Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΤΕ, ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Πρωτοχρονιές σε χρόνους άλλους
Πρωτοχρονιές με τους μεγάλους
μικρός εσύ μικρός κι ο χρόνος
αλλάζατε κι οι δυο συγχρόνως

Λίγο μετά στα δεκαεφτά
με τους γονιούς σου ήσουν πάλι
μα αισθανόσουν ήδη απών
σε συντροφιά συμμαθητών
το σπίτι σου έχανε εξουσία
κι ο χρόνος την κρυφή του ουσία

Ύστερα γιόρταζες με φίλους
σ' ένα δωμάτιο καπνού
το θαύμα πάλι ήταν αλλού
στις παιδικές Πρωτοχρονιές σου
στο χρόνο που άλλαζε μαζί σου
πριν μεγαλώσει η αντίστασή σου

Τώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις
Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις
την λίγη πίστη του ενηλίκου
στην παιδική ανατολή του

Πρωτοχρονιές γιορτές του χρόνου
Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου
πως θα τις γιόρταζες εσύ
τώρα που έχεις το κλειδί ;

Μικρό κλειδί και σ' οδηγάει
σ' ένα παράσπιτο στο πλάι
σ' ένα μικρό - μικρό πλανήτη
πλάι στο μεγάλο άδειο σπίτι

Πάει ο καιρός που οι δικοί σας
σκηνοθετούσαν την γιορτή σας
και είσ' εσύ που πρέπει τώρα
να υψώσεις της γιορτής τα δώρα

Ποιος θα νοιαστεί και ποιος θα παίξει
Χρονοποιός ας είναι η λέξη
γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα
κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα

Διονύσης Σαββόπουλος


1946: Θυμάμαι ένα κλαδί πιπεριάς (ήταν εκείνα τα χρόνια γεμάτη η Αθήνα από αυτά τα πανέμορφα δεντράκια) σφηνωμένο σε μία καλογυαλισμένη οβίδα, ενθύμιο του πολέμου και της κατοχής. Ήταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας. Το στολίζαμε με κουκουναράκια τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο από πακέτα τσιγάρων, με κάτι πολύχρωμες κονκάρδες φτιαγμένες από κόκκινο, πράσινο και μπλε ασημόχαρτο, με κεράκια, που όμως δεν τα ανάβαμε για να μην πάρει φωτιά, με μπαμπάκι για χιόνι, με κάτι λωρίδες από ασημόχαρτο που τις λέγαμε λαμέτες και που παρίσταναν, υποθέτω, τη βροχή. Το αστέρι στην κορυφή του δέντρου, ήταν γυάλινο, δεν ήταν αστέρι και ήταν και σπασμένο. Εκείνα τα χρόνια η Πρωτοχρονιά ήταν μεγαλύτερη γιορτή από τα Χριστούγεννα, τουλάχιστον για τα παιδιά, γιατί οι μεγάλοι έπαιρναν το δώρο των Χριστουγέννων, το δεκατο τρίτο μισθό, ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και οι μικροί τα δώρα και τα καινούργια ρούχα, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Στο σπίτι δεν είχαμε τζάκι, είχαμε όμως μία μαντεμένια σόμπα, οπότε υπήρχε καμινάδα για τον Άγιο Βασίλη να κατέβει. Και εκείνη τη χρονιά κατέβηκε, φέρνοντας μου το πιο ωραίο δώρο που θυμάμαι να έχω πάρει. Ήταν ένα ξύλινο μοντέλο ενός στρατιωτικού τζιπ που το είχε φτιάξει για μένα ο θείος μου ο Τάκης , ένας από τους αδερφούς της μητέρας μου. Κανονικό αντίγραφο των G.P. Willy’s που κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια στην Αθήνα (έμοιαζαν με το παλιό WRANGLER της CRYSLER, και μερικά, αντίκες πια, κυκλοφορούν ακόμη), με φανάρια που αναβόσβηναν, με σχάρα στη μάσκα, με ανακλινόμενο παρμπρίζ, με μαρσπιέ και με τέντα, με ρεζέρβα και με ντεπόζιτο, με τα όλα του!!! Με εκείνο το τζιπ και με τη φαντασία μου, δεν άφησα πόλεμο για πόλεμο, εξερεύνηση για εξερεύνηση, εκδρομή για εκδρομή. Ο θείος μου ο Τάκης όμως, μερικούς μήνες μετά έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, με το τιμόνι στα χέρια και το γκάζι σανιδωμένο, στη στροφή της Ούλεν, στο δρόμο προς το Έντεν. Eden θα πει παράδεισος και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να πάει κανείς να βρει το θείο μου τον Τάκη.

1954: Θυμάμαι ένα μαγαζάκι- σούδα, στην οδό Πολυκλείτου, κοντά στην κεντρική αγορά της Αθήνας. Δούλευα, τις μέρες των σχολικών διακοπών, στο πρατήριο μίας βιοτεχνίας μπαλονιών. Από εμάς έρχονταν να αγοράσουν εμπόρευμα οι υπαίθριοι μπαλονάδες (υπήρχαν πολλοί εκείνα τα χρόνια), οι περιπτεράδες, καθώς και αυτοί που είχαν ψιλικατζίδικα στις συνοικίες. Το μπαλόνι, παρ όλο που δεν ήταν πολύ ακριβό, εθεωρείτο είδος πολυτελείας γιατί δεν κράταγε πολύ. Στο παιχνίδι έσκαγε εύκολα, και φυλαγμένο στο σπίτι ξεφούσκωνε και ξεθώριαζε γρήγορα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς ξεπουλήσαμε νωρίς, με πληρώσανε και μου χάρισαν και μία σακούλα μπαλόνια. Φούσκωσα πολλά από αυτά, τα έδεσα σε ένα καλάμι που είχε παρατήσει στο μαγαζί κάποιος μπαλονάς και ξεκίνησα να γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μου (μέναμε τότε στον Περισσό), για να τα πουλήσω στο δρόμο. Είχα πουλήσει δύο-τρία, όταν ένας άντρας μεθυσμένος με σταμάτησε έξω από το ποτοπωλείο, γωνία Αθηνάς και Ευριππίδου και μου ζήτησε να τον κεράσω ένα λικεράκι. Εκεί πήγε η είσπραξη. Περπατώντας και πουλώντας, έφτασα Αθηνάς και Λυκούργου και συνάντησα μία γυναίκα που ήταν πρώην πόρνη, λίγο σαλεμένη και γνωστή σε όσους κυκλοφορούσαν στην περιοχή. Μου ευχήθηκε «καλή χρονιά» συμπληρώνοντας την ευχή της με ένα κοσμητικό επίθετο πολύ κολακευτικό για τον ανδρισμό μου (μόλις είχα κλείσει τα δεκατρία και πολύ κολακεύτηκα) και μου δήλωσε ότι ήταν στεγνή από λεφτά, τσιγάρα και ποτό. Αποτέλεσμα, πάλι έμεινα με μηδέν ταμείο. Να μην τα πολυλογώ, στην Ομόνοια ήταν μία μάνα με το ανάπηρο παιδί της στο καροτσάκι, στο Σταθμό Λαυρίου ένας παπατζής, στο Μουσείο μία τσιγγάνα που έλεγε τη μοίρα, στην Πλατεία Αγάμων ένας καστανάς, στον Άγιο Λουκά αγόρασα ένα σουγιά και στην Αγία Βαρβάρα, στα Άνω Πατήσια, μία τράπουλα για το σπίτι , αν και κανένας στο σπίτι δεν έπαιζε χαρτιά, και ένα «στριφτάρι» για να παίξουμε το βράδυ «πάρτα όλα». Έφτασα στο σπίτι όπως ξεκίνησα από το μαγαζί, με μηδέν ταμείο, και με τη μάνα μου να με περιμένει στη μέση του δρόμου σίγουρη ότι κάτι θα είχα πάθει και ότι θα με φέρνανε σηκωτό.
Θυμάμαι ακόμη ότι την άλλη μέρα είχε τόσο καλό καιρό που φάγαμε για μεσημέρι στην αυλή.

1967: Θυμάμαι μία σοφίτα. Στο Τορόντο, στο νούμερο 36 της οδού Κρόφορντ, κοντά στη διασταύρωση Μπλούρ και Όσιγκτον. Δίνω το στίγμα με ακρίβεια γιατί ήταν το πρώτο σπίτι που έζησα σαν παντρεμένος, το πρώτο από τα δεκατρία σπίτια που αλλάξαμε στα έξη χρόνια που ζήσαμε στον Καναδά. Μέσα στο μοναδικό δωμάτιο του χώρεσε και ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, το πρώτο αληθινό έλατο που στολίζαμε.( Και τι δεν χωρούσε όμως αυτό το δωμάτιο. Γεμάτο ήταν. Παλιά έπιπλα και ενθύμια από την πατρίδα, βιβλία και δίσκοι, όνειρα και ελπίδες, σχέδια για το μέλλον και αγάπη. Ήταν καταφύγιο και ορμητήριο, φωλιά και βίγλα). Αντί για πρωτοχρονιάτικη έξοδο, προτιμήσαμε να μείνουμε μέσα χουζουρεύοντας, αντί για πρωτοχρονιάτικο δείπνο φάγαμε μισό γαλόνι παγωτό, μία πίττα λεμονιού και μία πίττα σοκολάτας. Η μουσική, το ποτό και οι ευχές, ήρθαν αργότερα. Μιλώντας για τον Καναδά πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρω ότι ποτέ δεν νοιώσαμε ξένοι, παρείσακτοι, ή ανεπιθύμητοι από τους ντόπιους ή από μετανάστες, σαν κι εμάς, άλλων εθνικοτήτων. Αν θα έπρεπε να αποδώσω με τρεις λέξεις τα συναισθήματα που εισπράτταμε, αυτές θα ήταν, κατανόηση, συμπαράσταση, αγάπη. Κάτι που εδώ, δύσκολα πια το εισπράττει κανείς.

1996: Θυμάμαι έναν Αλβανό. Να κάθεται μόνος, σε ένα τραπέζι καφενείου στην ορεινή Κορινθία, και να σφυρίζει κάποιο σκοπό της πατρίδας του. Η μελωδία θύμιζε ξεκάθαρα ηπειρώτικο σκοπό, γι αυτό ηχούσε οικεία και αγαπημένη. Η ομίχλη και το ψιλόβροχο δημιουργούσαν ένα υποβλητικό σκηνικό. Η μαγεία όμως της εικόνας, που σε καθήλωνε, έβγαινε από τη σοβαρότητα της έκφρασης του, από το σεβασμό του προς το ίδιο το τραγούδι που σφύριζε (και για ότι αυτό σήμαινε εκείνη τη στιγμή, γι αυτόν τον άνθρωπο), από τα υγρά, σχεδόν δακρυσμένα, μάτια του, από το μισοάδειο μπουκάλι της μπύρας, ακουμπισμένο στο ρημαγμένο τραπέζι, από τη βροχή που έβρισκε το δρόμο της μέσα από μία τρύπα της σχισμένης τέντας και έσταζε στον ώμο του, βαραίνοντας τον κι άλλο, και από την αγωνία του να πιάσει με τη ματιά του κάποια ματιά, κάποιο πρόσωπο, έτοιμα να γνέψουν, έτοιμα να χαιρετήσουν, έτοιμα να χαμογελάσουν. Ασυναίσθητα θυμήθηκα την πρώτη μου πρωτοχρονιά, σαν φαντάρος στη σκοπιά. Την πρώτη μου πρωτοχρονιά σαν μετανάστης. Την πρώτη μου πρωτοχρονιά σαν επιβάτης σε ένα σχεδόν άδειο αεροπλάνο. Όλες τις πρωτοχρονιές που ένοιωθα να λείπω από κάπου και όχι να είμαι κάπου.

2003: Θυμάμαι τη μάνα μου. Καθισμένη σε μία πολυθρόνα για ανήμπορους, από αυτές με τις ρόδες και το κάθισμα που μετατρέπεται σε τουαλέτα, ντυμένη και περιποιημένη, με τα σκουλαρίκια της και το κολιέ της (ήταν, βλέπεις, από τα νιάτα της κοκέτα) και με τα μαλλιά της χτενισμένα λες και βγήκε από το κομμωτήριο, ας είναι καλά η κοπέλα (μία Αρμένισσα από τη Φιλιππούπολη) που έμενε μαζί της.
Ήταν μεγάλη πια, κοντά στα ενενήντα πέντε της, δεν άκουγε σχεδόν καθόλου, δεν μίλαγε και δεν συμμετείχε στις κουβέντες μας. Ήταν βέβαια χαρά για τα παιδιά της, να νοιώθουμε ότι ζει και ότι βρίσκεται ανάμεσα μας, ακόμη κι αν δεν επικοινωνούσε. Ήταν όμως και λύπη να βλέπω σε αυτή την κατάσταση τον άνθρωπο που μου τραγουδούσε (αν και παράφωνα) τα πιο τρυφερά νανουρίσματα, μου έλεγε τα πιο ωραία παραμύθια, έφτιαχνε την πιο ωραία πάστα φλόρα και το πιο ωραίο φρικασέ, με μάθαινε να κλίνω σωστά τα ανώμαλα ρήματα και να προφέρω σωστά τα γαλλικά και, ακόμη, μου έπλεκε τα πιο ωραία πουλόβερ. Όταν μεγάλωσα και αργούσα κανένα βράδυ να γυρίσω στο σπίτι, δεν με περίμενε μόνο ξάγρυπνη, δεν έβγαινε μόνο στο μπαλκόνι για να με δει λίγο νωρίτερα, να ησυχάσει λίγο νωρίτερα, έβγαινε, με κρύο ή με ζέστη, μέχρι τη γωνία του δρόμου για να κερδίσει τη χαρά του «καλώς έχειν» μου μερικά δευτερόλεπτα νωρίτερα. Εκείνη την Πρωτοχρονιά από την οικογένεια μας είχε κοντά της μόνο μία εγγονή της. Μετά από λίγες μέρες, έφυγε.

2011
: Πρωτοχρονιά στο πέλαγο. Το σκαρί παλιό, καλό, αλλά ταλαιπωρημένο. Ο καπετάνιος και το πλήρωμα, οι καλύτεροι που βρέθηκαν, χρόνια στις θάλασσες, αλλά στο δρομολόγιο αυτό ήταν πρωτάρηδες, το λιμάνι του προορισμού λες και άλλαζε συνεχώς θέση, το δελτίο θυέλλης μαύρο-κατάμαυρο και τα πειρατικά να μας στριμώχνουν για να μας οδηγήσουν στους υφάλους, να βουλιάξουν το καράβι, να διαγουμίσουν το φορτίο, να μακελέψουν καπετάνιο, πλήρωμα, επιβάτες.
Και να ήταν μόνο αυτό; Οι επιβάτες της πρώτης θέσης να απειλούν ότι θα βουλιάξουν το καράβι αν ο καπετάνιος δεν γυρίσει εκεί από όπου ξεκίνησε και να θέλουν να καπαρώσουν τις σωσίβιες λέμβους για την πάρτη τους. Την ίδια στιγμή, οι επιβάτες της δεύτερης θέσης, μία ομάδα από ανεύθυνους ξέμπαρκους ναυτικούς που κανείς δεν τους ήθελε για πλήρωμα, αντί να δώσει ένα χέρι μπας και γλυτώσουμε το φούντο, έβριζε τον καπετάνιο και το πλήρωμα και ευχόταν να μην τα καταφέρουν για να πάρουν αυτοί το κουμάντο στο επόμενο δρομολόγιο, λες και θα υπήρχε επόμενο αν αποτύχαινε αυτό.
Τέλος, οι επιβάτες της τρίτης θέσης, στριμωγμένοι στο αμπάρι, κάνανε το μόνο που μπορούσαν για να σώσουν την κατάσταση. Έσκιζαν τα ρούχα τους, για να ταπώνουν τις τρύπες που ολοένα άνοιγαν στα πλευρά του καραβιού, και με κορμιά μελανιασμένα, στομάχια άδεια και δόντια που κροτάλιζαν, προσπαθούσαν, προσπαθούσαν, προσπαθούσαν, γιατί μία ζωή, αυτό είχαν μάθει να κάνουν, αυτό ξέρανε, με αυτό τα έβγαζαν πάντα πέρα.
Ο καινούργιος χρόνος βρίσκει το καράβι να ταξιδεύει. Ας ελπίσουμε ότι το σκαρί θα αντέξει, ότι οι επιβάτες της τρίτης θέσης δεν θα τα παρατήσουν και ότι ο καπετάνιος θα αποφασίσει να πετάξει στη θάλασσα ότι δεν χρειάζεται, από εμπόρευμα, από πλήρωμα, από επιβάτες, όλη τη σαβούρα.

Άντε, και του χρόνου.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

ΔΡΟΜΟΙ

Τι να είναι, τάχα, οι δρόμοι; Είναι άραγε διαδρομές, αποστάσεις, τρόποι, επιλογές, προσανατολισμοί, διέξοδοι, αποτυπώματα κινήσεων «προς» και «από»; Κάθε δρόμος μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα από τα παραπάνω, αλλά δεν μπορεί να μην είναι επιλογή, δική μας ή άλλων, δεν έχει σημασία.

Ο κάθε δρόμος που διαλέγουμε είναι μοναδικός και μοναχικός. Είναι μοναδικός γιατί εμείς τον επιλέξαμε (ακόμη και αν επιλέξαμε να μας σέρνει κάποιος άλλος στο δικό του δρόμο). Είναι μοναχικός γιατί τον επιλέξαμε για εμάς (ακόμη και αν επιλέξαμε να σύρουμε και άλλους σε αυτόν).

Όταν πιστεύουμε ότι βαδίζουμε σε ένα δρόμο μαζί με κάποιον, ή κάποιους άλλους, θυμόμαστε τάχα αν ξεκινήσαμε μαζί, αν βαδίζουμε προς την ίδια κατεύθυνση, αν περπατάμε με την ίδια ταχύτητα, αν πηγαίνουμε στο ίδιο τέρμα, αν έχουμε τον ίδιο σκοπό, αν, αν, αν… ή, η αίσθηση της συντροφιάς, της συνοδοιπορίας, της κοινής προσπάθειας, είναι, στην ουσία, καταπολέμηση του φόβου της μοναξιάς, άλλοθι για το πιθανό παραστράτημα, αποφυγή της ευθύνης της επιλογής, ευκαιρία επιβολής μας στο συνοδοιπόρο;

Αν θελήσουμε να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια, θα καταλάβουμε ότι μόνοι ξεκινάμε, μόνοι πορευόμαστε και μόνοι τερματίζουμε, αν προλάβουμε.

Κι όμως, στον μοναδικό και μοναχικό αυτό δρόμο, δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Ο ίδιος ο δρόμος μας κρατά συντροφιά. Ένας δρόμος, για όσο τον πατάμε, μας παρακολουθεί «βήμα προς βήμα», μας μιλάει, μας παρακινεί, μας ορμηνεύει, μας προειδοποιεί. Άλλοτε φωναχτά, άλλοτε ψιθυριστά. Άλλοτε καθαρά, άλλοτε ψελλίζοντας. Πάντα όμως με έγνοια, λες και διάλεξε αυτός εμάς και όχι εμείς αυτόν, λες και τον ενδιαφέρει να αποδειχτεί ότι ήταν σωστή η επιλογή μας, λες και τον νοιάζει να φανεί ότι ορθά πήραμε αυτόν και όχι κάποιον άλλο, λες και φοβάται μην ξεστρατίσουμε από αυτόν.

Εμείς πάλι, διαβάτες κάθε τέτοιου μοναδικού και μοναχικού δρόμου, ενώ δεν θυμόμαστε τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τις στροφές και τις ευθείες, τις μέρες και τις νύχτες, τις καλοκαιρίες και τις κακοκαιρίες, θυμόμαστε με την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε ανάσα, κάθε δάκρυ, κάθε γέλιο, κάθε σταγόνα ιδρώτα, κάθε πληγή και χτύπημα, κάθε πέσιμο και σήκωμα. Με άλλα λόγια, ενώ έχουμε ξεχάσει κάθε αίτιο, θυμόμαστε κάθε αποτέλεσμα. Αυτό βέβαια είναι, κατά κάποιο τρόπο, αναμενόμενο, γιατί τον δρόμο τον διαλέξαμε εμείς, όχι όμως και τα παθήματα.

Ούτε όμως η συμπεριφορά του δρόμου , ούτε η συμπεριφορά του διαβάτη είναι τυχαίες. Γιατί ο δρόμος και ο διαβάτης είναι ένα. Γιατί ο δρόμος είναι ο διαβάτης, ο καθένας και η καθεμία από εμάς. Τα βήματα μας προδιαγράφουν τα ίχνη μας, αλλά και τα ίχνη μας αποτυπώνουν τα βήματα μας.

Μπορούμε να αλλάξουμε, να διακόψουμε, ή να ματαιώσουμε ένα δρόμο που ήδη έχουμε πάρει; Φοβάμαι πως όχι, γιατί σε αυτό το μοναδικό και μοναχικό δρόμο οι λέξεις αλλαγή, διακοπή, ματαίωση, δεν έχουν έννοια. Κάθε στιγμή, ο ρυθμός, η κατεύθυνση, ο σκοπός και όλα τα άλλα στοιχεία του δρόμου, είναι επιλογή δική μας, εκείνης της στιγμής, εκείνου του σημείου, εκείνου του δρόμου, του δικού μας δρόμου. Σε τελευταία ανάλυση, δρόμος δεν είναι μόνο ο διαβάτης, δρόμος είναι ο διαβάτης και η ζωή του. Ο δρόμος μας προκαθορίζει τη ζωή μας, με τη ζωή μας ανοίγουμε το δρόμο μας.

Γι αυτό, η αλλαγή, η διακοπή, ή η ματαίωση ενός δρόμου, είναι στοιχεία του δρόμου, είναι στοιχεία της ζωής μας και δεν πρέπει να μας προκαλούν φόβο, δισταγμό ή ενοχές. Αντίθετα, κάθε αλλαγή, κάθε διακοπή, κάθε ματαίωση, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα νέο ξεκίνημα, νέα πρόκληση, νέα ευκαιρία.

Στο διάβα κάθε δρόμου υπάρχουν δύο προβλήματα, αλληλένδετα. Το πρώτο είναι ότι, έχοντας την αίσθηση του χρόνου, έχουμε την αγωνία αν θα προλάβουμε να φτάσουμε σε αυτό που θεωρούμε τέρμα και το άλλο είναι αν θα δούμε το αποτέλεσμα.

Ψευτοπροβλήματα, γιατί το τέλος του δρόμου μας συμπίπτει με το τέλος μας, με το τέλος της ζωής μας, οπότε αποκλείεται να έχουμε συνείδηση του τερματισμού ή μη , όσο για το αποτέλεσμα, ακόμη και αν θυμόμαστε γιατί ξεκινήσαμε και για πού τραβούσαμε, είμαστε τόσο γεμάτοι από τις εικόνες και τις εμπειρίες της πορείας, είναι τόσο απόμακρο αυτό που αρχικά ψάχναμε και τόσο διαφορετικό αυτό στο οποίο τελικά καταλήξαμε που, βάζω στοίχημα ότι, στον άλλο κόσμο, αν υπήρχε άλλος κόσμος, το μόνο που θα θυμόμασταν θα ήταν το ταξίδι.

Ας διαλέξουμε λοιπόν το δρόμο μας ας τον περπατήσουμε άφοβα, αλλά όχι αδιάφορα, και ας αφεθούμε στη χαρά του ταξιδιού. Είναι το μόνο που αξίζει.

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Μία είδηση ΠΡΩΤΗΣ ΤΑΞΗΣ!!!

Τα νέα δεν είναι καλά. Το ξέρουμε, το υπομένουμε, το αντέχουμε, το παλεύουμε, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, και προσπαθούμε να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή, για να μας κρατήσει και αυτή με τη σειρά της όρθιους μέχρι να περάσει η μπόρα.

Από την άλλη πλευρά, τα Μ.Μ.Ε. κάνουν, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, ότι μπορούν για να μας γονατίσουν, να μας εξουθενώσουν, να μας βουτήξουν στην κατήφεια, να μας εξαφανίσουν κάθε διάθεση για αντίσταση, κάθε υπόλειμμα θετικής ενέργειας, κάθε ίχνος αισιοδοξίας, ώστε να παραδοθούμε άκλαυτοι στα κάθε είδους αφεντικά που, με περισσή αφοσίωση, υπηρετούν.

Μέσα σε αυτό το τοπίο ζόφου, ήρθε μία είδηση, σαν την ηλιαχτίδα μέσα από τα σύννεφα και σαν το περιστέρι που γύρισε στην κιβωτό μετά τον κατακλυσμό, με ένα κλαράκι ελιάς στο στόμα του.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Μία από τις εγγονές μου, η μεγάλη, πήγε φέτος σχολείο. Είναι δηλαδή «πρωτάκι» στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της, κάπου στην Αθήνα.( Φυσικά, όπως όλα τα εγγονάκια, είναι η πιο όμορφη, είναι η πιο έξυπνη, είναι η πιο καλή μαθήτρια, είναι, είναι, είναι, και τι δεν είναι!!!)

Πολύ κοντά στο σχολείο τους είναι ένας οίκος φροντίδας ατόμων που πάσχουν από τη νόσο του Αλτσχάϊμερ. Δεν είναι τρόφιμοι, απλά, οι δικοί τους τους πηγαίνουν εκεί, όταν οι ίδιοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, ώστε να περνάνε μερικές ώρες σε ένα ασφαλές περιβάλλον, παρέα με άλλους συνανθρώπους των, με τη φροντίδα εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ ταυτόχρονα απασχολούνται, όσο μπορεί ο καθένας και η καθεμία, με επιτραπέζια παιχνίδια, απλές εργασίες, ή χειροτεχνία.

Η δασκάλα είχε τη φαεινή (με την πραγματική σημασία της λέξης) ιδέα να πάρει την τάξη της και να επισκεφθούν τον οίκο φροντίδας για να κάνουν για λίγες ώρες παρέα, τα παιδάκια με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Αφού μίλησε με την υπεύθυνη του οίκου φροντίδας, κανονίσανε τη μέρα που τα πρωτάκια θα συναντούσαν τους μεγάλους για να «παίξουν» όλοι μαζί.

Όταν η δασκάλα μίλησε στην τάξη για την επίσκεψη, τους εξήγησε, με απλά λόγια, που θα πήγαιναν, τι θα αντίκριζαν και τι θα έκαναν, τονίζοντας ότι ο λόγος που πήγαιναν εκεί ήταν, να περάσουν όλοι καλά και όλοι να ευχαριστηθούν. Η εγγονούλα μας γύρισε σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς, αμηχανίας και αμφιβολίας για το αν θα της άρεσε αυτή η συνάντηση με τους μεγάλους.

Κουβέντιασε το θέμα με τη μαμά και το μπαμπά, τους είπε ότι ντρεπόταν να πάει, τους είπε ακόμη πως δεν ήταν και τόσο σίγουρη ότι ήθελε να πάει. Και δώσε κουβέντα και δώσε ενέσεις ηθικού από τους γονείς, το πρόβλημα δεν φαινόταν να ξεπερνιέται, μέχρι που έπεσε στο τραπέζι το μεγάλο επιχείρημα, από το μπαμπά: «Αν ήξερες πόσο ευτυχισμένους θα κάνετε τους παππούδες και τις γιαγιάδες όταν πάτε να περάσετε λίγες ώρες μαζί τους, θα πηγαίνατε τρέχοντας».

Και πράγματι, τρέχοντας πήγανε μετά από δύο-τρείς μέρες. Αλλά, ας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ την αφήγηση της εγγονούλας μου.

« Πήγαμε, παππού, με την κυρία μας εχθές το πρωί στο σπίτι που ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και μας περίμεναν. Μία γιαγιά μας είχε ετοιμάσει ένα ωραίο γλυκό, μας είπε ότι το λέγανε πάστα φλόρα, μας έδωσαν και πορτοκαλάδες. Μετά μας είπαν όλοι τα ονόματα τους και από πιο μέρος ήταν και ένας παππούς μας είπε ότι σε ένα χωριό είχε έντεκα εγγόνια και στην Αθήνα άλλα τρία. Μετά τράβηξαν τα τραπέζια και τις καρέκλες στην άκρη για να μας κάνουν χώρο να παίξουμε. Αυτές τις μέρες τα παιδάκια ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Παίξαμε πολλή ώρα, και μόνα μας και μαζί τους και μετά, αρχίσαμε να λέμε ποιήματα και να τραγουδάμε. Τα πιο πολλά ποιήματα και τραγούδια τα ήξεραν και αυτοί και τα έλεγαν μαζί μας, αλλά πότε πότε ξέχναγαν τα λόγια ή έλεγαν άλλα λόγια και μας μπέρδευαν . Στο τέλος τραγουδήσαμε όλοι μαζί ένα τραγούδι και ετοιμαστήκαμε για να φύγουμε. Μία κυρία που ήταν εκεί που είχαμε πάει, μας έδωσε από ένα στολίδι για δέντρο και μας είπε ότι τα είχαν φτιάξει οι παππούδες και οι γιαγιάδες με τα χέρια τους. Εμένα ένας παππούς μου χάρισε και μία χαρτονένια βαρκούλα που την είχε χρωματίσει κιόλας. Τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το σχολείο μας».


Αυτή ήταν πάνω κάτω η αφήγηση της εγγονής μου. Είπε βέβαια και άλλα πολλά, κυρίως σχόλια για κάποιους παππούδες και γιαγιάδες που της έκαναν εντύπωση, ή της θύμισαν τον παππού της και τις γιαγιάδες της. Μας είπε ακόμη ότι πέρασε πολύ ωραία και ότι θα ήθελε να ξαναπάει. Αυτό όμως που πραγματικά με εντυπωσίασε, ήταν ότι μας μίλαγε για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γνώρισε, και ήταν σαν να μίλαγε για συνομήλικους της, σαν να μίλαγε για συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Φαίνεται ότι η παιδικές ψυχές μπορούν να εξαφανίζουν το χάσμα των γενεών, φαίνεται ότι τα παιδικά μάτια μπορούν να βλέπουν πέρα από ηλικίες, φαίνεται ότι οι παιδικές καρδούλες μπορούν να αναγνωρίζουν την καλή προαίρεση και την ειλικρίνεια, ακόμη και όταν αυτές δεν μπορούν να εκφρασθούν με πληρότητα.

Ήταν, τελικά, τόσο απλό, τόσο ωραίο, τόσο ανθρώπινο. Το ανοιχτό μυαλό και η ζεστή καρδιά μίας δασκάλας, οι αγνές καρδούλες και τα πλατιά χαμόγελα των πιτσιρικιών της πρώτης δημοτικού, καθώς και «το απομαχικό ταμείο αγάπης» των γερόντων του οίκου φροντίδας, ήταν τα υλικά που χρειάστηκαν για να γραφτεί ένα χρονικό χαράς, να ακουστεί μία νότα αισιοδοξίας, να ξεπηδήσει μία σπίθα ελπίδας.

Αυτές τις μέρες τα παιδάκια της πρώτης τάξης ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Κάνουν συνεχώς πρόβες και ζουν μέσα σε μία χαρούμενη υπερδιέγερση. Προχθές, η δασκάλα τους τα ρώτησε αν θα ήθελαν να πάνε και να παρουσιάσουν τη χριστουγεννιάτικη παράσταση τους στους παππούδες και τις γιαγιάδες που είχαν επισκεφθεί πριν από λίγες μέρες. Τα μικρά ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους και δεν βλέπουν την ώρα να ξαναπάνε στο σπίτι φροντίδας των ηλικιωμένων, να τους ψυχαγωγήσουν και να περάσουν άλλο ένα πρωί μαζί τους. Και αυτό είναι μία είδηση πρώτης τάξης!!!

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

τα μικρά παιδιά


Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που κρατούνε στο χέρι τους
σαν το μύλο το χάρτινο
τις ελπίδες μας

Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που μπερδεύουν τα λόγια τους
Που μιλούν με νοήματα
στα παιχνίδια τους

Μες σε κήπους και χώματα
Με λουλούδια ή λάσπη
ένα κόσμο ζουν τα μικρά
τον πιο όμορφο
…………………………………….
Ένα φύλλο ή μέλισσα
Ένα τόπι ή μια βέργα
γίνουνται αυτοκίνητα, χαρά
κόσμου, ζωή
…………………………………...
Δυο κουτιά σπίρτα γίνηκαν
ο σταθμός και τα τρένα
Που μπορούνε να φτάσουνε
ως την άκρη της γης

Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που κρατούνε στο χέρι τους
σαν το μύλο το χάρτινο
τις ελπίδες μας

Αρλέτα


……………………………………………………….

Είναι μικρά ακόμη. Μπουσουλάνε, ίσως και περπατάνε, άντε να λένε μαμά ή/και μπαμπά. Δεν μιλάνε όμως ακόμη, δεν μπορούν να πουν τι θέλουν, ή πώς αισθάνονται, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν κλείνονται στον κόσμο τους (είναι, βλέπεις, μικρά ακόμη και νομίζουν ότι κόσμος τους είναι ο κόσμος όλος). Προσπαθούν συνεχώς να επικοινωνήσουν με όποιους είναι γύρω τους και να γνωρίσουν ότι είναι γύρω τους. Γελάνε εύκολα όταν νοιώθουν ασφάλεια, απλώνουν προς το μέρος μας τα χεράκια τους για να τα πάρουμε στην αγκαλιά μας και κλαίνε όταν διαισθανθούν ότι τα απορρίπτουμε.

Παρακολουθώντας τα να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται, μένεις, όλο και συχνότερα, όλο και περισσότερο, κατάπληκτος από τους ρυθμούς της αλλαγής, από τους ρυθμούς προσαρμογής, από το πόσο – όλο και πιο πολύ- μπορούν να μας αντιλαμβάνονται, από το πόσο – όλο και πιο καλά – μπορούν να μας «διαβάζουν», από το πόσο –όλο και πιο γρήγορα - μαθαίνουν.

Εμείς οι μεγαλύτεροι, έχοντας πια ξεχάσει αυτά που ξέραμε σαν παιδιά («ωριμάζουμε» ανταλλάσσοντας χρήσιμα αισθήματα με άχρηστες, πολλές φορές, γνώσεις), δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τα παιδιά π.χ. βάζουν στο στόμα τους ότι πιάσουν στα χέρια τους, γιατί καταστρέφουν τα παιχνίδια τους, γιατί κλαίνε άμα προσπαθούμε να τους σκουπίσουμε το στόμα, γιατί δεν θέλουν να πάνε για ύπνο ή για μπάνιο όταν θέλουμε εμείς, γιατί προτιμούν να τρέχουν ξυπόλυτα μέσα στο σπίτι κλπ, με δυο λόγια, γιατί δεν συμπεριφέρονται σαν μεγάλοι.

Είμαστε πάντοτε έτοιμοι να τους δείξουμε τι είναι σωστό (για εμάς) και να τους υποβάλουμε ή να τους επιβάλουμε (και όχι πάντα με το καλό) τη θέληση μας, αδιαφορώντας για τη δική τους περί ορθού άποψη (που, τις πιο πολλές φορές είναι και η πιο σωστή).

Ξέρουμε πάντα τι θέλουμε από τα μικρά παιδιά, αλλά δεν αναρωτιόμαστε ποτέ, τι άραγε να θέλουν και αυτά από εμάς, γιατί νομίζουμε ότι και αυτό το ξέρουμε. Και επειδή όλα τα ξέρουμε εμείς οι μεγάλοι, φτάνουμε στο κατάντημα να τα μαλώνουμε, καμιά φορά και στο ποινικό αδίκημα να τα χτυπάμε, μόνο και μόνο επειδή η βλακεία μας ξεπερνά κατά πολύ την αγάπη μας.

Η βαρβαρότητα όμως της τιμωρίας, σε ένα μικρό παιδί που δεν καταλαβαίνει γιατί το τιμωρούν, είναι ίδια με αυτήν του θηριοδαμαστή που «μαθαίνει» την αρκούδα να εκτελεί τα προστάγματα του, τραβώντας την από το χαλκά που της έχει περασμένο στη μύτη, καίγοντας της τις πατούσες, αφήνοντας την νηστική, χτυπώντας την με ένα στυλιάρι στη σπονδυλική στήλη.
Αν τα μικρά παιδιά μπορούσαν να μας μιλήσουν, κάπως έτσι θα μίλαγαν σε εμάς τους μεγάλους, κάπως έτσι θα μας την έλεγαν:

Για στάσου κύριε μεγάλε (μπαμπά, μαμά, παππού, γιαγιά, κλπ).
Γιατί με μαλώνεις που λερώθηκα, αφού δεν ξέρω, ακόμη, τι θα πει καθαριότητα;
Γιατί με μαλώνεις που δεν κοιμάμαι την ώρα που θέλεις εσύ, αφού εγώ δεν νυστάζω;
Γιατί με μαλώνεις που φτύνω το φαγητό μου, αφού δεν με αφήνεις να δοκιμάσω να το φάω μόνος μου;
Γιατί με μαλώνεις που βγάζω τα παπούτσια μου, αφού μου αρέσει να περπατώ ξυπόλυτος;
Γιατί με μαλώνεις όταν χαλάω τα παιχνίδια μου, αφού θέλω να δω τι έχουν μέσα;
Γιατί με μαλώνεις όταν κάνω φασαρία, αφού με τη φασαρία χαίρομαι;

Θα μπορούσαν να υπάρχουν ένα σωρό ακόμη ερωτήσεις σαν κι’ αυτές και ας μου πει ένας σοβαρός άνθρωπος, πού θα είχε άδικο το μικρό παιδί. Δε βαριέσαι όμως. Υπάρχουν πάντοτε τα επιχειρήματα του τύπου «εμείς ξέρουμε», «εμείς ότι κάνουμε το κάνουμε για το καλό τους», «εμείς είμαστε μεγάλοι», «και ο άγιος φοβέρα θέλει», «λίγο ξύλο ποτέ δεν έβλαψε» και ένα σωρό άλλες τέτοιες εξυπνάδες.

Εμείς οι μεγάλοι όμως, ένα πράγμα πρέπει να έχουμε διαρκώς στο μυαλό μας: Για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί σωστά ένα παιδί χρειάζεται, περισσότερο από κάθε τι άλλο, την αγάπη των μεγάλων. Και αγάπη σημαίνει προσφορά, προσφορά πρόθυμη, άδολη, άφθονη. Και προσφορά σημαίνει θυσία, θυσία χρόνου, χώρου, χρήματος. Και θυσία σημαίνει ανατροπή προτεραιοτήτων, προτεραιοτήτων κοινωνικών, οικογενειακών, επαγγελματικών. Τελικά, το μεγάλωμα ενός μικρού παιδιού, με λίγα λόγια, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Το παιδί δεν είναι μόδα, για να το αποκτήσουμε επειδή έχει και ο γείτονας.
Το παιδί δεν είναι καθήκον προς την κοινωνία, την πατρίδα, το οικογενειακό όνομα, ή, δεν ξέρω τι άλλο.
Το παιδί δεν είναι προέκταση του εαυτού μας, ούτε αποκούμπι για τα γεράματα μας.
Το παιδί δεν είναι κατοικίδιο, για να το χαϊδεύουμε όποτε μας καπνίσει και να το διώχνουμε, παρομοίως.
Το παιδί δεν είναι παιχνίδι, για να το πιάνουμε στα χέρια μας όταν δεν έχουμε τίποτα καλύτερο για να διασκεδάσουμε.
Το παιδί, τέλος, δεν είναι ιδιοκτησία μας, για να το κάνουμε ότι θέλουμε, από τον «καλλωπισμό» και την «διαμόρφωση», μέχρι την «ανταλλαγή» ή την «πώληση».

Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, το «σπλάχνο» μας, τα «ματάκια» μας, η «καρδούλα» μας, το «τζιέρι» μας, κάτι, δηλαδή, μοναδικό, πολύτιμο, καλά φυλαγμένο.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, βωμός προσφοράς αγάπης, τρυφερότητας, στοργής.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, δάσκαλος ειλικρίνειας, αλήθειας, αμεσότητας.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, φάρος χαράς, ελπίδας, αναγέννησης.

Αν δεν υπάρχει συνείδηση των παραπάνω από τους μελλοντικούς γονείς, καλύτερα να μην προχωρήσουν.
Ο δρόμος αυτός δεν έχει απόδραση, δεν έχει πισωγύρισμα, δεν έχει μετάνοια. Και αν κάποιοι το κατάλαβαν αργά, κρίμα βέβαια γι’ αυτούς, αλλά, πολύ πιο κρίμα για το παιδί τους. Ας σφίξουν λοιπόν τα δόντια, ας αναλογισθούν την ευθύνη τους, ας μην τιμωρήσουν τον μοναδικό αθώο της υπόθεσης, ας δοκιμάσουν την ευτυχία της προσφοράς και, πού ξέρει κανείς, μπορεί να τους αρέσει.

Άλλωστε, στα μικρά παιδιά, μόνο χρωστάμε, δεν μας χρωστάνε
.
Αυτό που τους χρωστάμε δεν είναι τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από αγάπη, τρυφερότητα, στοργή.
Αυτό που χρειαζόμαστε από αυτά είναι να μας διδάσκουν την αλήθεια τους.
Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι να γίνουν το φως μας και η ελπίδα μας και να μας δώσουν τη χαρά να τα καμαρώνουμε να χτίζουν τον κόσμο τους, ακόμη κι αν αυτόν τον κόσμο δεν τον καλοκαταλαβαίνουμε.

Ο Μπερνάρ Σω, νομίζω, είχε πει ότι «τα παιδιά μας, όταν είναι μικρά μας αγαπούν, όταν μπουν στην εφηβεία μας μισούν και όταν ενηλικιωθούν μας συγχωρούν». Θα συμπλήρωνα, σαν γονιός και παππούς, ότι «τα παιδιά μας, όταν είναι μικρά τα αγαπάμε και τα φροντίζουμε πολύ, όταν μεγαλώσουν τα αγαπάμε και τους συμπαραστεκόμαστε πιο πολύ και όταν ενηλικιωθούν τα αγαπάμε και τα καμαρώνουμε ακόμη πιο πολύ».