Πολλές φορές, όσοι από εμάς τους μεγαλύτερους, που ζήσαμε και γεράσαμε στο λεκανοπέδιο, μιλάμε με τα παιδιά και τα εγγόνια μας, διαπιστώνουμε ότι η έννοια που δίνουμε σε πολλές λέξεις είναι εντελώς ξένη προς τις δικές τους εμπειρίες και παραστάσεις. Και όταν προσπαθούμε να τους εξηγήσουμε τι εννοούμε, τα πράγματα γίνονται δύσκολα, γιατί καταλήγουμε να παινεύουμε αυτά που εμείς, η δική μας γενιά, αλλοιώσαμε, καταργήσαμε ή εξαφανίσαμε. Αυτό συμβαίνει κυρίως με τις έννοιες που περιγράφουν τη δομή, τη λειτουργία και τις συνήθειες της κοινωνίας των παιδικών χρόνων και της νεότητάς μας, αλλά όχι μόνο.
Αφορμή για τα παραπάνω πήρα από μία συζήτηση που είχα με ένα νέο που μετακόμισε από την Αθήνα σε προάστιο, για τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσε τον τόπο της καινούργιας του κατοικίας. Απόσταση από το σταθμό του μετρό, απόσταση από το σούπερ-μάρκετ, απόσταση από το σχολείο των παιδιών του, απόσταση από το πρακτορείο του ΟΠΑΠ, απόσταση από το νοσοκομείο, απόσταση από την εκκλησία, λες κι ήταν με μία κορδέλα στο χέρι και μετρούσε αποστάσεις.
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα.
Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, που έφυγα για λίγα χρόνια από την Ελλάδα, μία γειτονιά δεν προσδιοριζόταν από τα χωροταξικά της όρια, τις αποστάσεις από κάποιες βασικές υποδομές και την ευκολία πρόσβασης προς αυτές. Προσδιοριζόταν, κύρια, από την κοινωνική της σύνθεση και συνοχή, από τη γεωγραφική προέλευση των κατοίκων της, τις πολιτισμικές τους ρίζες, την οικονομική τους επιφάνεια.
Το έφερε η τύχη να ζήσω σε δύο γειτονιές με πολλά διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά και με ακόμα περισσότερες ουσιαστικές ομοιότητες.
Από τη γέννησή μου μέχρι τα έντεκα μου χρόνια, έζησα σε μία περιοχή της Αθήνας που τότε την έλεγαν Παλαιά Σκοποβολή. Ήταν, για να σας δώσω να καταλάβετε, στο νοητό τρίγωνο που σχηματίζεται από τις οδούς Βασιλέως Κωνσταντίνου (στο ύψος της Εθνικής Πινακοθήκης), Βασιλέως Αλεξάνδρου (στο ύψος του Κάραβελ) και Βασιλέως Γεωργίου του Β! (στο ύψος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών). Ήταν, με λίγα λόγια, το «τριεθνές» Καισαριανής, Ιλισίων, Παγκρατίου. Ήταν σχετικά κοντά στο Λυκαβηττό, το Στάδιο, το Βασιλικό τότε, σήμερα Εθνικό, κήπο, την ίλη του ιππικού, το Παλάτι τότε, σήμερα Προεδρικό μέγαρο. Ζούσαν σε αυτή την γειτονιά, υπάλληλοι, εργάτες, έμποροι, στρατιωτικοί, επαγγελματίες, επιστήμονες. Τα σπίτια διώροφα, άντε τριώροφα, με μικρές αυλές στο πίσω μέρος τους.
Από τα έντεκά μου χρόνια μέχρι που έκλεισα τα δεκαεννέα, έζησα στον Περισσό, στο συνοικισμό εργατικών κατοικιών Κιρκίνη, κοντά στο γήπεδο του Απόλλωνα, τον κήπο του Προμπονά, τα εργοστάσια της Ελληνικής Εριουργίας και το ρέμα του Ποδονύφτη. Ήταν ένα συγκρότημα αρκετών δεκάδων ομοιόμορφων κατοικιών, κτισμένων σε οικοδομικά τετράγωνα ανά δέκα, που είχαν παραχωρηθεί με συμβολικό ενοίκιο σε οικογένειες εργαζομένων στις επιχειρήσεις του Μποδοσάκη. Σπιτάκια με πέτρινους τοίχους και κεραμοσκεπή, δύο δωμάτια, ένα χωλ και μία μικρή κουζίνα, που τα συμπλήρωνε ένας κήπος στο πίσω μέρος τους. Ζούσαν εκεί εργάτες, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία οι πιο πολλοί, με νωπές ακόμη εκείνα τα χρόνια τις μνήμες του ξεριζωμού και των χαμένων πατρίδων.
Γειτονιές, καθώς καταλαβαίνετε, πολύ διαφορετικές, στα εξωτερικά, τουλάχιστον, χαρακτηριστικά τους. Στην ουσία όμως, στην κοινωνική τους διάσταση, ήταν σχεδόν όμοιες.
Πρώτα απ’ όλα, και οι δύο γειτονιές ήταν ο κύριος κοινωνικός χώρος των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Όλοι, λίγο-πολύ, γνωρίζονταν μεταξύ τους, κάποιοι είχαν στην ίδια γειτονιά και συγγενείς ή συντοπίτες τους και μέσα από το κουτσομπολιό, το τουίτερ της εποχής, γνώριζαν και ο καθένας τα των άλλων. Επίσης, μέσα στα όρια της γειτονιάς τους, ένοιωθαν σιγουριά γιατί ήξεραν ότι οι άνθρωποι εκεί, ακόμα και όταν δεν γνώριζαν πολύ καλά ο ένας τον άλλον, ήξεραν όμως ο ένας για τον άλλον. Έτσι, για τους καλούς υπήρχε ο σεβασμός, αλλά και για τους άλλους η κατανόηση και, αν δεν την άξιζαν κι αυτήν, υπήρχε η ανοχή. Σε εκείνα μάλιστα τα ταραγμένα πρώτα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια, που ήταν πολλά τα θύματα των πολιτικών παθών και από τις δύο πλευρές, και στις δύο γειτονιές που έζησα, κανένας δεν κυνηγήθηκε ή ταλαιπωρήθηκε από κάρφωμα γείτονα.
Και στις δύο αυτές γειτονιές, ο καθένας καταλάβαινε ότι οι γείτονές του δεν αδιαφορούσαν γι αυτόν, ιδιαίτερα αν τον έβρισκε κάποια δυσκολία ή ατυχία. Όταν, θυμάμαι, στη μία γειτονιά, ένα φορτηγό έπεσε πάνω στον κυρ Ηράκλη τον καρβουνιάρη, του σκότωσε το γάιδαρο και του τσάκισε το κάρο, όλοι σχεδόν οι γείτονες πήγανε κι αγοράσανε κάρβουνα και δαδί, κι ας ήταν καλοκαίρι κι ας μην είχαν πια οι περισσότεροι μαγκάλια και φουφούδες. Κι όταν στην άλλη, μια μπάλα μπαμπακιού έπεσε και πλάκωσε στο εργοστάσιο την κυρά Ζηνοβία, εργάτρια στο μεταξουργείο, ώσπου να σταθεί πάλι στα πόδια της και να μπορέσει να μαγειρέψει, οι γειτόνισσες δεν άφησαν νηστικούς, ούτε αυτήν ούτε τα παιδιά της.( Και να φανταστεί κανείς ότι η κυρά Ζηνοβία έκανε την πιο αντιπαθητική δουλειά στο εργοστάσιο, αυτή της ψάχτρας. Στο σκόλασμα της βάρδιας καθόταν στην έξοδο και έψαχνε τις άλλες εργάτριες μήπως είχαν πάρει κανένα μασούρι νήμα ή κανένα ρετάλι πανί).
Τέλος, εμείς τα παιδιά, είχαμε από δύο γονείς το καθένα, αλλά, ταυτόχρονα, είχαμε και για κηδεμόνες όλους τους γείτονες και τις γειτόνισσες. Οι συμβουλές, οι νουθεσίες και οι επιπλήξεις τους πέφτανε βροχή, το ίδιο και οι αναφορές τους προς τους γονείς μας. Είμαστε μικροί τότε κι αυτό το στενό μαρκάρισμα μας στενοχωρούσε, αργότερα όμως κατάλαβα και εκτίμησα αυτή τη συμπεριφορά της μικρής μας κοινωνίας που λειτουργούσε σαν δίχτυ προστασίας για τα παιδιά της, αλλά, ταυτόχρονα, και σαν μηχανισμός διαμόρφωσης μίας πιο ενιαίας συμπεριφοράς και, άρα, πιο αρμονικής συμβίωσης.
Και στις δύο γειτονιές υπήρχε πραγματική ζωή. Αυτά που σήμερα συμβαίνουν δίπλα μας και δεν τα παίρνουμε χαμπάρι, ήταν τότε σημαντικά για όλους τους γείτονες, ανεξάρτητα από το βαθμό συμμετοχής ή εμπλοκής των. Γεννήσεις, βαφτίσια, αρραβώνες, γάμοι, χωρισμοί, κηδείες, στράτευση, μετανάστευση, αγορά ηλεκτρικού ψυγείου, ραδιόφωνου ή πικάπ, για να απαριθμήσω μερικά, ήταν γεγονότα σημαντικά για τη γειτονιά γιατί σήμαιναν αλλαγές που επηρέαζαν την οικογενειακή κατάσταση, την οικονομική τάξη και το κοινωνικό στάτους των γειτόνων. Για άλλα από αυτά χαιρόμαστε, για άλλα πάλι λυπόμαστε, όλα όμως μας ενδιέφεραν. Εμείς μάλιστα, τα παιδιά, μέσα στο δίχτυ προστασίας που προανέφερα και μέσα από αυτές τις εμπειρίες ωριμάζαμε.
Πέρασαν όμως τα χρόνια και με την αλόγιστη οικοδόμηση των πολυκατοικιών, οι γειτονιές, από οριζόντιες έγιναν κάθετες. Τι να πεις στην είσοδο της πολυκατοικίας, τι να σχολιάσεις στο ασανσέρ. Πώς να χαιρετίσεις τον γείτονά σου όταν τον έχεις από πάνω σου ή από κάτω σου και όχι δίπλα ή απέναντί σου, εκτός κι αν μένετε στον ίδιο όροφο. Στις γειτονιές των πολυκατοικιών, το μόνο κοινό που έχουν οι γείτονες μεταξύ τους είναι τα κοινόχρηστα, η συνακρόαση της τηλεόρασης τα καλοκαίρια και ο φόβος όταν περνάει από την πόλη ο Εγκέλαδος.
Τα τελευταία χρόνια αναπτύχτηκαν οι τηλεπικοινωνίες και έκανε την εμφάνισή του το διαδίκτυο. Οι μεγαλύτεροι, κουβαλώντας ακόμα μέσα τους μνήμες γειτονιάς, προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να αναβιώσουν αυτά που χάθηκαν σε τόπους που άλλαξαν, σε καιρούς που δεν περισσεύει ο χρόνος, με ανθρώπους που τους έφερε κοντά η αντιπαροχή, το στεγαστικό δάνειο, ή η προίκα. Δεν καταφέρνουν και πολλά πράγματα, γι αυτό και καταφεύγουν στην τηλεπικοινωνιακή αυλή, να απλώσουν τις μπουγάδες τους στα τηλεφωνικά σύρματα. Με το τηλέφωνο, σταθερό ή κινητό, διαρκώς στο χέρι, γυρεύουν «γείτονες» μέσα από τα καλώδια, μέσα από τους αναμεταδότες, μέσα από τους δορυφόρους. Να μιλήσουν, να επικοινωνήσουν, να φουσκώσουν κάπως αυτά που τους κάνουν περήφανους, να κουκουλώσουν κάπως αυτά που τους κάνουν να ντρέπονται, να αισθανθούν, βρε αδερφέ, ότι δεν είναι μόνοι.
Οι πιο νέοι που, έτσι κι αλλιώς, δεν γνώρισαν τις γειτονιές όπως τις ξέραμε εμείς, μέσα από παράδοξους δρόμους αναζήτησης προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας, προσπαθούν, στην πλειοψηφία τους, να διακριθούν, να καταναλώσουν, να ψυχαγωγηθούν, να ενημερωθούν, μιμούμενοι πρότυπα που δεν κατανοούν, δεν αγαπούν, δεν τους εκπροσωπούν. Τα όνειρά τους είναι προσωπικά, αφού δεν υπάρχουν συλλογικά οράματα, γι αυτό και οι ζωές τους είναι μοναχικές. Και ενώ το χάσμα με τις προηγούμενες γενιές είναι αγεφύρωτο, και πώς να μην είναι, η συμβίωση εν τούτοις και η συναναστροφή είναι δυνατές, λόγω των διαστροφικά ακατάλυτων δεσμών αγάπης και συνήθειας, εξάρτησης και ανάγκης που κρατούν δεμένες, την οικογένεια, το σόι, το χωριό. Μοναδική διέξοδος, για όλο και περισσότερους, είναι το διαδίκτυο, σε όλες του τις εκφάνσεις. Η παγκοσμιοποίηση της μοναξιάς (ή, η μοναξιά της παγκοσμιοποίησης;) σε όλο της το μεγαλείο!
Και οι γειτονιές του μέλλοντος; Πως θα είναι οι γειτονιές του μέλλοντος; Φοβάμαι πως πριν δημιουργηθούν πάλι γειτονιές, μικρές κοινωνίες- κομμάτια μίας μεγάλης κοινωνίας, με συνοχή, με αλληλεγγύη, με κοινότητα οραμάτων και στόχων, θα μεσολαβήσει μία άλλη περίοδος στην οποία έχουμε ήδη αρχίσει να ζούμε: η περίοδος των φυλακών.
Οι ανεπτυγμένες κοινωνίες, κυρίως της Δύσης, μη γνωρίζοντας, μη θέλοντας ή μη τολμώντας να διαχειριστούν τις ελευθερίες που κατέκτησαν κατά τους δύο τελευταίους, ιδίως, αιώνες, έπεσαν σε κατάσταση σύγχυσης και οι άνθρωποι, αντί πολίτες έγιναν ιδιώτες που έχουν σαν στόχο να επιτύχουν αυτά που θέλουν και όχι αυτά που μπορούν, μετρούν το κάθε τι με το πόσο κοστίζει και όχι με το τι αξίζει, κάνουν τη μόδα ομορφιά και όχι την ομορφιά μόδα, ξεπουλάνε ένα μέλλον που δεν τους ανήκει για να αγοράσουν ένα παρόν που δεν τους ωφελεί. Αυτή την αδυναμία διαχείρισης της ελευθερίας και τη σύγχυση που προκλήθηκε, κάποιοι τα εκμεταλλεύθηκαν και έτσι προέκυψε η περίοδος των φυλακών. Υπάρχουν οι φυλακές μέγιστης πολυτέλειας, στις οποίες ζει μία μικρή μειοψηφία, οι φύλακες (γιατί κι αυτοί φυλακισμένοι είναι), οι φυλακές μέγιστης ασφάλειας, στις οποίες ζει μία άλλη μικρή μειοψηφία, αυτοί που αμφισβητούν τους φύλακες και, τέλος, οι φυλακές μέγιστης αθλιότητας, στις οποίες ζουν οι υπόλοιποι.
Κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει αυτή η περίοδος, κανείς δεν ξέρει τι θα την διαδεχθεί. Η ιστορία όμως λέει ότι η εξέλιξη ποτέ δεν ήταν γραμμική, ότι δεν υπήρχαν πάντα, και μόνο, βήματα προς τα εμπρός. Λέει όμως ακόμη, ότι μετά από κάθε πισωγύρισμα ακολουθεί ένα άλμα. Το άλμα βέβαια δεν συμβαίνει ποτέ στα χρόνια αυτών που έφεραν το πισωγύρισμα.
Ας μην είμαστε λοιπόν ανυπόμονοι να ξαναζήσουμε στις γειτονιές που γκρεμίσαμε.
Η ιστορία τουλάχιστον δεν είναι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου