Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Μία είδηση ΠΡΩΤΗΣ ΤΑΞΗΣ!!!

Τα νέα δεν είναι καλά. Το ξέρουμε, το υπομένουμε, το αντέχουμε, το παλεύουμε, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, και προσπαθούμε να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή, για να μας κρατήσει και αυτή με τη σειρά της όρθιους μέχρι να περάσει η μπόρα.

Από την άλλη πλευρά, τα Μ.Μ.Ε. κάνουν, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, ότι μπορούν για να μας γονατίσουν, να μας εξουθενώσουν, να μας βουτήξουν στην κατήφεια, να μας εξαφανίσουν κάθε διάθεση για αντίσταση, κάθε υπόλειμμα θετικής ενέργειας, κάθε ίχνος αισιοδοξίας, ώστε να παραδοθούμε άκλαυτοι στα κάθε είδους αφεντικά που, με περισσή αφοσίωση, υπηρετούν.

Μέσα σε αυτό το τοπίο ζόφου, ήρθε μία είδηση, σαν την ηλιαχτίδα μέσα από τα σύννεφα και σαν το περιστέρι που γύρισε στην κιβωτό μετά τον κατακλυσμό, με ένα κλαράκι ελιάς στο στόμα του.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Μία από τις εγγονές μου, η μεγάλη, πήγε φέτος σχολείο. Είναι δηλαδή «πρωτάκι» στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς της, κάπου στην Αθήνα.( Φυσικά, όπως όλα τα εγγονάκια, είναι η πιο όμορφη, είναι η πιο έξυπνη, είναι η πιο καλή μαθήτρια, είναι, είναι, είναι, και τι δεν είναι!!!)

Πολύ κοντά στο σχολείο τους είναι ένας οίκος φροντίδας ατόμων που πάσχουν από τη νόσο του Αλτσχάϊμερ. Δεν είναι τρόφιμοι, απλά, οι δικοί τους τους πηγαίνουν εκεί, όταν οι ίδιοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, ώστε να περνάνε μερικές ώρες σε ένα ασφαλές περιβάλλον, παρέα με άλλους συνανθρώπους των, με τη φροντίδα εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ ταυτόχρονα απασχολούνται, όσο μπορεί ο καθένας και η καθεμία, με επιτραπέζια παιχνίδια, απλές εργασίες, ή χειροτεχνία.

Η δασκάλα είχε τη φαεινή (με την πραγματική σημασία της λέξης) ιδέα να πάρει την τάξη της και να επισκεφθούν τον οίκο φροντίδας για να κάνουν για λίγες ώρες παρέα, τα παιδάκια με τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Αφού μίλησε με την υπεύθυνη του οίκου φροντίδας, κανονίσανε τη μέρα που τα πρωτάκια θα συναντούσαν τους μεγάλους για να «παίξουν» όλοι μαζί.

Όταν η δασκάλα μίλησε στην τάξη για την επίσκεψη, τους εξήγησε, με απλά λόγια, που θα πήγαιναν, τι θα αντίκριζαν και τι θα έκαναν, τονίζοντας ότι ο λόγος που πήγαιναν εκεί ήταν, να περάσουν όλοι καλά και όλοι να ευχαριστηθούν. Η εγγονούλα μας γύρισε σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς, αμηχανίας και αμφιβολίας για το αν θα της άρεσε αυτή η συνάντηση με τους μεγάλους.

Κουβέντιασε το θέμα με τη μαμά και το μπαμπά, τους είπε ότι ντρεπόταν να πάει, τους είπε ακόμη πως δεν ήταν και τόσο σίγουρη ότι ήθελε να πάει. Και δώσε κουβέντα και δώσε ενέσεις ηθικού από τους γονείς, το πρόβλημα δεν φαινόταν να ξεπερνιέται, μέχρι που έπεσε στο τραπέζι το μεγάλο επιχείρημα, από το μπαμπά: «Αν ήξερες πόσο ευτυχισμένους θα κάνετε τους παππούδες και τις γιαγιάδες όταν πάτε να περάσετε λίγες ώρες μαζί τους, θα πηγαίνατε τρέχοντας».

Και πράγματι, τρέχοντας πήγανε μετά από δύο-τρείς μέρες. Αλλά, ας μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ την αφήγηση της εγγονούλας μου.

« Πήγαμε, παππού, με την κυρία μας εχθές το πρωί στο σπίτι που ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και μας περίμεναν. Μία γιαγιά μας είχε ετοιμάσει ένα ωραίο γλυκό, μας είπε ότι το λέγανε πάστα φλόρα, μας έδωσαν και πορτοκαλάδες. Μετά μας είπαν όλοι τα ονόματα τους και από πιο μέρος ήταν και ένας παππούς μας είπε ότι σε ένα χωριό είχε έντεκα εγγόνια και στην Αθήνα άλλα τρία. Μετά τράβηξαν τα τραπέζια και τις καρέκλες στην άκρη για να μας κάνουν χώρο να παίξουμε. Αυτές τις μέρες τα παιδάκια ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Παίξαμε πολλή ώρα, και μόνα μας και μαζί τους και μετά, αρχίσαμε να λέμε ποιήματα και να τραγουδάμε. Τα πιο πολλά ποιήματα και τραγούδια τα ήξεραν και αυτοί και τα έλεγαν μαζί μας, αλλά πότε πότε ξέχναγαν τα λόγια ή έλεγαν άλλα λόγια και μας μπέρδευαν . Στο τέλος τραγουδήσαμε όλοι μαζί ένα τραγούδι και ετοιμαστήκαμε για να φύγουμε. Μία κυρία που ήταν εκεί που είχαμε πάει, μας έδωσε από ένα στολίδι για δέντρο και μας είπε ότι τα είχαν φτιάξει οι παππούδες και οι γιαγιάδες με τα χέρια τους. Εμένα ένας παππούς μου χάρισε και μία χαρτονένια βαρκούλα που την είχε χρωματίσει κιόλας. Τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το σχολείο μας».


Αυτή ήταν πάνω κάτω η αφήγηση της εγγονής μου. Είπε βέβαια και άλλα πολλά, κυρίως σχόλια για κάποιους παππούδες και γιαγιάδες που της έκαναν εντύπωση, ή της θύμισαν τον παππού της και τις γιαγιάδες της. Μας είπε ακόμη ότι πέρασε πολύ ωραία και ότι θα ήθελε να ξαναπάει. Αυτό όμως που πραγματικά με εντυπωσίασε, ήταν ότι μας μίλαγε για τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γνώρισε, και ήταν σαν να μίλαγε για συνομήλικους της, σαν να μίλαγε για συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Φαίνεται ότι η παιδικές ψυχές μπορούν να εξαφανίζουν το χάσμα των γενεών, φαίνεται ότι τα παιδικά μάτια μπορούν να βλέπουν πέρα από ηλικίες, φαίνεται ότι οι παιδικές καρδούλες μπορούν να αναγνωρίζουν την καλή προαίρεση και την ειλικρίνεια, ακόμη και όταν αυτές δεν μπορούν να εκφρασθούν με πληρότητα.

Ήταν, τελικά, τόσο απλό, τόσο ωραίο, τόσο ανθρώπινο. Το ανοιχτό μυαλό και η ζεστή καρδιά μίας δασκάλας, οι αγνές καρδούλες και τα πλατιά χαμόγελα των πιτσιρικιών της πρώτης δημοτικού, καθώς και «το απομαχικό ταμείο αγάπης» των γερόντων του οίκου φροντίδας, ήταν τα υλικά που χρειάστηκαν για να γραφτεί ένα χρονικό χαράς, να ακουστεί μία νότα αισιοδοξίας, να ξεπηδήσει μία σπίθα ελπίδας.

Αυτές τις μέρες τα παιδάκια της πρώτης τάξης ετοιμάζουν, μαζί με τη δασκάλα τους, την χριστουγεννιάτικη γιορτούλα τους και είναι όλο χαρά και προσδοκία. Κάνουν συνεχώς πρόβες και ζουν μέσα σε μία χαρούμενη υπερδιέγερση. Προχθές, η δασκάλα τους τα ρώτησε αν θα ήθελαν να πάνε και να παρουσιάσουν τη χριστουγεννιάτικη παράσταση τους στους παππούδες και τις γιαγιάδες που είχαν επισκεφθεί πριν από λίγες μέρες. Τα μικρά ξετρελάθηκαν από τη χαρά τους και δεν βλέπουν την ώρα να ξαναπάνε στο σπίτι φροντίδας των ηλικιωμένων, να τους ψυχαγωγήσουν και να περάσουν άλλο ένα πρωί μαζί τους. Και αυτό είναι μία είδηση πρώτης τάξης!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου