Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!!!


Μια Κυριακή πρωί, πάνε πάνω από δύο μήνες, μπήκε η Χρύσα φουριόζα στο σπίτι του αδερφού της και, χωρίς καλά-καλά να χαιρετήσει, άρχισε να μας μιλάει για κάποιον, του κινήματος, λέει, «δεν πληρώνω» που, στα διόδια της Μαλακάσας, της είχε ξύσει το χρώμα του αυτοκινήτου της με ένα κλειδί, επειδή, ενώ οι  «επαναστάτες της κακιάς ώρας», όπως τους απεκάλεσε, είχαν σηκώσει τις μπάρες και άφηναν τα αυτοκίνητα να περνάν ελεύθερα, αυτή ήθελε, σώνει και καλά, να πληρώσει διόδια. Και επειδή η Χρύσα δεν σηκώνει τέτοιες συμπεριφορές, αφού τον έβρισε, πήγε και κουβάλησε έναν αστυφύλακα από το περιπολικό που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο κάτω και του υπέβαλε και μήνυση.

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, Κυριακή πάλι, μας ξαναπέτυχε η Χρύσα, τον αδερφό της και μένα, να πίνουμε παρέα τον καφέ μας και μας ρώτησε αν θέλαμε να ακούσουμε τη συνέχεια με τον τύπο που της είχε ξύσει το χρώμα του αυτοκινήτου της.

Τη Χρύσα την ξέρω από κοριτσάκι, αφού είναι αδελφή του καλύτερού μου φίλου. Εργαζόμενη (τέως), μάνα και γιαγιά (νυν και αεί), της έλαχε να μεγαλώνει τον εγγονό της μικρής της κόρης, αφού αυτή δουλεύει σε άλλη πόλη και μπορεί να έρχεται μόνο κάποια Σαββατοκύριακα να τους βλέπει. Σαν κηδεμόνας του εγγονού της , αλλά και σαν γυναίκα-ενεργός πολίτης, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στο σύλλογο γονέων και κηδεμόνων του σχολείου του. Κατέβηκε λοιπόν στις εκλογές του συλλόγου και βγήκε πρόεδρος. Το απολαμβάνει το προεδριλίκι, ήταν και παλιά συνδικαλίστρια, αλλά κυρίως απολαμβάνει το να είναι χρήσιμη στη μικρή κοινωνία του σχολείου, δίνοντας λύσεις στα προβλήματα που παρουσιάζονται, κυρίως με τον καλό της λόγο και με τη χρήση της κοινής λογικής, αλλά και με δυναμικές μεθόδους, όποτε χρειάζεται.

Ξεκίνησε λοιπόν την αφήγησή της λέγοντάς μας ότι στην αρχή της σχολικής χρονιάς παρουσιάστηκε στο σύλλογο γονέων ένα πρόβλημα που δεν ήταν ούτε μικρό, ούτε συνηθισμένο. Είχε πάει Νοέμβρης κι ακόμα δεν είχε έρθει στο σχολείο πετρέλαιο για τη θέρμανση του κτιρίου. Ρώτησε, έμαθε, έτρεξε, έφτασε μέχρι το γραφείο της περιφέρειας. Οι πληροφορίες λειψές, οι ελπίδες λίγες και η προοπτική ενός χειμώνα με κρύες τάξεις, να ακουμπάει τη βεβαιότητα. Όλοι της λέγανε, τελικά, ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Εκεί που διαφέρανε οι απόψεις, ήταν στην απόδοση της ευθύνης. Ξεκινούσαν από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, περνούσαν από τους, κατά τη γνώμη του καθενός, αρμόδιους υπουργούς, συνέχιζαν στο Δήμαρχο και τον περιφερειάρχη, και κατέληγαν στην τρόικα και το ΔΝΤ. Για τους γονείς των παιδιών πάλι, έφταιγαν η διευθύντρια του σχολείου και η πρόεδρος του συλλόγου γονέων, η μεν πρώτη γιατί είχε αερόθερμο και δεν την ένοιαζε, η δε δεύτερη γιατί δεν είχε τσαγανό να πάει στους αρμόδιους και να παλέψει για το πετρέλαιο των παιδιών τους.

Σκεφτόταν η Χρύσα τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να εξασφαλίσει το πετρέλαιο του χειμώνα. Τα μέτραγε έτσι, τα μέτραγε κι αλλιώς, και υπολόγιζε ότι αν έβαζε από εφτά ευρώ κάθε γονιός, θα μπορούσαν, με μία λογική χρήση του καλοριφέρ, να βγάλουν μία χαρά τους κρύους μήνες. Δίσταζε όμως να φέρει το θέμα σε γενική συνέλευση του συλλόγου γιατί οι γονείς μπορεί να χαλούσαν χρήματα για να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε ανάγκη των παιδιών τους, αλλά στο σύλλογο γονέων, ούτε τη συνδρομή τους δεν πλήρωναν, οι πιο πολλοί.

 Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι κάποιοι γονείς ετοιμάζονταν για κατάληψη του σχολείου «πήρε ανάποδες». Έτσι κι αλλιώς, θεωρούσε ατελέσφορο μέσο πάλης τις καταλήψεις, γιατί μπορεί μία κατάληψη να είχε νόημα σε ένα χώρο παραγωγής, που κάθε μέρα αργίας αναστάτωνε το πρόγραμμα της επιχείρησης και μείωνε τα έσοδα του επιχειρηματία. Αν όμως  στόχος της ήταν να αλλάξει η συμπεριφορά και ο τρόπος σκέψης ενός πολιτικού συστήματος δομημένου πάνω σε πελατειακές σχέσεις και να επιταχυνθούν οι ρυθμοί λειτουργίας μίας γραφειοκρατίας εθισμένης στην ελάσσονα προσπάθεια και στην αποφυγή ανάληψης ευθυνών, τότε ήταν μία άστοχη και αναποτελεσματική μέθοδος πάλης, αν δεν ήταν επαναστατική γυμναστική. Άσε που φέτος τα άδεια ταμεία του κράτους ήταν μία σκληρή πραγματικότητα που την βίωναν όλοι και γι αυτό, κατά τη γνώμη της, η λύση θα έπρεπε να έλθει από τους ίδιους. Κυρίως όμως, θεωρούσε εγκληματικό να χάνουν τα παιδάκια το μάθημά τους, για οποιοδήποτε λόγο.

Κάλεσε λοιπόν βιαστικά μία έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του συλλόγου, με στόχο να τους πείσει να τσοντάρουν όλοι από δέκα ευρώ για να κάνουν τα παιδιά τους μάθημα σε ζεστές τάξεις. Πίστευε ότι η πρόταση ήταν λογική και ότι θα γινόταν από όλους αποδεκτή. Επειδή το θέμα ήταν σοβαρό είχαν μαζευτεί πολλοί γονείς. Η αίθουσα των εκδηλώσεων είχε γεμίσει και μερικοί είχαν μείνει κι απ’ έξω.

Η συζήτηση προχωρούσε ομαλά, εκτός από λίγες αντιρρήσεις, για το αν θα υπήρχε εξασφάλιση ότι θα πλήρωναν όλοι και όχι μόνο κάποιοι, ή για το ότι έπρεπε, τελικά, να πληρώσει το κράτος. Η Χρύσα  καταλάβαινε ότι δεν θα είχε μεγάλο πρόβλημα να περάσει την πρόταση, ετοιμαζόταν μάλιστα να την βάλει σε ψηφοφορία, όταν ζήτησε το λόγο μία μητέρα, μέλος του Δ.Σ. του συλλόγου. Ξεκίνησε την ομιλία της λέγοντας στους γονείς ότι μπορούν να μαζέψουν τα ίδια και περισσότερα λεφτά χωρίς να δώσουν τίποτα στο σύλλογο και αμέσως, μετά το ευχάριστο σοκ της προσδοκίας του «τσάμπα» που τους δημιούργησε, τους ανέπτυξε ένα σχέδιο δράσης για τη δημιουργία ενός μπαζάρ που θα έκανε ο σύλλογος με είδη που θα έφτιαχναν ή θα εύρισκαν οι γονείς, θα τα έβαζαν σε έκθεση και θα τα πουλούσαν. Τους έδωσε ιδέες, τους μοίρασε ρόλους, τους πρότεινε πιθανούς χορηγούς, τους έβαλε διορίες και έβαλε και ένα συμβολικό έπαθλο για εκείνο το γονιό που θα μάζευε τα περισσότερα δώρα. 

Οι γονείς  καλοάκουσαν την πρόταση, άρχισαν να την κουβεντιάζουν μεταξύ τους, η Χρύσα είχε αρχίσει να χαμογελάει, όταν, από το βάθος της αίθουσας ακούστηκε μία φωνή να λέει: «Μην είσαστε κορόιδα, πάλι από εμάς θα τα πάρουν για να μην στενοχωρήσουν αυτούς που τα φάγανε και μας έφεραν εδώ το ΔΝΤ,  την τρόικα και το μνημόνιο. Κάνω την πρόταση να ξεκινήσουμε από αύριο κατάληψη διαρκείας, για να φέρουν πετρέλαιο στο σχολείο και για να βάλουμε και μείς ένα λιθαράκι στο αντιμνημονιακό μέτωπο, ρε γαμώτο!!».

Η Χρύσα, μόλις άκουσε τα πρώτα λόγια, σήκωσε το κεφάλι της να δει ποιος ήταν αυτός που είχε πάρει το λόγο χωρίς να τον ζητήσει και έμεινε κόκκαλο. Αυτός που μιλούσε δεν ήταν άλλος από αυτόν που είχε μηνύσει για το επεισόδιο στα διόδια της Μαλακάσας. Κράτησε όσο μπορούσε την ψυχραιμία της, και αφού τον άφησε να τελειώσει πήρε το λόγο. «Φίλες και φίλοι», είπε. «Προσπαθούμε από την αρχή της σχολικής χρονιάς να εξασφαλίσουμε καύσιμα για τη θέρμανση του σχολείου. Κοντεύει να βγει ο Νοέμβρης κι ακόμα πετρέλαιο δεν έχουμε. Μαζευτήκαμε εδώ για να δούμε πώς θα μπορέσουν τα παιδιά μας να κάνουν μάθημα σε ζεστές τάξεις. Ακούστηκαν δύο προτάσεις, τις οποίες θα συνοψίσω και θα βάλω σε ψηφοφορία. Η μία είναι ¨για το αντιμνημονιακό μέτωπο, ρε γαμώτο¨ και η άλλη είναι ¨για το πετρέλαιο, ρε γαμώτο¨. Πόσοι είναι υπέρ της πρώτης;» Σηκώθηκαν εφτά χέρια. «Πόσοι είναι υπέρ της δεύτερης;» σηκώθηκαν τα υπόλοιπα. Δεν μπήκαν στον κόπο να τα μετρήσουν, γιατί ήταν πάνω από εκατό.

Έτσι έληξε η συνέλευση και από την άλλη μέρα ξεκίνησε το τρέξιμο για το μπαζάρ.

Το μπαζάρ έγινε τελικά το περασμένο Σαββατοκύριακο. Είχα πάει κι εγώ -όχι θα γλύτωνα από τη Χρύσα - και πολύ το ευχαριστήθηκα. Με εντυπωσίασε, κατ ’αρχή, το πλήθος και η ποικιλία των ειδών που προσφέρονταν για πώληση. Από σπιτικά γλυκά και ποτά, μέχρι εργόχειρα και από παιχνίδια και βιβλία, μέχρι γλαστρούλες με λουλούδια. Αυτό όμως που μου άρεσε πιο πολύ ήταν το ότι είχα πολλά χρόνια να δω τόσο πολλούς ανθρώπους, κυρίως γονείς με τα παιδιά τους, να χαίρονται πραγματικά τις στιγμές που ζούσανε. Ένα μελίσσι που βούιζε χαρούμενα ήταν το σχολείο, με τα παιδάκια να τρέχουν ανέμελα και τους γονείς, να είναι οι περισσότεροι αγοραστές ταυτόχρονα και πωλητές και να χαίρονται διπλά γιατί, είτε πουλούσαν είτε αγόραζαν, έμπαιναν λεφτά στο σύλλογο, έμπαινε πετρέλαιο στο ντεπόζιτο του σχολείου.

 Μάθαμε από τη Χρύσα την άλλη μέρα ότι όχι μόνον εξασφαλίστηκε το πετρέλαιο της χρονιάς, αλλά υπήρχαν και χρήματα για να μπαλωθούν και κάποιες άλλες μικροανάγκες.

Αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, αυτό που συνέβηκε δεν ήταν βέβαια κανένα γεγονός μεγάλης κλίμακας, ήταν όμως κάτι που δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Ένα πρόβλημα απασχολούσε μία ομάδα ανθρώπων, και το μόνο που χρειάστηκε για να λυθεί ήταν, μία απλή γυναίκα που πήρε το θέμα απάνω της, μερικοί εθελοντές που τρέξανε λίγο περισσότερο από τους άλλους, λίγη κοινή λογική και λίγη θέληση για συνεννόηση. Όλα τα άλλα ήρθαν μόνα τους. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κατάφεραν το ακατόρθωτο, έστω και για λίγο.  Δεν περίμεναν να έρθει η λύση από αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα, δεν είπαν ότι δεν τους αφορά, δεν κοίταξαν να το φορτώσουν ο ένας στον άλλο και, το σημαντικότερο, ενώθηκαν σε ένα κοινό σκοπό. Έστω για λίγο, έπαψαν να είναι πελάτες, έστω για λίγο, ξανάγιναν πολίτες.

Και το ερώτημα που προβάλλει, πιο κρίσιμο από κάθε άλλη φορά είναι: Πότε, και πώς, θα γίνουν πιο πολλοί; Πότε, και πώς, θα είναι για πιο πολύ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου