Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΤΖΑΜΠΑΤΖΗΔΕΣ

Ο φίλος μου ο Βασίλης συνηθίζει να δίνει συμβουλές με παραβολές, με παροιμίες, ή με μικρές ιστορίες. Αναφερόμενος στους τζαμπατζήδες, λέει:

Όταν πηγαίνεις με φίλους στην ταβέρνα και κάποιος από αυτούς δεν έχει χρήματα, μην τον αφήσεις πίσω, είναι κρίμα. Έχε το νου σου όμως, να μην παραγγείλει. Το πιθανότερο είναι ότι θα παραγγείλει τα ακριβότερα και τα περισσότερα, θα φάει λίγο, αλλά θα τα μαγαρίσει όλα και, στο τέλος, θα σβήσει το τσιγάρο του στο πιάτο και θα τσακωθεί και με τα γκαρσόνια. Γιατί, ξεχνώντας για μία στιγμή τη φτώχεια του, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να παραστήσει, με ξένα λεφτά, τον πλούσιο, να νοιώσει καλά και να βγάλει και τα απωθημένα του.

Βέβαια, ο κάθε φτωχός δεν έχει τη νοοτροπία του τζαμπατζή, αλλά κάθε τζαμπατζής, προσπαθεί να ζήσει όσο πιο πολλές στιγμές καλοζωίας μπορεί, σε βάρος των άλλων, με τον καιρό συνηθίζει, και αν κάποιος, κάποια στιγμή, επιχειρήσει να του βάλει φρένο, γίνεται αυτόματα εχθρός του.

Στο τραπέζι που είναι καλεσμένος, ο τζαμπατζής κουβαλάει πάντα μαζί του τρία «εργαλεία»: την κλάψα, την πολυλογία και τους καλούς τρόπους.

Με την κλάψα (αναφέρεται συνήθως στην κακή του τύχη, στην άδικη κοινωνία και στη μη αναγνώριση των σπουδαίων προσόντων του), έχει σκοπό να προκαλέσει τον οίκτο της παρέας, ώστε να μη προσέχει κανείς τι παραγγέλλει.

Με την πολυλογία, (μιλάει συνήθως για θέματα ανώδυνα, με γενικεύσεις και ασάφειες, ώστε να προκαλεί ερωτήσεις στις οποίες δίνει ακόμη πιο σχοινοτενείς απαντήσεις) έχει σκοπό να παρατείνει τη διάρκεια της εστίασης, μπας και τσιμπήσει κάτι παραπάνω.

Τέλος, με τους καλούς τρόπους παραπλανεί την παρέα για τις προθέσεις του που δεν είναι άλλες από το να ζει ανέμελα, ανέξοδα και ανεύθυνα, σε βάρος των άλλων.

Τζαμπατζήδες δεν συναντάμε μόνο στις παρέες. Στο κάτω κάτω , το περισσότερο που μπορεί να κάνει ένας τζαμπατζής σε μία παρέα είναι να της ανεβάσει λίγο το κόστος μίας διασκέδασης. Τζαμπατζήδες συναντάμε στους εργασιακούς χώρους, με τη μορφή των ανεύθυνων συναδέλφων που τεμπελιάζουν σε βάρος μας και αμείβονται για την εργασία μας, ή αυτών που έχουν προσληφθεί με ρουσφέτι, χωρίς να το αξίζουν. Τζαμπατζήδες συναντάμε στην κοινωνική ζωή, με τη μορφή των ανθρώπων που προσπαθούν να κερδίσουν προβολή και status από τη συναναστροφή τους με σημαντικά ή αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Το χειρότερο όμως είδος τζαμπατζή είναι ο τζαμπατζής της πολιτικής, δηλαδή ο τζαμπατζής πολιτικός, ή, ακόμη χειρότερα, το κόμμα-τζαμπατζής.

Τζαμπατζής πολιτικός είναι αυτός που βρέθηκε στο κοινοβούλιο - χωρίς να έχει τα προσόντα, τις δεξιότητες και τη βούληση για προσφορά υπηρεσιών στην πατρίδα του και στην περιφέρεια που τον εξέλεξε – εξαπατώντας το εκλογικό σώμα. Το προφίλ του τζαμπατζή πολιτικού είναι αρκετά σύνθετο, αλλά, ευτυχώς, είναι εύκολα αναγνωρίσιμο.

Δεν είναι ιδιαίτερα μορφωμένος, δεν έχει εργασθεί πριν γίνει πολιτικός, ξεκινάει την πολιτική του καριέρα με κάποια «μαγιά» ψηφοφόρων που την έχει εξασφαλίσει είτε σαν πολιτική κληρονομιά, είτε σαν εκπρόσωπος κάποιας επαγγελματικής ομάδας, είτε έχοντας στήσει κάποιο πιασάρικο παραμύθι γύρω από τον εαυτό του. Όπου τον παίρνει λέει ναι, ενώ όπου δεν τον παίρνει να πει ναι, δεν λέει ποτέ όχι, και είναι ειδικός στον υπολογισμό της προς το άτομό του εκλογικής ωφέλειας κάθε ενέργειάς του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τζαμπατζή πολιτικού, πλην κάποιων εξαιρέσεων, είναι τα κατασκευάσματα των κομματικών σωλήνων, οι συνδικαλιστές και οι γόνοι πολιτικών. Οι βουλευτές Επικρατείας αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία γιατί, οι περισσότεροι από αυτούς μπαίνουν στη Βουλή σαν επιλογές του Αρχηγού και έτσι, αξίζουν δεν αξίζουν, δεν έχουν να χολοσκάνε.

Έγραφα παραπάνω ότι ο τζαμπατζής πολιτικός εξαπατά το εκλογικό σώμα, αλλά εξαπάτηση του εκλογικού σώματος δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, δόλο ή κακόβουλες ενέργειες. Συχνά αρέσει στους ψηφοφόρους, είτε να νοιώθουν ότι ο βουλευτής τους προέρχεται από τα σπλάχνα του κόμματός τους, είτε ότι είναι ένας από αυτούς, ένας συνάδελφός τους, ένας «δικός τους άνθρωπος», είτε, τέλος, ότι θα είναι το ίδιο καλός όπως ο πρόγονός του. Γι’ αυτό, ο τζαμπατζής πολιτικός, το μόνο που έχει να κάνει, τις περισσότερες φορές, είναι να πουλήσει στους ψηφοφόρους του το παραμύθι που αυτοί έχουν επιλέξει να ακούσουν.

Ερχόμαστε, τέλος, στη δεύτερη κατηγορία των τζαμπατζήδων της πολιτικής, τα κόμματα – τζαμπατζήδες. Έχουν και αυτά μερικά κοινά χαρακτηριστικά.

Προέρχονται, συνήθως, από απόσχιση ή από διάσπαση. Επειδή οι λόγοι της δημιουργίας τους έχουν τις πιο πολλές φορές να κάνουν με προσωπικές φιλοδοξίες των αρχηγών τους, και όχι με ουσιαστικές διαφορές ιδεολογικής, πολιτικής ή στρατηγικής φύσης, πάντα αλληθωρίζουν προς τη μεριά του μητρικού κόμματος, ή για να του φάνε κανένα κομμάτι ακόμη, ή για να διαπραγματευθούν την επιστροφή τους από θέση ισχύος.

Απευθύνονται με συναισθηματικό και μαξιμαλιστικό λόγο σε ανασφαλείς κατηγορίες πολιτών, εκμεταλλεύονται και κολακεύουν τις ευαισθησίες ή τις αδυναμίες τους και, όντας σίγουρα ότι δεν πρόκειται να αναλάβουν ποτέ κυβερνητικές ευθύνες, δεν διστάζουν να επαγγέλλονται τα πάντα στους «προνομιούχους» οπαδούς των.

Ζητάνε με μεγάλη ευκολία ανασχηματισμούς, δημοψηφίσματα, συμβούλια αρχηγών και εκλογές, για να μπορούν κι αυτά να παίζουν στα βραδινά δελτία ειδήσεων και, παρόλο που προβάλλονται από τα ΜΜΕ, μερικά μάλιστα σκανδαλωδώς, διαμαρτύρονται συνεχώς κατά κάποιων συμφερόντων που τα κυνηγούν.

Επειδή δεν εκφράζουν κινήματα μέσα από τα οποία αναδείχτηκαν, τα κόμματα τζαμπατζήδες είναι έτοιμα να υιοθετήσουν υπαρκτά κινήματα και να τα υποστηρίξουν, άλλοτε μεγαλόφωνα κι άλλοτε ψιθυριστά, ανάλογα με το κατά που φυσάει ο άνεμος. Γενικά, ενώ κόπτονται για τα δικαιώματα του πολίτη, αποτελούν σχολές της λογικής «ο πελάτης (μας) έχει πάντα δίκιο». Μέλη τους, τέλος, στελεχώνουν το κράτος και τους θεσμούς του, τους οποίους συχνά - πυκνά καταγγέλλουν, σε ποσοστό κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναλογεί στην εκλογική τους δύναμη.

Οι Έλληνες, επειδή, στη συντριπτική μας πλειοψηφία, κυριαρχούμαστε από το συναίσθημα και όχι από τη λογική, επειδή πιστεύουμε περισσότερο στα θαύματα παρά στην προσπάθεια, επειδή θεωρούμε, ο καθένας από εμάς, την παραβίαση της τάξης και την παράβαση του νόμου αναφαίρετο δικαίωμά μας, επιλέγουμε για πολιτικούς μας εκπρόσωπους ανθρώπους που ξέρουν να κολακεύουν, να μιλάνε για θαύματα, να υπόσχονται ότι θα μας εξασφαλίσουν άνετη ζωή χωρίς να κοπιάσουμε και ότι θα μας υπαγάγουν στις εξαιρέσεις κάθε κανόνα που μας στενοχωρεί.

Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών μας είναι να αποτελούν οι τζαμπατζήδες πολιτικοί πλειοψηφικό ρεύμα το οποίο επιβιώνει επειδή μας πουλάει πειστικά το παραμύθι ότι θα μπορέσει να μας κάνει και εμάς τζαμπατζήδες της ζωής. Τίποτα όμως δεν είναι τζάμπα και κάποτε έρχεται ο λογαριασμός. Ας τον πληρώσουμε τουλάχιστον δίκαια και με αξιοπρέπεια και ας δώσουμε, επί τέλους, ένα τέλος στα τρία κακά της μοίρας μας, στα τρία παραμύθια που μας κατέστρεψαν:

Την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, γέννημα άγνοιας της ιστορίας και έλλειψης αυτογνωσίας.

Το «δαιμόνιον του Έλληνος», δηλαδή κάποια γονιδιακή ιδιότητα που μας καθιστά ικανούς να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, γέννημα της ανάγκης να πιαστούμε από κάποιο στήριγμα που μας απαλλάσσει από την ανάγκη να κοπιάσουμε.

Την πεποίθηση ότι για όλα φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι που βυσσοδομούν εναντίον της χώρας μας, γέννημα της άρνησής μας να παραδεχόμαστε τα λάθη μας, κυρίως γιατί η διόρθωσή τους απαιτεί χρόνο, κόπο και συντονισμένη προσπάθεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου