Στη χώρα μας, προσπαθώντας να αναλύσουμε μία κατάσταση ή να ερμηνεύσουμε μία κοινωνική συμπεριφορά, κάνουμε, σχεδόν πάντα, το σφάλμα να προσεγγίζουμε το θέμα με ιδεολογικούς όρους και να τα χρεώνουμε ή να τα πιστώνουμε σε πολιτικούς χώρους. Λάθος, γιατί δεν υπάρχουν πάντα ιδεολογίες πάνω στις οποίες θα μπορούσε να γίνει αναφορά ή αντιστοίχιση. Λάθος, γιατί τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, δεν εκφράζουν κοινωνικές ομάδες, ούτε εκπροσωπούν κοινωνικά συμφέροντα. Απλά, εκπροσωπούν πελατείες διαφορετικών συμφερόντων και πήραν, κατά την ίδρυση τους, το όνομα και τη θέση τους στο πολιτικό φάσμα, ανάλογα με το ποια πελατεία πλειοψηφούσε κάτω από τη στέγη τους κατά το χρόνο της ίδρυσης τους.
Γι αυτό, όλα τα κόμματα, ακόμη και αυτά που αυτοαποκαλούνται ταξικά, στεγάζουν, σε διαφορετικές αναλογίες το καθένα, πολλών λογιών πελατείες. Για τον ίδιο λόγο, όλα τα κόμματα είναι αρχηγικά, άσχετα με το τι διακηρύσσουν, αλλιώς θα αποτελούσαν συνομοσπονδίες αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων.
Στην ουσία, η κοινωνία μας έχει μία οριζόντια διαστρωμάτωση, με τόσο μεγάλη όμως, σε μέγεθος και συχνότητα, κινητικότητα των ατόμων της από στρώμα σε στρώμα, ή και ταυτόχρονη παρουσία σε περισσότερα του ενός στρώματα, ώστε να αποτελεί ένα απροσδιόριστο, αδύνατο να χαρτογραφηθεί, να ερμηνευθεί και, τελικά, να λειτουργήσει με όρους κοινωνίας, νεφέλωμα. Αυτή λοιπόν η κοινωνία - νεφέλωμα, δεν μπορούσε, νομοτελειακά, να δημιουργήσει, εκθρέψει και διατηρήσει ένα πολιτικό σύστημα διαφορετικό από το υπάρχον.
Πελατειακές σχέσεις, στρογγυλεμένος λόγος, ναι σε όλα, «με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα», με ανάξιους μικρομαγαζάτορες και πελάτες, αντί για άξιους πολιτικούς και πολίτες, με πολιτικές μέχρι, όχι την επόμενη τετραετία, αλλά τον επόμενο ανασχηματισμό, με προγραμματισμό του τύπου «έχει ο θεός», με παρεμβάσεις του τύπου «παναγιά μου βόηθα» και πάει λέγοντας. Μέχρι που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και προσπαθεί απεγνωσμένα τώρα η σημερινή κυβέρνηση να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.
Μερικά από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, πιστοποιούν το αδιέξοδο και δείχνουν τους κινδύνους που ελλοχεύουν.
Δεν πληρώνω
Πολλά έχουν γραφτεί και, σίγουρα, θα γραφτούν πολύ περισσότερα για το «κίνημα δεν πληρώνω», σε μία χώρα που, η παραβατικότητα είναι μαγκιά, που οι νόμοι είναι καλοί αλλά για τους άλλους, που πάντα φταίει κάποιος άλλος εκτός από εμάς, στη μοναδική χώρα που το μηδέν έχει από μόνο του αξία, χωρίς να χρειάζεται να προηγείται κάποιος άλλος αριθμός. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Στα διόδια των εθνικών δρόμων, κάποιοι έχουν δίκιο γιατί δεν έχουν δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν εναλλακτικές διαδρομές, κάποιοι άλλοι γιατί προπληρώνουν έργα που θα γίνουν, ή που έχουν σταματήσει να γίνονται. Όσοι άλλοι δεν πληρώνουν είναι, απλά, τζαμπατζήδες που εκμεταλλεύονται τους συμπολίτες τους χρησιμοποιώντας δρόμους για τους οποίους πληρώνουν άλλοι. Αλλά και αυτοί που έχουν δίκιο, το χέρι τους στην τσέπη των υπολοίπων βάζουν, τζαμπατζήδες είναι και αυτοί (έχει άραγε τώρα, εδώ, νόημα η λέξη συμπολίτες;).
Στα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών υπήρχαν πάντα τζαμπατζήδες, αλλά η πλειοψηφία τους ήταν, είτε παιδιά που το έβρισκαν και λίγο παιχνίδι, είτε τόσο φτωχοί, ώστε για αυτούς να σημαίνει κάτι η εξοικονόμηση ενός ποσού ίσου με το αντίτιμο ενός εισιτηρίου. Και αυτοί όμως απολαμβάνουν ένα κοινωνικό αγαθό σε βάρος των συνανθρώπων τους (έχει άραγε τώρα, εδώ, νόημα η λέξη συνάνθρωποι;).
Το «κίνημα δεν πληρώνω», αν και πρωτοεμφανίστηκε σαν μία αυθόρμητη πρωτοβουλία, είναι καπελωμένο οργανωτικά και υποκινούμενο από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Η ξύλινη γλώσσα των συνθημάτων τους και η κοινοτοπία των επιχειρημάτων τους, η προσήλωση τους στη λογική του «νόμος είναι ότι μου καπνίσει» και η συμπεριφορά τους, ως νέων «Ρομπέν των μπαρών», προς αυτούς που δεν συμφωνούν μαζί τους και θέλουν να πληρώσουν διόδια ή εισιτήρια (προπηλακισμοί προς τους ίδιους και πρόκληση φθορών προς τα οχήματα τους), μαρτυρά την ταυτότητα τους. Αυτό όμως δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ότι οποιοδήποτε κόμμα, λαϊκό ή κυριλέ, αριστερό, κεντρώο ή δεξιό, θα μπορούσε να ηγηθεί μίας τέτοιας εκστρατείας, γιατί δεν θα απευθυνόταν στο πολιτικό κριτήριο ή τις ιδεολογικές αναφορές και ευαισθησίες της κοινωνίας, αλλά σε άτομα που πιστεύουν ότι δεν φταίνε ποτέ και για τίποτα, που αυτοεξαιρούνται από την υποχρέωση της τήρησης των νόμων, που έχουν μόνο απαιτήσεις από την πολιτεία, που ζούνε με την βεβαιότητα ότι η κοινωνία, ή τους χρωστάει, ή είναι πόρνη. Και, δυστυχώς, τα άτομα αυτά γίνονται ολοένα και πιο πολλά.
Δημόσια γη, δημόσια περιουσία
Τη δημόσια γη δεν την σεβάστηκε το κράτος, γι αυτό και ανέχτηκε, αν δεν κάλυψε κιόλας, την καταπάτηση της. Δεν την σεβάστηκε και η κοινωνία, γι αυτό και κάποιοι την καταπάτησαν ενώ όλοι οι άλλοι βλέπανε και δεν κατήγγελλαν, αν δεν ζήλευαν κι όλας, τους καταπατητές. Και όταν κάποιοι που τους χρωστάμε, μας είπαν «κάνετε κάτι ρε παιδιά και με τις δημόσιες επιχειρήσεις και τη δημόσια περιουσία να μας ξοφλήσετε στην ώρα σας, πήραμε όλοι, κυβέρνηση, κόμματα και λαός, τα καρυοφύλλια και πιάσαμε τις ραχούλες για να φυλάξουμε τα άγια χώματα από τον ξενομπάτη. Πού ξέρεις σου λέει, αν δεν την (ξε)πουλήσουμε, μπορεί να καταφέρουμε να καταπατήσουμε και την υπόλοιπη.
Η δημόσια περιουσία έχει αποκτηθεί με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων. Αυτή τη στιγμή η χώρα μας βρίσκεται σε μία πολύ δύσκολη θέση, με τα χρέη, παρ’ όλη την προσπάθεια, να σωρεύονται και με τις προοπτικές εξόδου από την κρίση δυσοίωνες. Αν η ορθή και συνετή αξιοποίηση αυτής της περιουσίας βοηθάει στην έξοδο από την κρίση, ενώ η μη αξιοποίηση της τραβάει το καράβι στον πάτο, νομίζω ότι δεν υπάρχει δίλημμα. Με το καράβι στον πάτο, δεν μπορούμε να ζήσουμε, με το καράβι να αρμενίζει, μπορούμε, ίσως, και να ξαναφτιάξουμε δημόσια περιουσία.
Ας βάλουμε λοιπόν τα καρυοφύλλια παρά πόδα, ας κατεβούμε από τις ραχούλες κι ας κάνουμε ότι μπορούμε, όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του.
Κοινή ωφέλεια και δημόσιος χαρακτήρας
Κάθε φορά που απεργεί μία επιχείρηση κοινής ωφέλειας, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων προβάλλουν τα στήθη τους για να προστατέψουν τον κοινωφελή και δημόσιο χαρακτήρα της. Και εγώ μαζί τους, αρκεί να συμφωνήσουμε για το τι σημαίνει κοινωφελής και τι δημόσιος. Για εμένα, σαν χρήστη κοινωφελών υπηρεσιών, κοινωφελής είναι μία επιχείρηση όταν προσφέρει στο κοινό ασφαλείς, αξιόπιστες, σύγχρονες, μικρού κόστους και καθολικές, στα όρια του χώρου που καλύπτει, υπηρεσίες. Αν μία δημόσια επιχείρηση είναι και κοινωφελής, δεν έχω καμία αντίρρηση, αν όμως δεν είναι, με ενδιαφέρει να γίνει κοινωφελής για να ωφελεί την κοινωνία, αλλιώς, δεν με ενδιαφέρει.
Μπορεί όλη η χώρα να στήνεται μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, μπορεί οι καναλάρχες να παίζουν τα παιχνίδια τους, μπορεί κάποιοι καραγκιόζηδες των τηλεπαραθύρων να μας προκαλούν από λύπηση μέχρι αηδία, μπορεί οι εκφωνητές και εκφωνήτριες – τηλεστάρ να δίνουν τη, χωρίς ήθος, κανόνες και δεοντολογία, μάχη της τηλεθέασης. Είναι όμως κατάντημα για το εργατικό κίνημα, και μάλιστα αυτό που μάχεται για το δημόσιο και κοινωφελή χαρακτήρα των ΔΕΚΟ, να κρύβεται, κρύβοντας τις υλικές και άυλες αποδοχές και απολαβές του, να «τιμωρεί» την εταιρία που, για το καλό της οποίας υποτίθεται ότι αγωνίζεται, προτρέποντας τους επιβάτες να μη πληρώνουν το αντίτιμο των υπηρεσιών που τους προσφέρει, ή να γελοιοποιείται, κρεμώντας εργαζόμενους «εσταυρωμένους κασκαντέρ» από τις ταράτσες των κτηρίων της διοίκησης. Αφού όμως, τόσο πια κόπτονται για το δημόσιο συμφέρον, γιατί δεν αναρτούν στο διαδίκτυο όλες τις Σ.Σ.Ε. (με τα παραρτήματα τους), που έχουν συνομολογήσει τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια, με φαύλες, άσχετες και ανεύθυνες διοικήσεις, με τη σύμφωνη γνώμη ή πίσω από την πλάτη ακόμη πιο φαύλων, άσχετων και ανεύθυνων υπουργών, να δει όλος ο κόσμος από πού αρχίζει και πού τελειώνει το ενδιαφέρον τους για τον κοινωφελή και δημόσιο χαρακτήρα των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται;
Μία επίσκεψη
Πριν από μερικές ημέρες, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επισκέφτηκε τα ναυπηγεία Ελευσίνας «ύστερα από πρόσκληση των εργαζομένων», όπως αναγράφεται στο σχετικό δελτίο τύπου. Από τη σύντομη δήλωση του ξεχωρίζω την τελευταία παράγραφο: «Και αυτό είναι – επαναλαμβάνω – το μήνυμα που θέλω να περάσω στον κόσμο. Ένα μήνυμα Ελπίδας μέσα από εδώ, από μία βαριά βιομηχανία, η οποία ξέρει να παράγει, να αποδίδει και να μας βγάζει ασπροπρόσωπους».
Δεν χαίρομαι καθόλου με αυτή τη δήλωση, γιατί, αν ο μέλλων πρωθυπουργός της χώρας είναι τόσο βαθειά νυχτωμένος ώστε να θεωρεί τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, μία βαριά βιομηχανία, η οποία ξέρει να παράγει, να αποδίδει και να μας βγάζει ασπροπρόσωπους, θα πρέπει να αρχίσω να φοβάμαι πολύ. Ισολογισμούς, δεν του δείξανε; Σχέση κρατικών αναθέσεων προς αναλήψεις εργασιών για ιδιώτες, δεν ζήτησε να δει; Γιατί τέτοια κολακεία; Γιατί τέτοιος Μαυρογιαλούρικος λόγος; Έλεος πια.
Ακόμη, δεν χαίρομαι καθόλου, γιατί η γλώσσα του σώματος λέει πολλά. Σε ένα άλλο σημείο της δήλωσης του, λέει; «…η Ελλάδα μπορεί, με το προσωπικό της, τους τεχνίτες της, τους εργάτες της, να προοδεύσει…». Άξιζε να τον δει κανείς, όταν έβγαινε η λέξη «εργάτες» από το στόμα του. Το πρόσωπο του είχε μία έκφραση, σαν να τους ζητούσε συγνώμη που τους έβρισε. Γιατί όμως; Κι αυτοί «προσωπικό της Ελλάδας» είναι. Έλεος πια.
Πλατεία Ταχρίρ, ή πλατεία «Καφρίρ»;
Πρώην αρχηγός πολιτικού κόμματος και νυν αρχηγός μετώπου, παρότρυνε τους διαδηλωτές της πρόσφατης γενικής απεργίας να παραμείνουν στην πλατεία Συντάγματος, κατά το πρότυπο των πολιτών της Αιγύπτου, και να απαιτήσουν να φύγει η κυβέρνηση Παπανδρέου. Μα καλά, δεν μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει το πολιτισμικό χάσμα που μας χωρίζει από το φίλο αιγυπτιακό λαό; Δεν είδε ότι εκεί οι άνθρωποι όταν διαδηλώνουν, δεν καταστρέφουν δεν καίνε δεν κατεδαφίζουν, δεν μαγαρίζουν, και μάλιστα υπό την σιωπηρή ή ηχηρή κάλυψη ή συμπαράσταση «μετώπων», «κομμάτων», «συσπειρώσεων», «συλλογικοτήτων», «δικτύων» κλπ; Δεν πήρε το μάτι του τους πολίτες με τις σκούπες που καθάριζαν την πλατεία που χρησιμοποιούσαν για τις διαδηλώσεις τους; Δεν κατάλαβε ότι οι Αιγύπτιοι νοιάζονταν για την πλατεία τους, γιατί την θεωρούν δική τους, δηλαδή ότι ανήκει σε όλους και δεν την διεκδικεί ο καθένας για τον εαυτό του, για να στήσει το αυθαίρετο κτίσμα του, κόμμα του, μέτωπο του, καπετανάτο του, ή ότι άλλο; Δεν τον ενοχλεί να κλέβει ιδέες από τον γραφικό σκηνοθέτη που έκανε Τσικνοπέμπτη μπροστά στο σπίτι πρώην υπουργού, θα κάνει κούλουμα μπροστά σε σπίτι πρώην πρωθυπουργού και Πάσχα δεν ξέρω πού;
Και τώρα, τι;
Βρισκόμαστε, σαν κοινωνία και σαν χώρα, σε βαθειά κρίση, που το οικονομικό σκέλος της δεν είναι, δυστυχώς, το μεγαλύτερο. Η απουσία αυτογνωσίας, η κυριαρχία του συναισθήματος πάνω στη λογική, η άρνηση ευθυνών, η αποφυγή της νομιμότητας με αντίστοιχη έλξη προς την παραβατικότητα, το κυνήγι άπιαστων και άχρηστων ονείρων, η ιδιώτευση, η παραίτηση, η απαισιοδοξία, είναι οι βόμβες που απειλούν τα θεμέλια της όποιας κοινωνίας έχει απομείνει, τα βαρίδια που κάνουν το κράτος να μην λειτουργεί, το βάραθρο που στα βάθη του γκρεμίζονται η παιδεία, η υγεία, η πρόνοια, το χρηματιστήριο που στα ταμπλό του κατρακυλούν καθημερινά οι αξίες των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, του πολιτισμού, του ήθους. Την κατάληξη την γνωρίζουμε, την φοβόμαστε, την βλέπουμε να έρχεται, αλλά τι κάνουμε για να αποφύγουμε τα χειρότερα;
Έχουμε μία κυβέρνηση που έχει όλη τη νομιμοποίηση που προσφέρεται στα δημοκρατικά καθεστώτα, αυτή της λαϊκής ετυμηγορίας. Για το πόσο καλή ή κακή είναι , υπάρχουν πολλές απόψεις και είμαι έτοιμος να τις σεβαστώ όλες, ακόμη και αυτές με τις οποίες διαφωνώ. Από την άλλη όμως πλευρά, ελάχιστοι είναι στην Ελλάδα αυτοί που πιστεύουν ότι από τα κόμματα που κατέβηκαν στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, θα μπορούσε να αναδειχθεί καλύτερη λύση. Η κυβέρνηση του Πα.Σο.Κ. σίγουρα δεν ήταν προετοιμασμένη να αντικρίσει αυτό που αντίκρισε την επομένη των εκλογών, στην οικονομία, στη διοίκηση, στους θεσμούς, γι αυτό και βρέθηκε ανέτοιμη να το διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο. Το έργο που είχε να επιτελέσει ήταν τιτάνιο, ακόμη και κάτω από μία ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, πόσο μάλλον με άδεια ταμεία, με ανύπαρκτη αξιοπιστία και με το πιστόλι των δανειστών στον κρόταφο. Σύντομα, όλοι γνωρίζαμε τους κινδύνους για τη χώρα και το λαό, και ο καθένας περίμενε από το – κακό στραβό κι ανάποδο, αλλά το μόνο υπαρκτό και σε θέση να δράσει- πολιτικό σύστημα, να κάνει κάτι. Και αντί για αυτό το κάτι, τι είδαμε και τι βλέπουμε;
Ο πρωθυπουργός δεν είναι τέλειος αλλά είναι ο μακράν καλύτερος όλων των άλλων, για αυτή τη συγκυρία. Παρ’ όλες τις αδυναμίες του σε θέματα συντονισμού και οργάνωσης, έχει τουλάχιστον ένα βασικό όραμα για τον τόπο, , δεν φοβάται να συγκρουστεί με κατεστημένα συμφέροντα, δεν κρατάει το μπακαλοτέφτερο του πολιτικού κόστους, έχει διεθνές κύρος και είναι ακούραστος. Μεγάλο βαρίδι του βέβαια, είναι το υπουργικό του συμβούλιο, όπου, πλην εξαιρέσεων, οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση τους, είτε κρυπτόμενοι, είτε κλαψουρίζοντας και, περίπου, ζητώντας συγνώμη, είτε διακινώντας σε δημοσιογραφικά, συνδικαλιστικά και «συστημικά» γραφεία τη «δυσφορία» και τη «διαφωνία» τους. Ακόμη, πάλι πλην εξαιρέσεων, φαίνεται να υπάρχει έλλειψη στελεχών που γνωρίζουν τη ζωή εκ των παθημάτων τους και όχι εκ των μαθημάτων τους, γιατί, άλλο το σχολείο της ζωής και άλλοη ζωή του σχολείου.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται κι αυτά μπροστά στην ίδια πραγματικότητα και έχουν χρέος, από τη θέση στην οποία τα τοποθέτησε η λαϊκή ετυμηγορία, να συμβάλουν, με τον καλύτερο τρόπο που γνωρίζουν και μπορούν, για την έξοδο της χώρας από τη δεινή της θέση, χωρίς να είναι απαραίτητο να κάνουν εκπτώσεις στις θέσεις τους, με πρώτη βέβαια την αξιωματική αντιπολίτευση που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για την σημερινή κατάσταση. Και, όσο μεν αφορά στην αξιωματική αντιπολίτευση, δεν είναι βοήθεια στον τόπο το να προσπαθείς να πλήξεις την κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι, με τον τρόπο που το κάνεις, αν κυβερνήσεις, θα πας ότι θα έχει απομείνει από αυτόν τον τόπο πενήντα χρόνια πίσω. Από τα μικρότερα κόμματα, το ένα ζει στο παρελθόν κλεισμένο σαν αχιβάδα, το άλλο ζει στον κόσμο του διασπώμενο σαν αμοιβάδα και το τρίτο ζει στο μέλλον ελπίζοντας για κανένα πιο ευρύχωρο διαμέρισμα στην πολυκατοικία.
Τέλεια λύση δεν φαίνεται στον ορίζοντα, γιατί δεν υπάρχει τέλεια λύση, ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν θα υπάρξει. Αν δεν μπορέσει όμως το πολιτικό σύστημα να εργαστεί, μέσα από τις διαφωνίες και τις διαφορές του, για την έξοδο της χώρας από την κρίση και όχι για την με κάθε τρόπο και μέσον επικράτηση του κάθε κόμματος, τότε μας περιμένουν πολύ χειρότερα. Αν μας κρατάει κάτι ζωντανούς, είναι το θεμιτό και κατανοητό ενδιαφέρον των δανειστών μας να πάρουν πίσω αυτά που τους χρωστάμε. Αν από δική μας αδυναμία χαθεί αυτό το ενδιαφέρον, οι μόνοι που θα ενδιαφέρονται για την Ελλάδα, θα είναι οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι και κάποιοι από τους σημερινούς της κατοίκους, όσοι και σήμερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου