εγώ ήθελα να είμαι μαζί του γιατί πάντα είχε να μου πει ή να μου δείξει κάτι που με άρεσε ή με ενδιέφερε και ό ίδιος έδειχνε να ευχαριστιέται που είχε κάποιον, έστω και ένα μικρό παιδί, να μιλάει.
Αυτό που με εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν το ότι μπορούσε να φτιάχνει ένα σωρό πράγματα από το τίποτα, σχεδόν. Τα εργαλεία του ήταν, από όσο θυμάμαι, μία τανάλια, ένα σκεπάρνι, ένα πριόνι, ένας σουγιάς, μία σακοράφα, σπάγκος, καρφιά και ψαρόκολλα. Τις πρώτες ύλες, χαρτόνια από χαρτόκουτες, σανιδάκια από κουτιά ρέγκας και τάβλες από ξύλινα κιβώτια συσκευασίας, μικρά τσίγκινα κουτάκια από βερνίκια, παστίλιες και τρόφιμα, κ.ο.κ., τις είχε δωρεάν. Κι από ιδέες και λύσεις για κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν όταν επιδιόρθωνε ή έφτιαχνε κάτι, αστείρευτο το μυαλό του.
Ένα άλλο ταλέντο του ήταν η αφήγηση. Γεννημένος παραμυθάς ήταν ο άνθρωπος. Μου έλεγε συνήθως ιστορίες από τη ζωή του και τον τόπο του και εγώ μπορούσα να τον ακούω για ώρα πολλή να μιλάει κρεμασμένος από τα χείλη του. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι μπορεί να μην ήταν όλες αληθινές, όλες όμως είχαν όμως κάτι να πουν.
Εκεί όμως που «έδινε ρέστα» ήταν η βιβλιοδεσία. Με εντελώς στοιχειώδη υλικά και εργαλεία μπορούσε να μεταμορφώσει ένα βιβλίο με άκοφτα φύλλα και εξώφυλλο από χοντρό χαρτί, σε ένα καλοδεμένο βιβλίο με χαρτονένια εξώφυλλα ντυμένα με μαρμαρόκολλα, με πανόδετη ράχη και με την εικόνα του παλιού εξώφυλλου κολλημένη στη μπροστινή του όψη. Μου είχε δέσει, θυμάμαι, το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, το Γενναίο Ιππότη Λαγκαρντέρ και μερικά ακόμη αγαπημένα παιδικά μυθιστορήματα. Ακόμη, από ένα παλιό συρτάρι, μου είχε φτιάξει την πρώτη μου, κρεμαστή, βιβλιοθήκη.
Είχε ένα φίλο, τον Τριαντάφυλλο, που δεν είχε μύτη. Άλλοτε μου έλεγε ότι του την είχε φάει ένας ποντικός, την ώρα που κοιμόταν, άλλοτε ότι του την είχαν κόψει οι Τούρκοι. Αυτός ο Τριαντάφυλλος ήταν λούστρος στο Παγκράτι και όποτε ερχόταν να δει το Νεόφυτο, έφερνε μαζί του ούζο και μεζέ. Ξεκινούσαν με το μεζέ και το ούζο, κουβεντιάζοντας για τα μέρη που είχαν αφήσει πίσω τους. Άλλοτε μιλούσαν ελληνικά, άλλοτε τούρκικα, γελώντας ή βρίζοντας, ανάλογα με το θέμα, καμιά φορά τραγούδαγαν και κανέναν αμανέ. Γυναίκα δεν τον είχε επισκεφθεί ποτέ, εκτός από μία φορά που ήρθε κάποια και του έφερε λίγα τρόφιμα και δυο κουβέρτες.
Όπως ανάφερα και παραπάνω, μέναμε κοντά στο νοσοκομείο Συγγρού. Εκείνα τα χρόνια θέριζαν ακόμη τα αφροδίσια νοσήματα, γιατί οι άνθρωποι δεν φυλάγονταν σωστά, αντιβίωση δεν υπήρχε και η πορνεία ανθούσε. Κάθε μέρα, όλες τις ώρες, μαζευόταν κόσμος έξω από τη μάντρα του νοσοκομείου, άντρες και γυναίκες, για να επικοινωνήσουν, έστω και από μακριά, με τους απομονωμένους, λόγω μολυσματικής ασθένειας, δικούς τους. Να τους πουν καμιά κουβέντα παρηγοριάς, να τους πετάξουν μέσα καμία κονσέρβα, λίγα τσιγάρα ή σοκολάτες, να τους πούνε κανένα νέο, να βριστούν, τέτοια. Το καλοκαίρι κυρίως, που κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα, δεν μπορούσε να μας πάρει ο ύπνος από τη φασαρία.
Ένα τέτοιο βράδυ, πεταχτήκαμε τρομαγμένοι από τα κρεβάτια μας από σπαραχτικές γυναικείες φωνές που ακούγονταν έξω από την πόρτα μας. Βγήκαμε στο δρόμο, και από το δικό μας και από άλλα σπίτια, και είδαμε μία γυναίκα με κομμένο, εντελώς σχεδόν, το χέρι της στον καρπό. Το αίμα της που έτρεχε είχε βάψει το πεζοδρόμιο και μέσα στο κλάμα και τις φωνές της κάτι έλεγε στο Νεόφυτο, στα τούρκικα. Της μίλαγε κι αυτός σιγά, σαν να προσπαθούσε να την ηρεμήσει και της χάιδευε το κεφάλι. Ευτυχώς, στο διπλανό μας σπίτι έμενε μία νοσοκόμα του Ερυθρού σταυρού. Έτρεξε κι έφερε πανιά, μπαμπάκι και οινόπνευμα, της καθάρισε και της έδεσε την πληγή. Εγώ, τρόμαξα τόσο, που γύρισα γρήγορα μέσα στο σπίτι, πρόλαβα όμως να γνωρίσω στο πρόσωπο της άμοιρης γυναίκας αυτήν που του είχε φέρει μία φορά τρόφιμα και κουβέρτες.
Το άλλο πρωί, όταν βγήκα στο δρόμο όλα ήταν ήσυχα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ. Ο Νεόφυτος όμως έλειπε και θα έλειπε για αρκετές μέρες ακόμα. Όταν γύρισε, ήταν ένας άλλος άνθρωπος, αμίλητος, αγέλαστος, άκεφος. Αργότερα έμαθα ότι η γυναίκα με το κομμένο χέρι ήταν αδερφή του. Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά την είχαν ρίξει σε ένα δύσβατο και σκληρό δρόμο. Όταν προσπάθησε να βγει από αυτόν τη μαχαιρώσανε κι όταν συνέχισε να αντιστέκεται της έκοψαν το χέρι. Γλύτωσε όμως, χάρη στο Νεόφυτο, και το χέρι της και την ψυχή της.
Τον Νεόφυτο τον έχασα μετά από λίγο καιρό, γιατί μετακομίσαμε στον Περισσό. Κατάφερε όμως ο πατέρας μου και του βρήκε μόνιμη δουλειά φύλακα, σε ένα από τα εργοστάσια της επιχείρησης που δούλευε και αυτός. Ήρθε και μας είδε δυο-τρεις φορές και μετά δεν τον ξαναείδα. Έμαθα όμως ότι μπόρεσε να πάρει κοντά του την αδερφή του και να ζούνε μαζί.
Ο άνθρωπος αρέσκεται, από τη φύση του, να μαζεύει και να σκορπίζει. Αξίες, γνώσεις, συνήθειες, καλές ή κακές. Κανείς δεν είναι σίγουρος για το τι αξίζουν αυτά που μαζεύει, τι τόπο πιάνουν αυτά που σκορπίζει κι όμως σημαδεύεται από αυτά και σημαδεύει τους γύρω του. Το Νεόφυτο τον ευγνωμονώ για τρία πράγματα που με έμαθε και που δεν μου τα είπανε σε κανένα από τα είκοσι σχεδόν χρόνια που έκατσα στα θρανία: Ότι το σωματικό κουσούρι δεν είναι εμπόδιο, αν δεν είναι άλλοθι, ότι δεν υπάρχουν άχρηστα πράγματα, αλλά πράγματα που δεν ξέρουμε πώς να τα χρησιμοποιήσουμε και ότι ο ξεριζωμός σε βλάφτει αν έχεις τη λογική του δέντρου, ενώ δεν σε ακουμπάει όταν έχεις τη λογική του σπόρου.
Ας είναι ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου