Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

τα μικρά παιδιά


Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που κρατούνε στο χέρι τους
σαν το μύλο το χάρτινο
τις ελπίδες μας

Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που μπερδεύουν τα λόγια τους
Που μιλούν με νοήματα
στα παιχνίδια τους

Μες σε κήπους και χώματα
Με λουλούδια ή λάσπη
ένα κόσμο ζουν τα μικρά
τον πιο όμορφο
…………………………………….
Ένα φύλλο ή μέλισσα
Ένα τόπι ή μια βέργα
γίνουνται αυτοκίνητα, χαρά
κόσμου, ζωή
…………………………………...
Δυο κουτιά σπίρτα γίνηκαν
ο σταθμός και τα τρένα
Που μπορούνε να φτάσουνε
ως την άκρη της γης

Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά
Που κρατούνε στο χέρι τους
σαν το μύλο το χάρτινο
τις ελπίδες μας

Αρλέτα


……………………………………………………….

Είναι μικρά ακόμη. Μπουσουλάνε, ίσως και περπατάνε, άντε να λένε μαμά ή/και μπαμπά. Δεν μιλάνε όμως ακόμη, δεν μπορούν να πουν τι θέλουν, ή πώς αισθάνονται, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν κλείνονται στον κόσμο τους (είναι, βλέπεις, μικρά ακόμη και νομίζουν ότι κόσμος τους είναι ο κόσμος όλος). Προσπαθούν συνεχώς να επικοινωνήσουν με όποιους είναι γύρω τους και να γνωρίσουν ότι είναι γύρω τους. Γελάνε εύκολα όταν νοιώθουν ασφάλεια, απλώνουν προς το μέρος μας τα χεράκια τους για να τα πάρουμε στην αγκαλιά μας και κλαίνε όταν διαισθανθούν ότι τα απορρίπτουμε.

Παρακολουθώντας τα να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται, μένεις, όλο και συχνότερα, όλο και περισσότερο, κατάπληκτος από τους ρυθμούς της αλλαγής, από τους ρυθμούς προσαρμογής, από το πόσο – όλο και πιο πολύ- μπορούν να μας αντιλαμβάνονται, από το πόσο – όλο και πιο καλά – μπορούν να μας «διαβάζουν», από το πόσο –όλο και πιο γρήγορα - μαθαίνουν.

Εμείς οι μεγαλύτεροι, έχοντας πια ξεχάσει αυτά που ξέραμε σαν παιδιά («ωριμάζουμε» ανταλλάσσοντας χρήσιμα αισθήματα με άχρηστες, πολλές φορές, γνώσεις), δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τα παιδιά π.χ. βάζουν στο στόμα τους ότι πιάσουν στα χέρια τους, γιατί καταστρέφουν τα παιχνίδια τους, γιατί κλαίνε άμα προσπαθούμε να τους σκουπίσουμε το στόμα, γιατί δεν θέλουν να πάνε για ύπνο ή για μπάνιο όταν θέλουμε εμείς, γιατί προτιμούν να τρέχουν ξυπόλυτα μέσα στο σπίτι κλπ, με δυο λόγια, γιατί δεν συμπεριφέρονται σαν μεγάλοι.

Είμαστε πάντοτε έτοιμοι να τους δείξουμε τι είναι σωστό (για εμάς) και να τους υποβάλουμε ή να τους επιβάλουμε (και όχι πάντα με το καλό) τη θέληση μας, αδιαφορώντας για τη δική τους περί ορθού άποψη (που, τις πιο πολλές φορές είναι και η πιο σωστή).

Ξέρουμε πάντα τι θέλουμε από τα μικρά παιδιά, αλλά δεν αναρωτιόμαστε ποτέ, τι άραγε να θέλουν και αυτά από εμάς, γιατί νομίζουμε ότι και αυτό το ξέρουμε. Και επειδή όλα τα ξέρουμε εμείς οι μεγάλοι, φτάνουμε στο κατάντημα να τα μαλώνουμε, καμιά φορά και στο ποινικό αδίκημα να τα χτυπάμε, μόνο και μόνο επειδή η βλακεία μας ξεπερνά κατά πολύ την αγάπη μας.

Η βαρβαρότητα όμως της τιμωρίας, σε ένα μικρό παιδί που δεν καταλαβαίνει γιατί το τιμωρούν, είναι ίδια με αυτήν του θηριοδαμαστή που «μαθαίνει» την αρκούδα να εκτελεί τα προστάγματα του, τραβώντας την από το χαλκά που της έχει περασμένο στη μύτη, καίγοντας της τις πατούσες, αφήνοντας την νηστική, χτυπώντας την με ένα στυλιάρι στη σπονδυλική στήλη.
Αν τα μικρά παιδιά μπορούσαν να μας μιλήσουν, κάπως έτσι θα μίλαγαν σε εμάς τους μεγάλους, κάπως έτσι θα μας την έλεγαν:

Για στάσου κύριε μεγάλε (μπαμπά, μαμά, παππού, γιαγιά, κλπ).
Γιατί με μαλώνεις που λερώθηκα, αφού δεν ξέρω, ακόμη, τι θα πει καθαριότητα;
Γιατί με μαλώνεις που δεν κοιμάμαι την ώρα που θέλεις εσύ, αφού εγώ δεν νυστάζω;
Γιατί με μαλώνεις που φτύνω το φαγητό μου, αφού δεν με αφήνεις να δοκιμάσω να το φάω μόνος μου;
Γιατί με μαλώνεις που βγάζω τα παπούτσια μου, αφού μου αρέσει να περπατώ ξυπόλυτος;
Γιατί με μαλώνεις όταν χαλάω τα παιχνίδια μου, αφού θέλω να δω τι έχουν μέσα;
Γιατί με μαλώνεις όταν κάνω φασαρία, αφού με τη φασαρία χαίρομαι;

Θα μπορούσαν να υπάρχουν ένα σωρό ακόμη ερωτήσεις σαν κι’ αυτές και ας μου πει ένας σοβαρός άνθρωπος, πού θα είχε άδικο το μικρό παιδί. Δε βαριέσαι όμως. Υπάρχουν πάντοτε τα επιχειρήματα του τύπου «εμείς ξέρουμε», «εμείς ότι κάνουμε το κάνουμε για το καλό τους», «εμείς είμαστε μεγάλοι», «και ο άγιος φοβέρα θέλει», «λίγο ξύλο ποτέ δεν έβλαψε» και ένα σωρό άλλες τέτοιες εξυπνάδες.

Εμείς οι μεγάλοι όμως, ένα πράγμα πρέπει να έχουμε διαρκώς στο μυαλό μας: Για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί σωστά ένα παιδί χρειάζεται, περισσότερο από κάθε τι άλλο, την αγάπη των μεγάλων. Και αγάπη σημαίνει προσφορά, προσφορά πρόθυμη, άδολη, άφθονη. Και προσφορά σημαίνει θυσία, θυσία χρόνου, χώρου, χρήματος. Και θυσία σημαίνει ανατροπή προτεραιοτήτων, προτεραιοτήτων κοινωνικών, οικογενειακών, επαγγελματικών. Τελικά, το μεγάλωμα ενός μικρού παιδιού, με λίγα λόγια, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Το παιδί δεν είναι μόδα, για να το αποκτήσουμε επειδή έχει και ο γείτονας.
Το παιδί δεν είναι καθήκον προς την κοινωνία, την πατρίδα, το οικογενειακό όνομα, ή, δεν ξέρω τι άλλο.
Το παιδί δεν είναι προέκταση του εαυτού μας, ούτε αποκούμπι για τα γεράματα μας.
Το παιδί δεν είναι κατοικίδιο, για να το χαϊδεύουμε όποτε μας καπνίσει και να το διώχνουμε, παρομοίως.
Το παιδί δεν είναι παιχνίδι, για να το πιάνουμε στα χέρια μας όταν δεν έχουμε τίποτα καλύτερο για να διασκεδάσουμε.
Το παιδί, τέλος, δεν είναι ιδιοκτησία μας, για να το κάνουμε ότι θέλουμε, από τον «καλλωπισμό» και την «διαμόρφωση», μέχρι την «ανταλλαγή» ή την «πώληση».

Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, το «σπλάχνο» μας, τα «ματάκια» μας, η «καρδούλα» μας, το «τζιέρι» μας, κάτι, δηλαδή, μοναδικό, πολύτιμο, καλά φυλαγμένο.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, βωμός προσφοράς αγάπης, τρυφερότητας, στοργής.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, δάσκαλος ειλικρίνειας, αλήθειας, αμεσότητας.
Το παιδί πρέπει να είναι για εμάς, φάρος χαράς, ελπίδας, αναγέννησης.

Αν δεν υπάρχει συνείδηση των παραπάνω από τους μελλοντικούς γονείς, καλύτερα να μην προχωρήσουν.
Ο δρόμος αυτός δεν έχει απόδραση, δεν έχει πισωγύρισμα, δεν έχει μετάνοια. Και αν κάποιοι το κατάλαβαν αργά, κρίμα βέβαια γι’ αυτούς, αλλά, πολύ πιο κρίμα για το παιδί τους. Ας σφίξουν λοιπόν τα δόντια, ας αναλογισθούν την ευθύνη τους, ας μην τιμωρήσουν τον μοναδικό αθώο της υπόθεσης, ας δοκιμάσουν την ευτυχία της προσφοράς και, πού ξέρει κανείς, μπορεί να τους αρέσει.

Άλλωστε, στα μικρά παιδιά, μόνο χρωστάμε, δεν μας χρωστάνε
.
Αυτό που τους χρωστάμε δεν είναι τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από αγάπη, τρυφερότητα, στοργή.
Αυτό που χρειαζόμαστε από αυτά είναι να μας διδάσκουν την αλήθεια τους.
Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι να γίνουν το φως μας και η ελπίδα μας και να μας δώσουν τη χαρά να τα καμαρώνουμε να χτίζουν τον κόσμο τους, ακόμη κι αν αυτόν τον κόσμο δεν τον καλοκαταλαβαίνουμε.

Ο Μπερνάρ Σω, νομίζω, είχε πει ότι «τα παιδιά μας, όταν είναι μικρά μας αγαπούν, όταν μπουν στην εφηβεία μας μισούν και όταν ενηλικιωθούν μας συγχωρούν». Θα συμπλήρωνα, σαν γονιός και παππούς, ότι «τα παιδιά μας, όταν είναι μικρά τα αγαπάμε και τα φροντίζουμε πολύ, όταν μεγαλώσουν τα αγαπάμε και τους συμπαραστεκόμαστε πιο πολύ και όταν ενηλικιωθούν τα αγαπάμε και τα καμαρώνουμε ακόμη πιο πολύ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου