Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Ο … ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ

Χρόνια πριν, είχα ένα συνάδελφο που είχε δύο μεγάλα προτερήματα. Τραγουδούσε ωραία, ο πατέρας του ήταν από την Κέρκυρα, και ήξερε να τρώει καλά, η μητέρα του ήταν από την Πόλη. Ντυνόταν και ωραία, αλλά αυτό δεν ξέρω από πού το είχε πάρει. Όταν τον πείραζα λέγοντάς του ότι ακολουθεί πάντα τη μόδα, μου απαντούσε, αυτοσαρκαζόμενος: «εμείς που ακολουθούμε τις επιταγές της μόδας, έχουμε τριπλή ωφέλεια. Ντυνόμαστε σύμφωνα με κάποια γνωστή και, προ πάντων, έγκυρη άποψη, δεν μπαίνουμε στον κόπο να ψάξουμε για το τι θα φορέσουμε και, αν δεν μας πάνε αυτά που φοράμε, πάντα φταίει κάποιος άλλος».

Επειδή τα γραφεία μας στη δουλειά βρίσκονταν αντικριστά το ένα με το άλλο, όταν κάποιος από τους δύο μας απουσίαζε, σήκωνε ο άλλος το τηλέφωνό του, όταν χτυπούσε. Από κάποια εποχή και μετά, μερικοί από αυτούς που τον ζητούσαν με ρωτούσαν πού είναι ο επικεφαλής, ή μου άφηναν παραγγελία να θυμίσω στον επικεφαλής για τη βραδινή συνάντηση. Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τον ζητούσαν σαν τον επικεφαλής, ούτε σε τι ήταν επικεφαλής. Δεν πήγε ποτέ το μυαλό μου σε μυστικές οργανώσεις, ή σε παραστρατιωτικούς συνδέσμους, γιατί ήταν σοβαρός άνθρωπος με ζωή και δράση που δεν «κούμπωνε» με τέτοιες δραστηριότητες. Μια, δυο, τρεις, τον ρώτησα στο τέλος και αυτός μου απάντησε γελώντας: «Μη δίνεις σημασία, ξέρουν ότι είμαστε φίλοι και μου κάνουν πλάκα».

Πέρασε λίγος καιρός και  η εταιρεία που εργαζόμαστε μας ανέθεσε να ξεναγήσουμε για μία ημέρα στην Αθήνα τέσσερεις ομολόγους μας που είχαν έλθει από τη Σουηδία για να συμφωνήσουμε τους όρους μίας προσφοράς που θα συνυποβάλλαμε. Ήταν, θυμάμαι, μία ηλιόλουστη μέρα του Νοέμβρη. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει, αλλά εκείνο το πρωί ένα ελαφρό βοριαδάκι είχε καθαρίσει τον ουρανό και η Αττική ήταν λες και είχε φορέσει τα καλά της. Η επιθυμία των καλεσμένων μας ήταν να πάμε μία βόλτα μέχρι το Σούνιο, μιας και τα μουσεία της Αθήνας τα είχαν επισκεφθεί κατά το παρελθόν.

 Τους πήραμε λοιπόν από το ξενοδοχείο τους και με χαλαρή διάθεση φτάσαμε στον προορισμό μας.  Αφού τους ξεναγήσαμε στα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα και του αρχαίου φρουρίου, κατεβήκαμε στη θάλασσα και μετά από ένα δροσιστικότατο μπάνιο πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Όταν περάσαμε τη βουλιαγμένη και μπήκαμε στην παραλιακή για το Φάληρο, τους προτείναμε να σταματήσουμε για φαγητό σε μία πολύ γνωστή εκείνα τα χρόνια ψαροταβέρνα, στου Ψαρόπουλου, αν θυμάμαι καλά. Να μην τα πολυλογούμε, φτάσαμε στου Ψαρόπουλου, και παραγγείλαμε μαρίδες, χταπόδι, ταραμοσαλάτα και κυδώνια  για το ούζο και μία ολόφρεσκη συναγρίδα, γύρω στα δύο- δυόμιση κιλά, ψητή στα κάρβουνα. Όταν τελειώσαμε με τα ορεχτικά είχαμε σχεδόν χορτάσει αλλά, πριν προλάβουμε να πάρουμε ανάσα, ήρθε και η συναγρίδα στο τραπέζι, ξεκοκαλισμένη και ανασυγκολλημένη ώστε να φαίνεται απείραχτη, και ο σερβιτόρος, αφού άφησε στο τραπέζι το λαδολέμονο και μία πιατέλα πικρά χόρτα, άρχισε το σερβίρισμα. Όταν έφτασε στο φίλο μου αυτός του ζήτησε να του βάλει και το κεφάλι.

 Ξεκινήσαμε το φαγητό και απολαμβάναμε το μπλε του ουρανού, τη μυρωδιά της θάλασσας και τη γεύση της συναγρίδας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας. Ο φίλος μου, όταν ξεμπέρδεψε με τα ψαχνά που είχε στο πιάτο του, τράβηξε την καρέκλα του πιο κοντά στο τραπέζι, φόρεσε τα γυαλιά του και με το πιρούνι στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο, ξεκίνησε ένα ρεσιτάλ γαστριμαργικής ανατομίας, ή ανατομικής γαστριμαργίας, όπως θέλετε πείτε το. Με κινήσεις ωρολογοποιού και με τη σιγουριά ανατόμου διέλυε προσεκτικά το κεφάλι και γευόταν με έκδηλη απόλαυση μικρά-μικρότατα κομματάκια ψαριού. Ξεκίνησε από τα μάτια, τρώγοντας πρώτα το κυρίως μάτι και μετά τον λιπώδη ασκό που το περιβάλλει, προχώρησε στα μάγουλα, αφού τους έβγαλε την πέτσα για να αποφύγει τα μικρά λέπια που ξεχνάνε συνήθως να αφαιρέσουν αυτοί που ξύνουν τα ψάρια, πιπίλησε τους χόνδρους που καλύπτουν τα σπάραχνα, έβγαλε με προσοχή και έφαγε με απόλαυση τα δύο μικρά κομματάκια ψαχνού που βρίσκονται στην κορυφή του κρανίου και τέλος, με μία έκφραση θριάμβου στο πρόσωπό του, πέρασε ένα δόντι του πιρουνιού του ανάμεσα από το κοίλωμα των ματιών, άνοιξε με το μαχαίρι την κορυφή του κρανίου, έβγαλε με μία οδοντογλυφίδα το μυαλό και το έφαγε με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Όταν τελείωσε, τα οστέινα υπολείμματα του κεφαλιού της συναγρίδας ήταν τοποθετημένα στην άκρη του πιάτου με τέτοια τάξη, που θα έλεγε κανείς ότι ήταν έτοιμος να το ξανασυναρμολογήσει.

Οι φιλοξενούμενοί μας και εγώ είχαμε μείνει να τον κοιτάμε με ανοιχτό σχεδόν το στόμα. Είχε δώσει όλη του την προσοχή και είχε αφιερώσει ένα δεκάλεπτο περίπου για να παλέψει με τρία περίπου κυβικά εκατοστά  κρανίου συναγρίδας και να ανακτήσει, το πολύ, πέντε γραμμάρια τροφής. Όταν κατάλαβε ότι τον παρακολουθούσαμε, χαμογέλασε και μας ζήτησε συγνώμη που δεν μας ρώτησε αν θέλαμε να γευτούμε κι εμείς από αυτόν τον υπέροχο μεζέ!!!

Το απομεσήμερο πέρασε σε ένα ζαχαροπλαστείο στο Πασαλιμάνι, το απόγευμα κάναμε μία βόλτα στην πλάκα και στον άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη και το βράδυ πήγαμε για φαγητό, με την παρέα ενισχυμένη από τον διευθυντή μας τη γυναίκα του και τις γυναίκες μας, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Κινγκ Τζωρτζ.

Για να μην μακραίνω την ιστορία, το κύριο πιάτο ήταν κατσικάκι στο φούρνο, τεμαχισμένο και σερβιρισμένο σε μία μακριά πιατέλα, έτσι που να φαίνεται σαν ολόκληρο. Ο φίλος μου ζήτησε πάλι το κεφάλι και, αφού τελείωσε με τα υπόλοιπα, άδειασε τα κόκαλα στο πιάτο της σαλάτας του, τράβηξε το κεφάλι στην άκρη του πιάτου του, πήρε τη μουσταρδιέρα και άπλωσε μπόλικη μουστάρδα περιμετρικά στο πιάτο του. Πήρε το μαχαίρι και το πιρούνι και ξεκίνησε από τη κάτω σιαγόνα. Την ξεκόλλησε, έβγαλε το ελάχιστο ψαχνό που βρισκόταν στις κλειδώσεις με την άνω, καθώς και τα ούλα τους έβαλε αλατοπίπερο και, ούτε μισή μπουκιά όλα κι όλα, τα έφερε στο στόμα του και τα εξαφάνισε. Συνέχισε με τη γλώσσα την οποία απέσπασε με το πιρούνι, έγδαρε με το μαχαίρι, έκοψε σε τρία κομματάκια, τα αλάτισε και τα έφαγε ένα-ένα, αργά και απολαυστικά. Σειρά είχαν τώρα τα μάγουλα, στα ποία έβαλε μόνο πιπέρι και ακολούθησαν τα μάτια, μαζί με τον ασκό τους. Τέλος ήρθε η σειρά του μυαλού. Επειδή το κατσικάκι ήταν μικρό και επειδή δεν περίμεναν ίσως ότι θα έτρωγε κανείς το κεφάλι, δεν το είχαν σπάσει με τον μπαλτά για να ανοίγει εύκολα, αλλά αυτό δεν πτόησε καθόλου το φίλο μου. Κράτησε με το πιρούνι το κεφάλι από τη μύτη και έχωσε με σιγουριά το μαχαίρι στο σημείο που ενώνονται τα οστά που έχουν την οφθαλμική κοιλότητα με το μετωπιαίο (ή κάπου εκεί, τέλος πάντων), το έστριψε λίγο, το κεφάλι «ξεκλειδώθηκε» και το μυαλό αποκαλύφθηκε. Το έβγαλε προσεκτικά, χωρίς να το διαλύσει, με το πιρούνι και, χωρίς να του βάλει αλατοπίπερο, το έφαγε αργά και απολαυστικά, με την ίδια έκφραση θριάμβου που είχε στο πρόσωπό του το μεσημέρι, όταν τα έβαλε με το κεφάλι της συναγρίδας.

Οι φιλοξενούμενοί μας τον κοίταζαν πάλι έκπληκτοι και για έναν ακόμη λόγο. Στην πατρίδα τους, τα κεφάλια, τα εντόσθια και τα έντερα από τα αμνοερίφια δεν τρώγονται  γιατί, απλούστατα, μετά τη σφαγή πετάγονται.

Τα φρούτα, το παγωτό και ο καφές μας έκαναν να ξεχάσουμε το κατσικίσιο κεφαλάκι. Όταν όμως γυρίζαμε στα σπίτια μας, μεταξύ κομπλιμέντου και πειράγματος, του είπα: «δεν ήξερα ότι μέσα στα ταλέντα σου περιλαμβανόταν και αυτό του κεφαλοκυνηγού!». «Οι άλλοι φίλοι μου», μου απάντησε, «είναι πιο ευγενικοί από σένα και με αποκαλούν απλά επικεφαλής!!!». «Και καλά» του λέω, «γιατί πασάλειψες το πιάτο σου με μουστάρδα, αφού δεν την χρησιμοποίησες καθόλου;». «Μου αρέσει να αισθάνομαι την μυρωδιά της», ήταν η απάντησή του.

Μέχρι που αποχαιρετιστήκαμε, δεν ξαναμίλησα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου